The Queen’s Gambit: To ματ του Netflix στις μίνι σειρές μετά το Unorthodox

Όταν η νίκη σ’ τα παίρνει όλα, τότε τι σου μένει; Η νέα μίνι σειρά του Netflix με τίτλο “The Queen’s Gambit” ή αλλιώς “Το Γκάμπι της Βασίλισσας” θεωρείται ήδη από πολλούς μία από τις καλύτερες σειρές της μεγάλης streaming υπηρεσίας. Η μίνι σειρά μίας σεζόν βασίζεται στο ομότιτλο βιβλίο του Γουόλτερ Τέβις που δημοσιεύτηκε το 1983 και αφηγείται την ιστορία ενηλικίωσης της Μπεθ Χάρμον, μιας σκακιστικής διάνοιας σε ένα ανδροκρατούμενο κόσμο στην δεκαετία του 50 και του 60.

Η 9χρονη Μπεθ μένει ορφανή, όταν η μητέρα της τρακάρει με το αμάξι στο οποίο επέβαιναν και καταλήγει σε ένα ίδρυμα θηλέων, όπου θα μάθει να παίζει σκάκι, στο υπόγειο, μαζί με τον επιστάτη του ιδρύματος. Όταν εκείνος καταλάβει ότι πρόκειται για μια εκπληκτική παίκτρια με κοφτερό μυαλό και μεγάλη αυτοπεποίθηση, την βοηθάει να βρει τον δρόμο της προς την επιτυχία. Ωστόσο, ο δρόμος αυτός δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα, αφού η Μπεθ σύντομα εθίζεται σε χάπια και αλκοόλ για να ξεπεράσει το άγχος που της δημιουργεί η επιθυμία της για νίκη, καθώς και το τραύμα του παρελθόντος από τον χαμό της μητέρας της. Στην πορεία κατάκτησης του ονείρου, θα την βοηθήσει η θετή της μητέρα, η οποία παλεύει και αυτή με τους δικούς της δαίμονες: το αλκοόλ, το μανιώδες κάπνισμα, τα απωθημένα της μικρής της ηλικίας και με τον διαλυμένο της γάμο.

Για αυτούς που αναρωτιούνται, γκαμπί της βασίλισσας είναι ένα δημοφιλές σκακιστικό άνοιγμα που παίζουν δύο παίκτες σε έναν αγώνα σκάκι. Αν και είναι οι πρώτες κινήσεις, θεωρούνται  σημαντικές για τη ροή και την εξέλιξη της παρτίδας και καθορίζουν συχνά τον νικητή. Το «The Queen’s Gambit», λοιπόν, είναι μια ακόμη μεταφορά ενός έργου που κατορθώνει να κάνει συναρπαστικό ένα σπορ που μπορεί να είναι γεμάτο αδρεναλίνη κι αγωνία, αλλά αποκλειστικά μόνο για τους μυημένους σε αυτό. Τα παιχνίδια σκακιού που βλέπουμε είναι πάντως εντελώς αληθινά. Μάλιστα, ο πρώην Παγκόσμιος Πρωταθλητής Σκακιού Γκάρι Κασπάροφ, συμμετείχε ως σύμβουλος σε αυτές τις σκηνές, ώστε να είναι πιστά αποτυπωμένες στη κάμερα. Όμως κάθε παρτίδα σκάκι γίνεται συναρπαστική καθώς συνδυάζει το παιχνίδι και τον πολύπλοκο χαρακτήρα της Μπεθ. Έτσι, σε κάθε παρτίδα ανακαλύπτουμε καινούργιες πτυχές του χαρακτήρα της, κάτι το οποίο όπως φαίνεται δεν εκπλήσσει μόνο εμάς αλλά και την ίδια, καθώς πολλά πράγματα τα οποία νόμιζε ότι ήξερε για τον εαυτό της φαίνεται ότι πρέπει να τα επαναπροσδιορίσει. Μάλιστα, μεγάλο μέρος της σειράς επικεντρώνεται και στον εθισμό της Μπεθ με τα ηρεμιστικά και το αλκοόλ καθώς σύμφωνα με την ίδια είναι παράγοντες που οφείλονται στην διαύγεια της κατά την ώρα μελέτης διάφορων στρατηγικών. 

Φυσικά, δεν χρειάζεται να είσαι μετρ του σκακιού για να σε μαγνητίσουν οι κινήσεις και η υποκριτική δεινότητα της Άνια Τέιλορ-Τζόι, της ηθοποιού που απολαύσαμε πρόσφατα και στην ταινία Έμμα. Η Μπεθ είναι ένας εξαιρετικά ενδιαφέρων χαρακτήρας, απρόβλεπτος και αντισυμβατικός. Η αμερικανο-αργεντινο-βρετανή ηθοποιός, στην καλύτερη ερμηνεία της καριέρας της, φέρνει εις πέρας τον απαιτητικό ρόλο της ευφυούς αλλά σκοτεινής νεαρής γυναίκας, επισκιάζοντας τις όποιες σεναριακές αδυναμίες. Υποδύεται την Μπεθ Χάρμον με μια ένταση κι αφοσίωση που σε μαγνητίζει στην οθόνη και σε κάνει να πιστέψεις απόλυτα πως αυτό το κορίτσι θα μπορούσε όντως να κερδίσει στο σκάκι ακόμη και τον πιο δύσκολο αντίπαλο οποιαδήποτε στιγμή. Πραγματικά αποτελεί ένα αληθινά φεμινιστικό πρότυπο για τα νεαρά κορίτσια που θέλουν να κυνηγήσουν το όνειρό τους, αλλά έχουν έλλειψη αυτοεκτίμησης.

Το Queen’s Gambit όμως δεν μιλάει μόνο για το σκάκι. Μιλάει και για το ασταθές και απρόβλεπτο ταξίδι προς την ενηλικίωση, για τη μοναξιά, τον αλκοολισμό, την τοξικομανία, τα ψυχολογικά και παιδικά τραύματα, την εμμονή με την τελειότητα και την λατρεία του κοινού και των ΜΜΕ για τα παιδιά-θαύματα. Αλλά κυρίως, για ένα από τα σημαντικότερα μαθήματα της ζωής. Να μην εγκαταλείπεις, να πιστεύεις σε σένα κι όσες φορές κι αν πέσεις, να σηκώνεσαι και να παίρνεις αυτό που θες γιατί υπάρχουν πάντα κι άλλες κινήσεις. Όπως στο σκάκι.

Ξεκινώντας λοιπόν από ένα υπόγειο, η σειρά μέσα σε 7 επεισόδια θα αφηγηθεί μια ιστορία εμμονής, ξεχωριστού ταλέντου και εθισμού. Η σειρά των Σκοτ Φρανκ κι Αλαν Σκοτ κάνει όλες τις σωστές κινήσεις για να σας ενθουσιάσει και να σας ωθήσει στην συνεχόμενη προβολή του ενός επεισοδίου μετά το άλλο. Μπορεί το σενάριο να ακολουθεί μια μάλλον γνώριμη πορεία, αλλά ακόμη κι έτσι η σειρά παίρνει τις σωστές αποφάσεις για να σας εντάξει σε έναν κόσμο γεμάτο συναίσθημα, αγωνία, εξερευνώντας ταυτόχρονα με το απαραίτητο ψυχολογικό βάθος τον εσωτερικό κόσμο της νεαρής πρωταγωνίστριας και δουλεύοντας με ιδιαίτερη προσοχή την ανασύσταση μιας εποχής που υπήρξε σύνθετη από πολλές απόψεις. Από τα γυναικεία κινήματα ενδυνάμωσης μέχρι την σκιά του ψυχρού πολέμου το «The Queen’s Gambit» προσθέτει μια σειρά από αποχρώσεις στην παλέτα του, συνθέτοντας ένα αποτέλεσμα που σε κερδίζει ακόμη κι όταν ο αρχικός ενθουσιασμός έχει χαθεί. Είναι άξια, λοιπόν, το πιο ωραίο επτάωρο τηλεοπτικό ματ των τελευταίων ετών.


Πηγές:

https://www.athensvoice.gr/culture/tv/687896_gkampi-tis-vasilissas-mageytiko-drama-toy-netflix

https://www.bovary.gr/art/watch-it/netflix-queens-gambit-giati-kollisame

https://www.checkincyprus.com/article/59975/gkampi-tis-vasilissas-mythistorima-toy-walter-tevis-ginetai-seira-sto-netflix

iefimerida.gr – https://www.iefimerida.gr/zoi/gkampi-tis-basilissas-i-nea-seira-toy-netflix-poy-mageyei-binteo

https://flix.gr/news/the-queens-gambit-review.html

https://lordoftheseries.gr/the-queens-gambit-to-gkampi-tis-vasilissas-review-choris-spoilers/

https://www.monopoli.gr/2020/10/29/promotional-items/cine-news/425356/the-queens-gambit-giati-oloi-miloun-gi-ayti-ti-nea-mini-seira-tou-netflix/

Μικρά Αγγλία: ένας ανεκπλήρωτος κινηματογραφικός και μυθιστορηματικός έρωτας

Μικρά Αγγλία έλεγαν κάποτε την Άνδρο, χάρη στη ναυτιλία της που τολμούσε να υψώσει το ανάστημά της και να κοιτάξει στα μάτια την θαλασσοκράτειρα Μεγάλη Βρετανία. Μικρά Αγγλία λέγεται και το πλοίο πάνω στο οποίο θα μπαρκάρει κάποτε ο Σπύρος, ο άντρας που θα μπει ανάμεσα στις δύο κόρες ενός ανδριώτη πλοίαρχου. Η εσωστρεφής Όρσα, η μεγάλη κόρη, τρέφει για αυτόν έναν θηριώδη έρωτα που θα μείνει ανεκπλήρωτος, καθώς η μητέρα της θα την υποχρεώσει να παντρευτεί έναν πλούσιο καραβοκύρη. Αργότερα, πλοιοκτήτης και αυτός πια -συνεπώς άξιος για να μπει στην οικογένεια- ο Σπύρος θα παντρευτεί τη μικρή και επαναστάτρια κόρη, τη Μόσχα. Τα δύο ζευγάρια θα κατοικήσουν στο ίδιο σπίτι με ένα λεπτό ξύλινο ταβάνι ανάμεσά τους. Η Όρσα θα αφουγκράζεται τα βήματα, τα τριξίματα και τα φιλιά και το μαχαίρι θα μπαίνει όλο και πιο βαθιά μέσα της. Αυτό βέβαια όσο οι άντρες βρίσκονται στο νησί και δεν είναι φευγάτοι στα καράβια.

Η ιστορία διαδραματίζεται στην εικοσαετία από το 1930 μέχρι το 1950. Πίσω από το ασίγαστο πάθος της Όρσας που αποτελεί την κινητήρια δύναμη του δράματος, αναδύεται ο ασφυκτικός μικρόκοσμος του νησιού εκείνης της εποχής και τα αποπνικτικά ήθη του: οι κοινωνικές συμβάσεις, η ιδιότυπη μητριαρχία που έχει επιβληθεί από την απουσία των αρσενικών, το πάθος για κοινωνική άνοδο και εξουσία… Και βέβαια, η πορεία των χαρακτήρων διασταυρώνεται με τα μεγάλα γεγονότα που άλλαξαν τη μοίρα του νησιού και της Ελλάδας. Με τον πόλεμο, με τους τορπιλισμούς των εμπορικών πλοίων, με την Κατοχή και τον εμφύλιο.

Το μυθιστόρημα της Ιωάννας Καρυστιάνη, κυκλοφόρησε το 1997 κερδίζοντας το κρατικό βραβείο και συγκινώντας μεγάλο μέρος του αναγνωστικού κοινού.

Ενώ η ιδέα για το βιβλίο προέκυψε τυχαία. Σύμφωνα με τη συγγραφέα, Ιωάννα Καρυστιάνη: «Ένας παλιός συμφοιτητής με φώναξε για έναν καφέ στο σπίτι του και είδα τις φωτογραφίες πέντε πνιγμένων ναυτικών σε κάδρα. Μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα άλλαξαν όλα μέσα μου. Ένιωσα ένα τεράστιο σοκ και αναρωτήθηκα πώς ένα σπίτι μπορεί να αντέξει τέτοιο πένθος. Στην Άνδρο σχεδόν όλα τα σπίτια είναι λαβωμένα από ναυάγια. Αυτό με έκανε να αγαπήσω παράφορα το νησί και τη ναυτική ζωή και αποφάσισα ότι ήθελα να γράψω ένα βιβλίο γι’ αυτό το θέμα».

Δεκαέξι χρόνια μετά, η ιστορία των δύο αδελφών που μοιράζονται τον ίδιο –απόντα- άντρα, μεταφέρεται στη μεγάλη οθόνη σε σενάριο της Καρυστιάνη και σκηνοθεσία του Παντελή Βούλγαρη. Ο τελευταίος έμεινε πιστός στο πνεύμα του βιβλίου, ενσωματώνοντας στο δράμα τόσο την κοινωνική διάρθρωση του νησιού όσο και το ιστορικό πλαίσιο, ενώ παράλληλα, έδωσε πρωταγωνιστικό ρόλο στο φυσικό σκηνικό της Άνδρου. Με τον τρόπο αυτό, η ταινία ξεφεύγει από τα στενά όρια της ηθογραφίας και αποκτά περισσότερα επίπεδα ανάγνωσης. Γίνεται ένα ανθρωποκεντρικό δράμα που αποπνέει γνήσια συγκίνηση και αγγίζει θέματα που μόνο η καλή τέχνη μπορεί να πλησιάσει.

Πιθανόν κάποιοι να βρουν αργό τον ρυθμό με τον οποίο κουμπώνουν μεταξύ τους τα επιμέρους κομμάτια και στήνεται το σύμπαν της ταινίας. Όμως οι αρετές της κινηματογραφικής γραφής του Βούλγαρη (η εξαιρετική καθοδήγηση των ηθοποιών, η συνετή κλιμάκωση της ιστορίας, η «έντιμη» και χωρίς εκζήτηση κινηματογράφηση, η εμμονή στην λεπτομέρεια…) είναι παρούσες και ικανές να αποζημιώσουν τον υπομονετικό θεατή.

Η κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα της Ελλάδας, τα ήθη, οι νοοτροπίες και οι παγιωμένες αντιλήψεις της μικροαστικής κοινωνίας ενός λαού που παραπαίει μεταξύ Ανατολής και Δύσης, αποτελούν στοιχεία που πάντα έθελγαν την προσοχή του Παντελή Βούλγαρη. Βασικός εκπρόσωπος του ρεύματος «Νέος Ελληνικός Κινηματογράφος» (1970-1980), ο σκηνοθέτης με όργανο την κάμερα καταγράφει κάθε φορά διάφορες όψεις της ελληνικής κοινωνίας ανοίγοντας μια προβληματική πάνω στις κοινωνικές δομές και τους θεσμούς.

Ο Παντελής Βούλγαρης αρέσκεται στην ωμή και ρεαλιστική περιγραφή των ανθρώπινων σχέσεων, οι οποίες συχνά εκτίθενται μέσα από το πρίσμα μιας αλληλεπίδρασης μεταξύ καταπιεζόμενου και καταπιεστή, εξουσιαζόμενου και εξουσιαστή με προκανονισμένα και αυθαίρετα σύμφωνα («Το Προξενιό της Άννας», «Οι Νύφες») που καθορίζουν το μέλλον και τη μοίρα των νεαρών θυμάτων.

Το φυσικό ντεκόρ της Άνδρου μάς παραδίδεται με εικόνες καρτποσταλικής ομορφιάς και συνάδει με τον εσωτερικό διάκοσμο των σπιτιών, παραδοσιακό και προσεγμένο μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια. Οι εξωτερικοί και εσωτερικοί χώροι εικονοποιούν το αλλοτινό και τωρινό «πρόσωπο» της Άνδρου φέρνοντας στην επιφάνεια μια «ελληνικότητα» που διατρέχει το χρόνο.


Πίσω από τα αυστηρά συντεταγμένα κοφτά, τα κεντήματα, τα πολύτιμα φλιτζάνια και τους κουραμπιέδες αναδύεται ένα άρωμα συντηρητισμού, απομόνωσης και στέρησης. Οι χαρακτήρες βυθίζονται σε αυτήν την ατμόσφαιρα και περιπλανώνται ως έρμαια μιας δράσης που τους ξεπερνά, ανήμποροι να ελέγξουν το πεπρωμένο τους, όπως στην αρχαία τραγωδία.


Το ντεκόρ συμβάλλει αποφασιστικά στην αναπαράσταση των διαδραματιζόμενων. Έτσι, η Όρσα μέσα σε ένα όμορφο κτήμα με λεμονιές θα αντιδράσει στην απόφαση της μάνας της λέγοντας της ότι «δεν είναι χωράφι για να την ξεπουλήσει». Από την άλλη, η θάλασσα με τα κύματά της εκφράζει εύγλωττα τη φυγή του Σπύρου από τη ζωή της Όρσας ή και τη συνεχή φυγή πολλών ανδρών των οικογενειών του νησιού, καθότι αυτοί ήταν ναυτικοί. Μια συνεχή ροή, μια ρευστότητα και αστάθεια διατρέχει τη διήγηση και το δράμα των ηρώων παραπέμποντας στην αντίστοιχη ρευστότητα και αστάθεια που χαρακτηρίζει την ελληνική πραγματικότητα (και ταυτότητα;) από αρχαιοτάτων χρόνων.

Το μοντάζ της ταινίας είναι αυτό που καθορίζει τη δραματοποίηση των καταστάσεων εκφράζοντας εύγλωττα τις συγκινήσεις. Χαρακτηριστική είναι η σκηνή της σύγκρουσης μεταξύ των δύο αδελφών: τα ηχητικά ρακόρ φουρτουνιασμένης θάλασσας σε συνδυασμό με τη χρήση έντονα κινούμενης κάμερας που μιμείται το ρυθμό της κίνησης κυμάτων που ξεσπούν δίνουν ένα εξαίσιο οπτικό σύνολο, με τις εικόνες να μπαίνουν στη θέση των λέξεων, (κατά)δηλώνοντας την οργή των ηρώων. Η χρήση της voice over και του hors-champ, επίσης, λειτουργεί ως καθοριστικός παράγοντας αύξησης της τραγικότητας. Επιπλέον, η αντίθεση αποτελεί μια ακόμη άσκηση ύφους, καθώς η στατικότητα, η αναμονή και η ήρεμη ζωή του σπιτιού αντι-παρατάσσεται δίπλα στην άστατη και φουρτουνιασμένη ζωή των ναυτικών.

Σε οπτικοακουστικό επίπεδο η Μικρά Αγγλία διαθέτει αναμφίβολα την ποιότητα που απαιτεί το είδος της ταινίας εποχής. Καταρχάς πρόκειται για την πρώτη ταινία του Βούλγαρη που δεν γυρίστηκε σε φιλμ. Ο διευθυντής φωτογραφίας Σίμος Σαρκετζής χρησιμοποίησε ψηφιακό μέσο, κάτι που έκανε και πιο ευέλικτο το γύρισμα και πιο εύκολη την επεξεργασία των τόνων και των χρωμάτων στη συνέχεια. Τα κοστούμια της Γιούλας Ζωιοπούλου και τα ντεκόρ του Αντώνη Δαγκλίδη είναι πρώτης γραμμής, ενώ πολύ θετική εντύπωση κάνει η μουσική της εικοσιπεντάχρονης Κατερίνας Πολέμη. Το μοντάζ έφερε σε πέρας ο πολύπειρος Τάκης Γιαννόπουλος.

Ο Βούλγαρης ήταν πάντα ένας «σκηνοθέτης ηθοποιών». Εδώ, η συνεργασία του με τις νεαρές Πηνελόπη Τσιλίκα και Σοφία Κόκκαλη που επωμίστηκαν τους ρόλους της Όρσας και της Μόσχας αντίστοιχα, απέφερε πολύ δυνατές και «φρέσκες» ερμηνείες. Ιδιαίτερη αίσθηση κάνει και η παρουσία της Αννέζας Παπαδοπούλου. Η έμπειρη ηθοποιός, σε μια από τις μετρημένες στα δάχτυλα κινηματογραφικές εμφανίσεις της, κατάφερε να δώσει σπάνιο βάθος στο ρόλο της μητέρας –του θεματοφύλακα των ηθών και των συμφερόντων της οικογένειας- χαρίζοντάς μας μια πραγματικά μεγάλη ερμηνεία.

Η Ανδρος του 1930 είναι ένα νησί ναυτικό: οι άντρες περιπλανώνται στις θάλασσες του κόσμου προσπαθώντας να γίνουν καπετάνιοι και να κάνουν ένα κομπόδεμα, αλλά συχνά χάνονται στα κύματα. Οι γυναίκες μένουν πίσω στο νησί και παλεύουν να φτιάξουν μια τύχη για κείνες και για τις οικογένειές τους. Μια τέτοια γυναίκα, η Μίνα, με στρατηγικό πολυμήχανο μυαλό, κανονίζει τα προξενιά των κοριτσιών της, της Ορσας και της Μόσχας, εξασφαλίζοντάς τους καλή ζωή, χωρίς να νοιάζεται για «αισθήματα» και ρομάντζα. Μόνο που οι δυο κόρες αγαπούν τον ίδιο άντρα και οι μηχανορραφίες της μάνας τους θα φέρουν μοιραίες συγκρούσεις στην οικογένειά τους.

Ο Παντελής Βούλγαρης μεταφέρει στο σινεμά το μυθιστόρημα της Ιωάννας Καρυστιάνη, σε σενάριο δικό της, κρατώντας ατόφια την καρδιά της ιστορίας και φτιάχνοντας μια ειλικρινή και συγκινητική ταινία εποχής. Η αίσθηση του παρελθόντος έχει ρεαλισμό και ακρίβεια, αλλά την ιστορία κουβαλούν ήρωες και ανθρώπινες ισορροπίες σύγχρονες ή, καλύτερα, διαχρονικές.

Η Ανδρος μεταμορφώνεται σ’ ένα κλειστό σύμπαν αυτόνομο, ολοζώντανο, μια μικρογραφία της παλιάς Ελλάδας που, ξανά, αγωνιζόταν να επιβιώσει. Η φωτογραφία του Σίμου Σακερτζή, τα σκηνικά του Αντώνη Δαγκλίδη, τα ρούχα της Γιούλας Ζωιοπούλου, συνθέτουν μια πιστή απεικόνιση του «τότε», που ταυτόχρονα έχει ανάσα μοντέρνα, ελκυστική. Η δουλειά στον ήχο της ταινίας μάς αφήνει ν’ ακούμε, στα κλεφτά, ατάκες περαστικών, ή επίκαιρα, που με δυο λόγια αποδίδουν το κλίμα των καιρών. Η υπέροχη μουσική (και, στους τίτλους αρχής, η φωνή) της Κατερίνας Πολέμη συνοδεύει τα συναισθηματικά σκαμπανεβάσματα των ηρώων με ταιριαστή μελαγχολία. Αλλά ενώ η ιστορική αναπόληση έχει σημασία, η ιστορία η ίδια μεταφέρεται με ένταση, με πνεύμα καίριο, με πάθος κι έναν άγριο ρομαντισμό.

“Η ανάσα της ναυτικής παράδοσης με κινητοποιεί. Το ήθος της εποχής με συγκινεί. Οι νοοτροπίες και οι ανθρώπινες σχέσεις αποζητούν μια καίρια και ευαίσθητη καταγραφή. Θέλησα να καταφέρω να αφουγκραστώ τα πάθη, να φωτίσω τη σημασία της μακράς απουσίας και της απαντοχής, την ανακούφιση του σμιξίματος μετά από καιρό, το πένθος για τις απώλειες. Ειδικά αυτή τη γκρίζα εποχή, τους στενάχωρους καιρούς για τον τόπο και τους ανθρώπους, αξίζει να προσφέρουμε ένα κινηματογραφικό έργο πλούσιο σε αισθήματα και ανθρωπιά και μαζί ένα ταξίδι σε άγνωστες σελίδες της ιστορίας. Στα χρόνια που κάνω σινεμά, κοντά στα πρόσωπα της οικογένειας και των φίλων της νεότητας μου, προστίθενται και άλλα άγνωστα στην αρχή, που στο τέλος μιας ταινίας παίρνουν μια θέση στην καρδιά μου. Με τα μάτια και τη φωνή τους, διηγούμαι αυτό που με αναστατώνει. Μπορεί να περνάει καιρός μετά από την περιπέτεια που έζησα μαζί τους, όμως τα ονόματα τους διατηρούν για πάντα τη μοναδικότητα τους.” Παντελής Βούλγαρης

Ο Βούλγαρης επιλέγει δοκιμασμένους ηθοποιούς για τους δεύτερους ρόλους του, αλλά στην πρωταγωνιστική τετράδα αποκαλύπτει πρόσωπα νέα, φρέσκα, ιδιαίτερα, φωτογενή, φτιαγμένα για τη μεγάλη οθόνη, που κι αν κατά στιγμές ξεφεύγουν «θεατρικά» από την απλότητα της ταινίας, ενσαρκώνουν τους ρόλους τους συναρπαστικά. Κι αν η διάρκεια ξεπερνά πληθωρικά τις δυο ώρες, λίγα παραπάνω χαρτομάντιλα και η άνευ όρων παράδοση στο συναίσθημα έκανε το χρόνο να περνά πιο γρήγορα και απολαυστικά.

Από τη σύγχρονη ελληνική παραγωγή λείπουν τα εμπορικά δράματα με καλλιτεχνικές αξιώσεις και η «Μικρά Αγγλία» ήρθε να πληρώσει αυτή τη θέση. Μια ταινία ευαίσθητη, συγκινητική και ζωισμένη, κλασική και δροσερή ταυτόχρονα, ένα ωραίο δείγμα κινηματογραφικής πληρότητας.

Πηγές: https://www.oanagnostis.gr/%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%81%CE%AC-%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%BB%CE%AF%CE%B1-%CE%BA%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE/

https://www.clickatlife.gr/cinema/story/21627

https://flix.gr/cinema/mikra-agglia.html

https://m.tvxs.gr/mo/i/144611/f/news/sinema/%C2%ABmikra-agglia%C2%BB-i-tragiki-istoria-enos-anekplirotoy-erota.html

Brooklyn: ένα μεταναστευτικό δράμα εποχής

Ένα όμορφο, καλοφτιαγμένο ρομαντικό δράμα ενηλικίωσης, που φαίνεται να αγγίζει προσωπικά και την εξαιρετική νεαρή πρωταγωνίστρια Saoirse Ronan, η οποία ωριμάζει υποκριτικά όπως ακριβώς ωριμάζει συναισθηματικά και η ηρωίδα την οποία υποδύεται.

Η Eilis Lacey (Saoirse Ronan) μεταναστεύει από την Ιρλανδία στο Brooklyn της Αμερικής τη δεκαετία του ’50 για ένα καλύτερο μέλλον. Αρχικά τα πράγματα δεν πάνε και τόσο καλά καθώς η νεαρή Eilis νιώθει νοσταλγία για την πατρίδα και την οικογένειά της. Σύντομα όμως θα γνωρίσει και θα ερωτευτεί τον Tony (Emory Cohen), θα προσαρμοστεί και θα αρχίσει να χτίζει μια καλή ζωή. Όταν όμως το παρελθόν της την καλεί πίσω στην Ιρλανδία, θα αναγκαστεί να ξανασκεφτεί τι είναι αυτό που πραγματικά θέλει και να επιλέξει ανάμεσα σε δυο χώρες και δυο πιθανές ζωές. Μόλις φτάσει εκεί πρέπει να επιλέξει: θα μείνει από φόβο και τύψεις στα οικεία, ή θα διασχίσει ξανά ωκεανούς απαιτώντας, όχι την επιβίωση, αλλά την ευτυχία;

Where is really our “home”? Τις παραμέτρους αυτής της γλυκόπικρης ερώτησης επιχειρούν να εξερευνήσουν η σκηνοθεσία του John Crowley και το σενάριο του Nick Hornby. Βασισμένοι στο ομότιτλο βιβλίο του Colm Toibin αυτό το δίδυμο μας κοινωνεί σε μία ιστορία που μπορεί να αγγίξει σχεδόν τον καθένα μας. Αυτό οφείλεται ως επί το πλείστον στο σοβαρό, χωρίς υπέρογκους μελοδραματισμούς σενάριο, που ασχολείται αποκλειστικά με τα πανανθρώπινα συναισθήματα και την ψυχοσύνθεση ενός μετανάστη της εποχής στις ΗΠΑ. Η αίσθηση πως η πατρίδα σου δε μπορεί πλέον να σου προσφέρει τίποτα, η επώδυνη περίοδος που προσπαθείς να εγκλιματιστείς στο νέο σου τόπο, η συνειδητοποίηση πως πλέον έχεις μια καινούρια ζωή και, όσο κι αν η επιστροφή επί καλύτερων όρων μοιάζει θελκτική, η θύμηση των παθογενειών που σ’έκαναν να φύγεις εξ’αρχής.Προκειμένου να το καταφέρουν αυτό, έστησαν μια όμορφη ιστορία για μια χαμηλών τόνων νεαρή Ιρλανδή που προσπαθεί να απδεχτεί ως σπίτι της το Brooklyn. Οι δυσκολίες και οι ευκολίες εναλλάσσονται διαρκώς και μέσα από αυτές η Eilis μεταμορφώνεται από πλάνο σε πλάνο. Από συνεσταλμένο και ντροπαλό κορίτσι της επαρχίας, μετατρέπεται σε μια δυναμική Αμερικανίδα! Τα πάντα επάνω της μαρτυρούν την εντυπωσιακή αλλαγή. Η εμφάνισή της, οι κινήσεις της, ακόμα και ο τρόπος που μιλάει και ο αέρας που αποπνέει. Για  όλα αυτά βέβαια αξίζει να δώσουμε εύσημα σε τεράστιο βαθμό και στην ερμηνεία της ανερχόμενης Saoirse Ronan, η οποία φαίνεται πως έχει αρχίσει να διαγράφει την δική της πορεία στον χώρο της έβδομης τέχνης.

Τα σκηνικά και τα κοστούμια που επιστράτευσαν οι δημιουργοί της ταινίας έχουν μια μυρωδιά από 50’s και οι χαρακτήρες περιδιαβαίνουν μέσα σ’ αυτά σαν να μην γεννήθηκαν στην πραγματικότητα σχεδόν μισό αιώνα αργότερα. Αυτό προσδίδει μια μοναδική αληθοφάνεια σε αυτήν την υπέροχη ταινία εποχής.

Είναι μοναδική η ωριμότητα και η σοβαρότητα με την οποία προσεγγίζει το ρόλο της, καταφέρνοντας να ισορροπήσει περίφημα τα αντικρουόμενα συναισθήματα μέσα της. Ενδεχόμενη υποψηφιότητα της για Όσκαρ, θα κρινόταν ως απόλυτα επιβεβλημένη. Προκύπτει ένα πλάσμα ωχρό αλλά ατσάλινο, ντροπαλό αλλά θαρραλέο, σοβαρό αλλά απολαυστικά απρόβλεπτο. Ο σκηνοθέτης κοιτά την πρωταγωνίστριά του με προστατευτικότητα, αλλά ποτέ χειραγωγικά – αντιθέτως, με θαυμασμό. Όλοι οι δευτερογενείς χαρακτήρες (ειδικά ο αυτός της μεγάλης αδελφής) δημιουργούν ένα πλέγμα κατανόησης, αναγνώρισης, ενσυναίσθησης. Σπουδαία η χημεία της και με τον συμπρωταγωνιστή της, Emory Cohen (The Place Beyond the Pines). Όσον αφορά τη μικρή παρουσία του Domnhall Gleeson, έχουμε πολλάκις αναφερθεί στον Ιρλανδό, πως πρόκειται για ίσως τον πιο ενδιαφέροντα ηθοποιό της γενιάς του. Στους υπόλοιπους ρόλους, θα ξεχωρίσουμε δύο «βετεράνους» δυσθεώρητης ποιότητας, στα πρόσωπα των Jim Broadbent και Julie Walters. Μαζί με την εκπληκτική μουσική του Michael Brook (The Perks of Being a Wallflower), το “Brooklyn” δίνει νέα πνοή στο μεταναστευτικό δράμα εποχής. Ο Κρόουλι κοιτά την πρωταγωνίστριά του με προστατευτικότητα, αλλά ποτέ χειραγωγικά – αντιθέτως, με θαυμασμό. Ολοι οι δευτεροχαρακτήρες (ειδικά ο αυτός της μεγάλης αδελφής) δημιουργούν ένα πλέγμα κατανόησης, αναγνώρισης, ενσυναίσθησης, ενώ ο συμπρωταγωνιστής Εμορι Κοέν (στο ρόλο του Τόνι) είναι μία πραγματική, γοητευτική αποκάλυψη.

Τελικά, η απάντηση του “Brooklyn” είναι: “Home is where you decide to build your life”. Και όσα μέσα χρησιμοποιεί στην πορεία για να ενισχύσει αυτό το μήνυμα (σενάριο, σκηνοθεσία, σκηνογραφία-κοστούμια, ερμηνείες, φωτογραφία) είναι τελικά τα συστατικά για ένα νοσταλγικό, όμορφο και καλοστημένο κινηματογραφικό πιάτο που μοσχοβολάει με το άρωμα των 50’s.

Κάπως έτσι αποφεύγονται οι παγίδες μίας υπογραμμισμένης φορσέ συγκίνησης, ενός βαρύγδουπου μελοδράματος για την ξενιτιά και την απώλεια. Γιατί ο Crowley, ακόμα κι όταν δεν αποφεύγει τον καλλιγραφικό ακαδημαϊσμό του είδους, ποτέ δεν υποκύπτει στη νοσταλγία – κοιτά σύγχρονα και δυναμικά. Η Eilis θα μπορούσε να ζει σήμερα στην Ελλάδα, η μητέρα της να την εκβίαζε με την εύθραυστη υγεία της, το μέλλον στο μίνι μάρκετ της γειτονιάς και το βαρύ σύννεφο της κρίσης να έμοιαζε μονόδρομος. Να μια ταινία όμως που ανοίγει το παράθυρο στη μοναδική ζωή που έχουμε, φυσά φρέσκο αέρα κουπαστής και μας καλεί να κοιτάξουμε κατάματα τα επιβλητικά υπερωκεάνια προς το άγνωστο, ή τις συμβιβασμένες, μη-τρομαχτικές, θυματοποιημένες μοίρες μας.

Πηγή:

https://flix.gr/cinema/brooklyn-review.html

Μικρές Κυρίες: Ένα μεγάλο έργο

Οι Μικρές κυρίες μας μεταφέρουν στην εποχή του αμερικανικού εμφυλίου πολέμου. Είναι η ιστορία της οικογένειας του πάστορα Μαρτς ο οποίος κατατάχτηκε στο στρατό των Βορείων και άφησε πίσω του γυναίκα και τέσσερις κόρες να τα βγάλουν πέρα ενώσω λείπει μακριά.

Η Λουίζα Μέυ Άλκοτ (1832-1888) γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Πενσυλβανία. Επειδή ο πατέρας της ήταν παιδαγωγός και διαφωνούσε με την παιδαγωγική που ακολουθούσαν στον καιρό του, η Λουίζα Μέυ διδάχτηκε κατ’ οίκον από τον ίδιο και φίλους διανοούμενους της οικογένειας με ‘σχολικά’ εγχειρίδια τα βιβλία των Χένρι Νταίηβιντ Θορώ, Ναθάνιελ Χόθορν και άλλων. Κριτική εκείνων των παιδαγωγικών απόψεων διαβάζουμε στο κεφ. 7 όταν η Έιμυ, η μικρότερη αδελφή, εγκαταλείπει το σχολείο εξαιτίας της ταπείνωσης που υπέστη από τον δάσκαλό της όταν μοίρασε τα απαγορευμένα γλειφιτζούρια στις συμμαθήτριές της. Η θέση της συγγραφέως για την εκπαίδευση είναι, όπως και το γεγονός ότι αναγκάστηκε μαζί με τις αδελφές της να εργαστεί λόγω των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε η οικογένεια, παραδείγματα που τεκμηριώνουν την άποψη των μελετητών ότι το έργο της Άλκοτ περιέχει πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία.

Οι Μικρές κυρίες θεωρήθηκαν το κατ’ εξοχήν κοριτσίστικο ανάγνωσμα της αμερικανικής εθνικής λογοτεχνίας καθώς πρόβαλε την επιθυμητή εικόνα της αμερικανίδας της εποχής της: το ρόλο της στην κοινωνία και τις αρετές που όφειλε να διαθέτει κάθε γυναίκα (ηθική ακεραιότητα, αυταπάρνηση, γενναιοδωρία, ατομική στάση, δημόσια παρουσία).Όλα τα παραπάνω αποτυπώνονται καθαρά στις ταυτότητες των αδελφών Μαρτς.

Οι τέσσερις αδελφές

Η Μεγκ, η μεγαλύτερη, έχει θέση μητέρας για τις μικρότερες. Τις διαπαιδαγωγεί ώστε να γίνουν πραγματικές ‘μικρές κυρίες’ και αντιπροσωπεύει όσα ορίζουν την εύρυθμη λειτουργία της οικογενειακής εστίας.Η Τζο είναι ατίθαση, ένα αγοροκόριτσο που ήθελε να είναι αγόρι- ο γιος μου, όπως έλεγε ο πατέρας της. Είναι εκείνη που παίρνει πρωτοβουλίες για βελτιωθούν τα οικονομικά της οικογένειας: πουλάει τα γραπτά της και τα μαλλιά της σε μια συμβολική κίνηση άρνησης να υποταχτεί στο στερεότυπο του φύλου της. Μας παρουσιάζεται, όπως έχει επισημανθεί, ως ένας χαρακτήρας με πρώιμη φεμινιστική συνείδηση.Η Μπεθ, η μουσικόφιλη, γλυκιά και μαζεμένη, είναι η ειρηνοποιός της οικογένειας χάρη στην έμφυτη πραότητα που διαθέτει.Η Έιμυ, η μικρότερη, μια κούκλα με ξανθά μαλλιά και γαλανά μάτια, είναι η εγωκεντρική καλλιτέχνης που αντιδρά στην οικογενειακή γραμμή περί του λιτού βίου. Είναι αυτή που περισσότερο απ’ όλες νοιάζεται για τα ωραία πράγματα και αντιπαθεί τη φτώχια.

Το άθροισμά τους είναι η γυναίκα που ονειρευόμασταν στη δεκαετία του ʼ70: ένα ατρόμητο πλάσμα γεμάτο αρετές και φιλοδοξίες, εξαιρετικά ευφυές, αλλά και εύθραυστο κατά περίπτωση, μια κοπέλα που δεν δέχεται τη μοίρα της αδιαπραγμάτευτα, αλλά ταξιδεύει, ερωτεύεται, γράφει θεατρικά έργα – και ξέρει κιόλας να μαντάρει μια κάλτσα αν χρειαστεί. Είναι η γυναίκα που θα ικανοποιούσε όχι μόνο εμάς, αλλά και τις μητέρες μας. Μια καλλιτέχνης της ζωής, με το κεφάλι στα σύννεφα και τα πόδια στη γη.

Η γοητεία που άσκησαν αυτά τα μυθιστορήματα στα κορίτσια όλου του κόσμου –από το 1868 που γράφτηκε το πρώτο ώς το 1960 όπου άρχισαν να απασχολούν συνολικά τις δυτικές κοινωνίες τα πολύπλοκα ζητήματα φύλου– οφείλεται στην παραπληρωματικότητα των αδερφών Μαρτς. Τι μαγνητική έλξη ασκεί πάνω μας το πρότυπο μιας γυναίκας που τα κάνει όλα με πάθος: υποφέρει, συγχωρεί, αρρωσταίνει, μάχεται, δημιουργεί, αναζητά και… δεν βρίσκει!

Το ανοιχτό τέλος των Μικρών κυριών (το γεύμα των παντρεμένων πια κοριτσιών, μετα συζύγων και τέκνων, για τα εξήντα χρόνια της μητέρας Μαρτς) είναι ένα εύρημα που μόλις σήμερα συνειδητοποιώ ότι χρησιμοποίησα κι εγώ στο πρώτο μου μυθιστόρημα Γιάντες. Δεν αποκλείεται οι πηγές της έμπνευσης να βρίσκονται στο βιβλίο της Λουίζας Μέι Άλκοτ.

Οι διασκευές

Το μυθιστόρημα της Άλκοτ, όπως πολλά κλασικά μυθιστορήματα, κυκλοφορεί στα ελληνικά ως επί το πλείστον διασκευασμένο για παιδιά.Ήδη από τον 19ο αιώνα, διασκεύαζαν παλαιότερα έργα τα οποία θεωρούνταν κατάλληλα για νεαρές ηλικίες. Το ίδιο συμβαίνει και τώρα: η λεγόμενη κλασική λογοτεχνία είναι μια πηγή προσιτή και ο οποιοσδήποτε μπορεί να διασκευάσει και να γράψει, επί της ουσίας, ένα καινούργιο έργο. Το θέμα των διασκευών για παιδιά είναι παλιό και γνωστό, είτε αφορά έργα γραμμένα αρχικά για ενηλίκους είτε για παιδιά της εποχής κατά την οποία γράφτηκε το έργο. Οι Μικρές κυρίες ανήκουν στη δεύτερη κατηγορία.

Σύμφωνα με τον γάλλο μελετητή της παιδικής λογοτεχνίας Marc Soriano, υπάρχουν δυο αντικρουόμενες απόψεις για τις διασκευές, εξίσου έγκυρες και βάσιμες.Η πρώτη θεωρεί ότι οι αναγνώστες πρέπει να διαβάζουν το πρωτότυπο έργο όταν είναι σε θέση να το κατανοήσουν και να το εκτιμήσουν και όχι μια περίληψη της πλοκής του.Η δεύτερη, εμπεριέχει δύο σκέλη:Το πρώτο θεωρεί ότι με τις διασκευές δίνεται η δυνατότητα στα παλαιά λογοτεχνικά έργα να προσεγγίσουν στα πλαίσια της κοινής μας λογοτεχνικής κληρονομιάς το σύγχρονο κοινό.Το δεύτερο ότι οι αναγνώστες οδηγούνται, και συνηθίζουν λόγω των απλοποιήσεων, συντομεύσεων, κ.ά., στην παθητική ανάγνωση. Για να αποφευχθεί αυτό το δεύτερο, ο Soriano θέτει μία προϋπόθεση: την ‘ηθική’ δέσμευση απέναντι στο έργο ώστε να μην προδίδεται ο χαρακτήρας του. Αλλά και πάλι αυτό είναι ασαφές με αποτέλεσμα κάθε διασκευαστής να επιλέγει κατά την κρίση του τι θα κρατήσει και τι θα παραλείψει από το πρωτότυπο.

Χαρακτηριστικό των διασκευών είναι ότι αντιμετωπίζουν τα λογοτεχνικά έργα ως έναν καμβά με ήρωες και μύθο και συνοπτικά πλέκουν τα γεγονότα που τους στοιχειοθετούν. Ακολουθώντας αυτή την πρακτική, τίθεται το θέμα του κατά πόσον οι διασκευές προσφέρονται για πολυεπίπεδη ανάγνωση όπως το πρωτότυπο έργο, ή αντίθετα, εξαφανίζοντας την ιστορικότητά του, περιορίζουν το εύρος του.Παραδειγματική είναι η περίπτωση των μυθιστορημάτων του Ιουλίου Βερν. Πριν από εξήντα περίπου χρόνια εκδόθηκε στην Ελλάδα διασκευασμένο σχεδόν το σύνολο του έργο του. Αν συγκρίνουμε τα πρωτότυπα με τις διασκευές τους θα παρατηρήσουμε ότι λείπουν, εκτός από ολόκληρα κεφάλαια, οι παράγραφοι με τις ατελείωτες και λεπτομερείς περιγραφές για τοπία, καταστάσεις, πρόσωπα και πράγματα. Την εποχή που διασκευάστηκε ο Βερν, επικρατούσε η άποψη ότι κουράζουν τον αναγνώστη, κάτι που εν μέρει ισχύει μέχρι σήμερα. Αφαιρέθηκαν λοιπόν όλα εκείνα που μπορούσαν να διαβαστούν σε κάποια εγκυκλοπαίδεια ή, στις μέρες μας, όσα προσφέρει μια περιήγηση στο διαδίκτυο. Ωστόσο παρά την κοπτοραπτική που υπέστησαν, όλοι ως παιδιά χαρήκαμε τα βιβλία του Βερν.Ένας από τους τρόπους για να προσπεραστεί ο σκόπελος της παλαιότητας είναι ο σχολιασμός του πρωτοτύπου και ο εμπλουτισμός του με εικόνες και επεξηγηματικά σχόλια (ιδιαίτερα στη σειρά Κλασική λογοτεχνία, εκδ. Ερευνητές). Η πολυσημία και η ιστορικότητα διατηρούνται και ο αναγνώστης δεν χρειάζεται να ψάξει για να καταλάβει, αφού όλα υπάρχουν στο βιβλίο του.Οι διασκευές ήταν και εξακολουθούν να είναι ένα σίγουρο χαρτί για τους εκδότες γιατί τα έργα είναι γνωστά στο ευρύ κοινό όπως και οι συγγραφείς που τα διασκεύασαν (οι πρώτοι, Καζαντζάκης, Βάρναλης, Τσουκαλάς, Ταρσούλη , οι νεότεροι Ζαραμπούκα, Πούλος, Αγγελίδου, Τασάκου, κ.ά.).

Μικρές κυρίες: μια απογυμνωμένη οικογενειακή ιστορία εποχής

Συγκρίνοντας πέντε ελληνικές εκδόσεις (κυκλοφορούν σύμφωνα με τα στοιχεία της Βιβλιονέτ τουλάχιστον 24 για διαφορετικές ηλικίες) με το αγγλικό πρωτότυπο, έχουμε τις εξής εκδοχές του μυθιστορήματος:1. Στις εκδ. Καστανιώτη κυκλοφορεί η μοναδική πλήρης μετάφραση του 1ου μέρους του μυθιστορήματος, η οποία περιλαμβάνει και τα 23 κεφάλαιά του.2. Στις εκδ. Άγκυρα (ανατύπωση του 2006) μας προτείνεται η μετάφραση του Γ. Τσουκαλά, η οποία στην πραγματικότητα είναι ένα συντομότερο έργο, αφού λείπουν κάποια από τα κεφάλαια του πρωτοτύπου, ενώ παράλληλα υπάρχουν πολλά στρογγυλέματα. Ως παράδειγμα αναφέρουμε το περιστατικό στο σπίτι των Χούμελ (κεφ. 2). Θυμίζουμε ότι οι Χούμελ ήταν μετανάστες γερμανικής καταγωγής και στο πρωτότυπο υπάρχουν φράσεις στα γερμανικά. Στη μετάφραση του Τσουκαλά έχουν αφαιρεθεί, με συνέπεια να χάνεται η πληροφορία ότι οι ΗΠΑ ήταν καταρχήν κράτος μεταναστών. Θα μπορούσαμε ωστόσο να πούμε ότι το κείμενο, αν και στρογγυλεμένο, διατηρεί στοιχεία από το ιδεολογικό πλαίσιο του πρωτοτύπου Ως παράδειγμα αναφέρουμε την ιδέα για τη φιλανθρωπία που ήταν μια από τις αξίες της αστικής τάξης του 19ου αιώνα.

  1. Στις εκδ. Παπαδόπουλος, το έργο απλώνεται σε 8 κεφάλαια που καθένα τους αποτελεί σύμπτυξη και συγχώνευση δύο ή παραπάνω κεφαλαίων. Οι τίτλοι των κεφαλαίων είναι περιγραφικοί. Για παράδειγμα το κεφ. 5 με τίτλο Όπου δυο μυστικά φανερώνονται, ένα τηλεγράφημα φτάνει και η Τζο κόβει τα μαλλιά της συμπυκνώνει τα κεφ. 14- 15 του πρωτοτύπου.
  2. Στις εκδ. Άγκυρα έχουμε 20 κεφάλαια, και ένα, το 21ο , που κάνει γέφυρα με το δεύτερο μέρος του μυθιστορήματος με τίτλο Οι μικρές κυρίες παντρεύονται το οποίο αυτονομήθηκε και εκδόθηκε ως ξεχωριστό βιβλίο.
  3. Στις εκδ. Μίνωας το έργο περιλαμβάνει με αφαιρέσεις και συμπτύξεις 21 κεφάλαια.
  4. Στις Εκδ. Πατάκη περιλαμβάνει επίσης 21 κεφάλαια. Προστίθεται όμως πολύ σωστά το 2ο μέρος που ολοκληρώνει το μυθιστόρημα.

Δύο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε για την εξαφάνισή του από τις υπόλοιπες εκδόσεις: είτε γιατί αυτό το μέρος αναφέρεται στην ενήλικη ζωή των αδελφών και τη θέση της γυναίκας στην οικογένεια και άρα δεν αφορά τις μικρές αναγνώστριες είτε, στην έκδ. του Καστανιώτη, επειδή ακολουθήθηκε η κινηματογραφική ταινία και το βιβλίο εντάχτηκε στη σειρά Το βιβλίο στον κινηματογράφο.

  1. Απ’ όλες τις διασκευές απαλείφθηκε το κεφάλαιο 13ο , ένα κεφάλαιο ‘προτεσταντικής ηθικής’ όπου τα κορίτσια παίζουν τις προσκυνήτριες και δουλεύουν στο ύπαιθρο.

Διαπιστώνουμε ότι στα ‘νέα κείμενα’ των διασκευών οι επεμβάσεις στον κορμό του έργου είναι πολύ δραστικές. Έγκειται λοιπόν στο διασκευαστή να κρατήσει τα στοιχεία που πιστεύει ότι εξακολουθούν να αντέχουν στο χρόνο.Απ’ όλες τις διασκευές του μυθιστορήματος έχει εν μέρει αφαιρεθεί το ιδεολογικό πλαίσιο της εποχής κατά την οποία η Άλκοτ έγραψε το μυθιστόρημά της. Όσα απαλείφθηκαν αφορούν τον προτεσταντισμό (το βιβλίο εκδόθηκε το 1868), την προτεσταντική παιδαγωγική και ηθική, τη θρησκευτικότητα. Απαλείφθηκαν γιατί θεωρήθηκε ότι δεν ενδιαφέρουν αφού είναι μακριά από το σημερινό κοινό, παρόλο που απηχούν το πνεύμα της ‘βαθιάς Αμερικής’ που εξακολουθεί να υφίσταται και να χαρακτηρίζει τους λόγους των αμερικανών προέδρων του 20ου και του 21ου αιώνα.Συχνά οι αφαιρέσεις σχετίζονται με την προσωπικότητα και τη συγγραφική κατεύθυνση του διασκευαστή. Η Μ. Αγγελίδου, για παράδειγμα, (εκδ. Παπαδόπουλος), η οποία υποστηρίζει προγράμματα δημιουργικής γραφής για παιδιά, έκρινε ότι το παιχνίδι των κοριτσιών με τη συγγραφή και την ενασχόληση με τη Λέσχη Πίκγουικ (κεφ. 10 του πρωτοτύπου) είναι σημαντικό στοιχείο του μυθιστορήματος. Έτσι, ενώ δεν μεταφέρει επακριβώς το σχετικό απόσπασμα με τα κείμενα που είχαν συγγράψει οι ηρωίδες, το περιγράφει σε λίγες γραμμές με σκοπό όχι μόνο να δώσει στο σημερινό αναγνώστη την ιστορική πληροφορία για τα παιχνίδια που έπαιζαν εκείνη την εποχή τα παιδιά, αλλά και να του δώσει ένα σχετικό βάρος. Την ίδια επιλογή κάνει ο Κ. Παπαδόπουλος στην εξαιρετική διασκευή των εκδ. Πατάκη. Αντίθετα στις διασκευές των εκδ. Άγκυρα και Μίνωας (κεφ. 8), δεν υπάρχει αναφορά στη Λέσχη και το μόνο που αναφέρεται είναι το περιστατικό με το θάνατο του καναρινιού και την κηδεία του. Δηλαδή έγινε μια προσαρμογή με έμφαση σε κάτι συνηθισμένο και διαχρονικό, αυτό της αμέλειας των παιδιών να φροντίζουν σωστά τα ζωάκια τους.

Τελικά, τι προσλαμβάνουν οι σημερινοί αναγνώστες από τις διασκευασμένες Μικρές κυρίες;

Το ‘κλασικό’ στις Μικρές κυρίες περιορίζεται στα διαχρονικά στοιχεία που θεωρείται ότι διαθέτει: τις όψεις της οικογενειακής ζωής, τον διαπαιδαγωγικό ρόλο που ασκούν οι ενήλικοι στα παιδιά, τις σχέσεις μεταξύ αδελφών, την κοινωνική ζωή, τις φιλίες, τα παιχνίδια, όλα όσα συγκροτούν εν συντομία τη φυσιολογική καθημερινότητα μιας οικογένειας που θα μπορούσε να είναι η δική μας.Στην καλύτερη περίπτωση λοιπόν τα σημερινά παιδιά διαβάζουν ένα ευχάριστο βιβλίο στο οποίο εύκολα μπορούν να αναγνωρίσουν τον εαυτό τους.Από την άλλη, διαβάζουν ένα έργο εν πολλής ‘εκσυγχρονισμένο’ που απέχει πολύ από αυτό που περιλαμβάνεται στον κατάλογο με τα κλασικά της αμερικανικής εθνικής λογοτεχνίας.

Παρά τα όσα επισημάναμε, έχουν ποιότητα οι διασκευές; Τίθεται θέμα πιστότητας; Και ποια εκδοτική επιλογή είναι πιο κοντά στο πρωτότυπο; Η μετάφραση του μέρους ή η διασκευή του πλήρους έργου;Θα λέγαμε ότι εξαρτάται από το αν διακρίνουμε να υπάρχει η, έστω και ασαφής, ηθική δέσμευση του διασκευαστή απέναντι στο έργο στην οποία αναφέρεται ο Marc Soriano. Από κει και πέρα ο αναγνώστης αποφασίζει τι θέλει να διαβάσει!

Πηγές:

Μικρές κυρίες στον κόσμο των διασκευών

https://www.kathimerini.gr/855176/interactive/epikairothta/ta-vivlia-poy-agaphsame/mikres-kyries

Τα Χρόνια της Αθωότητας: ένα έπος του Σκορσέζε για τον αρνούμενο έρωτα

Μια ταινία που πολύ πρόσφατα ανακάλυψα παρά την υψηλή δημοτικότητα της, το αξιόλογο καστ της, το έμπειρο βλέμμα του Σκορσέζε και το γεγονός ότι βασίστηκε σε ένα υπέροχο βιβλίο, είναι “Τα Χρόνια της Αθωότητας”.

Η σκηνοθετική ματιά που όπως πάντα είναι τόσο άρτια που αψηφά κάνεις την καθόλου αμελητέα διάρκεια της ταινίας, τα υπέροχα κουστούμια εποχής, τα αριστοκρατικά σκηνικά αποδίδουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το κλίμα της εποχής και τοποθετούν όμορφα τους πρωταγωνιστές μέσα σε αυτό.

Ίσως η ερμηνεία που ξεχώρισε περισσότερο, διότι απέδωσε το χαρακτήρα όπως θα τον είχε φανταστεί ο αναγνώστης του βιβλίου ήταν η εξαιρετική Ουινόνα Ράιντερ, που υποδύεται την αρραβωνιαστικιά του πρωταγωνιστή Ντάνιελ Ντέι Λούις. Ο τελευταίος παρότι σε κάθε ρόλο που διαδραματίζει είναι μοναδικός σε αυτόν δεν κατάφερε να μας αποδώσει την απόγνωση που ζει ο χαρακτήρες που ενσαρκώνει. Ομοίως και η Μισέλ Φάιφερ που αν και η φυσιογνωμία είναι η καταλληλότερη για την ηρωίδα, η ηθοποιία της δεν είναι τόσο πειστική. Ωστόσο, αυτά είναι αμελητέα μπρος στην γρήγορη πλοκή του έργου, στο συναισθηματικού του υπόβαθρο και στην ηθογραφία των πρωταγωνιστών. Αυτοί μοιάζουν σαν πιόνια μιας σκακιέρα που κινούν άλλοι. Αυτοί οι άλλοι είναι κάποιες φορές οι συγγενείς, κάποιες φορές τα ήθη της εποχής και η κοινωνία που τους πλαισιώνει.

Η υπόθεση

Στο έργο δημιουργείται ένα κατ΄αρχάς χαμηλών τόνων τρίγωνο ερωτευμένων νέων εικοσιδύο έως τριάντα χρόνων και ονομάζει τα χρόνια τους χρόνια αθωότητας θέλοντας να τονίσει την δική τους εκείνη αθωότητα/συμμόρφωση στους τύπους που αποτελούν την βιτρίνα της τάξης τους που αν και πηγάζει από την πιεστικότητα των κανόνων του περίγυρού τους μετατρέπεται σε ηθική υποχρέωση και συμπεριφορές εναρμονισμένες από μιαν άποψη με την καντιανή αισθητική σε βαθμό που αυτή υπαγορεύει καθοριστικά την στάση τους μετατρέποντάς τους σε ήρωες λογοτεχνίας και μέσα στο ίδιο το μυθιστόρημα,χαρακτήρες μέσα σε χαρακτήρες.

Οι χαρακτήρες

Ο Νιούλαντ Άρτσερ,ένας έξυπνος νεαρός δικηγόρος, η τρυφερή και εκπαιδευμένη για αριστοκρατική σύζυγος μα διόλου χαζή μνηστή του Μέι Ουέλαντ και η ξαδέλφη της,η θλιμμένη ζωντοχήρα κόμισσα Έλεν Ολένσκα, είναι χαρακτήρες παρμένοι γενικά από την αριστοκρατία της εποχής αλλά εντός του μυθιστορήματος της Γουόρτον γίνονται απόλυτα εξαρτημένοι από αυτό το ζητούμενο στο οποίο η συγγραφέας σκοπεύει να φτάσει τσαλακώνοντάς τους και ενεργούν σαν να το γνωρίζουν και μάλιστα να είναι υποχρεωμένοι να τερματίσουν την χάρτινη ζωή τους εντός του.

Ο Άρτσερ ερωτεύεται την Ολένσκα μα δεν θα τολμήσει να έρθει σε σύγκρουση όχι με τον περίγυρο αλλά στην πραγματικότητα με τον ίδιο του τον βολεμένο εαυτό και η Ολένσκα αν και έχει ζήσει στην πιο μποέμικη Ευρώπη και αν και θα θελήσει αρχικά να πάρει διαζύγιο (απλό μα εξωφρενικό για όλους αυτούς)και να ξαναχτίσει την ζωή της δεν τον πιέζει αρκετά, θυσιαζόμενη ή μάλλον ηττημένη από τους συμπαγείς κανόνες μιας κοινωνίας προσκολλημένης σ΄έναν υποκριτικό καθωσπρεπισμό.
Ο καημένος είναι τόσο κολλημένος στην ρευστή έννοια του καθήκοντος με την οποία τον έχουν γαλουχήσει που θα προτιμήσει έναν πληκτικό-όπως ομολογεί αργότερα-γάμο που τριάντα ολόκληρα χρόνια μετά,όταν πια είναι χήρος και θα του δοθεί η ευκαιρία να ξανασυναντήσει αυτήν την γυναίκα, θα πανικοβληθεί και θα στερήσει από τον εαυτό του την πιθανότητα της ευτυχίας ,την χαρά τού να κάνει κάτι που εκείνος θέλει κι όχι ο περίγυρος τού επιτάσσει, για μια ακόμα φορά.

Αν και κάποιοι που θα δουν την ταινία σίγουρα θα σκεφτούν ότι απέχει πολύ από την εποχή μας, ότι πια ο έρωτας εκφράζεται ελεύθερα ανεξαρτήτως θέσης, τάξης, προσωπικής ζωής, αλλά αρκεί να αλλάξει γνώμη αν αναρωτηθεί πόσες φορές έχει αναγκαστεί να καταπιέσει, να κρύψει να θέσει στο περιθώριο τα αληθινά του συναισθήματα; Η διαχρονική αυτή πτυχή του έργου και του βιβλίου στο οποίο βασίζεται είναι το χαρακτηριστικό που το καθιστά αριστούργημα.

Πηγές:

http://lesxianagnosisbiblioudegas.blogspot.com/2015/06/blog-post_12.html?m=1