Διήγημα Φώτων: “Φώτα ολόφωτα” του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

Εκινδύνευε να βυθισθεί εις το κύμα η μικρή βάρκα του Κωνσταντή του Πλαντάρη, πλέουσα ανάμεσα εις βουνά κυμάτων, έκαστον των οποίων ήρκει δια να ανατρέψει πολλά και δυνατά σκάφη και να μη αποκάμει, και εις αβύσσους, εκάστη των οποίων θα ήτο ικανή να καταπίει εκατόν καράβια και να μη χορτάσει. Ολίγον ακόμη και θα κατεποντίζετο. Άγριος εφύσα βορράς, οργώνων βαθέως τα κύματα, και η μικρά φελούκα, δια να μην αρμενίζει κατεπάν’ τον αέρα, είχε μαϊνάρει το πανί της, και είχε μείνει ξυλάρμενη και ωρτσάριζε κι εδοκίμαζε να κάμει βόλτες. Του κάκου. Μετ’ολίγον η θάλασσα επήρε τον ελεεινόν φελλόν εις την εξουσίαν της, και ο άνεμος τον έσυρεν εδώ κι εκεί, και ο Κωνσταντής ο Πλαντάρης εξέμαθεν εις την στιγμήν όσας βλασφημίας ήξευρε και ησχολείτο να κάμει την προσευχήν του, ενώ ο μικρός σύντροφός του, ο ναύτης Τσότσος, νέος δεκαεπτά χρόνων, εγδύνετο και ητοιμάζετο να πέσει εις την θάλασσαν, ελπίζων να σωθεί κολυμβών, και ο μόνος επιβάτης των, ο ζωέμπορος Πραματής, έκλαιε και εύρισκεν ότι δεν ήξιζε τον κόπον ν’αρμενίσει τις τόσην θάλασσαν δια να πνιγεί, αφού η γη ήτο ικανή να σκεπάσει με το χώμα της τόσους και τόσους.

Εκινδύνευε ν’ αποθάνει από τους πόνους η Μαχώ, η γυναίκα του Κωσταντή του Πλαντάρη, νεόγαμος, πρωτάρα. Η Πλανταρού, η πεθερά της, είχε καλέσει από το βράδυ της προλαβούσης ημέρας την μαμμήν την Μπαλαλίναν και την εμπροσθινήν την Σωσάνναν. Αι δύο γυναίκες, τεχνίτισσαι εις το είδος των, και η μήτηρ του συζύγου της κοιλοπονούσης, φιλόστοργος, ως πάσα πενθερά ήτις δεν επιθυμεί τον θάνατον της νύμφης της, όταν αύτη είναι πρωτάρα, πριν βεβαιωθεί ότι θα επιζήσει το παιδίον, δια να ασφαλισθεί η κληρονομία της προικός, επροσπάθουν, όσον το δυνατόν, να ανακουφίσουν τους πόνους της ωδινούσης. Και είχεν ανατείλει ήδη η άλλη ημέρα και ακόμη η γυνή εκοιλοπόνει, και η μαμμή, η εμπροσθινή και η πενθερά συνεπόνουν με αυτήν, και ο καλογερόπαπας του Μετοχίου του Αγίου Σπυρίδωνος είχε λάβει εντολήν να ψάλει μικράν και μεγάλην Παράκλησιν προς βοήθειαν της ωδινούσης.

Το σπιτάκι έκειτο επάνω εις την κορυφήν του μικρού νησιδίου προς μεσημβρίαν. Την πρωίαν της Παρασκευής, η βάρκα του Πλαντάρη είχε φανεί αντικρύ, αγωνιώσα εις τα κύματα, και δύο παιδία του γιαλού, απ’ εκείνα που περνούν τον καιρόν των κάτω από τον αρσανάν, μη γνωρίζοντα επί της ξηράς άλλην διατριβήν από τας συρμένας έξω φελούκας, ούτε άλλο παιγνίδι από την θάλασσαν, ήλθαν να πάρουν τα συχαρίκια της Πλανταρούς, ακούσαντα την είδησιν από πορθμείς, οι οποίοι είχον αναγνωρίσει μακρόθεν την βάρκαν. Και τότε η Πλανταρού είδε, κι εκατάλαβεν από την τρικυμίαν, όπου ήτο εις το πέλαγος, ότι η βάρκα ανεβοκατέβαινεν εις τα κύματα κι εκινδύνευε να βουλιάξει, και τότε ενόησε τι θα ’πει να ’χει κανείς «δυο χαρές και τρεις τρομάρες». Διότι διπλή μεν χαρά θα ήτο να έφτανεν αισίως ο υιός της, να εγέννα με το καλόν και η νύμφη της· τριπλή δε τρομάρα ήτο ο κίνδυνος του υιού της, ο κίνδυνος της νύμφης της και ο κίνδυνος του προσδοκωμένου νεογνού. Ίσως δε θα ήτο τετραπλή η τρομάρα, αν προσετίθετο και ο φόβος μήπως τυχόν και η νύμφη της γεννήσει …θήλυ.

* * *

Επάνω εις την κορυφήν του λόφου, ευρίσκετο μονήρες το σπιτάκι, και κάτω εις την ακρογιαλιάν ήτο κτισμένον το χωρίον. Διακόσια σπίτια αλιέων, πορθμέων και ναυτών. Έν μίλιον απείχε το σπιτάκι από το χωρίον. Υπήρχε μικρός επισφαλής όρμος, αλλά δεν ήτο λιμήν. Έβλεπε μόνον προς μεσημβρίαν. Η αγωνία της βάρκας του Πλαντάρη ήτο ορατή από την πολίχνην, ορατή και από τον μεμονωμένον οικίσκον.

Η Πλανταρού ήρχισε τότε να μέμφεται πικρώς τον υιόν της δια την τόλμην και την αποκοτιά του. Τι ήθελε, τι γύρευε τέτοιες μέρες να κάμει ταξίδι; Δεν άκουε, ο βαρυκέφαλος, τη μάννα του, τι του έλεγε. Ακόμη τα Φώτα δεν είχαν έλθει. Ο Σταυρός δεν είχε πέσει στο γιαλό. Τον αβάσταχτο είχε; Δεν εκαρτερούσε, ο απόκοτος, δύο τρεις ημέρες, να φωτισθούν τα νερά, να αγιασθούν οι βρύσες και τα ποτάμια, να φύγουν τα σκαλικαντζούρια; Καλά να πάθει, γιατί δεν την άκουσε.

Όσον υψώνετο ο ήλιος προς το μεσουράνημα, τόσον ηύξανε και η αγωνία της Πλανταρούς. Η νύμφη της, υποστηριζομένη όπισθεν από την Μπαλαλού και κρεμαμένη έμπροσθεν από τον τράχηλον της Σωσάννας, εμούγκριζεν ως αγελάδα. Ο άνεμος εκεί κάτω, εις το πέλαγος, εφαίνετο ότι απεμάκρυνε το πλοιάριον αντί να το προσεγγίσει εις την ακτήν. Η βάρκα ολονέν εξέπεφτε μακρύτερα, αισθητώς εις το βλέμμα. Εις την νύμφην της η Πλανταρού εφυλάχθη να είπει τίποτα. Μόνον εξήρχετο συχνά εις τον εξώστην, προσποιουμένη ότι ήθελε να κουβαλήσει το εν και το άλλο, και έμενεν επί μακρόν κι εκοίταζε. Δεν επανήρχετο ειμή αν την ανεκάλει η μαμμή, η Μπαλαλού.

Επλησίαζεν ήδη η μεσημβρία και η αγωνία της Πλανταρούς έφθασεν εις το κατακόρυφον. Δεν εφαίνετο πλέον να υπάρχει ελπίς. Ο υιός της θα επνίγετο εκεί εις το άσπλαχνον πέλαγος, και την νύμφην της ομού με το έμβρυον θα την εσκέπαζεν η «μαύρη γης».

Τέλος, η γραία απέκαμε. Η βάρκα έγινεν άφαντη…Και η σύζυγος του υιού της εγέννησεν ….άρρεν. Ω! το στρίγλικο, το κακοπόδαρο, ω! το γρουσούζικο, οπού ψωμόφαγε τον πατέρα του! Πνίξτε το! Σκοτώστε το! Τι το φυλάτε; Πετάτε το στο γιαλό, να πα να βρει τον πατέρα του! Κ’αυτή, η γουρουνοποδαρούσα η μάννα του, αυτή η πρωτάρα, η στερεμένη, αυτή η λεχώνα η λοχεμένη!… Ημπορείς, μαμμή, να την καρυδοπνίξεις, κειδά που θα ψοφολογήσει, στο κρεβάτι της, να στραμπουλήξεις με τη χεράρα σου και της κλήρας το λαιμό, να πούμε πως εγεννήθηκε πεθαμένο το παιδί, και πως η μάννα ετελείωσε, καθώς κάθισε στα σκαμνιά, ημπορείς;

* * *

Δεν την εσκέπασεν η μαύρη γης την ταλαίπωρον μητέρα ομού με τον καρπόν των σπλάχνων της, και το πέλαγος ίλεων δεν έπνιξε τον πατέρα. Ο Πλαντάρης είχε τελειώσει προ πολλού την προσευχήν του, και ο μικρός ναύτης, ο Τσότσος, είχε φορέσει εκ νέου το υποκάμισον και την περισκελίδα του. Ο ζωέμπορος ο Πραματής επείσθη ότι ήτο καλός χριστιανός και ότι ήτο προωρισμένος να ταφεί εις ευλογημένον χώμα. Ο άνεμος είχε κοπάσει περί το δειλινόν, και ο κυβερνήτης ανέλαβε το κράτος του επί του μικρού σκάφους. Έπιασε δυνατά το τιμόνι και με τα πολλά ορτσαρίσματα ήλθεν η φελούκα εις μέρος απαγγερόν, δίπλα εις την ξηράν, ολίγα μίλια απώτερον του μικρού όρμου. Δια τούτο η βάρκα είχε γίνει άφαντος εις τα όμματα της Πλανταρούς, ήτις δεν είχε παύσει ν’αγναντεύει από το ύψος του εξώστου. Έφθασε δε ασφαλώς εις τον όρμον, ευθύς ως έπεσεν εντελώς ο άνεμος, βασίλευμα ηλίου.

Δεύτερα συχαρίκια επήραν της Πλανταρούς. Ο υιός της, αποστάζων άλμην, κατάκοπος, θαλασσοπνιγμένος, έφθασεν εις το σπιτάκι, άμα ενύκτωσε, κι εκεί μόνον έμαθε την ευτυχή είδησιν, ότι η συμβία του τού είχε γεννήσει κληρονόμον.

* * *

Την επαύριον ήσαν Φώτα. Την άλλην ημέραν Ολόφωτα. Την εσπέραν της μεγάλης εορτής, άμα τη τριημερεύσει της λεχούς και του παιδίου, έβαλαν την σκαφίδα κάτω εις το πάτωμα και εγέμισαν με χλιαρόν νερόν βρασμένον με δάφνας και με μύρτους. Επρόκειτο να τελέσουν τα «κολυμπίδια» του παιδίου.

Η καλή μαμμή, η Μπαλαλού, εξήπλωσε το βρέφος μαλακά επί των ηπλωμένων κνημών της και ήρχισε να λύει τα σπάργανα. Είχε νυκτώσει. Μία λυχνία και δύο κηρία έκαιον επί χαμηλής τραπέζης. Το παιδίον, παχύ, μεγαλοπρόσωπον, με αόριστον ροδίζοντα χρώτα, με βλέμμα γαλανίζον και τεθηπός, ανέπνεε και ησθάνετο άνεσιν, καθ’όσον απηλλάσσετο των σπαργάνων.

Εμειδία προς το φως, το οποίον έβλεπε, κι έτεινε την μικράν χείρα δια να συλλάβει την φλόγα. Την άλλην χείρα την είχε βάλει εις το στόμα του, κι επιπίλιζε, επιπίλιζε. Τι ησθάνετο; Απερίγραπτον.

Η καλή μαμμή αφήρεσεν όλα τα σπάργανα, απέσπασεν αβρώς την φουστίτσαν και το υποκάμισον του βρέφους και το έρριψεν απαλώς εις την σκαφίδα. Ήρχισε να το πλύνει και να αφαιρεί τα άλατα, με τα οποία το είχε πιτυρίσει κατά την στιγμήν της γεννήσεως, αφού το είχε αφαλοκόψει. Αφήρεσε και το βαμβάκιον, με το οποίον είχε περιβάλει τας παρειάς και την σιαγόνα του παιδίου, δια να κάμει άσπρα γένεια.

Έλαβε την «μασά», την σιδηράν λαβίδα, από την εστίαν και την έβαλε μέσα εις την σκάφην, δια να γίνει το παιδίον σιδεροκέφαλον.

Το βρέφος ήρχισε να κλαυθμυρίζει, ενώ η μαμμή εξηκολούθει να το πλύνει μαλακά και να το υποκορίζεται άμα: «Όχι, χαδούλη μ’, όχι, χαδιάρη μ’! όχι κεφαλά μ’, πάπο μ’, χήνο μ’!» Και συγχρόνως ο πατήρ, η μήτηρ, η μαμμή, η Πλανταρού και άλλοι συγγενείς και φίλοι παρόντες, έρριπτον αργυρά νομίσματα, δια ν’ ασημώσουν το παιδίον. Τα απέθετον αβρώς επί του στέρνου και της κοιλίας του βρέφους, και ολισθαίνοντα έπιπτον εις τον πάτον της σκάφης.

Το παιδίον δεν έπαυε να κλαίει, και η μαμμή το εκολύμβιζεν ακόμη, το εκολύμβιζεν. Κολύμβα, τέκνον μου, εις την σκάφην σου, κολύμβα και απόβαλε την άλμην σου εις το γλυκόν νερόν. Θα έλθει καιρός ότε θα κολυμβάς εις το αλμυρόν κύμα, καθώς εκολύμβησεν όλος, χθες ακόμη, ο πατήρ σου με την σκάφην του. «Φωνή Κυρίου επί των υδάτων, ο Θεός της δόξης εβρόντησε, Κύριος επί των υδάτων πολλών».

* * *

Την επαύριον, εορτήν της Συνάξεως του Αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού, έμελλε να βαπτισθεί το παιδίον, επειδή είχε συμβεί να γεννηθεί ούτω τας παραμονάς της εορτής, πριν περάσουν όλως τα Φώτα. Αλλά την εσπέραν, μετά τα κολυμπίδια, δείπνον παρετέθη εις την οικίαν. Η μαμμή εμάζωξε μετά προσοχής, όλα τα αργυρά κέρματα, ημιτάλληρα και σβάντζικα και δραχμάς, τα εκομβόδεσεν εις το μανδήλιόν της, ενώ οι παρεστώτες εφώναζαν γύρωθεν: «Να ζήσει! σιδεροκέφαλος!» και επηύχοντο εις την μαμμή «καλή ψυχή».

Είτα η Μπελαλού εσπόγγισε καλώς το παιδίον με μέγα λευκόν προσόψιον, του εφόρεσε καινούργιον καθαρόν υποκάμισον και ποδίτσαν, το ανέκλινεν επί των κνημών της, και ήρχισε να το περιβάλλει με τα σπάργανα.

Ο ζωέμπορος, ο Πραματής, είχεν έλθει εις τα κολυμπίδια, και εδήλωσεν ότι επεθύμει να γίνει ανάδοχος του βρέφους, εις μνήμην του προχθεσινού εν θαλάσση κινδύνου και της διασώσεως.

Ο μικρός ναύτης, ο Τσότσος, είχεν έλθει έως την θύραν, και ίστατο θεωρών μακρόθεν την τελετήν του κολυμβήματος. Ο γείτων, ο Δημήτρης ο Σκιαδερός, πρωτοξάδελφος του Κωνσταντή του Πλαντάρη, δεν είχε φανεί εις την οικίαν από πέρυσι, από την ημέραν του γάμου. Αλλά την εσπέραν ταύτην επήρε την γυναίκα του την Δελχαρώ και τα παιδιά του, εκ των οποίων δύο εκράτει αυτός αρμαθιαστά από την μίαν χείρα, το εν πενταετές και το άλλο τετραετές, τρίτον διετές, έφερεν υπό την μασχάλην, εν πενταμηνίτικον βρέφος εβύζαινεν εις τους κόλπους της η γυνή του, και δύο άλλα επτά και οκτώ ετών την ηκολούθουν κρατούμενα από το φουστάνι της, κι επαρουσιάσθη χαμογελών, χαίρων δια την χαράν του συγγενούς του, γεμάτος ευχάς και συγχαρητήρια.

Εκάθισαν όλοι εις την τράπεζαν. Δεξιά η Μπαλαλού, η μαμμή, αριστερά η μπροσθινή, η Σωσάννα, καταμεσής ο πατήρ του νεογνού. Δεξιόθεν της Σωσάννας η Πλανταρού, κατόπιν ο ζωέμπορος ο Πραματής και δύο τρεις άλλοι. Το λοιπόν του χώρου κατείχετο από τον Δημήτρην τον Σκιαδερόν και από την φαμελιά του.

Ήρχισαν να τρώγουν. Τα παιδιά του Δημήτρη του Σκιαδερού δεν εταιριάζοντο εύκολα. Εφώναζαν, εγρίνιαζαν, κι εθορυβούσαν. Το ένα ήθελε τσιτσί, δεν ήθελε μαμμά. Το τρίτον, κλαυθμηρίζον, εζήτει βρυ. Το τέταρτον ήθελε γλυκό, δεν του ήρεσε το τυρί. Η ταλαίπωρος η λεχώ υπέφερε κάπως από τον θόρυβον.

Ήρχισαν αι προπόσεις. Ηύχοντο εις τον πατέρα να του ζήσει, και εις την λεχώ «καλή σαράντιση». Πρώτη έπιεν η μαμμή, δεύτερος ο πατήρ, τρίτη η γραία Σωσάννα, η μπροσθινή.

Όταν ήλθεν η σειρά της Πλανταρούς να πίει εις την υγείαν της νύμφης της, ευχήθη με τρεις διάφορους τόνους φωνής·

– Εβίβα, νύφη, με το καλό να σαραντίσεις… Κι ό,τι είπα, παιδάκι μ’…αστοχιά στο λόγο μου!

(1894)

Ακούστε το διήγημα εδώ. Διαβάζει ο Ανδρέας Χατζηδήμου:

Πηγή: https://www.google.com/amp/s/sarantakos.wordpress.com/2017/01/06/fwtaolofwta/amp/

“Το φάντασμα της όπερας”: το musical αριστούργημα του Andrew Lloyd Webber

Ο Andrew Lloyd Webber δεν χρειάζεται συστάσεις… Είναι ο δημιουργός των μεγάλων και δημοφιλών musical… Ανάμεσά στις επιτυχίες του, εκτός από τα “Cats” και “Evita”, βρίσκεται και το “Φάντασμα της Όπερας”. Το έργο, αποτελεί μια ωδή στον ανεκπλήρωτο έρωτα, στην αγάπη που φτάνει στα όρια της παραφροσύνης, στο πάθος της μουσικής δημιουργίας.

Βασισμένο στο γαλλικό μυθιστόρημα “Le Fantοme de l’Opera” από τον Gaston Leroux, η κεντρική πλοκή του περιστρέφεται γύρω από μια πανέμορφη σοπράνο, την Christine Daaé. Εκείνη, γίνεται το αντικείμενο του πόθου, η απόλυτη εμμονή μιας παραμορφωμένης μουσικής ιδιοφυΐας. Η νουβέλα, εκδόθηκε για πρώτη φορά, από τις 23 Σεπτεμβρίου του 1909 έως τις 8 Ιανουαρίου του 1910 στην ημερήσια γαλλική εφημερίδα Le Gaulois.  Στα τέλη δε του Μαρτίου του 1910, εκδόθηκε σε μορφή τόμων  από την Pierre Lafitte.

Η πλοκή βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό σε ιστορικά γεγονότα της Όπερας του Παρισιού του 19ο αιώνα και σε μια ιδιαίτερη ιστορία σχετικά με τη χρήση του σκελετού μίας πρώην μαθήτριας μπαλέτου στο Der Freischütz του Carl Maria Von Weber, το 1841. Η επιτυχία που είχε η μεταφορά του βιβλίου στο θέατρο και στον κινηματογράφο ήταν τεράστια. Εκείνες όμως που ξεχώρισαν, ήταν η ταινία του 1925 με τον Λον Τσάνεϊ και το μιούζικαλ του Andrew Lloyd Weber του 1986.

Όπως προαναφέρθηκε, η ιστορία διαδραματίζεται στο Παρίσι του 19ου αιώνα. Βρισκόμαστε στα τέλη του αιώνα, σε μια δημοπρασία στην Όπερα, ο Ραούλ ντε Σανί, ηλικιωμένος πια, στην αναπηρική καρέκλα, αγοράζει ένα μουσικό κουτί, από όπου ακούγεται μια γνώριμη μελωδία. Επόμενο κομμάτι, ο πολυέλαιος της όπερας, ο οποίος υψώνεται, επιτρέποντας ένα ταξίδι στη μνήμη του υποκόμη, στη μαγευτική όπερα του Παρισιού, στις αρχές του αιώνα…

Όλα ξεκινούν, όταν η φημισμένη όπερα του Παρισιού, αποκτά νέους ιδιοκτήτες, οι οποίοι σύντομα έρχονται αντιμέτωποι με την εγωκεντρική πριμαντόνα, τις οικονομικές ελλείψεις της όπερας και με ένα “Φάντασμα”, το οποίο, καθώς γράφει τη μουσική για τα έργα της όπερας, έχει απαιτήσεις και αυτοαποκαλείται ιδιοκτήτης της όπερας. Καθώς η σοπράνο παραιτείται, οι νέοι ιδιοκτήτες, Αρμάν Μονσαρμάν και Φερμάν Ρισάρν, αναζητούν νέα σοπράνο και την βρίσκουν στο πρόσωπο της νεαρής καλλιτέχνιδας, Σουηδικής Καταγωγής, κόρη διάσημου βιολιστή, Κριστίν Ντααέ. Αν και ορφανή τώρα, η Κριστίν νιώθει την παρουσία του πατέρα της, μέσα από τον “Άγγελο της Μουσικής”, που ο πατέρας της είχε υποσχεθεί, πως θα την προστατεύει και θα την καθοδηγεί. Και τα λόγια του βγαίνουν αληθινά, αν και μάλλον δεν πρόκειται για άγγελο, αλλά για ένα παραμορφωμένο άνθρωπο, που ζει και κρύβεται στο υπόγειο της σκηνής. Το Φάντασμα ερωτεύεται τη φωνή της νεαρής Κριστίν.

Όμως δεν είναι ο μοναδικός που γοητεύεται από τη νέα σοπράνο. Ο Ραούλ ντε Σανί έχει ερωτευτεί σφόδρα τη νεαρή καλλιτέχνιδα. Ο υποκόμης είναι αδελφικός φίλος της Κριστίν, καθώς είναι μαζί από παιδιά. Και ενώ και οι δύο την διεκδικούν, το “Φάντασμα” την οδηγεί στο κρησφύγετό του. Η Κριστίν, προσπαθεί να αποκαλύψει το πρόσωπο που κρύβεται πίσω από τη μάσκα, αλλά το “Φάντασμα” εξοργίζεται, την απομακρύνει και για μια περίοδο, αφοσιώνεται στο μουσικό του έργο. Με το πέρασμα του χρόνου, η Κριστίν προσπαθεί να κρύψει τα αισθήματα της για τον Ραούλ, αποκαλύπτονται τα μυστικά της για τον Άγγελο της Μουσικής και την απαγωγή της από το φάντασμα της Όπερας.

Σύντομα, η Καρλότα επιστρέφει στην Όπερα, και η Κριστίν δεν είναι πλέον η πρωταγωνίστρια στην σκηνή. Το γεγονός αυτό, πυροδοτεί μια έκρηξη θυμού του φαντάσματος,το οποίο και τον οδηγεί στον απαγχονισμό επί της σκηνής, ενός τεχνικού. Η  Κριστίν, τρομαγμένη αποκαλύπτει όλη την αλήθεια στον Ραούλ. Εκείνη, στην αρχή αποδίδει την απίστευτη πρόοδο στην τέχνη της σε έναν «ουράνιο» ,όπως θεωρούσε, δάσκαλο. Τώρα αντιλαμβάνεται πως αυτός ο “Άγγελος”, δεν είναι ένα παραδεισένιο πλάσμα, αλλά ένας “Άγγελος του Θανάτου” από τον οποίο δε μπορεί να ξεφύγει… Δίνει αιώνιους όρκους αγάπης με τον Ραούλ.

Ο χρόνος περνάει, δίχως ίχνος του φαντάσματος. Σύντομα, οργανώνεται η εκδήλωση των μασκαράδων. Το γλέντι,ο χορός και το τραγούδι, κρατά μέχρι να παρουσιαστεί το “Φάντασμα”, παραδίδοντας τη νέα του Όπερα, τον “Δον Χουάν τον Θριαμβευτή”. Η επανεμφάνιση του τερατόμορφου πλάσματος προκαλεί ανησυχία σε όλους και περισσότερο στον Ραούλ, που φοβάται για την αγαπημένη του. Την κρατά προστατευμένη, μέχρι που εκείνη φεύγει κρυφά για να επισκεφθεί τον τάφο του πατέρα της. Στο νεκροταφείο, βρίσκει τον Έρικ και ο Ραούλ, τον προκαλεί σε μονομαχία. Ο Ραούλ είναι πλέον αποφασισμένος… Θα τον παγιδεύσει.

Η ευκαιρία βρίσκεται με αφορμή την πρεμιέρα του “Δον Χουάν τον Θριαμβευτή”. Το “Φάντασμα” εκτελεί τον πρωταγωνιστή και βρίσκεται στη σκηνή, μαζί με το αντικείμενο του πόθου του, την Κριστίν. Η νεαρή σοπράνο, βγάζει τη μάσκα του και αποκαλύπτει το αποκρουστικό του. Εκείνος την απαγάγει και την οδηγεί στο κρησφύγετό του. Τότε η μαντάμ Ζιρί,η θυρωρός της όπερας, εκμυστηρεύεται στον Ραούλ, όσα συνέβησαν στον Έρικ. Τον πληροφορεί για τα νεανικά του χρόνια που λόγω της παραμόρφωσής του, υπήρξε έκθεμα σε τσίρκο και για το πώς εκείνη τον έσωσε και του προσέφερε καταφύγιο στην όπερα.

Ο Ραούλ βρίσκει την αγαπημένη του και το Φάντασμα, όμως αιχμαλωτίζεται. “Ο Άγγελος της Μουσικής” θέτει στην αγαπημένη του ένα δίλημμα. Είτε θα επιλέξει τον ίδιο και θα προσφέρει την ελευθερία στον υποκόμη ή που θα επιλέξει τον Ραούλ, καταδικάζοντάς τον σε θάνατο. Επειδή όμως αγαπάει την Κριστίν παράφορα και αγάπη σημαίνει να αφήνεις τον άλλον ελεύθερο, ο Έρικ τους προσφέρει την ελευθερία τους και εκείνος μένει μόνος του, στο παγερό υπόγειο, ακούγοντας τη μελωδία του μουσικού κουτιού, μόνος και προδομένος από την αγάπη….

Το musical άνοιξε το 1986 στο West End του Λονδίνου και το 1988 στο Broadway. Είναι η πιο μακροχρόνια παράσταση που τρέχει στην ιστορία του Broadway και γιόρτασε στις 11 Φεβρουαρίου του 2012 τις 10,000 παραστάσεις της. Μετά τους Άθλιους, είναι δεύτερη μακροβιότερη στα μιούζικαλ του West End, και η τρίτη μακροβιότερη παράσταση γενικά στο West End μετά την Ποντικοπαγίδα.

Εκτιμάται ότι οι εισπράξεις της στο σύνολο ανέρχονται σε πάνω από 5,6 δις δολάρια και στο Broadway των ΗΠΑ 845 εκατομμύρια δολάρια. Κανένας δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι Το Φάντασμα της Όπερας είναι η πιο οικονομικά επιτυχημένη ψυχαγωγική εκδήλωση έως τώρα. Μέχρι το 2011 το είχαν δει περισσότερο από 130 εκατομμύρια άνθρωποι σε 145 πόλεις σε 27 χώρες, και συνεχίζει να “ανεβαίνει” στο  Λονδίνο και στη Νέα Υόρκη.

Πηγή

Το Φάντασμα της Όπερας :το ωραιότερο musical του Andrew Lloyd Webber..