«Τζέιν Έιρ», το κλασικό γοτθικό μυθιστόρημα μιας αγάπης ανεξίτηλης στον χρόνο

Παρόλο που πέρασαν κάπου εκατόν πενήντα χρόνια από τότε που γράφτηκε το κορυφαίο μυθιστόρημα της Σαρλότ Μπορντέ, «Τζέιν Έιρ» (Jane Eyre), δεν έχει πάψει να συγκινεί όσους το διαβάζουν μέχρι και σήμερα.

Αποτέλεσμα εικόνας για jane eyre
“Jane Eyre”, 2011

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΓΟ

Αποτέλεσμα εικόνας για τζειν ειρ

Η Τζέιν Έιρ είναι μια μικρή ορφανή. Ο αδελφός της μητέρας της την παίρνει στο σπίτι του και πεθαίνοντας, την εμπιστεύεται στη γυναίκα του, για να την αναθρέψει με τα δικά της παιδιά. Ένα μικρό κοριτσάκι, ορφανό, που έχει τραβήξει τα πάνδεινα από τους συγγενείς και κηδεμόνες της, και που, πολύ γρήγορα στέλνεται σε ορφανοτροφείο. Ένα κοριτσάκι, που μεγαλώνοντας, όντας γκουβερνάντα σ’ ένα απομονωμένο και επιβλητικό σπίτι, θα βρει τον έρωτα στο πρόσωπο του κυρίου Ρότσεστερ, αφεντικό της και ιδιοκτήτης του παράξενου αυτού σπιτιού. Το κοριτσάκι αυτό είναι η Τζέιν Έιρ. Η Τζέιν πρέπει να επιστρατεύσει όλη της την υπομονή, την αφοσίωση και το θάρρος της, προκειμένου και η ίδια και ο κύριος Ρότσεστερ να ευτυχήσουν. Γιατί η ευτυχία δεν είναι τόσο εύκολη τελικά, και τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται στους άγριους βάλτους του Θόρφιλντ, καθώς ο κύριος Ρότσεστερ προσπαθεί να κρύψει σκοτεινά μυστικά.

«Ήμουνα συνεπαρμένη. Κουβέντιαζα μαζί του όσο φάγαμε και πολλήν ώρα ύστερ’ από το φαγητό μ’ ευχαρίστηση και άνεση. Δεν ένιωθα κανένα περιορισμό, τίποτα που να μ’ εμποδίζει να νιώθω τη ζωή, να γελώ μαζί του. Ήμουν ευτυχισμένη μαζί του γιατί ήξερα πως ταιριάζαμε. Κι αυτό έφερνε φως σε όλο τον εαυτό μου. Μ’ όλο που ήτανε τυφλός, χαμόγελα άρχισαν να χαράζουνε στο πρόσωπό του και τα χαρακτηριστικά του χάσανε την πικραμένη τους όψη.»

ΣΑΡΛΟΤ ΜΠΡΟΝΤΕ

Picture

Το όνομά της είναι μυθικό, καθώς είναι μια από τις διάσημες και μυστηριώδεις αδερφές Μπροντέ. Η Σαρλότ Μπροντέ έμεινε στην ιστορία κυρίως για το αριστούργημά της «Τζέιν Έιρ». Η Σαρλότ γεννήθηκε στο Θόρντον του Γιορκσάιρ το 1816 και ήταν το τρίτο από τα έξι παιδιά του Ιρλανδού κληρικού Πάτρικ Μπροντέ και της Μαρία Μπράνγουελ. Η μητέρα της πέθανε νωρίς και την ανατροφή της καθώς και των αδελφών της ανέλαβε η θεία της, ενώ τον Αύγουστο του 1824, η Σαρλότ, μαζί με την Έμιλι, τη Μαρία και την Ελίζαμπεθ, στάλθηκαν σε εκκλησιαστικό σχολείο στο Λάνκασαϊρ. Οι κακές συνθήκες του σχολείου επηρέασαν την υγεία και τη φυσική κατάσταση της Σαρλότ, ενώ επέσπευσαν το θάνατο των δυο μεγαλύτερων αδελφών της (Μαρία και Ελίζαμπεθ) από φυματίωση το 1825.

Στο πατρικό τους σπίτι, η Σαρλότ μαζί με τα αδέλφια της, Μπράνγουελ, Έμιλι και Άννα, άρχισαν να γράφουν για τη ζωή και τα έργα των κατοίκων των φανταστικών βασιλείων τους: η Σαρλότ κι ο Μπράνγουελ για το βασίλειο της Άνγκρια, η Έμιλι κι η Άννα για το βασίλειο του Γκόνταλ.

Η Σαρλότ έγινε δασκάλα. Από το 1839 ως το 1841 δούλεψε ως οικονόμος σε αρκετές οικογένειες, ενώ το 1842 μαζί με την Έμιλι εργάστηκαν σε ένα οικοτροφείο στις Βρυξέλλες, μέχρι το θάνατο της θείας τους το 1842. Το 1843, η Σαρλότ επέστρεψε στο οικοτροφείο, όπου έγινε μοναχικός χαρακτήρας, νοσταλγούσε το πατρικό της σπίτι κι ήταν ιδιαίτερα δεμένη με τον εργοδότη της, Κονσταντέν Εζέ. Επέστρεψε το 1844 και τα βιώματά τής ενέπνευσαν κάποια από τα μετέπειτα έργα της.

Τα έργα της δεν βρήκαν μεγάλη ανταπόκριση από τους κριτικούς μέχρι να γράψει την Τζέιν Έιρ που της έφερε μεγάλη επιτυχία κι αναγνώριση και ήταν ουσιαστικά σαν αυτοβιογραφία της. Όλα τα έργα της χαρακτηρίζονται από έντονο ρομαντισμό και λυρισμό και είναι κυρίως εμπνευσμένα από τις προσωπικές της εμπειρίες.

Πέθανε το 1855 ένα χρόνο μετά τον γάμο της με τον Άρθουρ Μπελ Νικόλς και κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης της.

“Jane Eyre”, 2011

Στις 6 Οκτωβρίου του 1847, εκδίδεται το βιβλίο «Τζέιν Έιρ» (Jane Eyre) της Σαρλότ Μπροντέ. Με το βιβλίο αυτό ήρθε η μεγάλη επιτυχία και η αναγνώριση, καθώς τα έργα της δεν έχαιραν μεγάλης αποδοχής από τους κριτικούς (αν και υπήρξαν αρκετές συζητήσεις για την ταυτότητα του «Κάρερ Μπελ», ψευδώνυμο συγγραφέως). Βέβαια, η «Τζέιν Έιρ», ήταν ουσιαστικά κάτι σαν την αυτοβιογραφία της, καθώς διακρίνουμε πολλές ομοιότητες ανάμεσα στην ηρωίδα και την Σάρλοτ.

Η «Τζέιν Έιρ» καταφέρνει και ξεχωρίζει από τα λογοτεχνικά πρότυπα της βικτωριανής εποχής, ενώ έχει χαρίσει συγκίνηση σε αμέτρητους αναγνώστες ανά τον κόσμο. Γιατί όμως; Η Τζέιν είναι μια διαχρονικά σύγχρονη ηρωίδα, μια γυναίκα εγκλωβισμένη σ’ ένα περιβάλλον που αρνείται πεισματικά την αλλαγή. Τι πιο διαχρονικό απ’ αυτό; Πώς γίνεται αυτή η διάσταση του έργου να μην αγγίζει τους αναγνώστες της κάθε εποχής;

«Την ώρα που χτενιζόμουνα, κοιτάχτηκα στον καθρέφτη και είδα πως δεν ήμουνα πια άσχημη. Το πρόσωπό μου ήτανε γεμάτο ζωή κι ελπίδα. Τα μάτια μου έλεγες κι είχανε πολυκοιτάξει μια πηγή χαράς και δανειστήκανε τη λάμψη από τα διάφανα νερά της. Πολλές φορές έκανα προσπάθεια να μην κοιτάξω τον κύριό μου, γιατί φοβόμουνα πως η μορφή μου δεν του άρεσε: σήμερα, μπορούσα να υψώσω τα μάτια μου σ’ αυτόν, χωρίς να φοβάμαι μην τυχόν τον πικράνω με την ασχήμια μου. Φόρεσα ένα καλοκαιρινό φουστάνι, ελαφρό κι ανοιχτόχρωμο. Μου φάνηκε πως ποτές δε μ’ είχε στολίσει ρούχο καλύτερα, γιατί ποτέ κανένα τους δεν το ‘χα φορέσει με τόση χαρά.»

Παρά την αδιαφιλονίκητη αυτοπεποίθησή της και το ακατανίκητο πείσμα της, η Τζέιν είναι ένας απλός, φυσιολογικός άνθρωπος που είναι θύμα των περιστάσεων. Με «προβληματικές» προσωπικότητες να την περιβάλουν, όπως η θεία της – ανίκανη να αγαπήσει, ή ο κύριος Ρότσεστερ – εγκλωβισμένος στα φαντάσματα του παρελθόντος, αυτή όμως καταφέρνει να φωτίσει πρόσωπα και καταστάσεις.

Αποτέλεσμα εικόνας για jane eyre
“Jane Eyre”, 2011

Επομένως, η «Τζέιν Έιρ» είναι ένας συνδυασμός μυστηρίου και έρωτα. Μια ιστορία φαινομενικά ρομαντική, με δυνατά μαθήματα ζωής. Είναι ένα μυθιστόρημα συγκινητικό στο οποίο η διάσημη Αγγλίδα συγγραφέας έδωσε όλη της την τέχνη και κατόρθωσε να δείξει πως η αξιοπρέπεια, η δύναμη του χαρακτήρα και η πίστη σ’ ένα ιδανικό, μπορούν να κατανικήσουν κάθε δυσκολία και να υπερπηδήσουν κάθε εμπόδιο.

ΠΗΓΕΣ: https://frapress.gr/2015/10/zise-mia-istoria-epochis-mazi-tin-tzein-eir/ , http://www.biblionet.gr/book/164560/Bront%C3%AB,_Charlotte/%CE%A4%CE%B6%CE%AD%CE%B9%CE%BD_%CE%88%CE%B9%CF%81 , https://www.womantoc.gr/life/article/dynamismos-peisma-evaisthisia-i-tzein-eir-ensarkonei-tin-koryfaia-logotexniki-iroida

H ένοικος του Γουάιλντφελ Χωλ,ένα κρυμμένο φεμινιστικό διαμάντι του ΒΒC

Οι αδελφές Μπροντέ είναι μια ευρέως γνωστή οικογένεια της Βικτωριανής λογοτεχνίας. Ιδίως, τα έργα των δύο πρώτων: Ανεμοδαρμένα ύψη και Τζέην Έυρ έχουν μείνει στο βάραθρο των εξιδανικευμένων ερωτικών ιστοριών, με τιςπρωταγωνίστριές τους Κάθριν καιΤζέην να συγκεντρώνουν τα χαρακτηριστικά μιας τραγικής ηρωίδας και στα πρόσωπα των Χίθκλιφ και κ. Ρότσεστερ να αποτυπώνονται δύο εντελώς διαφορετικοί, αλλά εξίσου γοητευτικοί μέσα στα ελαττώματα τους.

Η μικρότερη, η Αν, αδίκως παραμελημένη από την ελληνική εκδοτική και μεταφραστική κοινότητα διαφοροποείται αισθητά από τις αδελφές της. Αν και μένει στο ίδιο μοτίβιο της ηθογραφικής προσέγγισης των ηρωών και της κοινωνίας στην οποία ζουν και δρουν, στην εμβάθυνση στον ψυχισμό τους, όπως αυτός διαμορφώνεται από τα ερεθίσματα που παίρνουν από τους γύρω τους και από τη δική τους ιδιόρρυθμη ιδιοσυγκρασία, προχωρά ένα βήμα παρακάτω από τις αδεφλές της και εντάσσει στο έργο της κοινωνκά μηνύματα.

Προτού, όμως, μιλήσουμε για το εξαιρετικό της λογοτεχνικό έργο, ας δούμε κάποια στοιχεία για τη ζωή της. Ανν Μπροντέ γεννήθηκε το 1820 στο Θόρντον του Γιορκσάιρ και ήταν το έκτο και τελευταίο παιδί του αιδεσιμώτατου Πάτρικ Μπροντέ και της Μαρίας Μπράνγουελ. Αδέλφια της ήταν η Μαρία (1814-1825), η Ελίζαμπεθ (1815-1825), η Σαρλότ (1816-1855), ο Πάτρικ Μπράνγουελ (1817-1848) και η Έμιλι (1818-1848). Λίγους μήνες μετά τη γέννησή της, ολόκληρη η οικογένεια μετακόμισε στο Χάουορθ, όπου έζησαν μέχρι το τέλος της ζωής τους. Το 1821 η μητέρα της απεβίωσε και την ανατροφή των παιδιών ανέλαβε η αδελφή της, Ελίζαμπεθ Μπράνγουελ. Η Ανν υπήρξε η αγαπημένη της θείας της και ήταν επίσης πολύ δεμένη με την αδελφή της Έμιλι. Μέχρι τα 15 της χρόνια έλαβε κατ’ οίκον μόρφωση από τη θεία της και τον πατέρα της. Όπως και οι αδελφές της, διδάχτηκε μουσική και ζωγραφική και μελέτησε τους κλασικούς συγγραφείς. Στα δεκαπέντε της στάλθηκε για 2 χρόνια εσωτερική στο Roe Head School, στο οποίο δίδασκε η μεγαλύτερη αδελφή της Σάρλοτ. Σε ηλικία 19 ετών εργάστηκε για πρώτη φορά ως γκουβερνάντα. Λόγω της απειρίας της δεν κατάφερνε να επιβληθεί στα παιδιά και έτσι ύστερα από λίγους μήνες την απέλυσαν. Από το 1840 έως το 1845 εργάστηκε ως γκουβερνάντα στο σπίτι του αιδεσιμώτατου Ρόμπινσον. Επισκεπτόταν την οικογένειά της μόνο 2 φορές το χρόνο, τον Ιούνιο και στις γιορτές των Χριστουγέννων. Με την οικογένεια Ρόμπινσον έκανε διακοπές κάθε καλοκαίρι στην παραθαλάσσια κωμόπολη του Σκάρμπορο, την οποία και λάτρεψε.

Αφού εγκατέλειψε την εργασία της ως γκουβερνάντα, αφοσιώθηκε στη συγγραφή. Το 1846, η Σαρλότ, η Έμιλι κι η Άννα εξέδωσαν μια ποιητική συλλογή με τα ψευδώνυμα Κάρερ, Έλλις και Άκτον Μπελ. Η συνεισφορά της Ανν στη συλλογή ήταν 21 ποιήματα. Το Δεκέμβρη του 1847 δημοσιεύτηκε το πρώτο της μυθιστόρημα Agnes Grey (Άγκνες Γκρέι), εμπνευσμένο από τις εμπειρίες της ως γκουβερνάντα πλούσιων και κατά κανόνα κακομαθημένων παιδιών και τον Ιούνιο του 1848 δημοσίευσε αυτό που έμελλε να είναι το τελευταίο της μυθιστόρημα The Tenant of Wildfell Hall (H μισθώτρια του Γουάιλντφελ Χωλ), όπου ξεδιπλώνονται οι φεμινιστικές της θέσεις. Και τα δυο έργα τα εξέδωσε με το ανδρικό ψευδώνυμο Άκτον Μπελ, που είχε υιοθετήσει για τα ποιήματά της.Το τελευταίο αποτέλεσε την πηγή έμπνευσης τη σειράς για την οποια ετοιμάσαμε το σημερινό μας άρθρο.

Το δεύτερο μυθιστόρημά της συνάντησε αμέσως μεγάλη επιτυχία και μέσα σε 6 εβδομάδες είχε κιόλας εξαντληθεί η πρώτη έκδοση. Πολλούς τους σόκαρε η φεμινιστική στάση της ηρωίδας, που παίρνει την τύχη στα χέρια της και εγκαταλείπει τον αλκοολικό και φιλήδονο άντρα της πηγαίνοντας όχι μόνο ενάντια στις βικτωριανές αντιλήψεις αλλά και ενάντια στους βρετανικούς νόμους. Δρα σαν αυθύπαρκτο ον και όχι σαν διακοσμητικό στολίδι, έρμαιο των ανδρών, όπως όριζαν οι κανόνες της εποχής. Από την άλλη μεριά, η συγγραφέας κατακεραυνώνει τους άνδρες που καταστρέφουν την οικογενειακή γαλήνη του σπιτιού τους εξαιτίας του αλκοολισμού, κάτι που γνώριζε και η ίδια πολύ καλά λόγω του εθισμού του αδελφού της Μπράνγουελ, ο οποίος, αφού δημιούργησε ουκ ολίγα προβλήματα στις αδελφές του, τελικά απεβίωσε τον Σεπτέμβρη του 1848.

Μετά τον Μπράνγουελ, ήταν η σειρά της Έμιλι, η οποία απεβίωσε τον Δεκέμβρη του 1848. Στην Ανν κόστισε πολύ ο θάνατος της αγαπημένης της αδελφής και όταν ο γιατρός την επισκέφθηκε, δεν της έδωσε ελπίδες, αφού η φυματίωση ήταν σε τελευταίο στάδιο. Καθώς παρουσίασε όμως μια μικρή βελτίωση, αποφάσισε να πάει στο παραθαλάσσιο Σκάρμπορο, με την αμυδρή ελπίδα πως ο θαλασσινός αέρας θα την ωφελούσε. Στις 24 Μαΐου έφυγε με την αδελφή της Σάρλοτ για το Σκάρμπορο, όπου άφησε την τελευταία της πνοή το απόγευμα της 28ης Μαΐου 1849. Η αδελφή της αποφάσισε να μην τη μεταφέρει στον τόπο κατοικίας τους αλλά να την θάψει στο Σκάρμπορο.

Η Σάρλοτ Μπροντέ ήταν αντίθετη με το θέμα του έργου της Ανν The Tenant of Wildfell Hall και γι’ αυτό δεν επέτρεψε μετά το 1850 την ανατύπωσή του. Έτσι, κοινό και κριτικοί ξέχασαν για πολλά χρόνια τη μικρότερη από τις αδελφές Μπροντέ. Τα τελευταία χρόνια όμως, με το ενδιαφέρον που υπήρξε για τις γυναίκες συγγραφείς, τα έργα της Ανν Μπροντέ βγήκαν από τη λήθη και το The Tenant of Wildfell Hall, ακριβώς για το θέμα του, θεωρείται από πολλούς ένα από τα πρώτα φεμινιστικά έργα και ένα κλασικό της αγγλικής λογοτεχνίας.

Η υπόθεση εκτυλίσσεται σε μια μικρή και κλειστή κοινωνία της Βρετανικής εξοχής, στην οποία καταφθάνει ξάφνου μια μυστηριώδης γυναίκα με το γιο της. Αυτό θα συνταρράξει τους ολιγάριθμους, αλλά πολύ περίεργους κατοίκους, οι οποίοι μέσα από εικασίες, αδιάκριτες ερωτήσεις για τη ζωή και τις πεποιθήσεις προσπαθούν, μάταια βέβαια, να βρουν την άκρη του νήματος. Όλοι νομίζουν πως πρόκειται για χήρα, μα αργότερα αποκαλύπτεται πως η γυναίκα αυτή δεν έχει χάσει, αλλά έχει εκούσια εγκαταλύψει τον μέθυσο βίαιο και άπιστο άντρα της. Κάτι τέτοιο είναι σκανδαλιστικό για την ελισαβετιανή εποχή. Ωστόσο, για την πρωταγωνίστρια ήταν απλά μια ανάγκη να σώσει τον εαυτό της και το παιδί της από την αυτοκαταστροφικότητα του άνδρα της και πατέρα του. Η Έλεν, όπως ονομάζεται ο κύριος χαρακτήρας, θα τα εκμυστηρευτεί αυτά μόνο στον Γκίλμπερτ,έναν νέο αγρότη που την ερωτεύεται παράφορα. Οι δυσκολίες που περνούν λόγω της μικροπρέπειας του κόσμου που τους περιβάλλει, της μισαλλοδοξίας και του δήθεν καθωσπρεπισμού, αλλά και τα εμπόδια που θέτει ο σύζυγος της Έλεν μένει να φανεί αν θα σταθούν τροχοπέδη στον έρωτά τους .

Το 1996, το BBC, αποφασίζει να μεταφέρει το έργο στη μικρή οθόνη σε σκηνοθεσία του Μάικ Μπέικερ. Και η προσπάθεια στέφεται με επιτυχία. Με τους Τάρα Φιτζέραλντ στο ρόλο της Έλεν Γκράχαμ, τον Ρούπερτ Γκρέιβς στον ρόλο του συζύγου της Άρθουρ Χάντινγκτον και τον Τόμπι Στίβενς στο ρόλο του Γκίλμπερτ Γκράχαμ, το έργο φτάνει και στα βραβεία BAFTA. Η σκηνοθεσία, σκοτενή όπως το μυστηριώδες κλίμα που πλαισιώνει το έργο, μεταφέρει υπέροχα στο σκηνικό στο οποίο ξεδιπλώνεται η ιστορία. Η Τάρα ως Έλεν είναι μαγευτική. Δυναμική, αγέρωχη, στοργική, ανοιχτόμυαλη, ένας μαχητής της ζωής για τη σωτηρία του εαυτού και του παιδιού της, που όμως ενλω πληγώθηκε δεν αρνείται από φόβο τον έρωτα ή την ευτυχία. Ο έξοχος Τόμπυ Στίβενς που μας έχει χαρίσει μια εξίσου καλή ερμηνεία και σην Τζέην Έυρ ως Έντουαρτ Ρότσεστερ, έρχεται σε έναν εντελώς διαφορετικό ρόλο, αυτό του γλυκού, αθώου και αγαθού Γκίλμπερτ, τον οποίο υποστηρίζει για άλλη μια φορά άψογα να αποδώσει με μια υποκριτική ακρίβεια τον χαρακτήρα που η Αν Μπροντέ αποτύπωσε στο βιβλίο της.

Οι δύο πρωταγωνιστικές ερμηνείες μαζί με όσες τις πλαισιώνουν, η επιλογή της ζοφερής σκηνοθεσίας, τα πολύ όμορφα βικτωριανά κουστούμια και η ωραια μουσική συνθέτουν μια σειρά 3 επεισοδίων που δεν πρέπει να χάσετε.

Πηγές: https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CE%BD_%CE%9C%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%AD#%CE%98%CE%AC%CE%BD%CE%B1%CF%84%C

Η Σαρλότ Μπροντέ που αγάπησα

1. Λίγα λόγια για τη ζωή της

Η Σαρλότ Μπροντέ απεβίωσε μα μέρα σαν σήμερα το 1855. Ήταν η μεγαλύτερη από τις Αδελφές Μπροντέ. Γεννήθηκε στο Θόρντον του Γιορκσάιρ (Αγγλία) το 1816 και ήταν το τρίτο από τα έξι παιδιά του Ιρλανδού κληρικού Πάτρικ Μπροντέ και της Μαρία Μπράνγουελ. Μετά το θάνατο της μητέρας της από καρκίνο, την ανατροφή της καθώς και των αδελφών της ανέλαβε η θεία της, ενώ τον Αύγουστο του 1824, η Σαρλότ, μαζί με την Έμιλι, τη Μαρία και την Ελίζαμπεθ, στάλθηκαν σε εκκλησιαστικό σχολείο στο Λάνκασαϊρ. Οι κακές συνθήκες του σχολείου επηρέασαν την υγεία και τη φυσική κατάσταση της Σαρλότ, ενώ επέσπευσαν το θάνατο των δυο μεγαλύτερων αδελφών της (Μαρία και Ελίζαμπεθ) από φυματίωση το 1825.
Στο πατρικό τους σπίτι, η Σαρλότ μαζί με τα αδέλφια της, Μπράνγουελ, Έμιλι και Άννα, άρχισαν να γράφουν για τη ζωή και τα έργα των κατοίκων των φανταστικών βασιλείων τους: η Σαρλότ κι ο Μπράνγουελ για το βασίλειο της Άνγκρια, η Έμιλι κι η Άννα για το βασίλειο του Γκόνταλ.
Η Σαρλότ συνέχισε την εκπαίδευσή της κι έγινε δασκάλα. Από το 1839 ως το 1841 δούλεψε ως οικονόμος σε αρκετές οικογένειες, ενώ το 1842 μαζί με την Έμιλι εργάστηκαν σε ένα οικοτροφείο στις Βρυξέλλες, μέχρι το θάνατο της θείας τους το 1842.
Το 1843, η Σαρλότ επέστρεψε στο οικοτροφείο, όπου έγινε μοναχικός χαρακτήρας, νοσταλγούσε το πατρικό της σπίτι κι ήταν ιδιαίτερα δεμένη με τον εργοδότη της, Κονσταντέν Εζέ. Επέστρεψε το 1844 και τα βιώματά τής ενέπνευσαν κάποια από τα μετέπειτα έργα της.
Το 1846, η Σαρλότ, η Έμιλι κι η Άννα εξέδωσαν μια ποιητική συλλογή με τα ψευδώνυμα Κάρερ, Έλλις και Άκτον Μπελ.

Η εργογραφία της περιορίζεται σε τέσσερα μυθιστορήματα:

  • Jane Eyre «Τζέιν Έιρ» (1847)
  • Shirley «Σίρλεϊ» (1849)
  • Villette «Βιλέτ» (1853)
  • The Professor «Ο Καθηγητής» (1857)

Τα έργα της δεν βρήκαν μεγάλη ανταπόκριση από τους κριτικούς, ενώ υπήρξαν αρκετές συζητήσεις για την πραγματική ταυτότητα του «Κάρερ Μπελ». Το πρώτο της βιβλίο, «Ο Καθηγητής», ήταν εμπνευσμένο από τον έρωτα της για τον Εζέ, ενώ μεγάλη επιτυχία κι αναγνώριση της έφερε η Τζέιν Έιρ, που ήταν ουσιαστικά σαν αυτοβιογραφία της.
Πέθανε το 1855 ένα χρόνο μετά τον γάμο της με τον Άρθουρ Μπελ Νικόλς και κατά την διάρκεια εγκυμοσύνης. Τα περισσότερα στοιχεία για τη ζωή της είναι γνωστά από τη βιογραφία της, από την Ελίζαμπεθ Γκάσκελ.

2. Λίγα λόγια για το έργο της

Σε αντίθεση με την δυσχερέστατη και μίζερη, εξωτερικά τουλάχιστον ζωή της, τα έργα της βρίθουν πάθους, δίψας για ζωή, φιλοδοξία και αγώνα για επιβίωση, για αγάπη, για συντροφικότητα. Όλα χαρακτηρίζονται από έντονο ρομαντισμό και λυρισμό και είναι κυρίως εμπνευσμένα από τις προσωπικές της εμπειρίες. Η ροή είναι κοινή κια στα τέσσερα βιβλία της. Ξεκινά λοιπόν η Μπροντέ να στήνει μια σκηνή γύρω από την οποία θα διαδραματίστει το κύριο περιστατικό. Αυτή η σκηνή περιπλέκεται αρμονικά με το παρελθόν των πρωταγωνιστών, με αποτέλεσμα τίποτα από όσα θα εκτυλιχθούν εν συνεχεία να μην ξενίζει. Συνήθως οι περιγραφές αυτές, το ταξίδι στη ζωή των πρωταγωνιστών είναι εκτενέστατο, ώστε μέσα από αυτό να διαγράφονται οι χαρακτήρες, να δικαιολογούνται οι συμπεριφορές και να προοικονομούνται με τον πιο διακριτικό τρόπο όσα πρόκεινται να ακολουθήσουν. Η μαγεία στο γράψιμό της εντοπίζεται στο ότι η ροή που περιγράψαμε παραπάνω δεν απέχει από αυτή του ποταμού. Έτσι, η αρχή είναι ομαλή, θα έλεγε κανείς μάλλον συνηθισμένη, στη συνέχεια που και που το ρεύμα αλλάζει και άλλοτε αγριεύει, άλλοτε γαληνεύει. Μέχρι που έρχεται το σημείο του καταρράκτη. Τότε που όλα ανατρέπονται, που οι προσδοκίες καταρρέουν, που οι ήρωες βρίσκονται έρμαιοι στα χέρια της μοίρας. Το αν θα αγωνιστούν να την νικήσουν είναι καθαρά δική τους απόφαση. Κάποιοι παλεύουν και νικούν την ορμή του ποταμού, καταλήγοντας σε μια όαση. Άλλοι πάλι, λιγότερο τολμηροί ή αδύναμοι αφήνοται. Το που θα καταλήξουν τότε εξαρτάται από τους τολμηρούς. Σε κάθε περίπτωση όμως, το τέλος είναι αυτό που αρμόζει στις επιλογές του καθενός, ευτυχισμένο ή δυστυχισμένο.

3. Λίγα λόγια για τους ήρωές της

Αυτό που η Σαρλότ Μπροντέ επιτυγχάνει με μοναδικό τρόπο είναι να συμπορεύσει την απόλυτη παράδοση που αισθάνεται κάποιος στον έρωτα με την εγωιστική εγκράτεια που επέβαλε η εποχή μέσα στην οποία έζησε και δηιούργησε. Δεν έπλασε ήρωες που θυσιάζουν τα πάντα για το όνειρό τους ,έπλασε ανθρώπους προσγειωμένους στην πραγματικότητα που πασχίζουν να αγαπήσουν και να αγαπηθούν. Μοιάζει σα να πήρε τα πορτρέτα των ανθρώπων που συνάντησε στη ζωή της και να τα επεξεργάστηκε περίτεχνα, κτίζοντας γύρω από την εμφάνιση και τους τρόπους τους αληθοφανείς και ρεαλιστικούς χαρακτήρες με τα ελαττώματα και τις ατέλειες. Η Σαρλότ απεχθανόταν την τελειότητα ή μάλλον οι θρησκευτικές της αντιλήψεις την ώθησαν στο να πιστεύει πως η τελειότητα δεν ταιριάζει στον άνρθωπο παρά μόνο στο Θεό. Η άποψη αυτή, ακόμα και αν ήταν βαθιά ριζωμένη μέσα της λόγω της αγγλικανής παιδείας που πήρε ήταν καθόλα ευεργετική για το έργο της. Οι “αντήρωες” των ιστοριών της είναι προσιτοί στον αναγνώστη, βλέπει μέσα σε αυτούς τον εαυτό του, τις δικές του ελλέιψεις. Διευκολύνει όλη αυτή η διαδικασία την ταύτιση και την παρακολούθηση των ενεργειών των πρωταγωνιστών. Αλλά και οι φιγούρες που τους περιτριγυρίζουν είναι αριστοτεχνικά φτιαγμένες, προσεγμένες μέχρι και στην λεπτομέρεια, ώστε τίποτα να μην φαίνεται παράλογο, περιττό, ανούσιο ή οξύμωρο.

Εκτός των άλλοων, η Σαρλότ άλλαξε συνειδητά τον όρο “έρωτας” από αυτό που σήμαινε στην εποχή της και ιδιαίτερα όσον αφορά τις γυναίκες, με έναν τρόπο που επηρέασε την κοινωνία μας πολύ περισσότερο από τις ταπεινές της προσδοκίες και, ίσως, πέρα ακόμα κι από τις προθέσεις της. Για εκείνη έρωτας ήταν απελυθέρωση, όχι υποδούλωση. Η παράδοση τους ενός στον άλλο ήταν πάντα αμφίδρομη και δε σήμαινε τον παραγκωνισμό της περηφάνειας (όχι της εγωπαθούς αλλά αυτής που ταιριάζει σε κάθε άνθρωπο με αυτοσεβασμό), των επιθυμιών και των μελλοντικών σχεδίων, όπως ήταν διαδεδομένο στη Βικτωριανή εποχή. Οι γυναίκες στο έργο της είναι γυναίκες κοινές, που έχουν βιώσει τις δυσκολίες της ζωής, κυρίως οικονομικά και κοινωνικά αδύναμες, αλλα έχουν μια ασύγκριτη εσωτερική δύναμη, έναν ενθουσιασμό, μια βαθιά σιγουριά με την οποία πορεύονται. Δεν είναι μόνη τους έγνοια ο καλλωπισμός προκειμένου να πετύχουν ένα καλό γάμο, αλλά η μόρφωση και η καλλιέργεια, η πίστη στις αρχές και στα όνειρά τους, όσο ταπεινά και αν είναι αυτά. Ερωτεύονται όχι τη δύναμη ή τα χρήματα, αλλά την ψυχή του ανθρώπου που έχουν απέναντί τους. Και αυτό ακριβώς ερωτεύονται με τη σειρά τους οι ίδιοι, αφού οι πρωταγωνίστριες της Σαρλότ ποτέ δεν αυγκαταλέγονται στα κλασικά πρότυπα γυναικείας ομορφιάς. Η απλότητα και η φυσικότητα είναι αυτά τα στοιχεία που τις κάνουν να ξεχωρίζουν. Σε αυτά συγκατελέγονται βέβαια και ο φεμινισμός του που συμπορεύεται με την αντιθετική ταπεινή τους θέση. Εξωτερικά γυναίκες παγιδευμένες σε μια κοινωνία ανδροκρατούμενη, εσωτερικά όμως δυνατές, με πυγμή, φιλοδοξίες και ελπίδα. Έχουν θάρρος, όχι θράσος, αγαπούν βαθιά και ουσιαστικά και όχι επιφανειακά, έχουν σεβασμό στον εαυτό τους και αυτοπεποίθεση, μαζί με επίγνωση όμως της θέσης και των δυνατοτήτων τους, έχουν ελαττώματα, αλλά τα προτερήματά τους είναι τόσο σπάνια που μαγεύουν στους άνδρες συμπρωταγωιστές τους. Δεν τους τυφλώνουν όμως, γιατί τις ερωτεύονται όχι για αυτό που δείχνουν στους άλλους και στην κοινωνία αλλά για αυτό που είναι και δείχνουν μόνο σε αυτούς.

4. Λίγα λόγια για τα βιβλία της

Τζέην Έυρ

Το πιο αναγωνρίσιμο βιβλίο της είναι χωρίς αμφιβολία, η Τζέην Έυρ, ένα μυθιστόρημα ρομαντικό που περιγράφει τον έρωτα μια γκουβερνάντας με τον κύριο του σπιτιού. Η Τζέην της ιστορίας είναι μια ορφανή κοπέλα που οδηγείται σε οικοτροφείο από τη θεία της, η οποία δεν επιθυμεί να την αναθρέψει. Εκεί διαβιώνει με δυσκολία, καθώς η ψυχοσύνθεσή της συνθίβεται από την αυστηρότητα, την πείνα και τις αρρώστιες. Η διαμονή της στο ίδρυμα για οκτώ χρόνια την κάνει πιο δυνατή και την προικίζει με γνώσεις, με αποτέλεσμα να γίνει δασκάλα. Με την ιδιότητά της αυτή, προσλαμβάνεται ως γκουβερντάντα ενός μικρού κοριτσιού στο Θόρνφιλντ. Εκεί γνωρίζει τον Έντουαρντ Ρότσεστερ. Η σχέση τους εξελίσσεται από φιλία και έναν δυνατό έρωτα που όμως δεν καταφέρνει να τους ενώσει, διότι τους χωρίζουν ανυπέρβλητα εμπόδια. Η Τζέην αναγκάζεται να φύγει και να ζήσει απομονωμένη μακριά από όλους και όλα. Ο έρωτάς της όμως δεν κατευνάζεται και επιστρέφει κοντά στον αγαπημένο της.

Ο Καθηγητής

Το πρώτο της έργο, σχεδόν αυτοβιογραφικό, περιγράφει τη ζωή ενός νέου που φεύγει από την πατρίδα του μετά από τη διάψευση των προσδοκιών του να δουλέψει ως έμπορος. Καταλήγει στις Βρυξέλλες να εργάζεται ως καθηγητής Αγγλικών σε σχολείο αρρένων και μετέπειτα και θηλέων. Τα αισθήματά του θα γίνουν αντικείμενο εκμετάλλευσης, μέχρι να γνωρίσει και να αγαπήσει μια μαθήτριά του, τη Φράνσις που εργάζεται παράλληλα ως δασκάλα στο ίδιο σχολείο. Θα περάσουν μέσα από 40 κύματα ώσπου να καταφέρουν να είναι μαζί. Θα νικήσει όμως στο τέλος, η αγάπη, η ταπεινότητα και η αέναη προσπάθειά τους για κάτι καλύτερο, οι αρχές και το ήθος έναντι στην ανηθικότητα που κυριαρχούσε τους κύκλους τους.

Βιλέτ

Δημοσιευμένο τον Ιανουάριο του 1853, πέντε χρόνια μετά την εκπληκτική επιτυχία της “Τζέην Έυρ”, το μυθιστόρημα Βιλέτ αφηγείται την ιστορία μιας νεαρής κοπέλας ώς τη στιγμή που η ζωή της κατασταλάζει. Μεγάλα κομμάτια του, μεταπλασμένα με αριστοτεχνικό τρόπο σε λογοτεχνία, αποτυπώνουν μάλλον τη ζωή της ίδιας της Σάρλοτ Μπροντέ. Λεπτότατες ψυχολογικές παρατηρήσεις παρακολουθούν την περιπέτεια της ηρωίδας λεπτό προς λεπτό: έναν απροσδόκητο έρωτα, μια μεγάλη αγάπη, την αγωνία, τη μοναξιά, το θάρρος ενός ανθρώπου που ψάχνει το δρόμο του. Ο αναγνώστης παρασύρεται σ’ άλλον χρόνο, συνδιαλέγεται, εισχωρεί στο τοπίο του 19ου αιώνα.

Σίρλεϊ

Το μυθιστόρημα διαδραματίζεται στο Γιόρκσαϊρ του 1811-12, κατά τη διάρκεια της βιομηχανικής ύφεσης που προκλήθηκε στην Αγγλία, εξαιτίας των Ναπολεόντειων πολέμων και του πολέμου του 1812 και εκτυλίσσεται με φόντο τις εξεγέρσεις των Λουδιτών στον τομέα της κλωστοϋφαντουργίας του Γιόρκσαϊρ. Το μυθιστόρημα αποτελείται από δύο σκέλη που συνυφαίνονται. Το πρώτο αφορά στους αγώνες των εργαζομένων ενάντια στους ιδιοκτήτες των κλωστοϋφαντουργικών μύλων και το δεύτερο αφορά στην έντονη εσωτερική συναισθηματική ζωή των δύο ηρωίδων του βιβλίου.
Η Σίρλεϊ, είναι μια ισχυρή και πεισματάρα κοπέλα, που μετακομίζει σε ένα μικρό χωριό όπου έχει κληρονομήσει μία τεράστια έκταση γης, ένα σπίτι και έναν μύλο. Ο Ρόμπερτ Μουρ υπενοικιάζει αυτόν τον μύλο και τον λειτουργεί ως κύριος ιδιοκτήτης της επιχείρησης. Το εμπόριο δεν πάει καλά και πολλοί έμποροι αντιμετωπίζουν ενδεχόμενη πτώχευση. Οι ιδιοκτήτες μύλων όπως ο Ρόμπερτ Μουρ, αναγκάζονται να διώξουν πολλούς από τους εργαζόμενούς τους. Η φτώχεια και η απόγνωση του κόσμου οδηγεί σε μεγάλη ένταση μεταξύ των αγροτών και της ανώτερης τάξης και οι κληρικοί βρίσκονται ανάμεσά τους. Ο Ρόμπερτ Μουρ ασχολείται πάρα πολύ με την προβληματική δουλειά του και δεν δίνει προσοχή στη μακρινή ξαδέλφη του, την ευαίσθητη και ντελικάτη Κάρολαϊν Χέλστοουν που είναι κρυφά ερωτευμένη μαζί του. Η Κάρολαϊν και η Σίρλεϊ γίνονται επιστήθιες φίλες. Ο Ρόμπερτ σκέπτεται το γάμο με την πλούσια και ανεξάρτητη Σίρλεϊ, για να ξεφύγει από το οικονομικό του αδιέξοδο, αλλά βαθειά μέσα στην καρδιά του έχει την ξαδέλφη του, Κάρολαϊν. Ενώ η Κάρολαϊν προσπαθεί να καταστείλει τα αισθήματά της για τον Ρόμπερτ, πεπεισμένη ότι εκείνος δε θα ανταποδώσει ποτέ την αγάπη της, η Σίρλεϊ τρέφει συναισθήματα για κάποιον, που κανείς δεν μπορεί να υποπτευθεί..

5. Προσωπικότητες που ξεχώρισα

Τζέην Έυρ (από το ομώνυμο βιβλίο)

Η Τζεην Ευρ είναι μια ήρεμη δύναμη, μια φιλομαθής νέα που υπερασπίζεται τον εαυτό της, τα θέλω της και τις αρχές της. Απορροφά τη γνώση σαν σφουγγάρι και σε αυτή βλέπει τη μόνη διαφυγή από μια πραγματικότητα που την ταλανίζει. Έχει αυτογνωσία χωρίς όμως έλλειψη αυτοπεποίθησης. Έχει θάρρος να εκφράζει τη γνώμη της με ειλικρίνεια και είναι υπέρμαχος του σωστού και του δικαίου ηθικά. Ο έρωτας της είναι αγνός και ολοκληρωτικός, όπως είναι και η ίδια. Αγαπά τους ανθρώπους, συγχωρεί και πάρα το νεαρό της ηλικίας της είναι ώριμη και κατασταλαγμένη.

Έντουαρντ Ρότσεστερ (από το βιβλίο Τζέην Έυρ)

Από την άλλη πλευρά, το αντικείμενο του πόθου της Τζέην είναι ένας άντρας εύστοχος, εύστροφος και οξυδερκής, βαθύς όμως σε αντίθεση με άλλους της αντίστοιχης κοινωνικής και οικονομικής θέσης. Μοιάζει να αναζητά μια γαλήνη, μια εσωτερική ηρεμία, ένα λιμάνι γιατί διαρκώς διώκεται από τον κόσμο και τον εαυτό του. Αυτό το βρίσκει στα μάτια της Τζέην που αγαπά με πάθος ενός νέου και με στοργικότητα ενός πεπειραμένου. Όταν την χάνει, χάνει και τον εαυτό του, την καλή εκδοχή του εαυτού του, που εκείνη του χαρίζει, αφήνεται. Θα πρέπει μόνο να βρεθούν πάλι κοντά για να ξαναγεννηθεί ο δυναμικός, με χιούμορ και ενσυναίσθηση άνδρας που αγάπησε η Τζέην.

Γουίλιαμ Κρίμσγουορθ (από το βιβλίο Καθηγητής)

Ο καθηγητής είναι ένας άνδρας νέος, αλλά μόνος. Αναζητά το αποκούμπι στον αδελφό του και μετέπειτα και σε φίλους, αλλά κανείς δεν του συμπεροφερεται όπως του αρμόζει με αποτέλεσμα να πορεύεται μόνος του. Είναι αυστηρός στις αρχές και έχει κυριαρχία των συναισθημάτων του, αγαπά τη διδασκαλία και τους μαθητές του. Για αυτόν ο έρωτας είναι κάτι που έρχεται σταδιακά και πορεύεται από το θαυμασμό των αρετών της συντρόφου, όχι των εξωτερικών αλλά των εσωτερικών.

6. Η Σαρλότ Μπροντέ εμπνέει την 7η τέχνη

Τα βιβλία της έχουν μεταφερθεί στον κινηματογράφο αλλά και στη μικρή οθόνη και έχουν αγαπηθεί από τους θεατές παγκοσμίως. Πάρτε μια γεύση :

    • 1997: Jane Eyre, με σκηνοθέτη τον Robert Young, και πρωταγωνιστές Ciarán Hinds and Samantha Morton
    • 2006: Jane Eyre, a BBC series starring Toby Stephens (Mr. Rochester), Ruth Wilson (Jane) and Georgie Henley (Young Jane)