“Αρχιμάστορας Σόλνες” του Ερρίκου Ίψεν: ένας διάλογος μεταξύ δύο ψυχών

Όψιμο, αυτοβιογραφικό μα και αποκαλυπτικό θεωρείται το έργο του Νορβηγού συγγραφέα Ερρίκου Ίψεν, “Αρχιμάστορας Σόλνες”.

Continue reading ““Αρχιμάστορας Σόλνες” του Ερρίκου Ίψεν: ένας διάλογος μεταξύ δύο ψυχών”

“Το Κουκλόσπιτο” του Ερρίκου Ίψεν και η απελευθέρωση της γυναικείας φύσης

Ένα φυλακισμένο πουλί αρχίζει να ονειρεύεται την ελευθερία και καταφέρνει να βγει από το κλουβί του. Αυτή είναι εν συντομία η ουσία του θεατρικού έργου “Το Κουκλόσπιτο”, ενός από τα σπουδαιότερα θεατρικά έργα του Νορβηγού θεατρικού συγγραφέα Ερρίκου Ίψεν. Το έργο έκανε πρεμιέρα στο Βασιλικό Θέατρο της Κοπεγχάγης στις 21 Δεκεμβρίου 1879, όμως είχε εκδοθεί νωρίτερα εκείνο το μήνα. Μάλιστα το 2006, στην εκατονταετία από τον θάνατο του Ίψεν, “Το Κουκλόσπιτο” διακρίθηκε ως το πιο πολυανεβασμένο έργο στον κόσμο εκείνη τη χρονιά.

Continue reading ““Το Κουκλόσπιτο” του Ερρίκου Ίψεν και η απελευθέρωση της γυναικείας φύσης”

«Έντα Γκάμπλερ»: η πιο αυτοκαταστροφική ηρωίδα του Ερρίκου Ίψεν

 «Επιτέλους, μια πράξη»!

Η ατάκα-κραυγή ανήκει στην πιο μοναχική, αμετακίνητη και αυτοκαταστροφική ηρωίδα του παγκόσμιου ρεπερτορίου, την Έντα Γκάμπλερ.

Φωτο: Αγγελική Κοκκοβέ
Η Ιωάννα Παππά στον ρόλο της Έντας, Φεβρουάριος 2020

Η «Έντα Γκάμπλερ» είναι ένα από τα κορυφαία έργα του Ερρίκου Ίψεν. Έντα Γκάμπλερ είναι το πατρικό ονοματεπώνυμο της πρωταγωνίστριας και ο τίτλος του αριστουργήματος του Ίψεν. Από την πρώτη του παρουσίαση το 1891 στη Γερμανία, μέχρι σήμερα, το πρόσωπο της ηρωίδας του δεν έπαψε να απασχολεί τους μελετητές του θεάτρου, και θεωρείται ένας από τους σπουδαιότερους δραματικούς ρόλους του παγκόσμιου ρεπερτορίου.

Η Μάγκι Σμιθ στο ρόλο της Έντα γκάμπλερ. Εθνικό Θέατρο της Αγγλίας (1970)
Η Μάγκι Σμιθ στο ρόλο της Έντα γκάμπλερ. Εθνικό Θέατρο της Αγγλίας (1970)

Προκειμένου να εξασφαλίσει υλική άνεση και μια έντονη κοινωνική ζωή, η Έντα –η υπερήφανη, απαιτητική και αναμφίβολα γοητευτική μοναχοκόρη του στρατηγού Γκάμπλερ- βρίσκεται εγκλωβισμένη σ’ έναν συμβατικό γάμο με τον σχολαστικό & απλοϊκό μικροαστό -πλην επίδοξο ακαδημαϊκό- Γέργκεν Τέσμαν. Ασφυκτιώντας μέσα σε μια καθημερινότητα που δεν της προκαλεί παρά αδιαφορία και περιφρόνηση, βουλιάζει στην ανία.

Leon Levy BAM Digital Archive: Photograph: [Cate Blanchett as Hedda Gabler  aand Aden Young as Ejlert Lovborg in the Sydney Theatre Company production  of "Hedda Gabler" during BAM Spring Series, 2006] [2006.01860]
Η Κέιτ Μπλάνσετ στον ρόλο της Έντας, Λονδίνο 2004

Η Έντα, ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα πρόσωπα της εποχής της, φλέγεται να ζήσει, αλλά δεν τολμάει. Παγιδευμένη ανάμεσα στη δίψα της για ελευθερία και στην αυστηρή συμμόρφωση στις κοινωνικές συμβάσεις, αρνούμενη να υποταχθεί στη μοίρα της ως γυναίκας, αλλά και δέσμια της δημόσιας εικόνας της, η Έντα δεν μπορεί να αυτοπροσδιοριστεί παρά μόνο αρνητικά: καταστρέφοντας ό,τι δεν μπορεί να αποδεχθεί.

Η Κέιτ Μπλάνσετ στον ρόλο της Έντας, Λονδίνο 2004

Έτσι, όταν ο παλιός της φίλος Έιλερτ Λέβμποργκ -που αποτελεί για εκείνη την ενσάρκωση του ρομαντικού της ιδεώδους, του ελεύθερου και παθιασμένου για ζωή ήρωα- επανεμφανίζεται στο μοναχικό της δρόμο, η Έντα καταλαμβάνεται από την άγρια επιθυμία να δοκιμάσει για άλλη μια φορά τη δύναμή της πάνω του.

Αφού δεν μπορεί να εξουσιάσει τη δική της ζωή, μπορεί τουλάχιστον να εξουσιάσει τη ζωή ενός άλλου, να την σημαδέψει για πάντα. Επιδίδεται έτσι σ’ ένα δαιμόνιο παιχνίδι χειραγώγησης και σε πράξεις συγκλονιστικής σκληρότητας, στήνοντας μια παγίδα στην οποία τελικά, αφού δει όλες τις προσδοκίες της να διαψεύδονται, θα πιαστεί και η ίδια.

Φωτο: Αγγελική Κοκκοβέ
Η Ιωάννα Παππά στον ρόλο της Έντας, Φεβρουάριος 2020

Η Έντα θεωρείται ένας από τους πρώτους πλήρως νευρωτικούς γυναικείους πρωταγωνιστές της λογοτεχνίας. Με αυτό, ο Κρατς εννοεί ότι η Έντα δεν είναι ούτε λογική, ούτε τρελή με την παλιά έννοια του να είναι τυχαία και ανυπόληπτος. Οι στόχοι και τα κίνητρά της έχουν μια μυστική, προσωπική λογική από μόνα τους. Παίρνει αυτό που θέλει, αλλά αυτό που θέλει δεν είναι κάτι που οι φυσιολογικοί άνθρωποι θα παραδέχονταν (τουλάχιστον όχι δημοσίως) ότι τους είναι επιθυμητό. Ένα από τα σημαντικά πράγματα που συνεπάγεται ένας τέτοιος χαρακτήρας, είναι η υπόθεση ότι υπάρχει ένας μυστικός, ενίοτε ασυνείδητος, κόσμος των στόχων και των μεθόδων, ίσως ένα μυστικό σύστημα αξιών που συχνά είναι πολύ πιο σημαντικό από το ορθολογικό και τον κοινώς αποδεκτό σύστημα.

Ο Ερρίκος Ίψεν

Ο Ίψεν ενδιαφερόταν για την τότε πρώιμη επιστήμη της ψυχικής ασθένειας και δεν κατανοούσε πλήρως τα πρότυπα της εποχής του. Οι Βρικόλακες του (διαβάστε το αφιέρωμά μας εδώ) είναι ένα ακόμη τέτοιο παράδειγμα. Παραδείγματα της προβληματικής γυναίκας του 19ου αιώνα μπορεί να περιλαμβάνουν καταπιεσμένους, αλλά “κανονικούς”, εσκεμμένους χαρακτήρες: γυναίκες σε καταχρηστικές ή χωρίς αγάπη σχέσεις, και εκείνες με κάποιο είδος οργανικής νόσου του εγκεφάλου. Ο Ίψεν δεν έχει πρόβλημα να αφήσει τέτοιες εξηγήσεις ανολοκλήρωτες.

Was playwright Henrik Ibsen the first male feminist?
Η Κέιτ Μπλάνσετ στον ρόλο της Έντας, Λονδίνο 2004

Για κανένα άλλο έργο του Ίψεν δεν έχουν διασωθεί τόσες προκαταρκτικές σημειώσεις του συγγραφέα όσες για την Έντα Γκάμπλερ. Μερικές από αυτές είναι οι ακόλουθες:

Αυτή η παντρεμένη γυναίκα φαντάζεται όλο και περισσότερο ότι είναι μια σημαντική προσωπικότητα και αισθάνεται υποχρεωμένη να δημιουργήσει για τον εαυτό της ένα εντυπωσιακό παρελθόν.

Τον μισεί τον άντρα της, γιατί αυτός έχει ένα στόχο, μια αποστολή στη ζωή του

Αισθάνεται τρομερή έλξη για τις καινούργιες τάσεις ων καιρών. Αλλά της λείπει το θάρρος. Οι σκέψεις της παραμένουν θεωρίες, απραγματοποίητα όνειρα.

Η Έντα στην ουσία θα ήθελε να ζήσει τη ζωή της σαν άντρας. Αλλά παρεμβαίνουν οι φόβοι και οι ενδοιασμοί, άλλοι κληρονομημένοι, άλλοι εμφυτευμένοι.

Η Έντα είναι η τυπική γυναίκα ως προς την θέση που βρίσκεται και ως προς τον χαρακτήρα της. Παντρεύεται τον Τέσμαν, αλλά αφιερώνει την φαντασία της στον Λέβμποργκ. Τον φέρνει στα όριά του αλλά κάνει πίσω μόνο με την έννοια του σκανδάλου.

Φωτο: Αγγελική Κοκκοβέ
Η Ιωάννα Παππά στον ρόλο της Έντας, Φεβρουάριος 2020

Το έργο έχει προσαρμοστεί για την οθόνη αρκετές φορές, από την εποχή των σιωπηλών ταινιών και μετά, σε πολλές γλώσσες. Το BBC προέβαλε μια τηλεοπτική παραγωγή του έργου το 1962 με τους Ίνγκριντ Μπέργκμαν, Μάικλ Ρεντγκρέιβ, Ραλφ Ρίτσαρντσον και Τρέβορ Χάουαρντ, ενώ το Play of the Month το 1972 χαρακτήρισε τους Τζάνετ Σουζμάν και Ίαν ΜακΚέλεν στους δύο κύριους άξονες. Μια εκδοχή που παρουσιάστηκε στο εμπορικό δίκτυο ITV της Βρετανίας το 1980 τοποθέτησε την Νταϊάνα Ριγκ στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Η Γκλέντα Τζάκσον ήταν υποψήφια για ένα βραβείο Όσκαρ ως βασική ηθοποιός για το ρόλο της στη βρετανική κινηματογραφική προσαρμογή Hedda (1975) σε σκηνοθεσία Trevor Nunn. Μια ακόμη εκδοχή κυκλοφόρησε για την αυστραλιανή τηλεόραση το 1961.

Η Κέιτ Μπλάνσετ στον ρόλο της Έντας, Λονδίνο 2004

Το 2014, ο Μάθιου Τζον προσάρμοσε επίσης την Hedda Gabler με πρωταγωνιστές τη Ρίτα Ραμνάνι, τον Ντέιβιντ Ρ. Μπάτλερ και τη Σαμάνθα Ε. Χαντ.

Στο θέατρο το ρόλο της Έντα Γκάμπλερ έχουν υποδυθεί μεταξύ άλλων η Μάγκι Σμιθ, η Κέιτ Μπλάνσετ κ.ά. Στην Ελλάδα το έργο του Ίψεν ανέβηκε ξανά τον Φεβρουάριο του 2020 με την Ιωάννα Παππά στον πρωταγωνιστικό ρόλο.

ΠΗΓΕΣ: https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%88%CE%BD%CF%84%CE%B1_%CE%93%CE%BA%CE%AC%CE%BC%CF%80%CE%BB%CE%B5%CF%81 , https://www.elculture.gr/blog/enta-gkampler/ , https://www.monopoli.gr/2020/02/01/showtimes/theatre/344475/i-enta-gkampler-tou-errikou-ipsen-sto-theatro-alma/ , https://www.catisart.gr/eikosi-diachronika-theatrika-erga-poy-prepei-na-doyme-esto-kai-mia-fora-sti-zoi-mas/

“Αγριόπαπια” του Ερρίκου Ίψεν

Η Αγριόπαπια (1884, νορβηγικά: Vildanden) είναι θεατρικό έργο του Ερρίκου Ίψεν σε πέντε πράξεις. Συγκαταλέγεται στα πιο διάσημα έργα του Σκανδιναβού δραματουργού. Πολύ περισσότερο, αποτελεί ένα έργο για τον ρόλο του ζωτικού ψεύδους στη ζωή των ανθρώπων αλλά και τη σχέση του ανθρώπου με την φύση.

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα

Ο Ερρίκος Ίψεν είναι ο μεγαλύτερος θεατρικός συγγραφέας που έβγαλε ποτέ η Νορβηγία και όχι μόνο. Η χρεοκοπία και η ταξική πτώση της οικογένειας, έπαιξαν μεγάλο ρόλο στο μετέπειτα έργο του. Αυτός ήταν άλλωστε και ο βασικότερος λόγος που ο Νορβηγός θεατρικός συγγραφέας συνήθιζε να θίγει ευαίσθητα θέματα της εποχής του, όπως τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία, το κόστος που συνεπάγεται η προσπάθεια διατήρησης του πλούτου και του κοινωνικού status, καθώς και ζητήματα ηθικής τάξης.

Σε ηλικία 20 χρονών έγραψε το πρώτο του δράμα (Catilina 1848), ενώ μερικά μόνο από τα μεγαλύτερα έργα του είναι τα εξής: Η κωμωδία του έρωτα (1864), Πέερ Γκιντ (1867), Το Σπίτι της Κούκλας (1879), Βρυκόλακες (1881), Ο Εχθρός του Λαού (1882), Αγριόπαπια (1884), Έντα Γκάμπλερ (1890).

Έφυγε από την ζωή στις 23 Μαΐου του 1906. Προς τιμήν του από το 1986 θεσμοθετήθηκε το ”Βραβείο Ιψεν” το οποίο και απονέμεται μόνο σε θεατρικούς συγγραφείς και έχει σκοπό την προώθηση του νορβηγικού δράματος. Η απονομή γίνεται από το δήμο Σκίεν, πατρίδα του συγγραφέα. Τέλος, από το 2008 δημιουργήθηκε από την Νορβηγική κυβέρνηση και το ‘‘Διεθνές Βραβείο Ιψεν’‘ με σκοπό να τιμηθεί ένα πρόσωπο, οργανισμός ή ίδρυμα στο χώρο της τέχνης και του πολιτισμού για τις προσπάθειες τους στο πνεύμα του Ίψεν.

Το έργο

Ο Γκραίγκερς γυρίζει στην πατρίδα του έπειτα από χρόνια απουσίας σ’ ένα ερημικό μέρος, όπου ανέπτυξε τη φιλοσοφία του για τη ζωή, την οποία αποκαλεί «επιταγή του ιδεώδους» και συνοψίζεται στον αγώνα για επίτευξη της αλήθειας με κάθε θυσία. Επιστρέφοντας ξανασυναντά τον παιδικό του φίλο Γιάλμαρ Έκνταλ, ο οποίος ζει σε μία πλάνη ως προς την οικογενειακή του γαλήνη, τη συζυγική του ευτυχία και το μέγεθος της προσωπικότητάς του. Ο Γκραίγκερς τον θεωρεί τότε ιδανικό παραλήπτη για την «επιταγή» του και επιχειρεί να οδηγήσει την οικογένεια Έκνταλ στη συνειδητοποίηση της ψευδαίσθησής της και να «σώσει» με κάθε κόστος την αγριόπαπια από τον βυθό.

Η αλήθεια πρέπει να αποκαλύπτεται, όποιο κι αν είναι το κόστος, διότι μόνο τότε μπορεί κανείς να γίνει κοινωνός της ιδεώδους ζωής, υποστηρίζει ο Γκραίγκερς κατά την αντιπαράθεσή του με τον Ρέλινγκ πάνω στη μοίρα του Γιάλμαρ. Το ζωτικό ψεύδος είναι η θεραπεία διά πάσαν νόσον, αντιτείνει ο πνευματικός του αντίπαλος. Ο Χένρικ Ίψεν, ένας από τους μεγαλύτερους στοχαστές κι επαναστάτες του παγκόσμιου θεάτρου, για άλλη μια φορά αποκαθηλώνει πρότυπα γράφοντας την Αγριόπαπια, μια ποιητική και γεμάτη συμβολισμούς τραγικωμωδία για τα ζωτικά ψεύδη και τις μετα-αρετές μας, που διαδραματίζεται μέσα στο χάσμα δύο οικογενειών.

Πηγή έμπνευσης

ο πρότυπο του χαρακτήρα της Χέντβιγκ ήταν ένα κορίτσι από τη Γερμανία που γνώρισε ο Ίψεν όταν ολοκλήρωσε το έργο στο Γκόσενζας το καλοκαίρι του 1884. Χέντβιγκ ήταν το όνομα της αδελφής του, με την οποία ήταν πολύ κοντά, η οποία με τη σειρά της πήρε το όνομά της από τη γιαγιά τους από το μέρος της μητέρας τους, Χέντεβιγκ Πάους (1763–1848).

Ο χαρακτήρας του γερο-Έκνταλ θεωρείται ότι είναι βασισμένος στον πατέρα του Ίψεν, Κνουντ Ίψεν.

Αν έχεις εσύ δίκιο κι εγώ άδικο, τότε δεν αξίζει να τη ζει κανείς αυτή τη ζωή.

*Οι εικόνες προέρχονται από την παράσταση που προβλήθηκε από το Θέατρο Πορεία το 2017 και 2018*

Πηγές:

https://frapress.gr/2016/03/afieroma-theatriki-singrafis-pou-egrapsan-istoria/

https://poreiatheatre.com/plays/h-agriopapia/

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%97_%CE%B1%CE%B3%CF%81%CE%B9%CF%8C%CF%80%CE%B1%CF%80%CE%B9%CE%B1

Ο Ίψεν και οι «Βρικόλακες» που στοιχειώνουν την ανθρώπινη ύπαρξή μας

Δυστυχώς ο παλμός των ιδεολογικών, κοινωνικών και ψυχολογικών συγκρούσεων δεν μεταδίδεται. Φωτο: Γκέλυ Καλαμπάκα
“Βρικόλακες” σε σκηνοθεσία Δημ. Καραντζά (2019)

Έχοντας συμπληρώσει σχεδόν 140 χρόνια ζωής, οι «Βρικόλακες» του Ερρίκου Ίψεν, θεωρούνται ένα από τα εμβληματικότερα έργα του Νορβηγού συγγραφέα και συνεχίζουν να εμπνέουν σκηνοθέτες, ηθοποιούς και θεατές. Κείμενο βαθιά δραματικό, ψηφιδογραφία μιας σκληρής εποχής, ενός ολόκληρου αιώνα, με πολλές αναγνώσεις και αμφιλογίες.

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Αποτέλεσμα εικόνας για ερρικος ιψεν

Ο Ερρίκος Ίψεν ( 1828-1906) ήταν Νορβηγός δραματικός συγγραφέας και ποιητής, ένας από τους πρωτοπόρους της σύγχρονης ευρωπαϊκής δραματουργίας. Ήταν το δεύτερο παιδί μιας εύπορης οικογένειας εγκαταστημένης στο λιμάνι Skien.Όταν, στα μέσα της δεκαετίας του 1830, ο πατέρας του καταστράφηκε οικονομικά, η οικογένεια Ίψεν μετοίκησε στο Βένστεπ, όπου έμεινε τα επόμενα οκτώ χρόνια. Η χρεοκοπία του έκανε τον πατέρα του, Knud Ibsen, έναν δύσκολο και πικραμένο άντρα, ο οποίος στράφηκε στον αλκοολισμό, και η μητέρα του Marichen στράφηκε στην εκκλησία.Η οικογένεια Ίψεν τελικά μετακόμισε σε ένα σπίτι στην πόλη Snipetorp Η απομάκρυνση από το οικείο του περιβάλλον και το αίσθημα μείωσης που συνόδευε το γεγονός αυτό, οδήγησαν τον ήδη εσωστρεφή νεαρό Ίψεν στην αναζήτηση διεξόδων μέσα στην ονειροπόληση, στο διάβασμα και στο κουκλοθέατρό του. Εντυπώσεις και αναμνήσεις από τα πρώτα αυτά χρόνια της ζωής του βρίσκονται σε πολλά από τα μεταγενέστερα έργα του ( το Σην του έδωσε την κωμόπολη – πλαίσιο, όπου διαδραματίζεται ο «Σύνδεσμος της Νεότητας» ,η σοφίτα στο Βένστεπ ανακλάται στη σοφίτα του Εκντάλ στην Αγριόπαπια ), ενώ τα μέλη της οικογένειας του χρησίμευσαν, πολλές φορές, ως πρότυπα για τη σκιαγράφηση των χαρακτήρων του. Στην ηλικία των δεκαπέντε, ο Ίψεν αναγκάστηκε να αφήσει το σχολείο. Μετακόμισε στην μικρή πόλη Grimstad για να γίνει βοηθός φαρμακοποιού. Προκειμένου να ξεφύγει από την ανιαρή ζωή του Grimstad αρχίζει να διαβάζει και να γράφει.

Το 1846, όταν ο Ερρίκος ήταν σε ηλικία 18 χρονών, απόκτησε ένα νόθο παιδί με μια υπηρέτρια, το οποίο αργότερα αναγνώρισε χωρίς όμως ποτέ να γνωρίσει. Η ιστορία του νόθου γιου του πιθανολογείται πως ήταν και η αιτία που διέκοψε κάθε σχέση με την οικογένεια του, αλλά και μία καλή έμπνευση για την ιστορία του μεταγενέστερου θεατρικού έργου του «Βρικόλακες». Ο Ερρίκος Ίψεν δεν συνάντησε ποτέ ξανά τον πατέρα του, ενώ είδε την μητέρα του μόνο μια φορά ξανά πριν πεθάνει. Διατηρούσε αλληλογραφία μόνο με μία από τις αδελφές του. Παρά το γεγονός ότι ο Ίψεν τιμήθηκε (αλλά και από ορισμένους κύκλους αμαυρώθηκε), κατά τη διάρκεια της ζωής του, ως πηγή εκείνου που ο Μπέρναρντ Σω ονόμασε «ιψενισμό» (δηλαδή, μια κριτική της ηθικής της εποχής του με μορφή θεατρικού έργου), αναγνωρίστηκε κυρίως ως ο δημιουργός του σύγχρονου δραματικού θεάτρου πρόζας.

Αποτέλεσμα εικόνας για βρικολακες ιψεν παξινου
“Βρικόλακες” (Κατίνα Παξινού και Αλέξης Μινωτής στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, Εθνικό Θέατρο, 1958)

Η μεταγενέστερη κριτική εκτιμάει άλλες ιδιότητες στο έργο του: την αξεπέραστη δεξιοτεχνία της τεχνικής του, τη διεισδυτική ψυχολογική του ανάλυση, τον συμβολισμό του και την ποίηση του θεατρικού του λόγου. Τα θεατρικά έργα που έγραψε στα ώριμα χρόνια της ζωής του -έργα με τα οποία διερεύνησε τι σημαίνει πραγματικότητα και τι ψευδαίσθηση, τι είναι πραγματικά αληθινό και τι επίπλαστο μέσα στο άτομο και στην κοινωνία- συνέβαλαν σημαντικά στην εξέλιξη και στον εμπλουτισμό του δραματικού θεάτρου πρόζας γενικότερα.

“ΒΡΙΚΟΛΑΚΕΣ” (“GENGAGERE”)

Το έργο γράφτηκε το φθινόπωρο του 1881 και εκδόθηκε το Δεκέμβρη της ίδιας χρονιάς.Οι «Βρικόλακες, πραγματεύονται, μέσα από τη δραματική περιγραφή της οικογένειας των Άλβινγκ, την κοινωνική υποκρισία, τα φαντάσματα και τους «βρικόλακες» που στοιχειώνουν την ανθρώπινη ύπαρξη και κληρονομούνται από τους αυστηρούς θεσμούς, τους συμβιβασμούς, το «νόμο» και την «τάξη» που υποβάλλουν οι αταίριαστες με την ανθρώπινη ψυχή, συμπεριφορές αλλά και την ασφυκτική πίεση που ασκούν συχνά στον άνθρωπο οι κοινωνικοί κανόνες.

Όταν ο Ίψεν έστειλε αντίγραφα του βιβλίου σε διάφορα θέατρα, για να το ανεβάσουν, συνάντησε και εκεί, απόρριψη. Ακόμα και τα θέατρα με τα οποία είχε πολλές φορές συνεργαστεί ο Ίψεν μέχρι εκείνη τη στιγμή, δεν δέχτηκαν να το ανεβάσουν. Ο συγγραφέας δεν ένιωσε έκπληξη. Περίμενε κάτι τέτοιο, αφού σε ένα γράμμα του προς τον εκδότη, γράφει ότι: “είναι λογικό να περιμένουμε ότι οι Βρικόλακες θα σημάνουν συναγερμό σε μερικούς κύκλους. Αλλά ας γίνει. Αν δεν προκαλούνταν αναστάτωση, δεν θα ήταν και αναγκαίο το γράψιμο τους.” 

Κυριολεκτικά ο τίτλος μεταφράζεται από τα νορβηγικά «Αυτοί που περπατούν ξανά στη γη», ενώ σε άλλες γλώσσες, έχει επικρατήσει ως «Φαντάσματα». Πράγματι, αυτές οι έννοιες είναι διάχυτες, μιας και τα λάθη του παρελθόντος στοιχειώνουν ακόμα τις μέρες και τις ζωές των ηρώων. Με αρχέτυπα από τις ελληνικές τραγωδίες, οι χαρακτήρες δοκιμάζονται σκληρά από τη μοίρα. Μετά την ύβρη, έρχεται η Νέμεσις και οι ατιμώρητες αμαρτίες των νεκρών, μεταβιβάζονται στους ζωντανούς, διαλύοντάς τους, ώστε να επέλθει η αναπόφευκτη κάθαρση.

Ο Ίψεν περιγράφει στους βρικόλακες την ιστορία μιας γυναίκας, που έχει αφιερώσει τη ζωή της στον άντρα της και στο παιδί της. Ο άντρας της καταφεύγει στην αγκαλιά της απείθαρχης υπηρέτριας και η σύζυγός του καθησυχάζει την συνείδηση της ασχολούμενη με την επιχείρησή του.

Μέσα από την ταπείνωση της ανακάλυψης για την απιστία του , η κ. Έλεν Άλβιγκ παρατά το σπίτι της και βρίσκει καταφύγιο στον πρώτο μεγάλο έρωτα της ζωής της , τον πάστορα Μάντερς. Αυτός ως πάστορας , αυστηρών ηθικών και κοινωνικών αρχών με έντονο το στοιχείο του «πρέπει» να διακατέχει κάθε του κίνηση, προσπαθεί την επαναφέρει στα ιδανικά της αξιοπρέπειας και του καθήκοντος. Το μαρτύριό της  Έλεν φτάνει στο τέλος του με το θάνατο του συζύγου της, μέσα στην αυταπάτη μιας «Αγιασμένης Υπόληψης».Η επιστροφή του Όσβαλντ – του γιου της οικογένειας- μετά την πολύχρονη απουσία του στο Παρίσι όπου εργάζεται ως ζωγράφος, (γεγονός το οποίο ο πάστορας θεωρεί πλήρη διαφθορά ηθών) σηματοδοτεί τη σύγκρουση που θα προκύψει.

Η υποταγμένη σύζυγος, κ. Άλβινγκ, έχει ανατρέψει μέσα της όλα όσα πίστευε και σχεδιάζει τώρα μία νέα ζωή, μ’ επίκεντρο το γιο της. Ο πάστορας Μάντερς όμως διαφωνεί με τα «σχέδια» μητέρας- γιου και επεμβαίνει δυναμικά.

“Βρικόλακες” (Κατίνα Παξινού και Αλέξης Μινωτής στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, Εθνικό Θέατρο, 1958)

Την ανατροπή σε κάθε προοπτική θα φέρει η απόφαση του Όσβαλντ που κληρονόμησε από τον πατέρα του την ερωτική ορμή, να παντρευτεί τη Ρεγγίνα, την υπηρέτρια της κ. Άλβινγκ. Ένα βροχερό βράδυ ερωτοτροπεί με την Ρεγγίνα, για την οποία μόνο η μητέρα του γνωρίζει ότι είναι νόθος κόρη του πατέρα του Όσβαλντ, και συνεπώς αδερφή του. Παράλληλα, ο Όσβαλτ εκμυστηρεύεται στην μητέρα του τα σημάδια της τρέλας που του έχουν εκδηλωθεί ως συμπτώματα μίας ασθένειας που θα τον οδηγήσει σταδιακά σε πνευματική ανημπορία. Σημαντική και χαρακτηριστική για το έργο είναι η λέξη που χρησιμοποιεί ο Όσβαλτ, για να ονοματίσει αυτή του την ασθένεια. Την αναφέρει -αναπαράγοντας τα λεγόμενα του Γάλλου γιατρού που τον εξέτασε-  ως «vermoulu», λέξη που στα Γαλλικά σημαίνει σάπιο, σκωληκώδες, υπονοώντας και ασκώντας έντονη κριτική στην κοινωνική σαθρότητα που επικρατεί πίσω από τις ανθρώπινες μάσκες του καθωσπρεπισμού.… 

Εν τέλει ο Όσβαλτ ζητά από την μητέρα του να του υποσχεθεί ότι όταν ξαναπάθει την κρίση της ασθένειας, θα του δώσει το δηλητήριο που έχει πάντα μαζί του και αυτή παρά την αγάπη που του τρέφει και την σχεδόν μοιρολατρική εξάρτησή της από αυτόν, αναλαμβάνει το δραματικό καθήκον να τον απαλλάξει από το μαρτύριο.

Ο τίτλος, αναφέρεται κυρίως στο στοιχείο της κληρονομικότητας που είναι και το κυρίαρχο θέμα του έργου, καθώς και το στοιχείο της «επανάληψης» μίας ιστορίας, που ενώ οι ήρωες πίστευαν ότι είχε θαφτεί στο βάθος των χρόνων και στα πέπλα της λήθης, αυτή «βρυκολακιάζει» και σαν φάντασμα εμφανίζεται ολοζώντανη μπροστά τους. Η πρώτη χρήση της λέξης στο έργο, είναι τη στιγμή που η κυρία Άλβινγκ, βλέπει το γιο της να ερωτοτροπεί με την Ρεγγίνα, την υπηρέτρια, στο ίδιο ακριβώς σημείο και στην ίδια ακριβώς κατάσταση όπου στο παρελθόν είχε δει και τον άντρα της με την μητέρα της Ρεγγίνας.

Σοκαρισμένη και ξαναφέρνοντας στη μνήμη της σκηνές που αγωνιζόταν σκληρά τόσα χρόνια να θάψει, αναφωνεί «Βρικόλακες», προοικονομώντας έτσι την συνέχεια του έργου.

Το έργο έχει επίσης έντονα στοιχεία από προγενέστερα αριστουργήματα της κλασσικής αλλά και αρχαιοελληνικής δραματουργίας.Αρχικά βλέπουμε την έντονη συσχέτιση με την τραγωδία του Σοφοκλή «Οιδίπους Τύραννος», που αντικατοπτρίζεται όχι μόνο, στην σχεδόν παρανοική σχέση του Όσβαλτ με την μητέρα του, αλλά και στη σχέση του Όσβαλτ με τον πατέρα του, ο θάνατος του οποίου τον στοίχειωσε και εν τέλει τον σκότωσε. Σημαντικό κοινό στοιχείο με τον Οιδίποδα είναι η μανία της «αποκάλυψης» και των κρυμμένων μυστικών, που τόσο ο Οιδίποδας όσο και οι ήρωες του Ιψενικού δράματος, προσπαθούν μανιωδώς να διαφωτίσουν, αδιαφορώντας για τις συνέπειες που θα επιφέρει η αποκάλυψή τους αυτή.

Το στοιχείο της ανάγκης για αποκάλυψη, έρχεται σε έντονη αντιδιαστολή με το ίδιο το επάγγελμα του Όσβαλτ, αφού σε αντίθεση με όλους τους άλλους ζωγράφους  που προσπαθούν να καλύψουν και να διορθώσουν τις ατέλειες με τα έργα τους, ο Όσβαλτ νιώθει την ανάγκη να αποκαλύψει αυτές τις ατέλειες και να βγάλει στη φόρα τα λάθη και την σαπίλα που υποβόσκουν.

Η μανία για αποκάλυψη και διαφάνεια, αλλά και η δεδομένη κατάσταση στην οποία βρίσκεται, αναπόφευκτα συνδέει τον νεαρό Όσβαλτ και με τον επιληπτικό πρίγκιπα Μίνσκιν, τον «Ηλίθιο» του Φίοντορ Ντοστογιέφσκι, που γράφτηκε το 1868, 13 περίπου χρόνια πριν την συγγραφή των «Βρικολάκων». Ο πρίγκιπας Μίνσκιν, όπως και ο Όσβαλτ, (με τον οποίο μοιράζεται μία πάθηση νοητικής φύσεως), μετά από μία μακροχρόνια παραμονή στο εξωτερικό επιστρέφει στη γενέτειρά του, όπου γίνεται αντικείμενο προσοχής, ενδιαφέροντος, αλλά και σχολιασμού από τους γύρω του. Σημαντικό είναι επίσης ότι και τα δύο αυτά έργα συνδέονται με τη ζωή των συγγραφέων τους, με τις γήινες αναζητήσεις του Ίψεν, περί κοινωνικών σχέσεων και κληρονομικών ασθενειών και με την επιληψία που ταλάνιζε τον Ντοστογιέφσκι (το 2ο επιληπτικό επεισόδιο του πρίγκιπα Μίνσκιν που έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της δεξίωσης, αποτελεί περιγραφή προσωπικής εμπειρίας του συγγραφέα)Επίσης και στα 2 έργα οι πρωταγωνιστές προβληματίζονται έντονα σχετικά με την εξέλιξη της ασθένειας τους και το φόβο του επικείμενου θανάτου.

Τέλος, το θρησκευτικό στοιχείο που είναι υπαρκτό και καθορίζει το «savoir faire» μίας ολόκληρης κοινωνίας στους Βρικόλακες και αντιπροσωπεύεται από τις νουθεσίες του πάστορα Μάντερς, είναι εξίσου αισθητό και στα έργα του βαθιά θρησκευόμενου Ντοστογιέφσκι. Όπως και άλλα έργα του Ιψεν, οι «Βρυκόλακες» είχαν προκαλέσει αίσθηση στην εποχή τους.

Κανιβαλικές οικογενειακές σχέσεις, υποχθόνια σύνδρομα και αναφορές σε αφροδίσια νοσήματα, σε μια εποχή κατά την οποία και η απλή αναφορά στη σύφιλη εθεωρείτο σκάνδαλο. Ο μεγάλος Νορβηγός συγγραφέας βγάζει στη φόρα τα άπλυτα μιας ολόκληρης εποχής και κοινωνίας με τρόπο επιθετικό, σοκαριστικό για τους συγχρόνους του. Μάλιστα, το 1898, πάνω από δέκα χρόνια μετά την πρεμιέρα του έργου, όταν ο Ίψεν προσκλήθηκε σε δείπνο με τον Οσκαρ Β΄ της Σουηδίας, ο τελευταίος του είπε ότι οι «Βρικόλακες» είναι ένα κακό έργο. Ο Ίψεν έκανε μια παύση και μετά είπε οργισμένα: «Μεγαλειότατε, έπρεπε να γράψω ένα έργο σαν τους “Βρικόλακες”»

Το 1891 το έργο ανέβηκε για μία και μοναδική, ιδιωτική παράσταση στο Λονδίνο, σε μια λέσχη, μέλη της οποίας ήταν οι Χάρντι και Χένρι Τζέιμς. Σήμερα θεωρείται έργο κλασικό, από τα πιο αντιπροσωπευτικά του Νορβηγού δραματουργού. Συνδυάζοντας το καυστικό κοινωνικό σχόλιο με την υπαρξιακή – μεταφυσική αγωνία, το έργο προσφέρεται για διάφορες προσεγγίσεις, αφού τα στοιχεία της διαφθοράς, της κοινωνικής υποκρισίας και της κληρονομικότητας, καθώς και η αιώνια σύγκρουση της ηθικής τάξης και της Θείας Πρόνοιας, με τις γήινες ανάγκες και τα ανθρώπινα «θέλω», είναι στοιχεία υπαρκτά σε όλες τις χρονικές περιόδους και παραμένουν επίκαιρα μέχρι και στις μέρες μας.

Αποτέλεσμα εικόνας για βρικολακες αρβανιτη
“Βρικόλακες” (με την Μπέττυ Αρβανίτη, Θέατρο Οδού Κεφαλληνίας, 2013)

Αν υπάρχουν δέκα ρόλοι-ορόσημα, που αποτελούν ευσεβείς πόθους για κάθε γυναίκα ηθοποιό, η «Έλεν Άλβινγκ» είναι σίγουρα μέσα σε αυτούς. Στην Ελλάδα, αρκετές σημαντικές κυρίες του θεάτρου, έχουν δώσει το στίγμα τους στην ηρωίδα. Οι πιο πολυσυζητημένες ερμηνείες είναι των Κατίνα Παξινού, Ελένη Χατζηαργύρη, Βέρα Ζαβιτσιάνου, Ράνια Οικονομίδου και της Μπέττυς Αρβανίτη.

ΠΗΓΕΣ: https://www.lifo.gr/articles/theater_articles/228793/vrikolakes-toy-ipsen-ston-skoteino-oiko-tis-oikogeneias-alvingk , http://theatrokaioximono.blogspot.com/2012/03/blog-post_30.html , https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%92%CF%81%CF%85%CE%BA%CF%8C%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CE%B5%CF%82_(%CE%8A%CF%88%CE%B5%CE%BD) , https://www.culturenow.gr/theatro-vrikolakes-toy-ipsen-se-skhnothesia-stathh-livathinoy-kefallhnias/

Πέερ Γκυντ του Ερρίκου Ίψεν, ένα ταξίδι για την ανακάλυψη του εαυτού

Ο Ερρίκος Ίψεν

Ο Ερρίκος Ίψεν (Henrik Ibsen), γεννημένος το 1828 στο Σην της Νορβηγίας ήταν θεατρικός συγγραφέας, σκηνοθέτης, ποιητής και κυρίως δημιουργός του μοντέρνου ρεαλιστικού θεάτρου. Δεύτερο παιδί μιας εύπορης οικογένειας εγκαταστημένης στο λιμάνι Skien, ο Ίψεν έζησε, μετά την πτώχευση της πατρικής επιχείρησης και τη μετακίνηση της οικογένειας του στο γειτονικό Vernstpop, δύσκολα παιδικά και εφηβικά χρόνια.

Παρά το γεγονός ότι ο Ίψεν τιμήθηκε κατά τη διάρκεια της ζωής του, ως κριτικός της ηθικής της εποχής του, αναγνωρίστηκε κυρίως ως δημιουργός του σύγχρονου δραματικού θεάτρου πρόζας. Η μεταγενέστερη κριτική εκτιμάει άλλες ιδιότητες στο έργο του, όπως είναι η αξεπέραστη δεξιοτεχνία της τεχνικής του, η διεισδυτική ψυχολογική του ανάλυση, οι συμβολισμοί του και η ποιητικότητα του θεατρικού του λόγου. Τα σημαντικότερα έργα του ήταν ο Πέερ Γκυντ (1867), Το Κουκλόσπιτο (1879), Οι βρικόλακες (1881) και η Έντα Γκάμπλερ (1890).

«ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΟΥ είναι ποίηση! Κι αν δεν είναι, θα γίνει ποίηση. Η έννοια της Ποίησης θ’ αλλάξει στην πατρίδα μας, τη Νορβηγία, ώστε να συμμορφωθεί με τούτο το βιβλίο. Δεν υπάρχει τίποτα στέρεο στον κόσμο των εννοιών – δεν είναι δα κ’ Έλληνες οι Σκανδιναβοί του αιώνα μας. [] Μήπως δεν είν’ ολοκληρωμένος χαρακτήρας ο Πέερ Γκυντ, τελειωμένος, εξατομικευμένος;! Το ξέρω πως είναι. Κ’ η μάνα, δεν είναι κ’ εκείνη;! []
Μα η αδικία που μου ‘γινε, με χαροποιεί. Μέσα της κρύβεται θεία πρόνοια κι αποστολή. Νοιώθω τις δυνάμεις μου ν’ αυξάνουν, μαζί με την οργή μου. Αν θέλουνε πόλεμο, θα τον έχουν! Εφόσον δεν είμαι ποιητής, τι έχω να χάσω; Θα τα καταφέρω ως φωτογράφος. Τους συγχρόνους μου κει πάνω θα τους πιάσω έναν-έναν, όπως έκανα και με τους γλωσσομεταρρυθμιστές. Δεν θ’ αφήσω ούτ’ έμβρυο στην κοιλιά της μάνας του…»

Πέερ Γκυντ

Το έργο παρακολουθεί τη ζωή του Πέερ Γκυντ στο πέρασμα του χρόνου. Το δράμα ξεκινά να εκτυλίσσεται στις αρχές του 19ου αιώνα και ολοκληρώνεται το 1870. Δεν ακολουθείται η κλασική μορφή και συνοχή ενός θεατρικού έργου. Χωρίζεται σε πέντε πράξεις, οι τέσσερις εκ των οποίων διαδραματίζονται στα νορβηγικά βουνά. Η τέταρτη και μεγαλύτερη λαμβάνει μέρος στο Μαρόκο, στην έρημο Σαχάρα και στο φρενοκομείο του Καΐρου.

Επεισόδιο Α’

Στην πρώτη πράξη μας συστήνονται οι βασικοί χαρακτήρες του έργου και ο τόπος δράσης τους, το νορβηγικό Γκούντμπραντστάλ. Το επεισόδιο ξεκινά με τον Πέερ να εξιστορεί φανταστικά κατορθώματα στη μητέρα του και να ονειρεύεται περιουσίες και αξιώματα. Η χήρα μάνα του, Ώζε, είναι μια γυναίκα σκληροτράχηλη, μετρημένη και τίμια με υψηλό ηθικό φρόνημα. Οι περιπέτειες του γιου της, την φέρνουν συχνά αντιμέτωπη με την κοινωνία αλλά και με τον ίδιο της τον εαυτό. Η σχέση τους συγκρουσιακή, όμως η Ώζε δεν παύει να αγαπά και να προστατεύει το γιο της. Ο Γκυντ, ως άλλος Καζανόβα, συνηθίζει να παρενοχλεί τις κοπέλες του χωριού, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να κλέψει μια πλούσια νύφη πριν το γάμο της, όμως την καρδιά του κλέβει η όμορφη και σεμνή Σόλβαϊγ…

Επεισόδιο Β’

Στο δεύτερο επεισόδιο του έργου, ο Πέερ Γκυντ θυσιάζει τον έρωτά του για τη Σόλβαϊγ και ζητάει σε γάμο την πλούσια κόρη του βασιλιά Ντόβρε. Μόνη προϋπόθεση προκειμένου να γίνει ο γάμος είναι να απαρνηθεί την ανθρώπινη φύση του και να γίνει τρολλ, δηλαδή ξωτικό, όπως είναι και η νύφη και το υπόλοιπο βασίλειο. Η φιλοδοξία του Πέερ , αν και μεγάλη, δεν είναι αρκετή ώστε να τον κάνει να δεχθεί την πρόταση. Έτσι, τα μόνα «λάφυρα» που απέσπασε είναι μια ουρά και αρκετοί θανάσιμοι εχθροί.

Επεισόδιο Γ’

Η τρίτη πράξη περιέχει την πιο δραματική νότα του έργου. Η Ώζε σε προχωρημένη πλέον ηλικία και ταλαιπωρημένη από τη ζωή αφήνει την τελευταία της πνοή δίπλα στο γιο της. Ο Ίψεν χαρίζει μια έντονη σκηνή, με τον τρόπο που μόνο αυτός ξέρει. Ο Πέερ Γκυντ φαίνεται να τιμωρείται για τις επιλογές του γιατί, εκτός από την απώλεια της μητέρας του, χάνει και τη μονάκριβη αγαπημένη του Σόλβαϊγ, ύστερα από την εμφάνιση μιας μυστηριώδους γυναίκας, που τον κατατρέχει και τον αναγκάζει να εγκαταλείψει την πατρίδα του. Το ταξίδι για τον Πέερ Γκυντ τώρα ξεκινά …

Επεισόδιο Δ’

Κατά το τέταρτο επεισόδιο, το οποίο κατέχει και την μεγαλύτερη έκταση του δράματος, ο Πέερ Γκυντ είναι πλέον ένας πλούσιος μεσήλικας, που έχει γυρίσει όλο τον κόσμο. Η πρώτη σκηνή τον βρίσκει σε μια ακρογιαλιά του Μαρόκο, ανάμεσα σε επιφανείς ευρωπαίους. Ο ίδιος έχει πλουτίσει από δουλεμπόρια στην Αφρική και λαθρεμπόρια στην Κίνα. Δεν αργεί να προκαλέσει την οργή των συντρόφων του, ύστερα από τη στήριξή του στους Τούρκους έναντι των Ελλήνων στην επανάσταση. Επιχείρημά του το κέρδος και το ατομικό συμφέρον, γεγονός που δεν συγχωρείται από τους Γάλλους και Άγγλους, οι οποίοι του κλέβουν τα καράβια. Έτσι, καταφεύγει στην έρημο Σαχάρα. Εκεί παριστάνει τον προφήτη και αποσπά μυθικά ποσά, κοσμήματα και χρυσό. Όμως, δεν αργεί να πιαστεί θύμα της ματαιοδοξίας του, χάνοντας τα πάντα από μια κοπέλα, που παριστάνει την εκστασιασμένη από τη δύναμη και τη γοητεία του «ψευδό» προφήτη. Τραγική κατάληξη το φρενοκομείο του Καΐρου. Οδηγείται σε αυτό ύστερα από την εμμονή του να δηλώνει «ο εαυτός του». Ο Πέερ Γκυντ συνειδητοποιεί ότι οι τρόφιμοι του ιδρύματος βρίσκονται εκεί επειδή ζουν σε έναν δικό τους κόσμο, σε έναν κόσμο που υπάρχει μόνο ο εαυτός τους. Το γεγονός αυτό δεν τον αλλάζει. Εξάλλου, πάντα ένα στόχο είχε στη ζωή του. Να γίνει ο κυρίαρχος του εαυτού του και όλων των άλλων.

Επεισόδιο Ε’

Στο πέμπτο και τελευταίο επεισόδιο, ο Πέερ Γκυντ σε προχωρημένη ηλικία επιστρέφει στη Νορβηγία. Αν και δοκιμάζεται από ένα μοιραίο ναυάγιο, παραμένει πιστός στις απόψεις του. Κάνει τα πάντα για να σώσει τον εαυτό του, χωρίς να σκεφτεί λεπτό το πλήρωμά του. Στον τόπο του, εμφανίζεται ο Κουμποχύτης, σαν άλλος Χάρος, ο οποίος τον καταδιώκει για να του λιώσει τη ψυχή, ως τιμωρία για τον αμαρτωλό βίο του. Μόνη του διαφυγή είναι να αποδείξει ότι σε όλη του τη ζωή ήταν μόνο ο εαυτός του. Απεγνωσμένα αναζητά πρόσωπα από το παρελθόν, ανασύρει μνήμες και ξαναζωντανεύει γεγονότα. Ο Πέερ Γκυντ συνειδητοποιεί ότι σε όλη του τη ζωή υποκρίνεται ότι είναι κάποιος άλλος. Άλλοτε πλούσιος άρχοντας, ξωτικό, δουλέμπορος, προφήτης, κατακτητής… Μονάχα ένα πρόσωπο. Σε έναν άνθρωπο ήταν ο εαυτός του και το σημαντικότερο, μονάχα ένα άτομο τον αγάπησε όπως ήταν και τον περίμενε μέχρι το τέλος. Η Σόλβαϊγ…

O Ίψεν γράφει τον Πέερ Γκυντ το 1867 κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Ιταλία. Βασική επιρροή του, ο ομώνυμος ήρωας των λαϊκών παραμυθιών της Νορβηγίας. Ήδη, το 1862 παίρνει υποτροφία από το Πανεπιστήμιο της Χριστιανίας για να καταγράψει παραδόσεις, θρύλους και λαϊκά παραμύθια της ενδοχώρας. Έτσι, κατά την αναζήτησή του περνάει και από το Γκούντμπραντστάλ, γενέτειρα του μυθικού Πέερ Γκυντ.

Όπως παραδέχεται και ο ίδιος σε επιστολές του, το έργο περιγράφει αρκετά παιδικά του βιώματα. Μέσα από το χαρακτήρα της Ώζε σκιαγραφείται η μητέρα του και μέσα από τον Τζων Γκυντ, ο πατέρας του. Όπως και ο ήρωας, βίωσε δύσκολα παιδικά χρόνια εξαιτίας της χρεωκοπίας του πατέρα του και του διωγμού της οικογένειάς του από το πατρικό του.

Ο Πέερ Γκυντ ανήκει στα πρώτα έργα του θεατρικού συγγραφέα με επίκεντρο την κριτική της νορβηγικής ζωής και του εφησυχασμού του νορβηγικού χαρακτήρα. Ο ίδιος, μεγαλώνοντας την εποχή της έκρηξης του καπιταλισμού και της αυστηρής προτεσταντικής ηθικής, που τον συνόδευε, αποκηρύσσει νωρίς από τη ζωή του τη σεμνοτυφία, την εργασία ως αυτοσκοπό, την ιεροποίηση του χρήματος και την ταύτιση της ευτυχίας με την επιτυχία.

Σε ένα τέτοιο πλαίσιο τοποθετεί τον ήρωά του να στοχάζεται για την έννοια του εαυτού, για τα όνειρα και τους πειρασμούς, για το καλό και το κακό. Όλο το έργο δομείται πάνω στον Πέερ Γκυντ. Σκηνικά, τοπία, και διάλογοι είναι φτιαγμένα για το σκανδιναβό Δον-Κιχώτη. Ο Ίψεν του Γκυντ απέχει παρασάγγας από τη νατουραλιστική και αυστηρά ρεαλιστική ενότητα των ύστερων έργων του. Βέβαια, η έντονη παρουσία του φυσικού στοιχείου, ο υπερβατικός και ρομαντικός χαρακτήρας και η ανάμειξη του μεταφυσικού με το ρεαλιστικό στοιχείο παραμένουν και σε αυτό το έργο. Όμως, αυτό που θέλει πραγματικά να εκφράσει ο Νορβηγός συγγραφέας μέσα από το έργο του είναι η αγωνία ενός ανθρώπου εκείνης της εποχής να πετύχει και να αποδείξει ότι είναι ο εαυτός του. Αυτός ο φαινομενικά μισότρελος, δεν είναι παρά ένας πολύ γνωστικός άνθρωπος που παραδίνεται θέλοντας και μη στις δίνες των αντίθετων αναγκών και αγωνίζεται να τις ισορροπήσει μέσα του.

Χένρικ Ίψεν