Τα βιντεοπαιχνίδια ως 8η μορφή τέχνης

Υπάρχει μια τάση από μια μεγάλη μερίδα ανθρώπων μέχρι και σήμερα, που θεωρούν παράλογη την παραδοχή της άποψης που διαφαίνεται στον τίτλο του συγκεκριμένου άρθρου. Η εν λόγω άποψη, που κανονικά  θα έπρεπε να θεωρείται αυτονόητη, είναι θύμα στερεοτυπικών αντιλήψεων που καλλιεργούνται εδώ και πολλά χρόνια. Αυτήν ακριβώς την άποψη θα προσπαθήσουμε να αναλύσουμε και να αναιρεσουμε παρακάτω.

Το πιο θλιβερό είναι ότι εν έτει 2021 πολλοί άνθρωποι, μέχρι και εγκεκριμένοι επιστήμονες, ακόμα και άνθρωποι που βρίσκονται και έχουν άμεση επαφή με τον χώρο της τέχνης γενικά, εκφέρουν με πολεμικό τρόπο την άποψη τους ότι τα βιντεοπαιχνίδια δεν είναι τέχνη, θεωρώντας τα ως βασική αιτία βίας και κοινωνικής απομόνωσης, ως ένα χαζό και ανούσιο μέσο που δεν μπορεί να επηρεάσει θετικά τη ψυχή του ανθρώπου. Σε συζητήσεις με φίλους, γνωστούς και αγνώστους παρατηρεί κανείς την έκπληξή τους στο άκουσμα της λέξης «τέχνη» δίπλα στη λέξη «videogames». Όταν δε πολλές φορές περιέγραφα την προσωπική μου εμπειρία με το συγκεκριμένο μέσο, λάμβανα την απάντηση ότι αυτό ακούγεται κάπως παράλογο. Το ερώτημα δεν είναι αν οι άνθρωποι αυτοί έχουν δίκιο ή άδικο, καθώς η απάντηση είναι απλή. Το ερώτημα είναι από που πηγάζει αυτή η άρνηση στην παραδοχή του γεγονότος ότι τα βιντεοπαιχνίδια, όχι απλώς αποτελούν μορφή τέχνης, αλλά έχουν και τον δικό τους διακριτό χώρο ως η 8η των τεχνών.

Continue reading “Τα βιντεοπαιχνίδια ως 8η μορφή τέχνης”

Malcolm & Marie: Μία ταινία για το τοξικό πάθος μίας σχέσης, μία δήλωση για την τέχνη του κινηματογράφου και το τίμημα της

Tο «Malcolm & Marie», αποτελεί μία ταινία που καταγράφει την περίπλοκη σχέση ενός ζευγαριού μέσα σε μία νύχτα. Η ταινία – πρότζεκτ γυρίστηκε εξ ολοκλήρου κατά τη διάρκεια της πανδημίας, αφού ο σκηνοθέτης και οι παραγωγοί θέλησαν να γυρίσουν μία ταινία που δεν θα περιοριζόταν από τα εμπόδια που είχαν επιβληθεί στις κινηματογραφικές παραγωγές. Τα γυρίσματα διήρκησαν 2 βδομάδες σε ένα μεγάλο σπίτι στο Καρμέλ της Καλιφόρνιας χωρίς μακιγιέρ και ενδυματολόγο, ολόκληρη η παραγωγή στοίχισε 2,5 εκατομμύρια δολάρια, αλλά πουλήθηκε υπερδεκαπλάσια στο Netflix και έκανε πρεμιέρα στην πλατφόρμα στις 5 Φεβρουαρίου, έχοντας στραμμένο το βλέμμα στα επερχόμενα βραβεία.

Continue reading “Malcolm & Marie: Μία ταινία για το τοξικό πάθος μίας σχέσης, μία δήλωση για την τέχνη του κινηματογράφου και το τίμημα της”

Το “Κουρδιστό Πορτοκάλι” του Άντονι Μπέρτζες: μια ηθική διαμάχη ανάμεσα στο “καλό” και το “κακό”

Το “Κουρδιστό Πορτοκάλι” του Άντονι Μπέρτζες, πρωτοδημοσιεύτηκε το 1962 και έμελλε να γίνει ένα από τα διασημότερα συγγραφικά διαμάντια της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Φουτουριστικό,αιχμηρό, σοκαριστικά ειλικρινές πλάθει μια δυστοπική κοινωνία γεμάτη βία, σεξ, και διαφθορά.

Ο Συγγραφεασ

Ο Τζον Άντονι Γουίλσον Μπέρτζες που έγραψε «Το κουρδιστό πορτοκάλι», είχε μια συγκλονιστικά ενδιαφέρουσα και ανατρεπτική ζωή. Γεννήθηκε στις 25 Φεβρουαρίου του 1917 σε ένα προάστιο του Μάντσεστερ της Αγγλίας. Η οικογένεια του ανήκε στην μικροαστική τάξη και είχε ανατραφεί με καθολικά πρότυπα. Η μητέρα και η μεγαλύτερη αδερφή του Άντονι πέθαναν το 1919, από την επιδημία της Ισπανικής γρίπης. Ο θάνατος της μητέρας του στην τρυφερή ηλικία των δύο χρόνων, επηρέασε έντονα την ψυχοσύνθεση του Άντονι γεγονός που φαίνεται στα έργα που συνέγραψε τα επόμενα χρόνια. Ο πατέρας του Μπέρτζες διατηρούσε μια παμπ και αφιέρωνε όλο του τον χρόνο στην επιχείρηση. Ο Άντονι ανατράφηκε από την θεία του και έπειτα από τη μητριά του, όταν ο πατέρας του ξαναπαντρεύτηκε. Η κλίση του στις τέχνες ήταν εμφανής από μικρή ηλικία με ιδιαίτερη προτίμηση στη μουσική και την λογοτεχνία. Αποφάσισε να ασχοληθεί με τη μουσική όταν άκουσε ένα ορχηστικό ποίημα του συνθέτη Κλωντ Ντεμπυσσύ. Η οικογένεια του δεν είχε χρήματα για μαθήματα μουσικής και ο Μπέρτζες έμαθε αργότερα στα 14 του να παίζει πιάνο. Αν και ήθελε να συνεχίσει τις σπουδές του σε μουσικό πανεπιστήμιο, η απόδοση του στα θετικά μαθήματα ήταν απογοητευτική και δεν πέρασε τις εξετάσεις στο μουσικό τμήμα του πανεπιστημίου. Έτσι, το 1940 αποφοίτησε από το πανεπιστήμιο με πτυχίο Λογοτεχνίας και Αγγλικής Γλώσσας.

Μετά το πανεπιστήμιο, ο Μπέρτζες κατατάχθηκε στον στρατό και παρά την αποστροφή του προς την εξουσία και την πειθαρχία γρήγορα αναρριχήθηκε στα στρατιωτικά αξιώματα. Το πανεπιστημιακό του υπόβαθρο, η γλωσσική ευφράδεια και η γνώση ξένων ιδιωμάτων, εννέα στο σύνολο, είχαν ως αποτέλεσμα να υπηρετήσει στο σώμα του βρετανικού στρατού που ήταν υπεύθυνο για την εκπαίδευση και την τεχνική κατάρτιση των στρατιωτών. Ο Μπέρτζες κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου βρισκόταν στο Γιβραλτάρ και εκπαίδευε στρατιώτες. Η έγκυος γυναίκα του, Λιν Τζόουνς, με την οποία γνωρίστηκε όταν ήταν φοιτητής, ήταν στο Λονδίνο. Το 1942, κατά την διάρκεια ενός μπλακ-άουτ στο Λονδίνο, εξαιτίας του πολέμου, τέσσερις λιποτάχτες Αμερικανοί στρατιώτες εισέβαλαν στο σπίτι της Λιν και την κακοποίησαν σεξουαλικά. Η Λιν έχασε το παιδί και ο Μπέρτζες, επηρεασμένος από το τραγικό γεγονός, αργότερα στο «Κουρδιστό Πορτοκάλι» περιγράφει μια παρόμοια άγρια σκηνή βιασμού.

Το 1946 ο Μπέρτζες παραιτήθηκε από τον στρατό, γύρισε στην Αγγλία και έως το 1950 δίδασκε γλωσσολογία, Αγγλική λογοτεχνία και δράμα σε πανεπιστήμια και σχολεία της Βρετανίας. Το 1959 και ενώ δίδασκε Ιστορία σε κολλέγιο στο Μπρούνεϊ, κατέρρευσε μέσα στην τάξη. Οι γιατροί διέγνωσαν όγκο στον εγκέφαλο και πληροφόρησαν τον Άντονι ότι είχε μόλις 12 μήνες ζωής. Ο Άντονι Μπέρτζες επέστρεψε με τη γυναίκα του στην Αγγλία και επικεντρώθηκε στη συγγραφή βιβλίων. Έθεσε ως στόχο να γράψει και να εκδώσει μέσα σε ένα χρόνο δέκα ολόκληρα βιβλία! Επιθυμούσε με αυτό τον τρόπο να εξασφαλίσει οικονομικά την οικογένεια του. Για καλή του τύχη, η διάγνωση ήταν λανθασμένη καθώς οι γιατροί στην Αγγλία δεν βρήκαν κανένα στοιχείο που να υποδεικνύει όγκο στο κεφάλι. Τελικά, μέσα σε ένα χρόνο κατάφερε να ολοκληρώσει πέντε βιβλία. Έκτοτε, η συγγραφή έγινε η αποκλειστική του απασχόληση. Μέχρι τον θάνατο του είχε γράψει 33 βιβλία.

Αν και η συμβολή του στην λογοτεχνία και το δυστοπικό μυθιστόρημα του 20ου αιώνα ήταν καταλυτική, ο Άντονι Μπέρτζες προτιμούσε ο κόσμος να τον θυμάται περισσότερο σαν συνθέτη και λιγότερο σαν συγγραφέα. Το παράπονο του αποτύπωσε σε συνέντευξη του σε εφημερίδα: «Εύχομαι ο κόσμος να με θυμάται ως το μουσικό που συγγράφει και όχι ως τον συγγραφέα που συνθέτει μουσική». Μάλλον η επιθυμία του δεν έγινε πραγματικότητα…

το βιβλιο

Μια παρέα εφήβων, με αρχηγό τον Άλεξ, επιδίδεται σε εγκληματικές συμπεριφορές –αντλώντας ευχαρίστηση και χρήματα από τις παραβατικές τους πράξεις. Πολύ σύντομα, φτάνουν στο φόνο και ο Άλεξ συλλαμβάνεται και έρχεται αντιμέτωπος με ένα ιδιόμορφο πρόγραμμα σωφρονισμού. Του δίνεται το δικαίωμα επιλογής να ενταχθεί σε ένα πρόγραμμα το οποίο βρίσκεται υπό δοκιμή το οποίο και έχει ως μοναδικό σκοπό την καταστολή οποιουδήποτε βίαιου συναισθήματος ή συμπεριφοράς, επιτρέποντάς του να επανενταχθεί στο κοινωνικό σύνολο ως ένας κανονικός, ενάρετος πολίτης. Τα πράγματα όμως, εξελίσσονται πολύ διαφορετικά απ’ όσο ο Άλεξ πίστευε και το να αποτελέσει και πάλι μέλος του συνόλου, είναι πολύ πιο δύσκολο απ’ όσο θα φανταζόταν. Έτσι, από θύτης θα μετατραπεί σε ένα πειραματόζωο προκειμένου να απεμπολίσει κάθε βίαιη συμπεριφορά του. Μετά το τέλος της θεραπείας ο Άλεξ θα βρει απέναντί του την εχθρικότητα των ανθρώπων που πλήγωσε, και μια ολόκληρη  κοινωνία να τον καταδικάζει.

Τα ερωτήματα που τίθενται στο βιβλίο του Άντονι Μπέρτζες είναι αναρίθμητα. Τι είναι προτιμότερο: ένας εγκληματίας με ελεύθερη βούληση ή ένας άβουλος υπάκουος πολίτης; Ο άνθρωπος μπορεί να αλλάξει, να καταπολεμήσει τα ένστικτα του; Ποια είναι η αποτελεσματικότητα του σωφρονισμού; Μπορεί ένας εγκληματίας να επανανταχθεί ομαλά στο κοινωνικό σύνολο; Μπορεί κάποιος κακοποιός να αποκτήσει εξουσία ή αυτός που εξουσιάζει μπορεί να κακοποιό στοιχείο; Ο Μπέρτζες δε δίνει απαντήσεις σε όλα αυτά τα ερωτήματα, αντιθέτως, με την πένα του τροφοδοτεί μια ηθική διαμάχη μεταξύ καλού και κακού. Με το έργο του αυτό, αφυπνίζει, θίγει την αυθαιρεσία του συστήματος και θέτει στο επίκεντρο όχι μόνο την έκδηλη σωματική βία αλλά την υποδόρια  κυβερνητική, πολιτική βία.

Κάτι ακόμη που καθιστά αυτό το κείμενο ξεχωριστό, είναι το γεγονός πως ο συγγραφέας υιοθετεί τη γλώσσα των εφήβων της εποχής του, τη “νάντσατ”, ένα συνονθύλευμα αγγλικών και ρωσικών λέξεων. Με αυτό τον τρόπο, ο αναγνώστης έρχεται πιο κοντά με τους νέους και πρωταγωνιστές του βιβλίου και αντιλαμβάνεται ευκολότερο την ιδιοσυγκρασία τους και τη συναισθηματική τους κατάσταση. Παράλληλα, διατηρείται ζωντανό το ενδιαφέρον του αναγνώστη.

Αυτό επιτυγχάνεται ήδη από τον τίτλο του βιβλίου του. Το λεκτικό αυτό σχήμα δεν είναι διόλου τυχαίο και ασύμφωνο με την υπόθεση του έργου. Ο Μπέρτζες επέλεξε ένα φυσικό στοιχείο, το πορτοκάλι, έναν οργανισμό όπως αυτό του ανθρώπου, το οποίο κουρδίζεται, ελέγχεται, ποδηγετείται.

Το βιβλίο αποτελείται από 21 κεφάλαια, όσα είναι δηλαδή και τα χρόνια που έπρεπε  να συμπληρώσει κάποιος για να ενηλικιωθεί στη Βρετανία. Ωστόσο, ο αμερικανός εκδότης W.W Norton -όπως και ο σκηνοθέτης της ταινίες, Στάνλεϊ Κιούμπρικ, παρέλειψε το 21ο κεφάλαιο, στο οποίο ο Άλεξ παρουσιάζεται μετανιωμένος, να απολαμβάνει τον έγγαμο βίο και να ζει μια ήρεμη ζωή. Ο Μπέρτζες έχει δηλώσει ότι έγραψε το βιβλίο σε τρεις μόλις εβδομάδες και ότι ήταν το λιγότερο αγαπημένο του καθώς πίστευε ότι  η λογοτεχνική του αξία επισκιάστηκε από τα ηθικούς και κοινωνικούς προβληματισμούς που θέτει.

Το βιβλίο κυκλοφορεί, πιστό στην πρωτότυπη μορφή του από τις εκδόσεις Anubis και μπορείτε να το προμηθευτείτε εδώ.

η κινηματογραφικη μεταφορα

Το 1971, το «Κουρδιστό Πορτοκάλι» μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Στάνλεϊ Κιούμπρικ. Η ταινία περιείχε σκληρές σκηνές βίας και την περίοδο που προβλήθηκε σε αρκετές χώρες ξέσπασε κύμα εγκληματικότητας με πολλούς παραβάτες-μιμητές των πρωταγωνιστών. Η προβολή της ταινίας απαγορεύτηκε σε αρκετές χώρες. Ο σκηνοθέτης ήταν έξαλλος με την απόφαση και απαίτησε όσο είναι εν ζωή η ταινία να μην προβληθεί στην Αγγλία. Γι’αυτό το λόγο, δεν προβλήθηκε στη Μεγάλη Βρετανία, μέχρι τον θάνατο του, το 1999. Παρ’ όλο που όπως αναφέρθηκε, ο Μπέρτζες στο τέλος του βιβλίου παρουσιάζει τον Άλεξ αναμορφωμένο και συνειδητοποιημένο ότι η βία ήταν απλώς το καταφύγιο της νεανικής του πλήξης, ο Κιούμπρικ στη μεταφορά του έργου στον κινηματογράφο επέλεξε να εμφανίσει τη νεανική βία εγγενές χαρακτηριστικό, αδύνατο να εξαλειφθεί από τα προγράμματα της πολιτείας. Έτσι,στο κινηματογραφικό σενάριο  ο Άλεξ λίγο μετά την αποφυλάκισή του επιστρέφει στο εγκληματικό παρελθόν του. Το 1987, ο Μπέρτζες έπειτα από πολλές συνεντεύξεις και άρθρα γνώμης που εξέφραζε την αρνητική του άποψη για το τέλος της ταινίας, διασκεύασε ο ίδιος το βιβλίο του για θεατρική παράσταση, συμπεριλαμβανομένου και του 21ου κεφαλαίου.

Πηγές

Το Κουρδιστό Πορτοκάλι

Το ταξίδι ενός εμβληματικού μυθιστορήματος από το χαρτί στη μεγάλη οθόνη. Μερικές  άγνωστες αλήθειες για το “Κουρδιστό Πορτοκάλι” του Άντονι Μπέρτζες.

«Το κουρδιστό πορτοκάλι». Η σκληρή κόντρα του συγγραφέα με τον Κιούμπρικ για παραποίηση του βιβλίου του. Η σκηνή του βιασμού ήταν εμπνευσμένη από την κακοποίηση της έγκυου συζύγου του…

ΤΟ ΚΟΥΡΔΙΣΤΟ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ

Ο καταραμένος, βαθύς και ψυχογραφικός Μάκβεθ

1. Εισαγωγή

Ο Μάκβεθ είναι η μικρότερη τραγωδία του Σαίξπηρ και πιστεύεται ότι γράφτηκε μεταξύ του 1603 και του 1606.

Πηγές του Σαίξπηρ γι’ αυτήν την τραγωδία ήταν παλιότερες περιγραφές για τον Μάκμπεθ της Σκωτίας, τον Μακντόφ και τον Ντάνκαν Α’ της Σκωτίας. Ωστόσο η ιστορία του Μάκβεθ όπως ειπώθηκε από τον Σαίξπηρ έχει ελάχιστη σχέση με τα πραγματικά γεγονότα της ιστορίας της Σκωτίας, αφού ο Μάκβεθ ήταν ένας θαυμαστός μονάρχης.

Στον κόσμο του θεάτρου, κάποιοι πιστεύουν ότι το έργο είναι καταραμένο και δεν κατονομάζουν τον τίτλο του, αλλά προτιμούν να το αναφέρουν ως “το Σκωτσέζικο έργο”. Εντούτοις, όλα αυτά τα χρόνια το έργο έχει προσελκύσει μερικούς από τους σημαντικότερους ηθοποιούς για τους ρόλους του Μάκβεθ και της Λαίδης Μάκβεθ, έχοντας μεταφερθεί στον κινηματογράφο, στην τηλεόραση, στην όπερα, σε κόμικς κ.α.


Η ιστορία του Μάκβεθ και της Λαίδης Μάκβεθ είναι γνωστή. Η τρέλα της εξουσίας, ο φθόνος, ο φόνος, η ενοχή, η αλαζονεία είναι μερικά μόνο από τα συναισθήματα που πραγματεύεται το έργο.

Ο στρατηγός Μάκβεθ γυρίζει νικητής απ’ τον πόλεμο και τρεις μάγισσες να του ανακοινώσουν την προφητεία τους ότι θα γίνει βασιλιάς. Παρακινούμενος από τη σύζυγό του και από τη φιλοδοξία του, ο Μάκβεθ σκοτώνει το βασιλιά Ντάνκαν, τον οποίο φιλοξενούσε και γίνεται βασιλιάς της Σκωτίας. Θέλοντας να εδραιώσει ακόμη περισσότερο τη θέση του, δολοφονεί και τον στρατηγό Μπάνκο, επειδή θυμήθηκε ότι οι τρεις μάγισσες είχαν προβλέψει, ότι ο στρατηγός θα γεννήσει βασιλιάδες. Από τη δολοφονία ξέφυγε ο γιος του Μπάνκο, ο Μάλκομ. Ο Μάκβεθ συμβουλευόμενος εκ νέου τις μάγισσες του προλέγουν ότι δεν πρόκειται να ηττηθεί “πριν το δάσος Μπέρναμ φθάσει στη Δουνσιναία”.

Στο ίδιο διάστημα, η λαίδη Μάκβεθ βασανίζεται από τύψεις και παθαίνει νευρικές κρίσεις. Ένα βράδυ που υπνοβατεί, βλέπει τα χέρια της βαμμένα με αίμα και πεθαίνει. Ο Μάκβεθ βλέπει ότι ο στρατός που πλησιάζει στον πύργο του, με αρχηγό το Μάλκομ, κρατάει κλαδιά απ’ το δάσος Μπέρναμ, όπως του είχαν πει οι μάγισσες και τότε καταλαβαίνει την προφητεία και σπεύδει να τραπεί σε φυγή. Τελικά μονομαχεί με τον Μακντόφ του οποίου είχε δολοφονήσει τα παιδιά και τη γυναίκα και τελικά ο Μάκβεθ σκοτώνεται με άγριο τρόπο, όπως και τα εγκλήματα που διέπραξε.

2. Ψυχολογική προσέγγιση

O Ουίλιαμ Σαίξπηρ είναι ο πιο γνωστός συγγραφέας στην ιστορία. Ο Σαίξπηρ ήταν μια αληθινή ιδιοφυία που έκανε μια αξιόλογη ανάλυση της ανθρώπινης ψυχής. Οι παρατηρήσεις του ήταν μοναδικές. Παρουσίασε και έπλασε στους λογοτεχνικούς του χαρακτήρες με τόσο φυσικό τρόπο που να εκφράζουν εσωτερικές ψυχικές συγκρούσεις αλλά και τη συμπεριφορά τους δίνοντας μια αισθητική μορφή υψηλής ποιότητας.

Ο ψυχαναλυτής Σίγκμουντ Φρόιντ είδε το έργο του Σαίξπηρ μέσω από τον ψυχαναλυτικό φακό και έκανε ψυχαναλυτική ανάγνωση του έργου του ειδικά τον Μάκβεθ και τον Άμλετ. Η πρώιμη φροϋδική ανάγνωση του Μάκβεθ δίνει έμφαση στην οιδιπόδεια σύγκρουση: τον αγώνα του πατέρα / γιου μεταξύ Μάκβεθ και Ντάνκαν και την πτώση των ηρώων μέσα από μια μοιραία συνείδηση (Favila, 2001). Ο Freud πρότεινε ότι Μάκβεθ και η Λαίδη Μάκβεθ είναι, στην πραγματικότητα, μια ενιαία προσωπικότητα (Chang Gung, 2012). Ο Μάκβεθ έχει προβληθεί ως ένα έργο για το οιδιπόδειο έγκλημα της πατροκτονίας (Krohn, 1986). Ο Φρόιντ το αποκάλεσε «τυφλή μανία καταστροφικότητας» (Freud, 1930). Ο Φρόιντ διευκρινίζει ότι η αποτυχία να παράγουν απογόνους προκαλείται από την εντυπωσιακή μεταμόρφωση του Μάκβεθ μετατρέποντας τον σε σκληρό τύραννο. Ο χαρακτήρας της Λαίδη Μάκβεθ συχνά παρουσιάζεται ως κακός και δαιμονικός (Prins, 2001).

3. Η κοινωνιολογική προσέγγιση

Ο Μακμπέθ είναι ένα αριστούργημα απ΄όλες τις απόψεις. Η καθαρότητα με την οποία αποτυπώνει με θεατρικό τρόπο τόσο ουσιαστικά και εσωτερικά, σχεδόν κρυμμένα πράγματα της ψυχολογίας του καθενός και της ακτινογραφίας της κοινωνίας αυτό το έργο δε μπορείς παρά να σε κάνει να μείνεις άναυδος. Αυτά τα μεγάλα έργα είναι πολύ πιο βοηθητικά για τον άνθρωπο που θέλει να τα ερμηνεύσει παρά προβλήματα



Αν τα δείς χωρίς την παραμορφωτική εικόνα που οι μύθοι κουβαλάνε σε ερμηνεύουν αυτά. Είναι μια αποκρυστάλλωση σπουδαία του ανθρώπινου πνεύματος, σχεδόν ξεπερνάει και τον ίδιο τον συγγραφέα. Όταν ένα έργο μιλάει ακριβώς για αυτή την έλλειψη βεβαιότητας και το πως το καλό είναι κακό και το κακό είναι καλό (τελικά) μπορείς και ξεφορτώνεσαι ένα τεράστιο βάρος των πραγμάτων που σε απασχολούν στη καθημερινοτητά σου. Άλλωστε αυτός είναι και ο λόγος ύπαρξης της τέχνης. Να μπορείς να εκφράσεις αυτά που δε μπορείς να εκφράσεις στη καθημερινοτητά σου.

Ο Μακμπέθ έχει γραφτεί σε μια περίοδο τρομαχτικής κρίσης. Ηθικής, πολιτικής, προσωπικής κτλ. Είναι η εποχή της Συνομωσίας της Πυρίτιδας. Έχουμε να κάνουμε με ένα ήρωα που είναι ο εκπρόσωπος του κακού και όμως ο τρόπος που τον προσεγγίζει ο Σαίξπηρ μας κάνει να ταυτιζόμαστε μαζί του πολύ περισσότερο από άλλους που είναι θετικοί ήρωες. Το έργο ξεκινάει με ένα εμφύλιο πόλεμο. Επειδή κατά κάποιο τρόπο ο Μακμπέθ νιώθει αδικημένος, έχει κάνει τόσα, έχει βουτηχτεί μέσα στο αίμα και διάδοχος του θρόνου στέφεται κάποιος άλλος, παίρνει τη δικαιοσύνη στα χέρια του και επιταχύνει τις διαδικασίες. Μετά όταν καταφέρνει τον σκοπό του και παίρνει τον θρόνο συνεχίζει να νιώθει αδικημένος και έχεις την αίσθηση πως αυτή η κατάσταση θα συνεχίζεται αέναα. Και έτσι γίνεται τελικά. Η ανασφάλεια είναι ο χώρος των μεγαλύτερων εγκλημάτων. Αν νιώσει κανείς ασφαλής με αυτό που είναι, όποιο και να είναι αυτό, τα βγάζει πέρα.Εαν θεωρήσει πως είναι ανασφαλής επειδή ξαφνικά έχασε κάτι που είχε αυτό μπορεί να τον κάνει εγκληματία, ενώ μπορεί να μην το είχε τόσο πολύ ανάγκη.



Σε όλους μας όταν είμαστε μικροί μας λένε “εσύ θα γίνεις αυτό”. Υπάρχει ένα σπρώξιμο από την οικογένεια “να γίνεις” να φτάσεις κάπου. Αυτό είναι αφύσικο. Δεν αφήνουμε ποτέ τους επόμενους ή οι ίδιοι δεν μπορύμε να αφεθούμε στο ν’ απολαύσουμε, να ζήσουμε. Νομίζουμε πως όταν φτάσουμε στον στόχο εκεί θα είναι η πραγμάτωση. Αυτό είναι μια πλάνη. Πότε φτάνει κανείς κάπου οριστικά; Απλά φτάνουνε τους στόχους μας, τους εκπληρώνουμε και μετά αρχίζει ο επόμενος στόχος νομοτελειακά, σισύφεια. Ο Μακμπέθ μετατρέπεται σε τέρας λόγω του αποκλεισμού του στο δωμάτιο της εξουσίας. Η εξουσία είναι εθιστική. Κάθε μορφή εξουσίας είναι ένα μορφής ναρκωτικό.



Το χαλασμένο κύτταρο του Μακμπέθ είναι ένα πολύ απλό πράγμα. Η ατεκνία του. Δεν έχει πολλά πράγματα που μπορούν να τον συνδέσουν με ένα μέλλον. Έχει μια σύζυγο η οποία που όπως λέει ο Φρόυντ αυτοί οι 2 μπορούν να υπάρξουν μόνο ενωμένοι, ο ένας δεν είναι αρκετός. Αυτό τον ωθεί να ολοκληρωθεί μέσα από αυτόν τον κίβδηλο στόχο της εξουσίας. Η ανάγκη για συγκέντρωση φυσικά δημιουργεί αποκοπή του εξουσιαστή από τη πραγματικότητα. Όσο μεγαλώνει αυτή η κλίμακα η κατάσταση χειροτερεύει. Το να λέμε πως ο ηγέτης έχει αντίληψη της πραγματικότητας είναι αστείο. Ένας άνθρωπος τόσο πολύ κλεισμένος στο εγώ του δεν θα καταλάβει το εσύ, τον άλλο.



Οι υπαρξιακές αποχρώσεις του έργου είναι πολύ έντονες. Αυτό το κυνήγι για την εξουσία αν με κάποιο τρόπο ταυτιστεί με το κυνήγι για την ευτυχία είναι ναρκωτικό, είναι ντόπα. Δεν μπορείς να ξεφύγεις από αυτό. Το δηλώνει κα ο ίδιος σε κάποιο μονολογό του. Έχοντας απολύτη συνείδηση πως αυτή η απόλυτη ανάγκη για επιβεβαίωση αποτελεί μια πλάνη από την οποία δε μπορείς να ξεφύγεις. Ο ίδιος νιώθει με την κυριολεκτική και την γενικότερη έννοια στείρος, ότι όλα αρχίζουν και τελειώνουν σε αυτόν, σ’ ένα τεράστιο εγώ. Όταν μοιράζεσαι αυτό που είσαι αρχίζεις και έχεις μιαν άλλη σχέση με το άλλο κατ΄ αρχήν. Καταλαβαίνεις ότι δεν είναι τα πάντα προέκταση του εαυτού σου, κατεβάζεις λίγο τις επιδιώξεις σου, στερείσαι αυτό το ναρκωτικό άρα στερείσαι τελικά και τη κάθετη πτώση. Που πάντα επακολουθεί.





Είναι ένας πολύ κανονικός άνθρωπος ο Μάκμπεθ και αυτό είναι που το κάνει συγκλονιστικό το έργο, δεν είναι ένα τέρας σαν τον Ριχάρδο τον 3ο. Ο Μάκμπεθ είναι το κακό που είναι το καλό. Ξεκινάει ως ένας άψογος ήρωας στην αρχή και κάποια στιγμη αρχίζει να φαντάζεται πως αυτά που σκέφτεται μπορούν να γίνουν πραγματικότητα. από κει και πέρα έχει εξωκείλει, χάνει κάθε συνδεσή του με το πραγματικό. Πράγματι είναι συγκλονιστικό πόσο βαθιά ανθρώπινος είναι. Παρολ’ αυτά είναι αναπόφευκτο να γίνει αυτό που έγινε. Όλοι μας έχουμε βιώσει με τον έναν ή τον άλλο τρόπο την άνοδο και τη πτώση του Μακμπέθ πέρα από την στενή έννοια της εξουσίας της πολιτικής. Όλοι έχουμε σφαγιάσει παιρνοντάς το στην πολύ στενή προσωπική έννοια. Δεν είναι μονό η φρίκη του εξολοθρεύω οποιαδήποτε μορφή ζωής προκειμένου να υπάρξω επειδή ξαφνικά βιώνω ένα τεράστιο εσωτερικό φόβο. Όπως λέει ένας μελετητής έχει το φόβο του φόβου, φοβάται μην αποδειχτεί λίγος οπότε διαρκώς μειώνει τους άλλους προκειμενου να αισθανθεί αυτός ανώτερος. Κάτι που είναι γνώριμο στους περισσότερους ως χαρακτηριστικό της ανθρώπινης κατάστασης. Δεν θέλουμε να ανέβουμε εμείς, κατεβάζουμε τους άλλους.

Το έργο αυτό είναι ένα από τα πρώτα μπαρόκ έργα, έργο δηλαδή που η έννοια του θεάματος εμφανίζεται πολύ έντονα. Έχει εφέ ο Σαίξπηρ σε αυτό το έργο. Μάλλον πρωτοπαίχτηκε σε κλειστό χώρο αντίθετα από τα περισσότερα του έργα οπότε μπορύσε να χρησιμοποιήσει φωτισμούς, μηχανισμούς που έβγαιναν τα φαντάσματα. Θα λέγαμε πως απαιτεί κατά κάποιο τρόπο την λειτουργία ενός μεγαλύτερου θεάματος οπότε έχουμε κάνει και χρήση κάποιων τέτοιων μέσων. Είναι και θεαματική η παράσταση αλλά περισσότερο για να σχολιάσουμε αυτό το παιχνίδι με την ψευδαίσθηση παρά για να εντυπωσιάσουμε τον θεατή. Αυτός ο συνδυασμός της τρομερής λεπτότητας με τη βαναυσότητα, αυτή η πόλωση είναι βασικό στοιχείο του έργου.

Οι μάγισσες κλείνουν το πρώτο μέρος λέγοντας “Ένα από τα μεγαλύτερα βάσανα των ανθρώπων είναι η σιγουριά” . Αυτή τη στιγμή νιώθουμε πως τα πράγματα καταρρέουν γύρω μας γιατί στην ουσία είχαμε στήσει έναν πύργο από τραπουλόχαρτα. Αυτό κάνει και ο Μακμπέθ, προσπαθεί να στήσει μέσα από μια στρεβλή αίσθηση παντοδυναμίας που έχει ο ίδιος ένα οικοδόμημα το οποίο είναι σαθρό αλλά η συνειδησή του δεν τον εγκαταλείπει ποτέ. Το απόλυτο σχετίζεται πολύ εύκολα με τον φανατισμό. Αυτό είναι κάτι ανησυχητικό σε αυτή την εποχή που διανύουμε. Μήπως από την ανασφαλειά μας θα οδηγηθούμε σε ακραίες επιλογές. Για αυτό και οι αναφορές μας στο μεσοπόλεμο είναι πιο έντονες.

Είναι τρομακτική αυτή η επαναληπτικότητα της ιστορίας και επειδή το έργο μιλάει πολύ για αυτή την κυκλική δικαιοσύνη το έχουμε τονίσει αυτό το χαρακτηριστικό. Διαβάζει κανένας τον Θουκυδίδη λογου χάρη και βλέπει αυτό το κοινό μοτίβο να επαναλαμβάνεται μέχρι τις μέρες μας. Ο Σαίξπηρ σε κάνει να συνειδητοποιήσεις πόσο και η αρνητική στάση είναι απολύτως ανθρώπινη. Το αφύσικο είναι πολύ φυσικό για τον άνθρωπο. Ίσως και να σπρώχνει τα πράγματα μετά από λίγο σε μια νέα φυσικότητα. Ξαναβρίσκουμε τους στόχους τους πιο ουσιαστικούς, αυτούς που μας είχανε κάνει να ξεκινήσουμε και εμείς ως καλλιτέχνες αυτή τη δουλειά.

Ρέπουμε προς την ανασφάλεια και ψάχνουμε τρόπους για να νιώσουμε ασφαλείς, μας λείπουν όλες οι ιδεολογίες, μας λείπει η πίστη. Όχι απαραίτητα θρησκευτική. Δεν πιστεύουμε σε τίποτα, είμαστε κυριολεκτικά στον αέρα. Αυτό είναι κάτι που ισχύει και στην εποχή του Σαίξπηρ πολύ έντονα. Βρισκόμαστε σε μια εποχή τρομερών θρησκευτικών συράξεων στην Ευρώπη. Κατάργηση όλων των βεβαιοτήτων για το τι είναι το σωστό οπότε όταν ζεις έτσι είναι πολύ εύκολο να γίνεις εγκληματίας. Το να μην έχεις κάτι που να σε συνδέει και να θέλεις να διατηρηθεί. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να είναι μετέωρος, δεν μπορεί να ζει χωρίς κάτι το οποίο να τον κρατάει. Ακόμα και η έλλειψη πίστης απαιτεί μια κατασκευή. Το που τοποθετεί κανείς τη πίστη του έχει να κάνει με τη προσωπική επιλογή, κατά τη γνώμη μου εκεί είναι το θέμα της ελεύθερης βούλησης. Ξέροντας πως δεν υπάρχει νόημα τουλάχιστoν εμφανές, εσύ να συνεχίζεις προς τη πλευρά της συνέχισης της ζωής και όχι του μηδενισμού.

Τα φέουδα και οι μεγάλες οικογένειες εκείνης της εποχής συνεχίζουν να υπάρχουν μεταλλαγμένα. Η δημοκρατία είναι ένα πρόσχημα. Αυτό που ζούμε μπορεί να χρησιμοποιεί δημοκρατικούς όρους αλλά έχω την αίσθηση πως δεν μπορούμε να μιλάμε για αληθινή δημοκρατία. Δημοκρατία μπορεί να υπάρξει μόνο σε μικρότερες κοινότητες. Αυτή η δημοκρατία που έχουμε είναι δημοκρατία υπό προυποθέσεις πολλές φορές οδυνηρές κιόλας. Δημοκρατικά μπορεί να λειτουργήσει μια ομάδα 10 ανθρώπων. Ακόμα και η δημοκρατική αρχαία Αθήνα πόσο καιρό κράτησε; Χρειάζεται επικοινωνία η δημοκρατία. Επικοινωνία όχι από τα ΜΜΕ, αληθινή επικοινωνία. Είναι ένα ιδανικό που καλά κάνουμε που είμαστε στραμμένοι προς τα κει αλλά δεν μπορούμε στη πραγματικότητα να την κατακτήσουμε ποτέ καθ’ ολοκληρία. Μπορούμε να τείνουμε προς τα κει.

Οι εποχές, με παραλλαγές, είναι τόσο ταυτισμένες με αυτό το φυσικό-αφύσικο του ανθρώπου που ναι μεν δεν είναι ίδιες αλλά έχουν αναλογίες. Ο δαίμονας της αμφιβολίας είναι αυτός που γεννά σύντομα άνθη και τεράστια ανησυχία. Λέμε τα 60ς, αλλά πόση ταραχή είχε όλη αυτή η άνθηση; Συνήθως νοσταλγούμε και εξωραϊζουμε με τη πάροδο του χρόνου. Μπορεί η δικιά μας εποχή μετά από χρόνια να καταγραφεί ως εποχή άνθησης για τις τέχνες παρ’ όλες τις αναταραχές. Όλος ο μεσοπόλεμος ήταν μια εποχή συγκλονιστικής άνθησης στη λογοτεχνία, στη ζωγραφική κτλ. Και εμείς εκεί πρέπει να βαδίσουμε. Δεν έχουμε καμιά άλλη επιλογή. Θα υπάρξει η αναγκαιότητα. Πενία τέχνες κατεργάζεται. Είναι απειλητικά, δύσκολα, ζορισμένα τα πράγματα αλλά δε γίνεται αλλιώς. Μιλάω για την ανάγκη διατήρησης της ύπαρξης σε αυτό τον κόσμο. Την σύνδεση με την εσώτερη ομορφιά. Και ενίοτε και την μαχητικότητα. Είναι και αυτό μια έκφανση. Αυτή η αποβλάκωση των τελευταίων ετών που βιώσαμε πολύ έντονα γύρω μας μόνο καλά δεν γεννούσε. Έχουμε χάσει την φάση του αστικού πολιτισμού ως χώρα, βρεθήκαμε από την Αθήνα-χωριό στην Αθήνα που προσπαθεί να είναι μητρόπολη με έναν τρόπο αρχοντοχωριάτικο.

Η απληστία μπορεί να διαφθείρει κάποιον σε τρομακτικό βαθμό και να του καταστρέψει τη ζωή. Η ιστορία του Μάκβεθ είναι ιδιαίτερα διδακτική όταν αναλογίζεται κανείς την παγκόσμια οικονομική κατάσταση των τελευταίων ετών και θα προσθέταμε και την πολιτιστική κρίση, την ηθική παρακμή, τη χαλάρωση των ανθρώπινων δεσμών.

4. Μεταφορά στην “μεγάλη οθόνη”

Στον κινηματογράφο η ιστορία έχει αναβιώσει αρκετές φορές, με κορυφαίες εξ αυτών τις ταινίες δύο σπουδαίων σκηνοθετών, του Ρόμαν Πολάνσκι το 1971 και φυσικά του Όρσον Γουέλς το 1948. Μια πρόσφατη προσπάθεια ήταν αυτή του Τζάστιν Κέρζελ το 2015. Στη διατήρηση του Σαίξπηρ στον κινηματογράφο, κυρίαρχο ρόλο παίζουν οι διασκευές αυτές ακόμη και αν το κοινό αγνοεί από πού προέρχονται. Με αυτές ο Σαίξπηρ αγγίζει τις μεγάλες μάζες. Δείτε κάποια από τα καλύτερα δείγματα της μεταφοράς αυτής:

1. «Ο θρόνος του αίματος», είναι η πρώτη κινηματογραφική μεταφορά έργου του Σαίξπηρ από τον Ακίρα Κουροσάβα το 1957, και αποτελεί μέχρι σήμερα ένα από τα μεγαλύτερα αριστουργήματα του ιαπωνικού κινηματογράφου. Ο Κουροσάβα εντυπωσίασε θεατές και κριτικούς με την αξεπέραστη διασκευή του «Μάκβεθ» στην φεουδαρχική Ιαπωνία. Η ταινία μεταφέρει τον Μακβέθ στην μεσαιωνική Ιαπωνία όπου ο σαμουράι και έπειτα φεουδάρχης Βάσιζου Τακετόκι, μέσα σε ένα μυστηριώδες και μεταφυσικό κάστρο έρχεται αντιμέτωπος με πολιτικές ίντριγκες και ανεξήγητα γεγονότα. Στο τέλος, ο Βάσιζου πεθαίνει από το ίδιο του το στράτευμα, σε αντίθεση με το πρωτότυπο κείμενο του Σαίξπηρ, που θέλει τον πρωταγωνιστή να σκοτώνεται από τον αντίπαλο του. Πρωταγωνιστούν οι Τοσίρο Μιφούνε, Ισούζου Γιαμάτα, Μινόρου Τσιάκι, Ακίρα Κούμπο και Τακαμάρου Σασάκ.

2. Μια άλλη προσπάθεια είναι ο «Μάκβεθ» (1971) του Ρομάν Πολάνσκι. Ο Ρομάν Πολάνσκι παρουσιάζει μια εφιαλτική εκδοχή της περίφημης σαιξπηρικής τραγωδίας πάνω στις αιματηρές συνέπειες του ασίγαστου πόθου για εξουσία, με φόντο το τραχύ τοπίο της βόρειας Ουαλίας. Ο Τζον Φιντς υποδύεται τον σκοτσέζο ήρωα πολέμου, οι υψηλές φιλοδοξίες του οποίου ανοίγουν ένα μοιραίο κύκλο βίας. Αξίζει να αναφέρουμε πως ο Πολάνσκι ακόμα δεν έχει συνέλθει από την αποτρόπαια δολοφονία της συζύγου του Σάρον Τεϊτ από τον Μάνσον και την παρέα του. Ισως γι’ αυτό, η κινηματογραφική αυτή διασκευή του να είναι τόσο ζοφερή και φρικαλέα…

3.Στην Ινδία παίζονται ο «Μακμπέθ» και ο «Οθέλλος», έστω και διασκευασμένα από τον σκηνοθέτη και σεναριογράφο Μπχαρντουαΐ, σε φιλμ νουάρ ή φαντασμαγορίες τύπου Μπόλιγουντ.

4. Ο Μάκβεθ του Κερζέλ είναι η πιο πρόσφατη κινηματογραφική αποτύπωση του έργου. Φυσικά όλα αυτά καλό είναι να τα γνωρίζει κανείς από την εκ των προτέρων ανάγνωση του «Μάκβεθ» και όχι από την παρακολούθηση της ταινίας, γιατί η φιλμική μεταχείριση του Κερζέλ αποδεικνύεται ελλιπής. Παρ’ όλο που εργάστηκαν τρεις σεναριογράφοι στη μεταφορά του έργου, ο κινηματογραφικός «Μάκβεθ» προκύπτει αναιμικός και παράξενα επίπεδος, με την πλούσια ψυχολογική και συναισθηματική διάσταση του μύθου να παραμένει θολή και αναξιοποίητη κάπου στο φόντο της δράσης.Όσο ικανός φέρεται στο μεταξύ να είναι ο Κερζέλ στον χειρισμό των τεχνικών του μέσων, είναι προφανές ότι το φιλμ που είχε στο μυαλό του στερείται ενός πραγματικού σκηνοθετικού οράματος. Ωστόσο, η ταινία συνιστά ένα ενδιαφέρον εγχείρημα επαναπροσέγγισης του σαιξπηρικού έργου και ανοίγματος του στο ευρύ κινηματογράφο κοινό.

5. Από το πιο πλούσιο σε μονολόγους έργο του μεγάλου Άγγλου δραματουργού, ο Ουέλς (1948) δημιούργησε ηθελημένα ένα ψυχολογικό δράμα. Πολλοί μονόλογοι έχουν μετατραπεί σε εσωτερικούς μονολόγους του Μάκβεθ. Δεν εμφανίζονται πλέον σαν μετάνοια ενός καλού ανθρώπου που έχει τύψεις αλλά σαν σταθμοί της μάχης της συνείδησης με το ασυνείδητο.

Πολλά στοιχεία της ταινίας θυμίζουν τον «Πολίτη Κέιν»: ο πύργος θυμίζει το Ξαναντού, ο Μάκβεθ δεν είναι παρά ένας πρόδρομος του Τσαρλς Φόστερ Κέιν. Η μεγάλη ομοιότητα αυτών των δύο προσώπων είναι η άρρηκτη σύνδεση μεταξύ ανθρώπινου μεγαλείου και τραγικότητας. Το μεγαλείο για τον Ουέλς δεν βρίσκεται στις ηρωικές πράξεις, αλλά στη μοναξιά και στην καταστροφή. Το μεγαλείο βρίσκεται στην αποτυχία.

«Η δουλειά μου αντανακλά την εύθυμη τρέλα, την αβεβαιότητα, την έλλειψη σταθερότητας, το μείγμα κίνησης και έντασης που χαρακτηρίζει τον κόσμο μας. Ο κινηματογράφος οφείλει να εκφράσει όλα αυτά τα πράγματα. Όταν ο κινηματογράφος θέλει να είναι τέχνη, πρέπει να είναι πρώτα απ’ όλα κινηματογράφος, κι όχι κακέκτυπη μίμηση άλλου λογοτεχνικού μέσου. Ο κινηματογράφος είναι ακόμα πολύ νεαρός, και θα ήταν αστείος ο ισχυρισμός ότι δεν είναι δυνατόν να προωθηθεί.» – Όρσον Γουέλς

Ο «Μάκβεθ» δεν είναι απλά κινηματογραφημένο θέατρο. Είναι μια σκληρή προσπάθεια να υπερνικηθεί η ισχυρή αντίσταση ενός υπέροχου έργου ώστε να γυριστεί μια καλή ταινία, ανεξάρτητη από το θεατρικό έργο.

Το, άγριο, πανέμορφο, αλλά εν τέλει αφιλόξενο και πάντα έρημο από ανθρώπους, σκοτσέζικο τοπίο αποτυπώνει την καρδιά των πρωταγωνιστών του. Υγρή από πόθο, λαχτάρα και επιθυμίες, στεγνή όμως από ελπίδα, αγάπη και πίστη.

Οι γκάνγκστερ των ταινιών του 20ού αιώνα έχουν επίσης πολλά κοινά με τους άρχοντες του «Μακμπέθ». Και οι δύο ορκίζονται πίστη στον βασιλιά ή στον αρχινονό και οι δύο εξαφανίζουν οιονδήποτε τους φράζει τον δρόμο για την εξουσία. Είναι αδύνατο να δει κανείς που έχει διαβάσει τον «Μακμπέθ», την καταστροφή του Αλ Πατσίνο στον «Σημαδεμένο» του Μπράιαν ντε Πάλμα και να μη θυμηθεί τις τελευταίες σκηνές του «Μακμπέθ».

Ο Σαίξπηρ είναι βαθύτατα εντυπωμένος στη συλλογική φαντασία· τόσο, ώστε είναι αδύνατο να αποφύγει την επιρροή του και η λαϊκότερη ακόμη ταινία, συνειδητά ή υποσυνείδητα. Οσον αφορά το χάσμα μεταξύ του πραγματικού Σαίξπηρ, αυτόν του θεάτρου και του Σαίξπηρ των κινηματογραφικών διασκευών, ίσως εύστοχα περιγράφει η φράση του Ορσον Ουέλς στον Πίτερ Μπογκντάνοβιτς: «Δεν μπορώ να συγκρίνω ένα σκηνοθέτη του κινηματογράφου με τον Σαίξπηρ. Καμιά κινηματογραφική ταινία, και από αυτές που θα γίνουν, δεν μπορεί να σταθεί στο ίδιο επίπεδο με τον Σαίξπηρ».



Πηγές:https://m.lifo.gr/team/retrolifo/28618

https://www.in.gr/2015/10/02/entertainment/cinema/saikspirikes-tainies-poy-aksizei-na-deite/

https://www.kathimerini.gr/283789/article/epikairothta/kosmos/o-oyiliam-sai3phr-kai-h-paroysia-toy-ston-kinhmatografo

https://www.culturenow.gr/makveth-toy-orson-goyels/