“Το αγόρι και ο Ερωδιός”: μια ημι-αυτοβιογραφική αφήγηση του Χαγιάο Μιγιαζάκι, για τη φιλία, το πένθος και την αναγέννηση

Αντί Προλόγου

Ο Χαγιάο Μιγιαζάκι, ο οσκαρικός δημιουργός ταινιών anime, όπως Spirited Away, Wind Rises, Howl’s Moving Castle, Kiki’s Delivery Service μας καλεί πάντα σε φανταστικούς κόσμους, όπου το αδύνατο και το ονειρικό, συναντά το ανθρώπινο και συναισθηματικό. Οι ταινίες διακρίνονται για το μαγευτικό animation, τις πανέμορφες εικόνες, και τη βαθιά ανθρώπινη αφήγηση. Εξαίρεση δε θα μπορούσε να αποτελεί και η τελευταία – σχεδόν αυτοβιογραφική- ταινία του, το “κύκνειο άσμα” του: “Το Αγόρι και ο Ερωδιός” (τίτλος στην αγγλική: “The Boy and the Heron”, τίτλος στην ιαπωνική: “Kimitachi wa dô ikiru ka”.

Continue reading ““Το αγόρι και ο Ερωδιός”: μια ημι-αυτοβιογραφική αφήγηση του Χαγιάο Μιγιαζάκι, για τη φιλία, το πένθος και την αναγέννηση”

Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και τέχνη

Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος και ζωγραφική… Άλλοι σίγησαν, άλλοι συνεργάστηκαν, άλλοι κυνηγήθηκαν, φυλακίστηκαν και άλλοι στήριξαν τα φασιστικά ναζιστικά καθεστώτα. Ακολουθεί ένα αφιέρωμα σε όλους αυτούς που ύψωσαν το ανάστημά τους και διαμαρτυρήθηκαν πάνω δτον καμβά.

«Οι καλλιτέχνες δεν μπορούν να μένουν αδιάφοροι μπροστά σε μια διαμάχη κατά την οποία διακυβεύονται οι πιο υψηλές αξίες της ανθρωπότητας και του πολιτισμού».

Πάμπλο Πικάσο

John Heartfield

Από το 1930-1938, δημιούργησε μια συλλογή από 240 φωτομοντάζ για το γερμανικό  περιοδικό AIZ (κυκλοφορία περίπου 300.000 έως 500.000 φύλλα)  Αυτά τα εξαιρετικά 240 έργα τέχνης ήταν μια πλήρης περιγραφή της ανόδου του φασισμού τον 20ό αιώνα. Τα έργα του Heartfield εμφανίστηκαν στους δρόμους  του Βερολίνου του Αδόλφου Χίτλερ. Τα «φωτομοντάζ της ναζιστικής περιόδου» είναι ένα επίτευγμα της πολιτικής τέχνης που όμοιο του δεν έχει γίνει ποτέ ξανά.

Χουάν Μιρό

Joan Miró Head of a Woman (1938)

Το 1938 ο Φασισμός στην Ισπανία παρελαύνει κερδισμένος. Χίτλερ, Μουσολίνι και Φράνκο – γίνονται οι  στυλοβάτες της φασιστικής Ευρώπης. Οι αντιφρονούντες εξορίζονται, συλλαμβλανονται, φυλακίζονται και εξορίζονται. Ο Μιρό στον πίνακά του “Πρόσωπο γυναίκας (1938)” αποτυπώνει στον καμβά τις γυναίκες που υποστήριξαν τα ολοκληρωτικά καθεστώτα, να πανηγυρίζουν για την άνοδο του Φράνκο στην εξουσία.

Georg Grosz

George Grosz, “Eclipse of the Sun”

O Grosz επικεντρώνεται στο πρόσωπο της εξουσίας. Πάνω αριστερά ο καλοντυμένος αστός  ψιθυρίζει κάτι στο αυτί του στρατηγού. Κάποιοι τον παρομοιάζουν με τον Πάουλ φον Χίντενμπουργκ,  πρόεδρο του Γερμανικού Ράιχ κατά τη διάρκεια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Γύρω από το τραπέζι ακέφαλοι πολιτικοί. Το σπαθί με αίμα στο τραπέζι είναι ο εκβιασμός της πολιτικής ελίτ στους οπαδούς της. Μπροστά από τον ηγέτη είναι ένας ταφικός σταυρός ζωγραφισμένος κόκκινο, λευκό και μαύρο, τα χρώματα της πρώην γερμανικής αυτοκρατορικής σημαίας. Στην επάνω αριστερή γωνία υπάρχει το σύμβολο του δολαρίου σε σχήμα ήλιου που συμβολίζει τα χρήματα και την επιθυμία για πλούτο και ανάπτυξη. Ο γάιδαρος στο τραπέζι με τις παρωπίδες συμβολίζει τους ανθρώπους που δημαγωγούνται.

The pillars of Society, 1926 Georg Grosz

«Οι Στυλοβάτες της κοινωνίας» είναι ένα άλλο σαρκαστικό πορτρέτο των γερμανικών τάξεων της ελίτ που υποστήριξαν τον φασισμό. Όπως και πολλοί από τους πίνακές του αυτής της εποχής, σατιρίζει αυτό που πίστευε ότι ήταν η διεφθαρμένη πολιτική και αστική τάξη της Γερμανίας. Στους «Στυλοβάτες της Κοινωνίας» ο Γκρος σαρκάζει και καταγγέλλει τον κλήρο, τους πολιτικούς την αστική τάξη, το στρατό και τον πατροναρισμένο τύπο. Τους ενώνει ο αγκυλωτός σταυρός και το ξίφος του σε μια πόλη που καίνε μαζί με τους ανθρώπους της.

Πάμπλο Πικάσο

Πικάσο, Charnel House (1944-45)

Αν η Γκερνίκα του Ισπανικού Εμφύλιου μπορεί να θεωρηθεί ότι σηματοδοτεί τη βίαιη αρχή του Β ‘Παγκοσμίου Πολέμου, το Charnel House σηματοδοτεί το τρομακτικό τέλος του. Ο Πικάσο επηρεασμένος από τη φρίκη του ολοκαυτώματος μέσων των  τις φωτογραφιών των πολεμικών ανταποκριτών και τα άρθρα  της εφημερίδας L’Humanite, σχετικά με τα κρεματόρια του ναζιστικού στρατοπέδου Νατζβάιλερ – Στρούτχοφ (Natzweiler-Struthof) που περιελάμβαναν και την τελευταία φρικιαστική λεπτομέρεια  δεν μπορούσε παρά να τα αποτυπώσει στον καμβά. Τα δεμένα χέρια οι σωροί από πτώματα θυμίζει τις πρώτες φωτογραφίες των στρατοπέδων – και των καταστροφών του πολέμου (1810-20) του Φραγκίσκου Γκόγια, εικόνες ταυτόχρονα μη αποτυπώσιμες και αξέχαστες. Στη ζώνη θανάτου, η σταυροειδής αθωότητα και η αυλαία της σφοδρής πανώλης με τη μαζική θανάτωση και αποσυναρμολόγηση. Η ανώτερη ζώνη είναι λιγότερο τρομακτική, αν και όχι λιγότερο απόκοσμη. Το Charnel House είναι το επιθετικό και αμυντικό όπλο που αναπτύχθηκε: memento mori, (να θυμάσαι ότι είσαι θνητός) κατηγορητήριο, φόρο τιμής στη θυσία, στα ουρλιαχτά και στην απόγνωση.

Käthe Kollwitz

Το μαύρο το γκρι και το άσπρο χρώμα επιστρέφει στο ύφος της Γκερνίκα για να εκφράσει την φρίκη του πολέμου.

Οι σπόροι για τη φύτευση δεν πρέπει να είναι το έδαφος

Η γερμανίδα γλύπτρια και  χαράκτρια Käthe Kollwitz με τα μνημειώδη και διαχρονικά αντιπολεμικά έργα της, αποτύπωσε με συγκλονιστικό τρόπο τα θύματα της καταπίεσης, του πολέμου, της φτώχιας, και της εκμετάλλευσης.

Πηγές

Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος και ζωγραφική

Αναμνήσεις μιας Γκέισας: μια ταινία γεμάτη έρωτα και ιστορία

Στο Κιότο του 1929, η 9χρονη Τσίγιο κλείνεται δια τη βίας σε ένα σπίτι με γκέισες, γίνεται μαθητευόμενη της διάσημης γκέισας Μαμεχά, προκαλεί την αντιζηλία της Χατσουμόμο, μιας άλλης διάσημης γκέισας που διαβλέπει το λαμπρό μέλλον της αντιπάλου της και θέλει να το σαμποτάρει, ενώ όλο αυτό το διάστημα είναι ερωτευμένη με έναν πελάτη, κάτι απαγορευμένο για μια γκέισα.

Ο συγγραφέας και μελετητής της ασιατικής τέχνης Άρθουρ Γκόλντεν έμελλε να γίνει γνωστός από το μοναδικό του μέχρι στιγμής μυθιστόρημα που δεν είναι άλλο από το Οι αναμνήσεις μιας γκέισας. Ένα βιβλίο που παρέμεινε στη λίστα με τα best seller επί δύο χρόνια και μεταφράστηκε σε πάνω από 30 γλώσσες σε όλο τον κόσμο. Ένα βιβλίο που απ’ ό,τι φαίνεται ταλαιπώρησε τον συγγραφέα μέσω μιας δικαστικής αντιπαλότητας που προέκυψε μετά την έκδοση του βιβλίου, τον επανέφερε στο προσκήνιο το 2005 χρονιά που κυκλοφόρησε η ομώνυμη ταινία αλλά τελικά αποδείχτηκε απλώς μία σπουδαία στιγμή στην κατά τα άλλα αφανή συγγραφική καριέρα του.

Η συγκινητική φωνή της αφηγήτριας που επιλέγει να εξιστορήσει την προσωπική της εμπειρία ως γκέισα συνοδεύει τον αναγνώστη καθ όλη την διάρκεια της ανάγνωσης και του δημιουργεί την αίσθηση ότι αυτή είναι εκεί για να του κρατάει το χέρι κατά την διάρκεια της αφήγησης και όχι το αντίθετο, όπως ίσως θα ήταν αναμενόμενο.

Η ιστορία ξεκινάει από το μεθυσμένο σπίτι σ’ ένα μικρό ψαροχώρι της Ιαπωνίας όπου η πρωταγωνίστρια έμελλε να περάσει τα παιδικά της χρόνια ωσότου η αρρώστια της μητέρας της και ο επικείμενος θάνατός της πιέσουν τον ηλικιωμένο πατέρα της να πουλήσει την ίδια και την μεγαλύτερη αδερφή της για να μεταφερθούν στην πρωτεύουσα όπου και θα εκπαιδευτούν ως γκέισες. Τη νεαρή μας πρωταγωνίστρια χαρακτηρίζει μία ομορφιά που δεν βλέπουμε ποτέ και όμως την αναγνωρίζουμε και μία ευφυΐα που αν και δεν αποδεικνύεται συχνά οι άνθρωποι που την περιτριγυρίζουν υποστηρίζουν ότι έχει.

Αν και πρόκειται για ένα βιβλίο που ξεπερνάει τις 700 σελίδες η ροή της αφήγησης δεν είναι καθόλου ανιαρή και η αφηγήτρια αποδεικνύει ότι γνωρίζει σε βάθος να χειρίζεται την τέχνη της αποπλάνηση και της σαγήνης, μένοντας μόνο σε κομβικά επεισόδια, δίνοντας λεπτομέρειες και εξηγήσεις για έννοιες και υλικά του ανατολίτικου πολιτισμού που ο αναγνώστης αγνοεί, προσθέτοντας έτσι και έναν εκπαιδευτικό χαρακτήρα στην ιστορία.

Όποιος νομίζει ότι με την ταινία είναι καλυμμένος θα ήταν καλό να δώσει μία ευκαιρία και στο βιβλίο και να μην φοβηθεί από το μέγεθός του. Διαβάζεται απλά σαν ένα παραμύθι. Και όπως κάθε παραμύθι, δυτικού τύπου, που σέβεται τον εαυτό του αποτελείται από μία αθώα κατατρεγμένη ορφανή, όπου η απαράμιλλη ομορφιά της χάραξε την μοίρα της προτού η ίδια αποκτήσει καν την αντίληψη του τι είναι όμορφο, Ένα παραμύθι με την κακιά μητριά ή Μητέρα όπως λέγεται στην προκειμένη η ιδιοκτήτρια του σπιτιού που αγόρασε την πρωταγωνίστρια μας όταν βρισκόταν σε μικρή ηλικία. Φυσικά, ως αντιστάθμισμα δεν θα μπορούσε να απουσιάζει η καλή νεράιδα, μεταμφιεσμένη εδώ στην ήδη έμπειρη και πανέμορφη γκέισα που θα αναλάβει τον ρόλο της καθοδηγήτριας προστάτιδας. Και τέλος, δεν θα μπορούσαν να λείπουν οι δύο κακές αδερφές που μοναδικός τους αυτοσκοπός είναι να βασανίσουν και να καταστρέψουν το λαμπρό μέλλον που διαγράφεται στην ομορφιά της πρωταγωνίστριας.

Εννοείται ότι δεν θα μπορούσε να λείπει ο πρίγκιπας, στη συγκεκριμένη ιστορία ο Πρόεδρος, ένας άντρας με ισχύ που γοητεύει την νεαρή γκέισα και ένας αντίζηλος που θα διεκδικήσει με κάθε τρόπο την καρδιά της. Πολλά άλλα πρόσωπα εμφανίζονται στην ιστορία, το καθένα με τον δικό του σημαίνοντα ρόλο που θα βοηθήσει ο καθείς με τον τρόπο του να ανοίξει ο δρόμος για να ολοκληρώσει το πεπρωμένο της η πρωταγωνίστριά μας. Ένα πεπρωμένο που όπως η ίδια υποστηρίζει δεν είναι τίποτα περισσότερο από τον αγώνα που κάνει την κάθε μέρα της ζωής της για να υπάρξει.

Εν κατακλείδι, πρόκειται για μία ερωτική ιστορία, που ξεδιπλώνεται μέσα από τη ζωή μιας νεαρής κοπέλας και τις δυσκολίες που έπρεπε να αντιπαλέψει για να μπορέσει να γίνει γκέισα και να κάνει το βήμα που καμία γκέισα δεν είχε τολμήσει μέχρι τότε να κάνει, να ερωτευτεί. Μέσα από αυτή την ιστορία ο συγγραφέας μοιράζεται πολλές πληροφορίες όχι μόνο για έναν πολιτισμό πολύ μακρινό από τον δικό μας συνηθισμένο αλλά και για ένα επάγγελμα παγκοσμίως παρεξηγημένο, το επάγγελμα της γκέισα που όπως και να το κάνουμε σημαίνει άτομο της τέχνης, γιατί άλλωστε για κάποιους η σαγήνη και η αποπλάνηση είναι μία μορφή τέχνης.

Οι γκέισες, εδώ και πάρα πολλά χρόνια, αποτελούν γυναικείες φιγούρες που ασκούν μια μυστηριακή γοητεία τόσο στην Ιαπωνία όσο και σε ολόκληρο τον υπόλοιπο κόσμο. Για αιώνες, έφευγαν από το σπίτι τους το σούρουπο, σαν πεταλούδες μέσα απ’ το κουκούλι τους, για να τελέσουν τις υποχρεώσεις τους σε πολυτελή τεϊοποτεία για πλούσιους πελάτες. Οι συναντήσεις για επαγγελματικούς λόγους το βράδυ αποτελούν παράδοση στην Ιαπωνία, και η παρουσία γκεϊσών δήλωνε ότι ο οικοδεσπότης της βραδιάς διέθετε το αντίστοιχο βαλάντιο για να έχει τη λαμπερή αυτή γυναικεία συντροφιά.

Ούτε σύζυγος αλλά ούτε και πόρνη, η γκέισα είναι μια καλλιτέχνης που κερδίζει τα προς το ζην διασκεδάζοντας πλούσιους και κοινωνικά καταξιωμένους άντρες. Η γκέισα είναι μία καλά εκπαιδευμένη χορεύτρια, τραγουδίστρια και μουσικός, καθώς επίσης και μία πνευματώδης ομιλήτρια. Γελάει με τα αστεία των πελατών της, δεν αποκαλύπτει ποτέ τα μυστικά που της εμπιστεύτηκαν αυτοί, ενώ μπορεί να δημιουργήσει αίσθηση μόνο με μια απλή κίνηση της βεντάλιας της.
Χρόνια σκληρής δουλειάς και πειθαρχίας την έχουν μεταμορφώσει σε ένα εκλεπτυσμένο πλάσμα, αλλά κάτω από τα σφιχτοδεμένα υφάσματα που απαρτίζουν ένα κιμονό και την ουδέτερη μάσκα στο πρόσωπο, που δημιουργείται με το ιδιόμορφο μακιγιάζ, κρύβεται μία γυναίκα με σάρκα και οστά, με το δικό της παρελθόν, τις αναπόφευκτες απογοητεύσεις και τα ανομολόγητα όνειρα. Τα μυστικά που, τόσο καλά, κρατά φυλαγμένα τα ξέρει μόνον η δική της καρδιά, και κανείς άλλος.
Τα σπίτια με τις γκέισες, τα οποία με τόση ζωντάνια περιγράφει ο Arthur Golden στο μυθιστόρημά του, υπάρχουν ακόμη και σήμερα, ενώ αληθινές γκέισες συνεχίζουν να διασκεδάζουν τους πελάτες στα όμορφα, παλιά τεϊοποτεία. Ντύνονται κομψά, περιποιούνται τον εαυτό τους και συμπεριφέρονται όπως έκαναν οι γκέισες εδώ και αιώνες. Οι γυναίκες που γίνονται γκέισες σήμερα, ακολουθούν αυτό το επάγγελμα μέσα από το ενδιαφέρον τους για τις παραδοσιακές τέχνες και μπορούν να παραμείνουν σ’ αυτό μόνο για μερικά χρόνια. Κάποτε θεωρούνταν οι πιο καλοντυμένες γυναίκες της χώρας τους. Στην εποχή τους οι πιο διάσημες απ’ αυτές ήταν κάτι αντίστοιχο με τα σημερινά σούπερ-μόντελ.

Το πρώτο πράγμα που έκανε ο σκηνοθέτης Rob Marshall για να προετοιμαστεί για την ταινία ήταν να διαβάσει ξανά το βιβλίο. «Ήθελα να κάνω το ταξίδι από την αρχή, για να δω τι θα με εντυπωσίαζε περισσότερο», είπε. Ο σκηνοθέτης είχε ξεκαθαρίσει μέσα του ότι δεν επρόκειτο με τίποτε να κάνει ένα ντοκιμαντέρ για τις γκέισες. «Συνειδητοποίησα ότι οι δραματικές καταστάσεις που περνούν οι ήρωες, σε συνδυασμό με τη λάμψη και τον εξωτισμό που κρύβει ο κόσμος τους, θα μας επέτρεπαν να πετύχουμε κάτι μοναδικό και συναρπαστικό», είπε. «Και αν και το είχα αποφασίσει ότι θα απομακρυνόμουν από το παλιό, το παραδοσιακό, έπρεπε αρχικά να καταλάβω πλήρως την αλήθεια που κρύβει αυτή η ιστορία».

Στη συνέχεια, ο Marshall συγκέντρωσε όλα τους επικεφαλής συνεργάτες της ομάδας του για ένα ταξίδι στην Ιαπωνία. «Είχα αποφασίσει να πω την ιστορία της Sayuri ως ένα σημάδι κάποιου τόπου και χρόνου στη μνήμη μιας γυναίκας, αλλά πρώτα ήθελα να καταλάβω την αλήθεια της ιστορίας», εξηγεί ο σκηνοθέτης. «Συμφωνήσαμε όλοι ότι μόνο αν βυθιστούμε στον κόσμο της Sayuri, θα μπορέσουμε να δουλέψουμε σωστά, οπότε ταξιδέψαμε όλοι μαζί στο Κιότο, για να μαζέψουμε όσες περισσότερες εμπειρίες γινόταν».

Η ομάδα των 10, επισκέφτηκε μουσεία και τόπους λατρείας, έκανε μία ξενάγηση σ’ ένα εργοστάσιο που κατασκευάζει κιμονό, είδε έναν αγώνα σούμο, έκανε βόλτες με δίτροχα αμαξάκια, ανίχνευσε τη θαλάσσια περιοχή της Ιαπωνίας, παρακολούθησε ανοιξιάτικα φεστιβάλ παραδοσιακού χορού και παρακολούθησε μία μαθητευόμενη γκέισα (maiko) να απλώνει το μακιγιάζ στο πρόσωπό της και να φοράει το κιμονό. Ο Marshall και ο John DeLuca, συμπαραγωγός και χορογράφος της ταινίας, έγιναν δεκτοί στα παρασκήνια του θεάτρου για να δουν το θρυλικό ηθοποιό και χορευτή Tamasaburo Bando να ετοιμάζεται για μία παράσταση του θεάτρου Kabuki. Οι Γιαπωνέζοι οικοδεσπότες κανόνισαν επίσης ώστε οι Αμερικανοί επισκέπτες να διασκεδάσουν μία βραδιά με παρέα γκεϊσών, στην κλειστή λέσχη του τεϊοποτείου Ιτσιρικί.

Το να γνωρίσουν από κοντά την ατμόσφαιρα που αποπνέει η Γκιόν και άλλες hanamachi (συνοικία με γκέισες) ήταν πολύ σημαντικό για τη δουλειά τους. «Ο Dion Beebe, ο διευθυντής φωτογραφίας της ταινίας, ο Rob κι εγώ, αφηνόμασταν να χαθούμε μέσα στους δρόμους και βγάζαμε διαρκώς φωτογραφίες», λέει ο βραβευμένος με Όσκαρ σκηνογράφος John Myhre. «Όταν ήρθε η ώρα να κατασκευάσουμε τα κτίρια του σκηνικού, κοιτάξαμε τις φωτογραφίες μας και λέγαμε, αυτή εδώ η σκεπή θα δέσει καταπληκτικά μ’ αυτό το είδος παράθυρου, το οποίο ταιριάζει μια χαρά μ’ αυτό το είδος πόρτας».

Οι πιθανές τοποθεσίες γυρισμάτων εντοπίστηκαν, αλλά ο Marshall, ο Myhre, ο Beebe και η Patricia Whitcher (εκτέλεση παραγωγής) συνειδητοποίησαν ότι δεν μπορούσαν να γυρίσουν όλη την ταινία στην Ιαπωνία. «Όταν είδαμε αναλυτικά τον όγκο της δουλειάς που είχαμε να κάνουμε στους δρόμους», εξηγεί η Whitcher, «καταλάβαμε ότι ήταν αδύνατο να διαταράξουμε τις δραστηριότητες των κατοίκων για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, προκειμένου να αναπαραστήσουμε αυτό που χρειαζόμασταν πραγματικά ώστε να αφηγηθούμε την ιστορία μας».

Επιπλέον, οι hanamachi στην Ιαπωνία, είχαν αλλάξει πάρα πολύ από την εποχή κατά την οποία εκτυλίσσεται η ταινία. «Ακόμη και στις πανέμορφες παλιές πόλεις, δεν μπορούσαμε να βρούμε μία περιοχή για γύρισμα που να μην έχουν προστεθεί μοντέρνα στοιχεία», είπε ο Marshall. Όμως, όλη η ομάδα γύρισε στην πατρίδα, εμπνεόμενη από τις κοινές εμπειρίες και τις συλλογικές αναφορές, στις οποίες θα προσέτρεχαν συχνά τους επόμενους μήνες και αποφάσισαν να χτίσουν τη δική τους γειτονιά.

Ο σκηνογράφος John Myhre μαζί με τον Rob Marshall σχεδίασαν μία πλήρη κάτοψη του χωριού. Μετά φτιάχτηκε ένα πλήρες σχέδιο με όλες τις αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες για περίπου 40 κτίρια και κατασκευάστηκε μία ολοκληρωμένη μακέτα της hanamachi, σε μικρό μέγεθος, στο οποίο προστέθηκαν μέχρι και αυτοκίνητα μινιατούρες και αμαξάκια, ενώ έσκαψαν για να φτιάξουν την κοίτη ενός ελικοειδούς ποταμού. Η μακέτα χρησίμευσε ως σημείο αναφοράς για να λυθούν πολλά προβλήματα του σχεδιασμού παραγωγής. «Βάλαμε μια λαπαροσκοπική κάμερα, που μας επέτρεπε να κινηθούμε μέσα στο μοντέλο σαν να ήταν κανονικό σκηνικό, ώστε να μπορούμε να βλέπουμε σ’ ένα μόνιτορ την εικόνα που θα είχαμε όταν θα το κατασκευάζαμε στις πραγματικές του διαστάσεις», είπε ο Myhre. «Ο Rob και Dion έπαιζαν συνέχεια με την κάμερα, ενώ στο τέλος τη χρησιμοποίησαν για να οργανώσουν και μία περίπλοκη λήψη από γερανό».

Η περιοχή με τις γκέισες χτίστηκε στις φάρμες Ventura, μία τεράστια έκταση εκτροφής αλόγων, περίπου μία ώρα έξω από το Λος Άντζελες, με βουνά στο βάθος και θέα σε καταπράσινες κοιλάδες. Μέσα σε 14 εβδομάδες, ο βοσκότοπος μεταμορφώθηκε σε πέντε περίπλοκα οικοδομικά τετράγωνα από σκυρόστρωτους δρόμους και στενοσόκακα. Ο συντονιστής σκηνικών κατασκευών, John Hoskins, και η ομάδα του άρχισαν να στρώνουν μία επιφάνεια έκτασης 120 x 120 μέτρων, και μετά στο κέντρο έσκαψαν για να δημιουργήσουν ένα ποτάμι. Περίπου 75 μέτρα μακρύ, 7 μέτρα πλατύ και 2,5 μέτρα βαθύ, το ποτάμι διέθετε ένα ειδικό σύστημα ανακύκλωσης, για να δημιουργεί την εντύπωση του τρεχούμενου νερού.

Το να κάνουν τη hanamachi βολική για τα γυρίσματα ήταν επιτακτική ανάγκη. «Οριοθετήσαμε όλη την περιοχή πάνω στο έδαφος με πασσάλους και σκοινιά, ώστε να ξέρουμε πού βρίσκεται το κάθε τι, και να μπορούμε να περπατάμε άνετα ανάμεσα», είπε ο Myhre, «μετά προβάραμε τις διάφορες σκηνές ώστε να μπορέσουμε να χορογραφήσουμε τη δράση».

Το σκηνικό χτίστηκε με κέδρο, μπαμπού και έλατο. Το μαύρο μπαμπού και οι φέτες από φλοιό κέδρου, δεν υπάρχουν στις Ηνωμένες Πολιτείες, οπότε εισήχθησαν από την Ιαπωνία, μαζί με φράκτες από μπαμπού κι ανάμεσά του πλεγμένο ψεύτικο χόρτο. Ο σκηνογράφος Gretchen Rau, ένας έμπειρος συνεργάτης απ’ το «Ο τελευταίος Σαμουράι», έφερε τεράστιες ποσότητες από παραπετάσματα παραθύρων, καλαμιές και χαλάκια, τα οποία αγόρασε από το Κιότο, ειδικά για την ταινία. Για να εξυπηρετήσει τις αλλαγές των εποχών, όπως αυτές ορίζονταν από το σενάριο, ο Danny Ondrejko, που ήταν υπεύθυνος για τη δημιουργία των φυτών, έφτιαξε χειροποίητα τέσσερις κερασιές, μία για την κάθε εποχή του χρόνου. Άλλο ένα σημαντικό πρόβλημα, που αφορά τις εποχές του χρόνου, είναι αυτό που σχετίζεται με το φως. Αν και η τοποθεσία των γυρισμάτων είχε απίστευτες φυσικές ομορφιές, δεν πρόσφερε δυστυχώς το ομαλό, αμετάβλητο χειμωνιάτικο φως του Κιότο – κάτι που έθεσε ξανά σε δοκιμασία το κουράγιο της ομάδας παραγωγής.

Το να δημιουργήσεις την κατάλληλη φωτιστική ατμόσφαιρα με τη χρήση φίλτρου διάχυσης (silk) είναι μία συνηθισμένη και απλή τεχνική, αλλά το να καλύψεις ένα τεράστιο σκηνικό με το αντίστοιχης έκτασης δικτυωτό φίλτρο ώστε να διαχέει το φως – που να μπορούν να αφαιρείται όταν χρειάζεται και να μη δημιουργεί προβλήματα στην ηχοληψία – ήταν ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα. Ο επικεφαλής κατασκευών Scott Robinson και η ομάδα του, θα έπρεπε να καλύψουν μια έκταση σχεδόν 7 στρεμμάτων με τη μεγαλύτερη κατασκευή που χτίστηκε ποτέ πάνω από κινηματογραφικό σκηνικό. Το ίδιο το ύφασμα (6 στρέμματα) σαν λεπτό καραβόπανο, που χωριζόταν σε έξι μεγάλα τμήματα – και κινιόταν πάνω σε οριζόντιους δοκούς kevlar, στηρίχτηκε πάνω σε τέσσερις δοκούς. Τα τμήματα αυτά μπορούσαν να απαλύνουν το σκληρό φως της μέρας ή να εξαφανίζουν το σκοτάδι της νύχτας, κάτι που επέτρεψε στο συνεργείο να γυρίζει και τη νύχτα, κυριολεκτικά κάνοντας τη νύχτα μέρα. Για αντίβαρο στην κατασκευή χρησιμοποιήθηκαν δεξαμενές που περιείχαν ένα εκατομμύριο γαλόνια νερό και στερεώθηκαν μεταξύ τους με 10.000 μπουλόνια, ενώ οι δοκοί εκτείνονταν σαν γέφυρα, σε ύψος 75 μέτρων και ήταν αρκετά ψηλοί ώστε να προσαρμοστούν τα ψηλά φώτα, σε ύψος 18 μέτρων.

«Ξοδεύτηκε πολλή φαιά ουσία για τη λεπτομερή οργάνωση», είπε ο Beebe. «Ξέραμε ότι ο άνεμος μπορεί να μας δημιουργούσε προβλήματα με παρασιτικούς ήχους, αφού θα είχαμε αυτό το τεράστιο ύφασμα από πάνω μας να κινείται από τον άνεμο. Το στερεώσαμε πολύ γερά επειδή μια ομάδα από έμπειρους συνεργάτες είχε το κουράγιο να αναλάβει το εγχείρημα. Τελικά αυτό το τεράστιο φίλτρο συνέβαλε πολύ στην όλη ατμόσφαιρα της ταινίας».

Για αρκετά κτίρια του σκηνικού φτιάχτηκε μόνο η πρόσοψή, όμως για τα περισσότερα στήθηκε και ολοκληρωμένο το εσωτερικό τους. Ανάμεσα σ’ αυτά είναι το τεϊοποτείο Youkimoto, η κλινική του Δρ. Crab, τα δημόσια λουτρά και το διαμέρισμα της Mameha. Η διώροφη οκιγιά (σπίτι όπου διαμένουν γκέισες) σχεδιάστηκε να μοιάζει ότι είναι 150 χρόνων παλιά. Το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας της Sayuri εκτυλίσσεται στα δωμάτιά του, από την άφιξή της ως μικρή Chiyo, την πρώτη νύχτα της στη μεγάλη πόλη, μέχρι την εκρηκτική αναμέτρησή της Sayuri με την αντίπαλό της, τη Hatsumomo, πολλά χρόνια αργότερα.

Πολλοί από τους τοίχους σ’ αυτά τα δωμάτια φτιάχτηκαν από χάρτινες πόρτες (shoji) της Ιαπωνίας, εκείνης της εποχής. Τα περίτεχνα σκαλισμένα ξύλινα δικτυωτά (ranma) πάνω από τις shoji, ήταν επίσης γιαπωνέζικες αντίκες, όπως και το μεγαλύτερο μέρος της επίπλωσης στην οκιγιά. Η ομάδα του Myhre βρήκε επίσης και αναπαρήγαγε γιαπωνέζικες εφημερίδες της εποχής εκείνης, για να καλύψει τις τρύπες στους τοίχους της οκιγιά, στις σκηνές όπου το σπιτικό βρίσκεται σε οικονομική κρίση. Οι καρέκλες αποτελούν μια παραφωνία σε έναν κόσμο όπου οι πάντες κάθονται στο πάτωμα, έτσι ο Myhre κοίταξε τα σκηνικά του από αυτή την οπτική, καθορίζοντας το επίπεδο το ματιού στο ύψος του ενός μέτρου από το πάτωμα.

Ο Beebe χάρηκε που είχε την ευκαιρία να εξερευνήσει τις φωτιστικές αντιθέσεις ανάμεσα στον ηλεκτρισμό και τις λάμπες πετρελαίου. «Ο Rob λατρεύει την αισθητική του παλιού, του φθαρμένου. Θα ήθελε να φτιάξει έναν κόσμο βουτηγμένο στην ομίχλη του καπνού», είπε. «Δημιουργήσαμε πολλές φωτιστικές πηγές στην οκιγιά, από φλόγες φωτιάς μέχρι τις αντανακλάσεις από λάμπες πετρελαίου. Αυτές οι φωτιστικές πηγές που τρεμόπαιζαν όλη την ώρα, έδωσαν μια αίσθηση ζεστασιάς και πρόσθεσαν μυστήριο και βάθος».

Στη διάρκεια της ζωής της, μία γκέισα περνάει πολλές ώρες με μαθήματα, τελειοποιώντας τις τέχνες που της χάρισαν τη θέση ενός συμβόλου στη γιαπωνέζικη κουλτούρα. Στην εποχή της Sayuri, η εκπαίδευση στο χορό και η άρτια εκμάθηση του τρίχορδου μουσικού οργάνου σαμισέν ξεκινούσε πολύ πριν ένα νεαρό κορίτσι γίνει μαθητευόμενη γκέισα. Έτσι μέχρι την εποχή που μία κοπέλα γινόταν πλήρως εκπαιδευμένη γκέισα, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της γνωρίσματα – ο τρόπος με τον οποίο κάθεται ανάλαφρα στο πάτωμα, σηκώνεται από το τραπέζι, κινείται με ευχέρεια διασχίζοντας ένα δωμάτιο και σερβίρει σακέ – γίνονταν μία δεύτερη φύση γι’ αυτήν.

Για να βοηθήσει τις ηθοποιούς του με αυτές τις τόσο ζωτικής σημασίας ικανότητες, ο Marshall τις έφερε στο Κέντρο Εκπαίδευσης Γκέισας, στο Λος Άντζελες, έξι εβδομάδες πριν το γύρισμα, για μια εντατική περίοδο προβών και μαθημάτων, με μια ομάδα ειδικών, που καθοδήγησαν τις ηθοποιούς μέσα στον κόσμο μιας αληθινής γκέισας. «Ήταν κάτι πολύ καινούργιο για μένα», είπε η Gong Li, «κάναμε πρόβες στην πιο μικρή σκηνή, στην κάθε λέξη».

Οι ηθοποιοί έκαναν πρόβες φορώντας τα κιμονό για να συνηθίσουν το βάρος, την αίσθηση και την κίνηση αυτών των περίτεχνων ενδυμάτων. Τα μαθήματα χορού τις βοήθησαν να τελειοποιηθούν στη γλώσσα του σώματος που αναπτύσσει μία γκέισα. «Δεν μπορείς να κινείσαι λες και φοράς τζιν», σχολιάζει η Youki Kudoh, η οποία ερμηνεύει την Κολοκύθα. «Είσαι πολύ περιορισμένη στο ρόλο και τα ρούχα μιας γκέισας, οπότε πρέπει να ξαναχτίσεις τον εαυτό σου. Μαθαίνεις να είσαι κομψή».

Η τεχνική σύμβουλος Lisa Dalby, η οποία υπήρξε και σύμβουλος του Arthur Golden για το μυθιστόρημά του, μύησε τις ηθοποιούς στις πιο λεπτές αποχρώσεις της συμπεριφοράς μιας γκέισας. Συγγραφέας και ανθρωπολόγος, η Dalby είναι η μόνη γυναίκα από τη Δύση, η οποία έζησε και εργάστηκε ως γκέισα στην Ιαπωνία. «Κάποια πράγματα που ήταν πολύ δύσκολα τότε για μένα να τα μάθω, όπως το να περπατώ φορώντας κιμονό, είναι πράγματα που μπορούσα άνετα πια να τα εξηγήσω αναλυτικά στις ηθοποιούς», λέει η ίδια. Επίσης τις καθοδήγησε για να παίζουν με αληθοφάνεια το σαμισέν. «Εντυπωσιάστηκα από την ικανότητά τους να δείχνουν ότι παίζουν αληθινά το τρίχορδο όργανο», είπε η Lisa Dalby, που η ίδια είναι μία έμπειρη παίκτρια. «Η Michelle Yeoh έμαθε να παίζει πραγματικά –έχει καταπληκτικό μουσικό αυτί». Η Michelle Yeoh είχε ως κίνητρο τη δασκάλα της, «Από τη στιγμή που η Mameha είναι το πρότυπο της γκέισας», είπε, «ήξερα ότι θα πρέπει να είμαι πειστική στην οθόνη. Έτσι πέρασα πολλές ώρες παρακολουθώντας τη Lisa, η οποία παραμένει ακόμη και σήμερα μία αληθινή γκέισα».

Το να ντυθεί μία γκέισα σωστά με το επίσημο κιμονό, είναι μέρος της επιτυχίας της δουλειάς της. Ο ηθοποιός Thomas Ikeda, ο οποίος παίζει τον αμπιγιέρ κύριο Bekku, συνεργάστηκε με τη σύμβουλο για κιμονό, Yuko Tokunaga, και ένα μοντέλο για να μάθει να απλώνει, να διπλώνει, να σταυρώνει, να κουμπώνει καθώς και άλλα τεχνικά σημεία του τελετουργικού. Ο Marshall ήθελε ο Ikeda να γίνει ειδήμονας σε κάθε βήμα του τελετουργικού, έστω κι αν επρόκειτο να γυριστούν μόνο ορισμένα σημεία του ντυσίματος. «Ο Rob μού είπε ότι ο χαρακτήρας που έπαιζα ήταν πιθανόν ο γιος μιας γκέισας», εκμυστηρεύτηκε ο Ikeda.

Το ταξίδι της ζωής της Sayuri συχνά μοιάζει σαν την πορεία ενός ποταμού και η αγάπη της για το νερό έγινε ένα σταθερό μοτίβο μέσα στην ταινία. «Υπάρχουν σχέδια του νερού σχεδόν σε όλα τα κιμονό της», είπε η βραβευμένη με Όσκαρ ενδυματολόγος Colleen Atwood. «Το καλύτερο απ’ όλα το φοράει στο τέλος, ένα διαφανές μπλε-γκρι με το σχέδιο ενός καταρράκτη ο οποίος πέφτει ξεκινώντας από το obi (φαρδιά διακοσμητική ζώνη του κιμονό) μέχρι τον ποδόγυρο».

Ο Marshall επέλεξε να πει την ιστορία της Sayuri σαν να βλέπουμε μέσα από το φίλτρο της μνήμης της τις από καιρό βαθιά κρυμμένες στιγμές ενός κόσμου που χάνεται, και ήθελε να δώσει στους κεντρικούς χαρακτήρες την εξωτερική εμφάνιση των ηρώων ενός μύθου. «Μας αποκαλύπτει τις νεανικές της αναμνήσεις, τα πιο συνταρακτικά επεισόδια της ζωής της», είπε. «Θέλαμε οι κεντρικοί χαρακτήρες να δείχνουν εμφανισιακά με τον τρόπο που τους είδε και η Sayuri – πιο σημαντικούς απ’ ό,τι πραγματικά είναι».

Η Hatsumomo, την οποία ερμηνεύει η Gong Li, φοράει πιο έντονα χρώματα και σχέδια απ’ ό,τι θα φορούσε μια αληθινή γκέισα. Αψηφά ακόμη και το επιτρεπόμενο μήκος των μανικιών του κιμονό. «Η Hatsumomo είναι μια μοδάτη ηρωίδα», είπε η Atwood, «πράγμα που για μένα σημαίνει ότι είναι ένα πρόσωπο που δε φορά αυτά που είναι στη μόδα, αλλά ότι η ίδια δημιουργεί τη μόδα. Φοράει τα κιμονό πάνω της με μια μεγάλη δόση πόζας».

«Η δεκαετία του 1930 είναι η χρυσή εποχή της γκέισας, οπότε οι κεντρικοί χαρακτήρες διαθέτουν ένα μεγάλο αριθμό από κιμονό», συνεχίζει η Atwood. «Είναι ένα σχετικά απλό ρούχο – οκτώ γιάρδες μονοκόμματο ύφασμα – αλλά αυτό που του δίνει όλη την ομορφιά είναι η τεχνική με την οποία το φορά κανείς. Ένα εξαιρετικό κιμονό θα πρέπει να είναι ζωγραφισμένο στο χέρι και να έχει περάσει από shibori, μια συγκεκριμένη τεχνική βαφής, να διαθέτει χειροποίητο κέντημα, και να ολοκληρώνεται με το obi, μια φαρδιά ζώνη που είναι πλεγμένη επίσης στο χέρι. Στην Ιαπωνία, χρειάζεται περίπου ένας χρόνος για να φτιάξεις ένα κιμονό».

Εκτός απ’ το να σχεδιάσει θεσπέσια κιμονό για τις πρωταγωνίστριες, η Atwood εφοδίασε με ρούχα εκατοντάδες άλλους χαρακτήρες, ανάμεσά σε αυτούς, τους χωρικούς σε ένα ψαράδικο χωριό, τους κατοίκους μίας hanamachi που ζει στη χρυσή εποχή της ευημερίας της, τους καλεσμένους στα αριστοκρατικά πάρτι με ρούχα δυτικού τύπου, Γιαπωνέζους στρατιώτες και απελπισμένους πρόσφυγες πολέμου, καθώς και τον πληθυσμό των hanamachi μετά τον πόλεμο. «Μας φαινόταν ότι σχεδόν κάθε μέρα γυρίζαμε μία σκηνή η οποία ήταν τελείως διαφορετική από αυτήν που είχαμε γυρίσει την προηγούμενη μέρα», είπε.

Οι αυθαιρεσίες που έγιναν στο σχεδιασμό των ρούχων των πρωταγωνιστριών, δεν εφαρμόστηκαν και στους εκατοντάδες μικρότερους χαρακτήρες και στους κομπάρσους. «Ήταν πολύ σημαντικό για μας να ξέρουμε τι υπήρχε πραγματικά στο χρόνο και τον τόπο που εξετάζαμε», τονίζει η Atwood. «Έψαξα στα αρχεία του Ινστιτούτου Μόδας στο Τόκιο και είδα πολλές εφημερίδες από εκείνη την εποχή, ένα σωρό εικόνες που με βοήθησαν πάρα πολύ».

Τα κιμονό για τους κομπάρσους νοικιάστηκαν από τη συλλογή Γιούγια στο Τόκιο, που ειδικεύεται στα γιαπωνέζικα ρούχα των εποχών Taisho (1912-1926) και Showa (1926-1990). Άλλα αγοράστηκαν από την Αγγλία, τη Δανία, τη Νέα Υόρκη, το Λος Άντζελες. «Μέχρι που αγόρασα όμορφα, παλιά κιμονό από ένα Ρώσο συλλέκτη στο eBay», είπε η Atwood.

Η εμπειρία μιας ομάδας υφαντουργών που δούλεψε επί τόπου, με επικεφαλής τον Matt Reitsma, επέτρεψε στην Atwood να κατασκευάσει και να διακοσμήσει τα καινούργια υφάσματα με σχέδια που είχε δει πάνω σε αυθεντικά. Η ίδια ομάδα έβαψε, έκανε τα σταμπωτά σχέδια, ζωγράφισε και κέντησε με το χέρι το μπλε-γκρι κιμονό της Sayuri με τον καταρράκτη. Ανάμεσα στα υφάσματα που έφτιαξαν ήταν και οι ρόμπες που φόρεσαν οι ηθοποιοί στις ιαματικές πηγές.

Οι άντρες πρωταγωνιστές της ταινίας φόρεσαν κοστούμια δυτικής τεχνοτροπίας και ειδικής κατασκευής, από το αντρικό τμήμα της Atwood – σε μία μεγάλη γκάμα ρούχων από στρατιωτικές στολές για το Στρατηγό και τους βοηθούς του μέχρι φούστες από χορτάρι για τους χωρικούς ψαράδες. Η Deborah Ambrosino, που ειδικεύεται στην κατασκευή ενδυματολογικών αξεσουάρ, έφτιαξε τα εντυπωσιακά, ύψους 20 εκατοστών, μαύρα λακαριστά σανδάλια για το χορό της Sayuri.

Οι σημερινές γκέισες εκπροσωπούν την παραδοσιακή, παρά τη μοντέρνα Ιαπωνία, αλλά υπήρχε μία εποχή που αυτές λανσάριζαν τη μόδα στη χώρα τους, και στοιχεία του τόσο ξεχωριστού στιλ τους εμφανίζονται στη μόδα της Δύσης. «Ήταν ένα πολύ ξεχωριστό και όμορφο στιλ ντυσίματος», είπε η Atwood. «Προβλέπω ότι το χαμηλό ντεκολτέ στον αυχένα θα επανέλθει στη μόδα μετά απ’ αυτή την ταινία».

Το χλωμό πρόσωπο της γκέισας, τα κατάμαυρα μαλλιά και τα κατακόκκινα χείλη της υπήρξαν το σήμα κατατεθέν της για αιώνες, και περνούσαν μέσα στην okiya από τη μια γενιά γκεϊσών στην επόμενη. Η γεννημένη στην Ιαπωνία, υπεύθυνη για το μακιγιάζ, Noriko Watanabe, ακολούθησε πιστά τις αρχές του παραδοσιακού μακιγιάζ της γκέισας για τις πρωταγωνίστριες της ταινίας, αλλά επίσης απάλυνε κάποια έντονα στοιχεία της εμφάνισης ενώ τόνισε κάποια άλλα για να αναδείξει την ομορφιά των γκεϊσών. «Για να γίνεις γκέισα, έπρεπε να σε επιλέξουν», τονίζει. «Για να σε επιλέξουν, έπρεπε να είσαι τόσο όμορφη και έξυπνη, που τελικά μια γκέισα έμοιαζε απρόσιτη».

Η Noriko Watanabe προέβλεψε τις δυσκολίες που θα είχε το λευκό μακιγιάζ μιας γκέισας στο γύρισμα. «Η υφή και η πυκνότητά του είναι διαφορετική από το βάψιμο που συνήθως χρησιμοποιούμε σε μια κανονική ταινία», είπε. «Στεγνώνει αμέσως κι αν δε δουλέψεις γρήγορα σπάει, κάνει γραμμές». Η Noriko δημιούργησε μια νέα γενιά από ειδικούς στο μακιγιάζ της γκέισας, στήνοντας εργαστήρια στο Λος Άντζελες πολύ πριν το ξεκίνημα των γυρισμάτων. «Σε ειδικά μαθήματα έξι εβδομάδων, εκπαιδεύσαμε πάνω από 100 ανθρώπους, ανάμεσά τους και περίπου, 65 υψηλού επιπέδου τεχνίτες».

Η λευκή βάση του μακιγιάζ, την οποία φορά μόνον η επαγγελματίας γκέισα και μόνο στις επίσημες περιστάσεις, και οι μαθητευόμενες (maiko) όποτε εμφανίζονταν δημοσίως, απλώνεται στο πρόσωπο, το λαιμό, τον αυχένα και τα χέρια. Η σαγήνη που ασκεί στους πελάτες το πίσω μέρος του λαιμού τονίζεται αφήνοντας άβαφα δύο μικρά τρίγωνα (σανμπόν-ασί), σε σχήμα V, ή τρία, σε πολύ ξεχωριστές περιστάσεις.

Η υπεύθυνη κομμώσεων Lyndell Quiyou εκσυγχρόνισε διακριτικά τα χτενίσματα των επαγγελματιών και μαθητευόμενων γκεϊσών για τις ανάγκες της ταινίας. Αφού συμβουλεύτηκε ιστορικά βιβλία, γκραβούρες και έργα ζωγραφικής, πέρασε όλη την περίοδο της προετοιμασίας της ταινίας δημιουργώντας, με τη βοήθεια των συνεργατών της, χτενίσματα για ένα μεγάλο αριθμό πρωταγωνιστριών, χορευτριών και κομπάρσων. «Ο Rob είπε, σκέψου μία γκέισα σαν να ’χει καταφύγει στο Παρίσι, κι αυτό ακριβώς ήταν που κάναμε», είπε. «Φτιάξαμε τα σχήματα και τις σιλουέτες πιο μοντέρνες και γεωμετρικές».

Τελικά, για τις πρωταγωνίστριες προβλέφθηκε μικρό χτένισμα, εκτός από τη Hatsumomo. «Έκανα τη δική της περούκα πραγματικά πολύ μεγάλη», είπε η Lyndell Quiyou. «Όσο πιο ψηλά ανέβαινε, τόσο πιο όμορφη φαινόταν, και ήταν και πιο κοντά στο παραδοσιακό στιλ. Τα χτενίσματα των κομπάρσων επίσης είχαν ένα πιο παραδοσιακό ύφος». Το να βρεθεί το κατάλληλο στιλ για το μοναχικό χορό της Sayuri ήταν μεγάλη πρόκληση. «Έφτιαχνα μεγάλα χτενίσματα με εντυπωσιακά στολίδια, μέχρι που είδα τι χορό έπρεπε να κάνει η Sayuri», θυμάται η Quiyou. «Πήρα μια μακριά περούκα, της έκανα μια χωρίστρα στη μέση, της έφτιαξα μια αλογοουρά και την έβαψα κόκκινη. Μετά πρόσθεσα μακριές τούφες, για να την κάνω να μοιάζει περισσότερο στο στιλ του θεάτρου Kabuki, και την άφησα να κρέμεται από το πρόσωπό της σαν κουρτίνα – ήταν κάτι απλό αλλά και όμορφο».

Στην ταινία, η καρδιά και η ψυχή που βάζει η Sayuri στο χορό της, την καθιερώνει ως ένα από τα πιο λαμπερά φώτα στη hanamachi. Αν και μία μαθητευόμενη γκέισα, στην πραγματικότητα ποτέ, ή τέλος πάντων σε πολύ εξαιρετική περίπτωση, θα τολμούσε να χορέψει μόνη, πόσο μάλλον βάζοντας τέτοιο πάθος, ο Marshall επέλεξε, για το δραματικό σόλο της Sayuri, μία χορογραφία εμπνευσμένη από το θέατρο Kabuki.
Η σημασία που έχει ο χορός στον κόσμο των γκεϊσών είναι κάτι που έλαβαν σοβαρά υπόψη τόσο ο Marshall όσο και ο χορογράφος John DeLuca. «Ήθελα μ’ αυτό το χορό να μεταφέρω στους θεατές το πάθος και τον αναβρασμό που κυριαρχεί στην καρδιά της Sayuri. Ήταν πολύ συναρπαστικό για μας να αναμείξουμε τις πανέμορφες παραδόσεις του γιαπωνέζικου χορού με το προσωπικό καλλιτεχνικό μας όραμα, στην αφήγηση της ιστορίας της Sayuri».
Ο John DeLuca, ο υπεύθυνος χορογραφιών στην ταινία Chicago που σκηνοθέτησε ο Marshall, ήταν επικεφαλής και της χορευτικής ομάδας στο «Αναμνήσεις μιας γκέισας». Η Denise Faye, επίσης συνεργάτης στο Chicago, υπήρξε η βοηθός χορογράφος του DeLuca, ενώ η Miyako Tachibana, μία δασκάλα στη σχολή Fujima Kansuma στο Λος Άντζελες ήταν η σύμβουλος χορογραφιών από την πλευρά της Ιαπωνίας. Η συνεργασία απέφερε ένα μοναδικό χορευτικό υβρίδιο, πολύ μοντέρνο και πρωτοποριακό.
«Ο γιαπωνέζικος χορός είναι πολύ ελεγχόμενος και βασίζεται σε διακριτικές, εκλεπτυσμένες φιγούρες», είπε η Tachibana. «Ο Rob και ο John και η Denise απορρόφησαν σαν σφουγγάρια τα βασικά στοιχεία, και μετά πρόσθεσαν τη δική τους κινηματογραφική εμπειρία. Ήταν αληθινή μαγεία».
Η εικόνα από τα, ύψους 20 εκατοστών, μαύρα λακαριστά σανδάλια, τα οποία οι εταίρες φορούσαν για να ηγούνται των παρελάσεων στα αρχαία φεστιβάλ, ήταν ένα βασικό στοιχείο για τον DeLuca στο να δημιουργήσει το δραματικό σόλο της Sayuri. Στην ιστορία του χορευτικού, μια θλιμμένη εταίρα που την έχει εγκαταλείψει ο εραστής της, αποφασίζει να αυτοκτονήσει – ένα θέμα οικείο στο γιαπωνέζικο χορό. «Στο πρώτο κομμάτι του χορού που δίδαξα στη Ziyi, έπρεπε να φοράει τα ψηλά σανδάλια, κι αυτή αμέσως συμφώνησε», θυμάται ο DeLuca. «Δε φοβήθηκε, δε δίστασε ούτε στιγμή».
Ο χειμωνιάτικος αυτός χορός λαμβάνει χώρα σ’ ένα στενό διάδρομο (hanamichi και όχι hanamachi), που το έκανε να θυμίζει περισσότερο το στιλ Kabuki. «Αυτό ήταν ιδέα του Rob», είπε ο DeLuca. «Ο στενός χώρος το έκανε να μοιάζει ακόμη πιο δύσκολο με τα φώτα και το χιόνι να πέφτει από πάνω».
Η Zhang συμφωνεί. «Σίγουρα ήταν μία πρόκληση, και στο τέλος είχα καταπιεί τεράστιες ποσότητες από ψεύτικο χιόνι. Όταν είδα για πρώτη φορά τα παπούτσια με το τακούνι των 20 πόντων, νόμισα ότι ήταν κάποια αντικείμενα για το γύρισμα. Τότε ο John μού είπε ότι θα έπρεπε να χορέψω φορώντας τα! Ο χορός επιβάλει και μια μεγάλη ποσότητα υποκριτικής. Είναι κάτι σαν θέατρο μέσα στο θέατρο. Η μουσική ήταν μελαγχολική και πολύ ταιριαστή με τη διάθεση της γυναίκας που την παράτησε ο εραστής της».
Η αφοσίωση που έδειξε η Zhang της χάρισε την εκτίμηση και την αγάπη του Marshall. «Αναρωτιέμαι αν υπάρχει κάτι που δεν μπορεί να το κάνει η Ziyi», λέει χαριτολογώντας. Η Miyako Tachibana ένιωσε παρόμοια. «Το να κινείσαι με χάρη μ’ αυτά τα παπούτσια, να δείχνεις ότι νιώθεις άνετα, το κιμονό να ανεμίζει γύρω σου και να κρατάς μία ομπρέλα είναι πολλά πράγματα για να τα σκέφτεσαι ταυτόχρονα. Κι όμως τα χειρίστηκε όλα υπέροχα».

Ο DeLuca θέλησε να κάνει μια αναφορά στις βεντάλιες, στον ανοιξιάτικο χορό των μαθητευόμενων γκεϊσών που προηγείται από το σόλο της Sayuri. «Αποφάσισα να αναμείξω μεγάλες βεντάλιες με τις πιο μικρές παραδοσιακές, και να κάνω τις μεγάλες να είναι διάφανες. Ήταν άλλος ένας τρόπος να δηλώσουμε ότι αφηγούμαστε την ιστορία της Sayuri σαν μύθο, κι όχι ότι αντιγράφουμε αυστηρά την κουλτούρα του κόσμο των γκεϊσών κατά την περίοδο της δεκαετίας του ’30».
Το να γράψεις τη μουσική που θα συνοδέψει το δραματικό ταξίδι της Sayuri ήταν μια πολύ δύσκολη ευθύνη, που απαιτούσε να βρεθεί ένας συνθέτης που να μπορεί να αποδώσει τη συναισθηματική ένταση της ιστορίας, το εξωτικό και το επικό ύφος. Ο Marshall άκουσε με μεγάλη χαρά ότι ο John Williams, βραβευμένος πέντε φορές με Όσκαρ μουσικής, συμφώνησε να αναλάβει αυτό το εγχείρημα.

«Νιώθω μεγάλη τιμή που είχα την ευκαιρία να συνθέσω τη μουσική για την ταινία του Rob Marshall, «Αναμνήσεις Μιας Γκέισας». «Για χρόνια θαύμαζα το υπέροχο βιβλίο του Arthur Golden, και το να συνεργαστώ με τους φίλους Yo-Yo Ma και Itzhak Perlman σ’ αυτήν την τόσο ξεχωριστή ταινία, ήταν ένα όνειρο που επιτέλους έγινε πραγματικότητα».
Στις συνθέσεις του ο John Williams χρησιμοποίησε τόσο τον ανατολικό όσο και το δυτικό τρόπος ενορχήστρωσης, ενώ ειδικοί του samisen, του koto, του shakuhachi, του τυμπάνου taiko και άλλων παραδοσιακών γιαπωνέζικων οργάνων ήταν ανάμεσα στους μουσικούς του στην ηχογράφηση της μουσικής του «Αναμνήσεις Μιας Γκέισας». Για αρκετές μέρες, στο UCLA`s Royce Hall, η ορχήστρα περιλάμβανε στα μέλη της τον Itzhak Perlman, τον φημισμένο βιολονίστα, και τη διάσημη τσελίστρια Yo-Yo Ma – δύο μουσικούς οι οποίοι δημιούργησαν πολλές αξέχαστες στιγμές στα μουσικά μονοπάτια της ταινίας. Στο «Αναμνήσεις Μιας Γκέισας», το βιολί του Perlman δίνει ζωή στο κομμάτι «Το Βαλς του Προέδρου», ενώ το τσέλο της Ma συνοδεύει γλυκά το «Θέμα της Sayuri».

Η ταινία προβλήθηκε στους κινηματογράφους τον Δεκέμβριο του 2005 , ενώ στην Ελλάδα τον Ιανουάριο του 2006. Έχει αποσπάσει 3 βραβεία Όσκαρ το 2006 (Καλύτερων Κοστουμιών, Καλύτερης Φωτογραφίας και Καλύτερης Σκηνογραφικής Διεύθυνσης) και μια Χρυσή Σφαίρα ( Καλύτερης Μουσικής).

Πηγές:

http://www.cine.gr/film.asp?id=706720&page=2

“Μια κρυφή ζωή”, το αριστούργημα του Τέρενς Μάλικ

Ο Τέρενς Μάλικ επιστρέφει ξανά στα χαρακώματα του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, δυο δεκαετίες μετά την αριστουργηματική «Λεπτή Κόκκινη Γραμμή», για να αφηγηθεί την πραγματική ιστορία του Αυστριακού Φραντς Γιεγκερστέτερ, ενός αντιρρησία συνείδησης που αρνήθηκε να καταταχθεί στον στρατό κατά τη διάρκεια του πολέμου και θανατώθηκε στα 36 του γι’ αυτή την απόφαση.

Με χαρακτηριστική αφηγηματική δεινότητα, που ανακαλύπτει την ομορφιά ακόμα και στις πιο σκοτεινές σελίδες της ιστορίας, το «Μία Κρυφή Ζωή» του Τέρενς Μάλικ έκανε πρεμιέρα στο Επίσημο Διαγωνιστικό τμήμα του 72ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών αποσπώντας διθυραμβικές κριτικές.

Σύνοψη

Ο Φραντς Γιεγκερστέτερ (Όγκαστ Ντιλ), ένας Αυστριακός αντιρρησίας συνείδησης, αρνείται να αγωνιστεί για τους Ναζί κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και εκτελείται από αυτούς το 1943. Μπαίνοντας στο σπίτι του Γιεγκερστέτερ στην ύπαιθρο της Αυστρίας, η ταινία ακολουθεί τον αγωνιστικό βίο του Φραντς και της συζύγου του, Φάνι (Βάλερι Πάχνερ). Με αφετηρία τα πραγματικά γράμματα που αντάλλασσαν κατά τον πόλεμο, η ταινία απεικονίζει πώς το ζευγάρι ήρθε σε σύγκρουση με τα μέλη της κλειστής κοινωνίας τους, την εκκλησία, την κυβέρνηση, ακόμη και τους φίλους τους — και πώς όλα αυτά τους οδήγησαν σε μια τραγική επιλογή. Η επιστροφή του πολυβραβευμένου σκηνοθέτη Τέρενς Μάλικ σε μία απίστευτης ομορφιάς δραματική ταινία και με τον Μπρούνο Γκαντς σε μία από τις τελευταίες του εμφανίσεις στην μεγάλη οθόνη.

Η αληθινή ιστορία

Η ταινία «Μία Κρυφή Ζωή» είναι η 10η μεγάλου μήκους ταινία του σκηνοθέτη Τέρενς Μάλικ («Λεπτή Κόκκινη Γραμμή», «Άγνωστος Κόσμος», «Το Δέντρο της Ζωής», «Μέχρι το Θαύμα»). Η ταινία βασίζεται στη ζωή του Φραντς Γιεγκερστέτερ, ενός Αυστριακού αγρότη που αρνήθηκε να ορκιστεί πίστη και αφοσίωση στον Χίτλερ. Τον Αύγουστο του 1943, εκτελέστηκε για αυτή του την αντίσταση σε ένα γκαράζ στις φυλακές του Βρανδεμβούργου στο Βερολίνο. Η ταινία εστιάζει στην ανταλλαγή γραμμάτων με τη γυναίκα του Φραντσίσκα (ή Φάνι). Η ιστορία δεν ήταν πολύ γνωστή εκτός της περιοχής της Αγ. Ραδεγούνδης, και ίσως δεν θα μαθαίνονταν ποτέ, αν δεν έκανε έρευνα ο Αμερικανός Γκόρντον Ζαν στη δεκαετία του ’70 ανακαλύπτοντας το χωριό.

Η οικογένεια των Γιεγκερστέτερ ζούσε στην Αγ. Ραδεγούνδη, ένα μικρό χωριό των 500 κατοίκων στη βόρεια Αυστρία, κοντά στο Σάλτσμπουργκ και τα γερμανικά σύνορα – στην ίδια επαρχία που γεννήθηκε ο Χίτλερ και πέρασε τα πρώτα χρόνια της νιότης του.  Τα γυρίσματα ξεκίνησαν στη βορειότερη επαρχία της Ιταλίας, το Μπολζάνο. Ακολούθησε η Αυστρία και γύρισμα στην Αγ. Ραδεγούνδη. Οι σκηνές της φυλακής πραγματοποιήθηκαν στη Γερμανία τις τελευταίες μέρες της παραγωγής.

Ο υπεύθυνος καλλιτεχνικής διεύθυνσης Στιβ Σάμερσγκιλ («Άδωξοι Μπάσταρδη», «Ξενοδοχείο Grand Budapest») ισχυρίζεται ότι οι τοποθεσίες επιλέχθηκαν με απόλυτη προσοχή και λεπτομέρεια για το περιεχόμενο, την αυθεντικότητα και την αισθητική τους. «Το πιο σημαντικό απ’ όλα είναι ότι μάθαμε πως τα επίπεδα του φυσικού φωτός ήταν καθοριστικά στο αν μια τοποθεσία μπορεί ή όχι να λειτουργήσει σωστά για την ταινία», λέει ο ίδιος. Σκηνές της ταινίας γυρίστηκαν σε εκκλησίες και καθεδρικούς ναούς, σε φάρμες, σε περιβόλια γεμάτα από φρούτα, σε βουνά και σε αγροτικά μονοπάτια. «Το φυσικό περιβάλλον αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του έργου και αυτές οι τοποθεσίες όντως στάθηκαν ως θεμέλια για εμάς», προσθέτει ο Σάμερσγκιλ. 

Ο υπεύθυνος σχεδιασμού παραγωγής Σεμπάστιαν Κράβινκελ («Ο Νο1 Καταζητούμενος», «V For Vendetta») πραγματοποίησε έρευνα γύρω από τον Φραντς Γιεγκερστέτερ και τα σημαντικά μέρη στη ζωή του ανατρέχοντας σε προσωπικά γράμματα και αρχειακό υλικό. «Πήγαμε να ψάξουμε και να δούμε μερικές τοποθεσίες μαζί με τον Τέρενς για ένα χρόνο νωρίτερα ώστε να ξέρουμε πως δείχνουν σε κάθε εποχή. Για σχεδόν ένα χρόνο είχα συζητήσεις μαζί του για να μου πει ποια sets χρειάζεται και ποιες τοποθεσίες προτιμά», λέει ο Κράβινκελ. 

Η ομάδα της παραγωγής ήταν έτοιμη από την άνοιξη και το καλοκαίρι ξεκίνησαν τα γυρίσματα. Τη διεύθυνση φωτογραφίας ανέλαβε ο στενός συνεργάτης του Μάλικ, ο Γιοργκ Βίντμερ («Η Ένατη Πύλη», «Η Δασκάλα του Πιάνου»). 

Ιδιαίτερη προσοχή δόθηκε στο ιστορικό πλαίσιο των γεγονότων της ταινίας. Η παραγωγή απέφυγε να κινηματογραφήσει μοντέρνα κτήρια και διάφορα σημάδια σύγχρονου πολιτισμού ώστε να μείνει πιστή στην απεικόνιση της εποχής. «Ήμασταν πολύ τυχεροί που μπορέσαμε να έχουμε πλάνα από το εσωτερικό ενός μύλου, από το μαγαζί ενός σιδηρουργού, από μερικές πραγματικές φυλακές και από ένα ιστορικό δικαστήριο», λέει ο Κράβινκελ. Για εσωτερικά και εξωτερικά πλάνα, η παραγωγή επισκέφτηκε τις φυλακές Hoheneck και Tegel. Ακόμα, μερικές σκηνές έγιναν σε μια φάρμα ενός φίλου και γείτονα του Γιεγκερστέτερ.   Στο σαλόνι στο σπίτι των Γιεγκερστέτερ το ρολόι τοίχου είναι αυτό που άκουγε η Φάνι τη στιγμή της εκτέλεσης του Φραντς, το απόγευμα της 9ης Αυγούστου 1943. 

Σήμερα, τα χωράφια στη γύρω περιοχή της Αγ. Ραδεγούνδης είναι γεμάτα από καλαμπόκι και πια υπάρχουν αρκετά σύγχρονα σπίτια. Αποτέλεσμα αυτού, η παραγωγή χρειάστηκε να ανέβει ψηλότερα στο βουνό.

Οι πρωταγωνιστές

Ο πρωταγωνιστής Όγκαστ Ντιλ («Όταν ο Μαρξ συνάντησε τον Έγκελς», «Salt») λέει για την εμπειρία του από την ταινία: «Θυμάμαι την πρώτη φορά που διάβασα το σενάριο πως είχα συζητήσει πολύ με τον Τέρενς. Είχε περιέργεια να μάθει για μένα. Μετά, πιάσαμε κουβέντα για τη ζωή και πώς βλέπουμε τα πράγματα. Μεγάλωσα σε μια φάρμα στη Γαλλία όπου δεν είχαμε ηλεκτρικό ρεύμα. Ο Τέρενς ήθελε να μάθει την εμπειρία μου από αυτό». Ο Ντιλ προσθέτει, επίσης, πως αντιμετώπισε τα γράμματα μεταξύ του Φραντς και της Φάνι σαν ένα ακόμα σενάριο πέρα από αυτό της ταινίας. 

Η πρωταγωνίστρια Βάλερι Πάχνερ («Στέφαν Τσβάιχ: Αποχαιρετισμός στην Ευρώπη», «All my Loving») μίλησε για πρώτη φορά με τον σκηνοθέτη στο τηλέφωνο. «Όταν με κάλεσε την πρώτη φορά, δεν ήταν καθόλου μια μικρή συζήτηση. Άρχισε να μου μιλάει για τον κόσμο και τη ζωή και τότε αμέσως συνειδητοποίησα ότι θέλω να δουλέψω μαζί του». Η Πάχνερ έχει μεγαλώσει στην Αυστρία και, έτσι, νιώθει μια οικειότητα με την ιστορία. Επιπλέον, ο Μάλικ της έδωσε ένα βιβλίο για τις γυναίκες στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο που δούλευαν στις φάρμες τη στιγμή που οι άντρες τους πολεμούσαν στο μέτωπο.

Ο Ντιλ χαρακτηρίζει ως «ιδιαίτερη» τη συνεργασία του με την Πάχνερ. «Ήμασταν πολύ αφοσιωμένοι στου ρόλους μας διότι η ιστορία αυτή έχει να κάνει σε μεγάλο βαθμό με την εμπιστοσύνη», λέει ο Ντιλ. «Πρέπει να εμπιστεύεσαι κάποιον πολύ για να καταφέρνεις να κάνεις αυτή την ταινία, απαιτεί να πάρεις ρίσκα. Πιστεύω πως και από την αρχή η Βάλερι ήταν πρόθυμη να πάρει ρίσκα και να κάνει ό,τι εγώ». Η Πάχνερ από τη μεριά της βλέπει αυτή τη συνεργασία ως μια «πολύ δυνατή εμπειρία». Η ίδια λέει: «Τις πρώτες πέντε ή έξι εβδομάδες ήμασταν διαρκώς μαζί και δουλεύαμε ασταμάτητα». 

Η πορεία προς το μέτωπο, Οδυσσέας Ελύτης

«Ξη­με­ρώ­νο­ντας τ’ Αγιαν­νιού με την αύριο των Φώτων, λά­βα­με τη δια­τα­γή να κι­νή­σου­με πάλι μπρο­στά, για τα μέρη όπου δεν έχει κα­θη­με­ρι­νές και σκό­λες. Έπρε­πε, λέει , να πιά­σου­με τις γραμ­μές που κρα­τού­σα­νε ως τότε οι Αρ­τι­νοί από Χει­μάρ­ρα ως Τε­πε­λέ­νι. Λόγω που εκεί­νοι πο­λε­μού­σα­νε απ’ την πρώτη μέρα, συ­νέ­χεια, κι είχαν μεί­νει σχε­δόν οι μισοί και δεν αντέ­χα­νε άλλο.

Δώ­δε­κα μέρες κιό­λας εί­χα­με μεις πιο πίσω, στα χωριά. Κι απάνω που συ­νή­θι­ζε τ’ αυτί μας πάλι στα γλυκά τρι­ξί­μα­τα της γης, και δειλά συλ­λα­βί­ζα­με το γά­βγι­σμα του σκύ­λου ή τον αχό της μα­κρι­νής κα­μπά­νας, να που ήταν ανά­γκη, λέει, να γυ­ρί­σου­με με στο μόνο αχο­λόι που ξέ­ρα­με: στο αργό και στο βαρύ των κα­νο­νιών, στο ξερό και στο γρή­γο­ρο των πο­λυ­βό­λων.

Νύχτα πάνω στη νύχτα βα­δί­ζα­με αστα­μά­τη­τα, ένας πίσω απ’ τον άλλο, ίδιοι τυ­φλοί. Με κόπο ξε­κολ­λώ­ντας το πο­δά­ρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκα­τα­βού­λια­ζε ίσαμε το γό­να­το. Επει­δή το πιο συχνά ψι­χά­λι­ζε στους δρό­μους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας. Και τις λίγες φορές όπου κά­να­με στάση να ξε­κου­ρα­στού­με, μήτε που αλ­λά­ζα­με κου­βέ­ντα, μο­νά­χα σο­βα­ροί και αμί­λη­τοι, φέγ­γο­ντας μ’ ένα μικρό δαδί, μία – μία εμοι­ρα­ζό­μα­σταν τη στα­φί­δα. Ή φορές πάλι, αν ήταν βο­λε­τό, λύ­να­με βια­στι­κά τα ρούχα και ξυ­νό­μα­σταν με λύσσα ώρες πολ­λές, όσο να τρέ­ξουν τα αί­μα­τα. Τι μας είχε ανέ­βει η ψείρα ως το λαιμό, κι ήταν αυτό πιο κι απ’ την κού­ρα­ση ανυ­πό­φερ­το. Τέλος, κά­πο­τε ακου­γό­τα­νε στα σκο­τει­νά η σφυ­ρί­χτρα, ση­μά­δι ότι κι­νού­σα­με, και πάλι σαν τα ζα τρα­βού­σα­με μπρο­στά να κερ­δί­σου­με δρόμο, πρι­χού ξη­με­ρώ­σει και μας βά­λου­νε στόχο τ’ αε­ρο­πλά­να. Επει­δή ο Θεός δεν κά­τε­χε από στό­χους ή τέ­τοια, κι όπως το’ χε συ­νή­θειο του, στην ίδια πά­ντο­τε ώρα ξη­μέ­ρω­νε το φως….» [1]

Η 28η Οκτω­βρί­ου 1940 υπήρ­ξε ένα γε­γο­νός κα­θο­ρι­στι­κό για την ποί­η­ση του Οδυσ­σέα Ελύτη. Ο ίδιος κα­τα­τά­χθη­κε ως έφε­δρος αν­θυ­πο­λο­χα­γός στη Διοί­κη­ση του Στρα­τη­γεί­ου Α΄ Σώ­μα­τος Στρα­τού. Λί­γους μήνες αρ­γό­τε­ρα, στις 13 Φε­βρουα­ρί­ου 1941,τον με­τέ­θε­σαν στην πρώτη γραμ­μή.

« Η Αλ­βα­νία για τη σω­μα­τι­κή μου υπό­στα­ση ήταν μια πε­ρι­πέ­τεια αβά­στα­χτη. Για την ψυ­χι­κή μου όμως ιστο­ρία είναι μια βαθιά τομή. Λίγοι ξέ­ρουν ότι το κύριο βάρος του πο­λέ­μου το σή­κω­σαν οι αν­θυ­πο­λο­χα­γοί και συμ­βο­λι­κά αυτό θέ­λη­σα να δείξω, ηρω­ο­ποιώ­ντας έναν από αυ­τούς με το « Άσμα» που έγρα­ψα. Από το άλλο μέρος ο πό­λε­μος έγινε η αιτία να συ­νει­δη­το­ποι­ή­σω τι είναι ο αγώ­νας. Ομα­δι­κός πλέον και όχι προ­σω­πι­κός. Κα­τά­λα­βα τι ση­μαί­νει να μά­χε­σαι ενταγ­μέ­νος σε μια ομάδα που έχει ορι­σμέ­να ιδα­νι­κά και μά­χε­σαι και συ γι’ αυτό» [2]


«Γι’ αυ­τούς που με φωτιά ή μα­χαί­ρι κί­νη­σαν…


Γι’ αυ­τούς η νύχτα ήταν μια μέρα πιο πικρή

Λιώ­ναν το σί­δε­ρο, μα­σού­σα­νε τη γης

Ο Θεός τους μύ­ρι­ζε μπα­ρού­τι και μου­λα­ρο­τό­μα­ρο

Κάθε βρο­ντή ένας θά­να­τος κα­βά­λα στον αέρα

Κάθε βρο­ντή ένας άντρας χα­μο­γε­λώ­ντας άντι­κρυ

Στο θά­να­το – κι η μοίρα ό,τι θέλει ας πει.

Ξάφ­νου η στιγ­μή ξα­στό­χη­σε κι ήβρε το θάρ­ρος

Κα­τα­μέ­τω­πο πέ­τα­ξε θρύ­ψα­λα μέσ’ στον ήλιο

Κιά­λια, τη­λέ­με­τρα, όλμοι, κέ­ρω­σαν!

Εύ­κο­λα σαν χασές που σκί­στη­κεν ο αγέ­ρας!

Εύ­κο­λα σαν πλε­μό­νια που άνοι­ξαν οι πέ­τρες!

Το κρά­τος κύ­λη­σε από την αρι­στε­ρή μέρια…

Στο χώμα μόνο μια στιγ­μή τα­ρά­χτη­καν οι ρίζες

Ύστε­ρα σκόρ­πι­σε ο κα­πνός κι η μέρα πήε δειλά

Να ξε­γε­λά­σει την αντά­ρα από τα κα­τα­χθό­νια

Μα η νύχτα ανα­ση­κώ­θη­κε σαν πα­τη­μέ­νη oχιά

Μόλις στα­μά­τη­σε για λίγο μέσ’ στα δό­ντια ο θά­να­τος –

Κι ύστε­ρα χύ­θη­κε με­μιάς ως τα χλωμά του νύχια!


Τώρα κεί­τε­ται απάνω στην τσου­ρου­φλι­σμέ­νη χλαί­νη

Μ’ ένα στα­μα­τη­μέ­νο αγέρα στα ήσυχα μαλ­λιά

Μ’ ένα κλα­δά­κι λη­σμο­νιάς στ’ αρι­στε­ρό του αυτί

Μοιά­ζει μπα­ξές που του ‘ φυγαν άξαφ­να τα που­λιά

Μοιά­ζει τρα­γού­δι που το φί­μω­σαν μέσα στη σκο­τει­νιά

Μοιά­ζει ρολόι αγ­γέ­λου που εστα­μά­τη­σε

Μόλις εί­πα­νε «γεια παι­διά» τα μα­το­τσί­νο­ρα

Κι η απο­ρία μαρ­μά­ρω­σε…

Κεί­τε­ται απάνω στην τσου­ρου­φλι­σμέ­νη χλαί­νη.

Αιώ­νες μαύ­ροι γύρω του

Αλυ­χτούν με σκε­λε­τούς σκυ­λιών τη φο­βε­ρή σιωπή

Κι οι ώρες που ξα­νά­γι­ναν πέ­τρι­νες πε­ρι­στέ­ρες

Ακούν με προ­σο­χή`

Όμως το γέλιο κάηκε, όμως η γη κου­φά­θη­κε,

Όμως κα­νείς δεν άκου­σε την πιο στερ­νή κραυ­γή

Όλος ο κό­σμος άδεια­σε με τη στερ­νή κραυ­γή…


Έτσι καθώς τι­νά­ζε­ται μέσ’ στη βροχή το δέ­ντρο

Και το κορμί αδεια­νό μαυ­ρί­ζει από τη μοίρα

Κι ένας τρε­λός δέρ­νε­ται με το χιόνι

Και τα δυό μάτια πάνε να δα­κρύ­σουν –

Γιατί, ρω­τά­ει ο αιτός, πού’ ναι το παλ­λη­κά­ρι;

Κι όλα τ’ αι­τό­που­λ’ απο­ρούν πού’ ναι το παλ­λη­κά­ρι!

Γιατί, ρω­τά­ει στε­νά­ζο­ντας η μάνα, πού’ ναι ο γιος μου;

Κι όλες οι μάνες απο­ρούν πού να’ ναι το παιδί!

Γιατί, ρω­τά­ει ο σύ­ντρο­φος, πού να ‘ ναι ο αδερ­φός μου;

Κι όλοι οι σύ­ντρο­φοι απο­ρούν πού να’ ναι ο πιο μι­κρός!

Πιά­νουν το χιόνι, καίει ο πυ­ρε­τός

Πιά­νουν το χέρι και πα­γώ­νει

Παν να δα­γκά­σου­νε ψωμί κι εκεί­νο στά­ζει από αίμα

Κοι­τούν μα­κριά τον ου­ρα­νό κι εκεί­νος με­λα­νιά­ζει

Γιατί γιατί γιατί γιατί να μη ζε­σταί­νει ο θά­να­τος

Γιατί ένα τέ­τοιο ανό­σιο ψωμί

Γιατί ένας τέ­τοιος ου­ρα­νός εκεί που πρώτα εκα­τοι­κού­σε ο ήλιος!


Ήταν γεν­ναίο παιδί `

Με τα θα­μπό­χρυ­σα κου­μπιά και το πι­στό­λι του

Με τον αέρα του άντρα στην περ­πα­τη­ξιά

Και με το κρά­νος του, γυα­λι­στε­ρό ση­μά­δι

( Φτά­σα­νε τόσο εύ­κο­λα μέσ’ στο μυαλό

Που δεν εγνώ­ρι­σε κακό ποτέ του)

Με τους στρα­τιώ­τες του ζερβά – δεξιά

Και την εκ­δί­κη­ση της αδι­κί­ας μπρο­στά του

– Φωτιά στην άνομη φωτιά! –

Με το αίμα πάνω από τα φρύ­δια

Τα βουνά της Αλ­βα­νί­ας βρο­ντή­ξα­νε

Ύστε­ρα λυώ­σαν χιόνι να ξε­πλύ­νουν

Το κορμί του, σιω­πη­λό ναυά­γιο της αυγής

Και το στόμα του, μικρό πουλί ακε­λά­η­δι­στο

Και τα χέρια του, ανοι­χτές πλα­τεί­ες της ερη­μί­ας

Βρό­ντη­ξαν τα βουνά της Αλ­βα­νί­ας

Δεν έκλα­ψαν

Γιατί να κλά­ψουν

Ήταν γεν­ναίο παιδί!


Με βήμα πρω­ι­νό στη χλόη που με­γα­λώ­νει

Ανε­βαί­νει μο­να­χός και ολό­λα­μπρος…

Ανε­βαί­νει μο­να­χός και ολό­λα­μπρος

Τόσο πιω­μέ­νος από φως που φαί­νε­ται η καρ­διά του

Φαί­νε­ται μέσ’ στα σύν­νε­φα ο Όλυ­μπος ο αλη­θι­νός

Και στον αέρα ολό­γυ­ρα ο αίνος των συ­ντρό­φων…

Τώρα χτυ­πά­ει πιο γρή­γο­ρα τ’ όνει­ρο από το αίμα

Στους όχτους του μο­νο­πα­τιού συ­νά­ζο­νται τα ζώα

Γρυ­λί­ζουν και κοι­τά­ζου­νε σα να μι­λούν

Ο κό­σμος όλος είναι αλη­θι­νά με­γά­λος

Γίγας που κα­να­κεύ­ει τα παι­διά του

Μα­κριά χτυ­πούν κα­μπά­νες από κρύ­σταλ­λο

Αύριο, αύριο λένε: το Πάσχα τ’ ου­ρα­νού!


Λένε γι’ αυτόν που κάηκε μέσ’ στη ζωή

Λένε γι’ αυτόν που μήτε καν επρό­φτα­σε να κλά­ψει

Για τον βαθύ καημό του Έρωτα της ζωής

Λένε για το ζεστό κι αχάι­δευ­το κε­φά­λι του

Για τα με­γά­λα μάτια του όπου χώ­ρε­σε η ζωή

Τόσο βαθιά, που πια να μην μπο­ρεί να βγει ποτέ της!» [3]


Στις 26 Φε­βρουα­ρί­ου 1941 ο Οδυσ­σέ­ας Ελύ­της προ­σβλή­θη­κε από κοι­λια­κό τύφο και με­τα­φέρ­θη­κε σε πολύ άσχη­μη κα­τά­στα­ση στο Νο­σο­κο­μείο των Ιω­αν­νί­νων. « Ο Ελύ­της είναι ένας δια­σω­θείς της ασθέ­νειας του πο­λέ­μου και της ασθέ­νειας λόγω πο­λέ­μου…» [4]

Κα­τα­θέ­τει ο ποι­η­τής σε συ­νέ­ντευ­ξή του στο πε­ριο­δι­κό «Παν­σπου­δα­στι­κή» τον Οκτώ­βριο του 1962 γι’ αυτήν την πε­ρι­πέ­τεια που ση­μά­δε­ψε το κα­το­πι­νό του έργο και τον ώθησε να δει δια­φο­ρε­τι­κά τη σχέση ανά­με­σα στην ποί­η­ση , τον ποι­η­τή και την κοι­νω­νία.

« Τι να έκανα εγώ, ένα χα­λα­σμέ­νο παιδί της Αθή­νας. Με κόπο, κόπο ανυ­πο­λό­γι­στο, κα­τά­φε­ρα να είμαι απλώς συ­νε­πής προς την απο­στο­λή μου. Αλλά είδα στα πρό­σω­πα των στρα­τιω­τών μου τη λάμψη που είναι ικα­νός ο ελ­λη­νι­σμός ν’ ανα­δώ­σει όταν πι­στεύ­ει στο δίκιο του. Και γνώ­ρι­σα από κοντά την αψη­φι­σιά του θα­νά­του, την ακα­τά­βλη­τη θέ­λη­ση της ζωής που έγινε τε­λι­κά και δική μου. Στο μέ­τω­πο, αρ­ρώ­στη­σα από βα­ρύ­τα­το τύφο. Τα νερά που πί­να­με όπου βρί­σκα­με , ανά­με­σα στα πτώ­μα­τα των μου­λα­ριών, ήτανε μο­λυ­σμέ­να. Χωρίς να γνω­ρί­ζω τι έχω, χρειά­στη­κε να κάνω τρία με­ρό­νυ­χτα με τα πόδια και με ζώο για να βρεθώ σε βατό δρόμο και να δια­κο­μι­σθώ στο Νο­σο­κο­μείο των Ιω­αν­νί­νων. Έμει­να εκεί σα­ρά­ντα μέρες με σα­ρά­ντα πυ­ρε­τό, ακί­νη­τος, με πάγο στην κοι­λιά. Με εί­χα­νε απο­φα­σί­σει, αλλά εγώ δεν είχα απο­φα­σί­σει τον εαυτό μου. Θυ­μά­μαι ότι αρ­νή­θη­κα να με με­τα­φέ­ρουν στον μικρό θά­λα­μο των ετοι­μο­θα­νά­των, όπως κά­ποιο άλλο βράδυ αρ­νή­θη­κα να κοι­νω­νή­σω και να εξο­μο­λο­γη­θώ στον παπά που μου φέ­ρα­νε, όταν η κρίση της αρ­ρώ­στειας έφτα­σε στο κα­τα­κό­ρυ­φο. Μόλις αρ­χί­σα­νε οι βομ­βαρ­δι­σμοί, ανοί­γα­νε το δι­πλα­νό μου πα­ρά­θυ­ρο – μην σπά­σουν τα τζά­μια και τι­να­χτούν απάνω μου – και φεύ­γα­νε όλοι στα κα­τα­φύ­για. Έτσι πέ­ρα­σα όλες τις τρο­με­ρές μέρες της Γερ­μα­νι­κής επι­θέ­σε­ως. Κα­τά­μο­νος σ’ έναν έρημο θά­λα­μο, και γε­μά­τος πλη­γές από την από­λυ­τη ακι­νη­σία. Και την ημέρα που κρί­θη­κε ότι είχα γλυ­τώ­σει και άρ­χι­σε να υπο­χω­ρεί ο πυ­ρε­τός, ήρθε η δια­τα­γή να εκ­κε­νω­θεί το Νο­σο­κο­μείο. Με βά­λα­νε όπως όπως σ’ ένα φο­ρείο, που το χώ­σα­νε σ’ ένα φορ­τη­γό αυ­το­κί­νη­το. Η φά­λαγ­γα από τα Γιάν­νε­να ως το Αγρί­νιο πο­λυ­βο­λή­θη­κε οκτώ φορές από τα « στού­κας». Οι φα­ντά­ροι τρέ­χα­νε στα χω­ρά­φια, όμως εγώ ήταν αδύ­να­το να σταθώ όρ­θιος έστω και για μια στιγ­μή. Τε­λι­κά, στο Αγρί­νιο, με πα­ρα­τή­σα­νε σ’ ένα πε­ζού­λι και φύ­γα­νε. Μια καλή κο­πέλ­λα, εθε­λο­ντής νο­σο­κό­μος με άλλη απο­στο­λή, με βο­ή­θη­σε και μ’ έσυρε ως το υπό­γειο μιας κα­πνα­πο­θή­κης, όπου σω­ριά­στη­κα κ’ έμει­να τρεις μέρες. Αλλά τα υπό­λοι­πα δεν έχουν ση­μα­σία για τους άλ­λους. Ση­μα­σία έχει ότι « έζησα το θαύμα» και σώ­θη­κα από ένα θαύμα…» [5]

«Πώς να σας το πω: ήταν ό,τι διά­βα­ζα στην πράξη, και μ’ ένα σφί­ξι­μο στην καρ­διά μην τύχει και δα­κρύ­σω, αυτά που με ανία και δυ­σφο­ρία διά­βα­ζα ώς τότε στα βι­βλία και για την ιστο­ρία της χώρας μου. Ηταν μια βίαιη φορά προς τα εμπρός του λαού που είχε κά­πο­τε ητ­τη­θεί, όχι εξ αι­τί­ας του, στη Μι­κρα­σία, και που τώρα θα έπαιρ­νε την εκ­δί­κη­σή του. Ετσι το έβλε­πα εγώ. Σαν άχτι μα­κρο­χρό­νιο που έβγαι­νε και ξε­θύ­μαι­νε. Δεν έπαι­ζε ρόλο που ο εχθρός ήταν δια­φο­ρε­τι­κός. Ο εχθρός ήτανε η Τυ­ραν­νία, ήτανε η μορφή του Άδι­κου, που την εί­χα­με υπο­στεί κάτω από δια­φο­ρε­τι­κές μορ­φές επί αιώ­νες και είχε γίνει μοίρα μας. Αυτή η εξέ­γερ­ση ενα­ντί­ον της Μοί­ρας, χωρίς υπο­λο­γι­σμό, μες στα όλα, αυτή η «όμορ­φη αφρο­σύ­νη», όπως λέω κάπου αλλού, ήτανε που ανέ­βα­ζε το γε­γο­νός σε μιαν άλλη σφαί­ρα, ποι­η­τι­κή. Μέσα μου έγινε μια ανα­παρ­θέ­νευ­ση των τριμ­μέ­νων εν­νοιών. Οι λέ­ξεις ξε­φου­σκώ­να­νε και ξα­να­γε­μί­ζα­νε με κα­θα­ρή ουσία. Με τη βο­ή­θεια της ου­σί­ας αυτής βρήκα το θάρ­ρος να ξα­να­προ­φέ­ρω λόγια που ώς τότε φο­βό­μου­να επει­δή τα συ­να­ντού­σα μόνο στα χείλη των κού­φιων πο­λι­τι­κών και των πα­τρι­δο­κα­πή­λων.» [6]

Το Μέ­τω­πο του 1940 στην Αλ­βα­νία, αλλά και οι κα­το­πι­νές εξε­λί­ξεις με την Κα­το­χή, τα Δε­κεμ­βρια­νά και τον Εμ­φύ­λιο ενέ­πνευ­σαν τον Οδυσ­σέα Ελύτη να συν­θέ­σει τα πολύ γνω­στά μας έργα « Άσμα Ηρω­ι­κό και Πέν­θι­μο για τον Χα­μέ­νο Αν­θυ­πο­λο­γα­χό της Αλ­βα­νί­ας» και « Το Άξιον Εστί». Εμπνεύ­στη­κε όμως ακόμα και έγρα­ψε την «Αλ­βα­νιά­δα», την « Κα­λω­σύ­νη στις Λυ­κο­πο­ριές» και τη «Βαρ­βα­ρία».

Η « Αλ­βα­νιά­δα», έργο ημι­τε­λές. Το πρώτο μέρος δό­θη­κε για δη­μο­σί­ευ­ση από τον ποι­η­τή στην « Παν­σπου­δα­στι­κή» συγ­χρό­νως με τη συ­νέ­ντευ­ξη που πα­ρα­χώ­ρη­σε.

«… δεν δη­μο­σιεύ­τη­κε ποτέ. Με­τα­δό­θη­κε όμως τον Οκτώ­βριο του 1956 από το Ρα­διο­φω­νι­κό Σταθ­μό Αθη­νών, με απαγ­γε­λία Θάνου Κω­τσό­που­λου και Μή­τσου Λυ­γί­ζου, ρα­διο­σκη­νο­θε­σία Νίκου Γκά­τσου και μου­σι­κή Μάνου Χα­τζι­δά­κι. Δεν είχε, απ’ όσο ξέρω, κα­μιάν απή­χη­ση, μο­λο­νό­τι η ρα­διο­φω­νι­κή πα­ρου­σί­α­ση βοη­θού­σε στην ανά­δει­ξη της ιδιό­τυ­πης τε­χνι­κής του. Ίσως να έφται­γα εγώ, ίσως το θέμα. Γε­γο­νός είναι ότι μου έλει­ψε από κει και πέρα η διά­θε­ση να συ­νε­χί­σω ένα έργο με τόσο με­γά­λες δια­στά­σεις. Καλά ή κακά δεν είμαι από τους ποι­η­τές που μπο­ρούν να γρά­φουν ερή­μην του κοι­νού. Μου χρειά­ζε­ται ο « αντί­κτυ­πος». Κάτι πε­ρισ­σό­τε­ρο: μου χρειά­ζε­ται αυτό που λέμε « αό­ρα­τη πα­ραγ­γε­λία»,η συ­ναί­σθη­ση ότι μια ομάδα αν­θρώ­πων , έστω και μικρή, πε­ρι­μέ­νει κάτι από μένα. Προ­χώ­ρη­σα αρ­κε­τά στο δεύ­τε­ρο μέρος, κ’ ύστε­ρα, ξαφ­νι­κά, στα­μά­τη­σα. Με τρά­βη­ξε το «Άξιον Εστί» που είχε αρ­χί­σει να ωρι­μά­ζει μέσα μου και που έμελ­λε να ηχή­σει αλ­λοιώς. Ωστό­σο, μια που αυτό το πρώτο μέρος εξα­κο­λου­θεί, προ­σω­πι­κά, να με ικα­νο­ποιεί απο­λύ­τως κ’ έχει εξάλ­λου πάρει κατά κά­ποιο τρόπο το βά­φτι­σμα της δη­μο­σιό­τη­τας, ευ­χα­ρί­στως σας το πα­ρα­χω­ρώ.» [7]

Από το πρόγραμμα της παράστασης του Εθνικού Θεάτρου (Αρχείο Εθνικού Θεάτρου)
Από το πρό­γραμ­μα της πα­ρά­στα­σης του Εθνι­κού Θε­ά­τρου (Αρ­χείο Εθνι­κού Θε­ά­τρου)

Ένα μικρό από­σπα­σμα:

« Ένας άγ­γε­λος μ’ αμπέ­χω­νο ανοι­χτό

Αγου­ρο­ξυ­πνη­μέ­νος γύ­ρι­ζε τ’ αντί­σκη­να

Μοι­ρά­ζο­ντας «λά­μπες θυ­έλ­λης».

Η όρ­γη­τα δά­γκω­νε τα σί­δε­ρα

Στα ρο­λό­για μέσα τ’ αρ­γο­κί­νη­τα

Σφυ­ρο­κό­ποι ατσά­λω­ναν ανό­μοιες ώρες…» [8]

Η « Κα­λω­σύ­νη στις Λυ­κο­πο­ριές» , συν­θε­τι­κό ποί­η­μα, το οποίο ο Ελύ­της έγρα­ψε μέσα στη να­ζι­στι­κή Κα­το­χή , το 1943. Η λο­γο­κρι­σία το έκοψε. Το ποί­η­μα δεν συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στο συ­γκε­ντρω­τι­κό τόμο των Ποι­η­μά­των του Οδυσ­σέα Ελύτη που εκ­δό­θη­κε από τον Ίκαρο το 2002. Όμως το 1975 ο ποι­η­τής συ­νερ­γά­στη­κε με τον χα­ρά­κτη Δη­μή­τρη Πα­πα­γε­ωρ­γί­ου, στην Ισπα­νία, ο οποί­ος το φι­λο­τέ­χνη­σε με χα­ρα­κτι­κά . Το ποί­η­μα κυ­κλο­φό­ρη­σε σε δί­γλωσ­ση έκ­δο­ση.[9]

Από το πρόγραμμα της παράστασης του Εθνικού Θεάτρου (Αρχείο Εθνικού Θεάτρου)
Από το πρό­γραμ­μα της πα­ρά­στα­σης του Εθνι­κού Θε­ά­τρου (Αρ­χείο Εθνι­κού Θε­ά­τρου)

«Η Κα­λω­σύ­νη εδώ που βρέ­θη­κε μες στις λυ­κο­πο­ριές

Πρέ­πει νάχει μπα­ρού­τι στο σελ­λά­χι της

Και να δα­γκά­νει κάμες.


Ακού­γε­ται από την περ­πα­τη­ξιά σου η δόξα

Όπως ακού­γε­ται απ’ το βρό­ντη­μα του μπρούν­τζου ο ήλιος

Με­λα­ψό παλ­λη­κά­ρι

Που ακου­μπάς επάνω στην Ελ­λά­δα

Με το κου­ρά­γιο που ακου­μπά­ει στη μπόρα το έλατο

Και σου παν οι αιώ­νες όπως της πάει της αντρειάς

Το λου­λού­δι στα δό­ντια και το μπαμ

Της πι­στο­λιάς

Πέ­ρα­σαν μες στη μνήμη σου μνή­μες ανέ­μων

Η φωνή σου σκο­τεί­νια­σε σαν δρυ­μός

Είδες κάτω απ’ τα πόδια σου να ξε­κοι­λιά­ζου­νται άλογα

Δάση να τρων φω­τιές αν­θρώ­πους άν­θρω­πο

Είδες μια πέτρα τρυ­πη­μέ­νη από κραυ­γή θα­νά­του

Να ση­κώ­νει τη σκιά της τέρας

Μια γυ­ναί­κα με ράμ­φος και φτερά

Να σπα­ρά­ζει δεί­χνο­ντας ψηλά

Το φεγ­γά­ρι στο στόμα της φο­βέ­ρας

Τί­πο­τα συ! Μες στην καρ­διά του χρό­νου

Ζώ­νε­σαι γύρω σου το διά­στη­μα

Μέσα στη χώρα που ονει­ρεύ­ο­μαι

Λες, η ματιά του αρ­νιού σκο­τώ­νει τα τσα­κά­λια,

Μέσα στη χώρα τώρα που ονει­ρεύ­ε­σαι

Με­λα­ψό παλ­λη­κά­ρι

Λέω: Η ελ­πί­δα τό­φτα­σε το μπόι της κο­ρα­σιάς

Είν’ έτοι­μη η καρ­διά του αντρός να μα­χαι­ρώ­σει ατσά­λι

Κύττα: σελ­λώ­νει ο άνε­μος τα όνει­ρα

Σπί­θες πε­τούν τα πέ­τα­λα στο πυρρό νέφος

Η μέρα όπου και νάναι με λού­λου­δα μη­λιάς

Θα βγει να σερ­για­νί­σει πάλι στο αρ­χι­πέ­λα­γος!


Τριώ­νι της θαλ­λα­σι­νής νυ­χτιάς` Αλε­τρο­πό­δι

Που σα νεύ­εις με χρυ­σούς σταυ­ρούς

Τα πει­σμα­τά­ρι­κα παι­διά της χί­μαι­ρας`

Και συ εκ­στα­τι­κό μου Ελίκι

Στην αση­μέ­νια ζώνη της μα­τιάς μου

Απόψε

Αγρυ­πνή­σε­τε

Κι όταν φυ­σή­ξει απ’ τα βουνά της ερη­μιάς η για­μπο­λη

Στα­λά­ζο­ντας πικρά στην υπνω­μέ­νη γης

Ακουρ­μα­στεί­τε τη φωνή του λύκου

Ακουρ­μα­στεί­τε τη φωνή του λύκου

Σε βά­τους που έφτυ­σαν φωτιά και τώρα κρυώ­νουν

Σε δέ­ντρα που μα­τώ­σαν, σ’ ερη­μοκ­κλη­σιές που ράι­σαν

Σ’ αγκά­θια που φαρ­μα­κώ­σαν ένα φεγ­γά­ρι

Ακουρ­μα­στεί­τε τη φωνή του λύκου

Στις σπα­ραγ­μέ­νες σάρ­κες του γκρε­μού

Στα ρίγη που κρυ­στάλ­λω­σαν τις αγω­νί­ες του λόγ­γου

Για μια στερ­νή φορά

Φω­νά­ζω

Ακουρ­μα­στεί­τε τη φωνή του λύκου

Άστρα, ο χρη­σμός σας δε θα πάει χα­μέ­νος

Παι­διά, ο χαμός, ο χα­λα­σμός, η πείνα

Κι η ανά­γκη τρε­μο­σβυούν στο ψυ­χορ­ρά­γη­μα

Ορ­θώ­σε­τε τ’ αρ­μα­τω­μέ­να χέρια

Ξε­τε­λέ­ψε­τε

Θά­λασ­σα, χί­μαι­ρα, έκ­στα­ση

Ετοι­μά­σε­τε τη χώρα σας

Του χάρου τη φωνή δε θα την ανε­χτού­με

Η μέρα είναι κοντά που θα ψο­φή­σει ο λύκος

Που η απο­νιά θα φάει τις σάρ­κες της

Που θα βου­τή­ξει σε μια δόξα μύρου το βουνό

Και που η ψυχή θ’ ανά­ψει από τις μυ­στι­κές φλο­γί­τσες σας

Όπως και πριν Τριώ­δι, Αλε­τρο­πό­δι, Ελίκι!» [10]

Η «Βαρ­βα­ρία» δεν ολο­κλη­ρώ­θη­κε

Από τις εφημερίδες της εποχής (Αρχείο Εθνικού Θεάτρου)
Από τις εφη­με­ρί­δες της επο­χής (Αρ­χείο Εθνι­κού Θε­ά­τρου)

Το 1977 το Εθνι­κό Θέ­α­τρο συμ­με­τέ­χο­ντας στον εορ­τα­σμό της 28ης Οκτω­βρί­ου 1940 πα­ρου­σί­α­σε μια πα­ρά­στα­ση με « ήθος σύγ­χρο­νης τρα­γω­δί­ας με το ύφος αρ­χαί­ας τρα­γω­δί­ας» [11], η οποία στη­ρί­χτη­κε σε απο­σπά­σμα­τα από διά­φο­ρα ποι­ή­μα­τα που εμπνεύ­στη­κε ο Οδυσ­σέ­ας Ελύ­της κυ­ρί­ως από τον πό­λε­μο της Αλ­βα­νί­ας. Η επι­λο­γή των απο­σπα­σμά­των έγινε από τους « Προ­σα­να­το­λι­σμούς», « Το Άξιον Εστί», « Αλ­βα­νιά­δα» και « Άσμα Ηρω­ι­κό και Πέν­θι­μο για τον Χα­μέ­νο Αν­θυ­πο­λο­χα­γό της Αλ­βα­νί­ας».

«Μέσα από το «Άσμα Ηρω­ι­κό και Πέν­θι­μο για τον Χα­μέ­νο Αν­θυ­πο­λο­χα­γό της Αλ­βα­νί­ας» και το «Άξιον Εστί» ξε­τυ­λί­γε­ται όλο το μέγα θάμα, το ελ­λη­νι­κό κι αν­θρώ­πι­νο μαζί, της « Αλ­βα­νιά­δας». Και μνήμη ζω­ντα­νή απλώ­νε­ται σε μια πα­ναρ­μό­νια τοι­χο­γρα­φία, πραγ­μα­τι­κή και υπε­ρού­σια μαζί. Τα πεζά κεί­με­να ιστο­ρούν την αλη­θι­νή πε­ρι­πέ­τεια του πο­λέ­μου. Και η ποι­η­τι­κή έξαρ­ση ει­κο­νί­ζει την υπερ­πραγ­μα­τι­στι­κή εξα­κό­ντι­ση της ψυχής του μα­χη­τή ποι­η­τή. Κα­νέ­νας ψευ­τοη­ρω­ι­σμός δεν χωρεί εδώ. Το μέ­γε­θος του αλη­θι­νού ηρω­ι­σμού ανα­δύ­ε­ται από το μέ­γε­θος της θυ­σί­ας. Και το θάμα βλα­σταί­νει από τις βα­θιές ρι­ζω­μέ­νες στην Ελ­λη­νί­δα φύση ρίζες του αν­θρώ­που, που εξυ­ψώ­νε­ται ως την ισο­θέ­ω­ση της ελευ­θε­ρί­ας με την αξία και τος κάλ­λος της» [12]

Πηγές:

[1] Από­σπα­σμα από το Ανά­γνω­σμα Πρώτο . Οδυσ­σέα Ελύτη, Το Άξιον Εστί, Ίκα­ρος Εκ­δο­τι­κή Εται­ρία, Αθήνα 1977, 9η έκ­δο­ση

[2] Από το άρθρο του Χρή­στου Σιάφ­κου, Το φως, η αρχή και το τέλος. Δη­μο­σιευ­μέ­νο στην έκ­δο­ση της Ελευ­θε­ρο­τυ­πί­ας Οδυσ­σέ­ας Ελύ­της ( 1911 – 1996) και στη σειρά «λέσχη αθα­νά­των».

[3] Απο­σπά­σμα­τα από το έργο: Οδυσ­σέα Ελύτη, Άσμα Ηρω­ι­κό και Πέν­θι­μο για τον Χα­μέ­νο Αν­θυ­πο­λο­χα­γό της Αλ­βα­νί­ας, Ίκα­ρος Εκ­δο­τι­κή Εται­ρία, Αθήνα 1981, 6η έκ­δο­ση

[4, 8 ] Από το άρθρο του Βα­σί­λη Κ. Κα­λα­μα­ρά, Η διαρ­κής λυ­ρι­κή επα­να­μά­γευ­ση. Δη­μο­σιευ­μέ­νο στην έκ­δο­ση της Ελευ­θε­ρο­τυ­πί­ας Οδυσ­σέ­ας Ελύ­της ( 1911 – 1996) και στη σειρά «λέσχη αθα­νά­των».

[5, 6,7 ] Από το άρθρο του Δη­μή­τρη Γκιώ­νη «Έζησα το θαύμα της Αλ­βα­νί­ας». Ο Οδυσ­σέ­ας Ελύ­της, η ημι­τε­λής «Αλ­βα­νιά­δα» και η συμ­με­το­χή του στον αγώνα. Δη­μο­σιευ­μέ­νο στην «Ελευ­θε­ρο­τυ­πία» το Σάβ­βα­το 22 Οκτω­βρί­ου 2011.

[9] Οι πλη­ρο­φο­ρί­ες για το έργο Η κα­λω­σύ­νη στις Λυ­κο­πο­ριές από εδώ

[10] Τα απο­σπά­σμα­τα από το έργο Η κα­λω­σύ­νη στις Λυ­κο­πο­ριές εδώ

[11, 12] Από την κρι­τι­κή του Μπά­μπη Κλάρα στην εφη­με­ρί­δα « Η Βρα­δυ­νή» δη­μο­σιευ­μέ­νο στις 30/10/1977. Αρ­χείο Εθνι­κού Θε­ά­τρου.

Οδυσσέας Ελύτης: Η πορεία προς το Μέτωπο (Το έπος του 1940 στην ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη)

† 13-12-43, Γιώργος Ιωάννου

Κατα την Περιοδο της Γερμανικης κατοχής εκτελέστηκαν πολλοί Έλληνες που πρόβαλλαν αντίσταση στον κατακτητή, αλλά και αθώοι πολίτες και παιδιά. Τέτοιες ομαδικές εκτελέσεις έγιναν π.χ. στα Καλάβρυτα, στο Δίστομο, στο Χορτιάτη και σε πολλά άλλα μέρη. Το διήγημα ανήκει στη συλλογή Για ένα φιλότιμο (1964).

Φτάνω στο σημείο να πω πως ίσως θα ‘ταν καλύτερα να μην είχα πατήσει ποτέ μου σε κείνο τον τόπο της ομαδικής εκτελέσεως. Κι άλλες φορές έτυχε βέβαια να επισκεφθώ τόπους μαρτυρίου ή ομαδικής ταφής· η γη της πατρίδας μας είναι παραγεμισμένη με κόκαλα παλικαριών· μα ποτέ μου δεν ταράχτηκα και δεν έκλαψα τόσο, όσο αυτή τη φορά. Αυτό ασφαλώς έγινε, γιατί την ώρα που βρέθηκα εκεί, μια γυναίκα κι ένας άντρας, αδέλφια, άνοιγαν τον τάφο του μικρότερου αδελφού τους, που είχε εκτελεστεί πριν από είκοσι χρόνια. Πλησίασα, κι όταν κατάλαβα τι συνέβαινε, σιγοκάθισα πάνω στα πόδια μου σε μιαν άκρη. Και τώρα, που η ψυχή μου έχει κολλήσει εκεί, μου φαίνεται πως θα μείνω για πάντα, σαν ένα αγριόχορτο, καθισμένος δίπλα σε κείνο τον τάφο. Και μακάρι να γινόταν έτσι.

Τότε που πρωτοζύγωσα, το σκάψιμο με την αξίνα είχε προχωρήσει. Εξάλλου δεν τον είχαν θαμμένο καθόλου βαθιά. Μάλλον γυναίκες θα είχαν φροντίσει για την ταφή του. Σε λίγο, ένα ένα, άρχισαν να ξεφυτρώνουν τα κόκαλα. Ήταν κατακίτρινα, με λίγο καστανό χώμα κολλημένο πάνω τους. Η γυναίκα, μ’ ένα τσεμπέρι στο κεφάλι, σχεδόν γονατιστή, αφού τα ξέπλενε λίγο με κόκκινο κρασί, τ’ αράδιαζε ευλαβικά μέσα σε μια κάσα χαρτονένια, απ’ αυτές της αμερικάνικης βοήθειας. Σε όλα αυτά δεν υπήρχε τίποτα το αηδιαστικό ή το τρομαχτικό. Άλλωστε το παιδάκι ήταν δεκάξι χρονών όταν μαρτύρησε. Και πιστεύω, χωρίς αμφιβολία, πως θα έχει αγιάσει. Στο χώμα δίπλα ήταν μπηγμένο ένα κερί και στο θυμιατό σιγόκαιγε θυμίαμα. Ευωδίαζε όλος ο τόπος. Λέξη δεν έλεγαν, ούτε ακουγόταν κλάμα. Καταλάβαινα όμως πως τα μάτια τους τρέχαν, γι’ αυτό έσκυψα το κεφάλι μου προς το χορτάρι και δεν προσπαθούσα, ούτε τολμούσα να τους κοιτάξω. Πολύ ήταν και που με άφηναν κοντά τους μια τέτοια ώρα.

Μονάχα όταν βρέθηκε το κρανίο, άκουσα τον αδελφό να λέει βραχνά: η χαριστική βολή. Ήταν μια μικρή τρύπα λίγο πιο πάνω απ’ το μέτωπο. Είχα γίνει πια ένα με το χώμα, έτσι ένιωθα. Τώρα σκέφτομαι πως έπρεπε να προσκυνήσω, αν και είμαι τόσο ανάξιος. Κοίταζα συνεχώς ένα βραχάκι κοντά μου και τις λειχήνες του. Αυτό σίγουρα θα ήταν και τότε εδώ, και το παιδί θα το είδε· ίσως και να το ζήλεψε. Μπορεί να ήταν και κείνο το αρκετά μεγάλο δέντρο, αν και δεν αποκλείεται να έχει μεγαλώσει πιο γρήγορα, εφόσον βρήκε άφθονο λίπασμα από τόσο αίμα και τόσες εκατοντάδες κορμιά. Καλά θα ήταν να μπορούσε να μεταμορφώνεται ο άνθρωπος, όταν πέφτει σε μεγάλο κίνδυνο, ή ν’ ανοίγει η γη και να τον κρύβει. Εγώ τουλάχιστο έτσι παρακαλούσα, όταν βρέθηκα σε κάτι τιποτένιους κινδύνους, που είναι ντροπή και να τους σκέφτομαι ακόμα. Πάντως, θυμούμαι πως εκείνες τις στιγμές λάτρευα και πρόσεχα, όσο ποτέ, τα άψυχα, αλλά και τα έντομα και τα φυτά και τα πουλιά. Σ’ αυτό ακριβώς στηρίζομαι και πιστεύω πως έτσι θα ‘νιωσε κι αυτός εκείνη την ώρα. Εξάλλου ήταν της ηλικίας μου. Δεν είναι δυνατό να διαφέρω και τόσο πολύ απ’ τους άλλους. Άνθρωπος είμαι και εγώ. Κι όμως η κάποια διαφορά είναι που με καίει.

Πάνω στην κορφή του λόφου έχουν στήσει ένα τεράστιο κάτασπρο σταυρό και παρακάτω, στην πλαγιά, είναι σχηματισμένη, με άσπρες πάλι πέτρες, η ημερομηνία: 13-12-43. Λογάριαζα, όταν γυρίσω σπίτι, να ψάξω για κείνο το ημερολόγιό μου, που μπόρεσα να κρατήσω, μέρα με τη μέρα, τότε. Τι να ‘γινε άραγε εκεί σε μας αυτή τη μέρα;

Κι έτσι, καθώς είχα απομονωθεί κοιτάζοντας το ρηχό μνήμα του χωριατόπουλου, άρχισα να ψιθυρίζω ανεπαίσθητα το αντρίκιο εκείνο μοιρολόγι, που μόνο τα λόγια του ξέρω και όχι το σκοπό:

Μαστόροι Καλαβρυτινοί και μαρμαροχτιστάδες,
που πελεκάτε μάρμαρα και φτιάχνετε κιβούρια,
φτιάχτε και μένα ‘να καλό, καλύτερο από τ’ άλλα…

Όμως ένα μπουλούκι εντόπιοι τουρίστες φάνηκε να μπαίνει μέσα στον ιερό περίβολο. Στάθηκαν γύρω απ’ το ελεεινό για μια τέτοια θυσία κενοτάφιο. Φαίνονταν απ’ τους μορφωμένους και δεν μπορώ να πω πως η στάση τους δεν ήταν σεμνή. Κατέθεσαν μάλιστα ένα καλοκαμωμένο δάφνινο στεφάνι και κατόπι κράτησαν ένα λεπτό σιγή. Κάποιος τους άρχισε να διαβάζει από ένα χαρτί το ιστορικό της εκτελέσεως των 1200 ανθρώπων. Ήταν τόσο ψυχρή η περιγραφή, ώστε αμέσως υπέθεσα πως σίγουρα θα τα είχε ξεσηκώσει απ’ την τελευταία εγκυκλοπαίδεια. Ύστερα σκόρπισαν μιλώντας δυνατά ή χαχανίζοντας. Πολλοί ήρθαν τριγύρω μας. Και φυσικά αμέσως άρχισαν τις ερωτήσεις, ιδίως οι γυναίκες. Το παλικάρι με την αξίνα απαντούσε, πιέζοντας ολοφάνερα τον εαυτό του. Φαινόταν καθαρά πως θεωρούσαν σχεδόν ευτυχία τους και σπουδαίο συμπλήρωμα στις συγκινήσεις της εκδρομής την ανακομιδή, που πέτυχαν πάνω στην ώρα. Ο αδελφός μάλιστα ζαλίστηκε τόσο για μια στιγμή, ώστε έκανε το λάθος να τους δείξει ακόμα και το κρανίο με τη χαριστική βολή. Αυτό όμως θα ήταν πέρα απ’ τα όρια της αντοχής τους, γιατί αμέσως πρόσεξα μια κίνηση για απομάκρυνση. Κάποιος τους θύμισε πως η ώρα περνάει. Εκείνη τη στιγμή η σκυμμένη γυναίκα τούς γύρεψε, αν έχουν, καμιά εφημερίδα για να σκεπάσει τα κόκαλα. Πολλοί προθυμοποιήθηκαν από εφημερίδες άλλο τίποτα, και τι εφημερίδες…

Πήραν να κατηφορίζουν. Μετά από λίγα βήματα άναψε ζωηρή συζήτηση ανάμεσά τους· σα να μην ήμασταν κι εμείς λίγο πιο πάνω. Ένας ακούστηκε να φωνάζει με θυμό: Καλά τους έκαναν αφού οι άλλοι σκότωσαν στρατιώτες του κατακτητή.

Κανένας δεν αντιμίλησε. Ήταν και κάποιος με στολή μαζί τους.

Μου ‘ρθε να πέσω απάνω σε κείνη την άτιμη φωνή και να τη στραγγαλίσω άγρια, προτού προφτάσει να προχωρήσει. Αλλά την άκουσαν βέβαια συγχρόνως και τα δυο αδέλφια κι έσκυψαν πιο πολύ κατά το χώμα, σα να ‘φαγαν καμτσικιά, αλλά και σα μαθημένοι από κάτι τέτοια.

Κατόπι ο άντρας άφησε την αξίνα· δεν υπήρχαν άλλωστε άλλα κόκαλα. Η αδελφή του έσβησε το κερί και πήρε το θυμιατό. Τα κόκαλα έμειναν ασκέπαστα. Η βρωμερή εφημερίδα κυλιόταν πάνω στα χόρτα.

Έμεινα ξοπίσω και με πήρε το παράπονο. Δεν ήμουν γνωστός τους ή συγγενής τους για να με πάρουν μαζί τους, όπως θα ήθελα. Εγώ τα ‘χω καταφέρει να χωρώ και να ταιριάζω μονάχα με κάτι τέτοιους σαν αυτούς του πούλμαν. Γι’ αυτό ξεκίνησα για το πιο λαϊκό καφενείο, και στο δρόμο συνέχεια έλεγα: Θεέ μου, μη μ’ αφήνεις ούτε καλημέρα να ‘χω πια με τέτοια, δήθεν εξευγενισμένα, υποκείμενα.

Ακούστε το διήγημα στον σύνδεσμο που ακολουθεί. Διαβάζει ο Ανδρέας Χατζηδήμου:

Πηγή: ΚΝΛ Β’ ΓΕΛ