«Όφις και Κρίνο», το πρωτόλειο του Νίκου Καζαντζάκη

Το έργο «Όφις και Κρίνο» είναι το πρώτο έργο του Νίκου Καζαντζάκη. Φέρεται να γράφτηκε γύρω στο 1905, ενώ δημοσιεύτηκε την επόμενη χρονιά. Το γεγονός ότι ως έτος κυκλοφορίας αναγράφεται το 1907 οφείλεται σε μια παλιά συνήθεια, σύμφωνα με την οποία όσα βιβλία τυπώνονταν στο τέλος ενός έτους έφεραν την ημερομηνία του ερχόμενου. Εκείνη την περίοδο, ο Καζαντζάκης τελείωσε τις νομικές σπουδές του λαμβάνοντας και διδακτορικό τίτλο με άριστα. Δεν κυκλοφόρησε βέβαια με το όνομά του, αλλά με το ψευδώνυμο που χρησιμοποίησε, δηλαδή Κάρμας Νιρβασάμης. Εκτός από αυτό υπέγραφε ως Ακρίτας ή ως Ν..

Το βιβλίο γραμμένο σαν ημερολόγιο αφηγείται έναν ολόκληρο σχεδόν χρόνο ενός ερωτευμένου καλλιτέχνη που πάλλεται ανάμεσα στην αγάπη και το σαρκικό πάθος. Τι δίπολο που ανάγεται στο κεντρικό θέμα του έργου αποτυπώνεται ήδη στον τίτλο του. Περιττό να αναφερθούν οι επιμέρους συμβολισμοί. Το πλατωνικό, παρθενικό συναίσθημα αντιπαραβάλλεται με την λαγνεία, τη ηδονολατρεία όπως και η ζωή με τον θάνατο. Κι όλα αυτά συμβαίνουν στα πλαίσια μιας προσωπικής εξομολόγησης που θα έμοιαζε και με ερωτική επιστολή, με προσευχή ή με ιεροτελεστία. Ο λόγος γλαφυρός, άλλοτε στάζει μέλι άλλοτε φαρμάκι με ελάχιστο κρητικό ιδίωμα. Οι λεκτικοί συνδυασμοί που αξιοποιεί ο συγγραφέας είναι μοναδικοί, αξεπέραστοι και από την αρχή κατακτούν τον αναγνώστη, πετυχαίνοντας να τον μεταφέρουν στα άδυτα του ανθρώπινου ψυχισμού.
Σ’ όλο το ανάγνωσμα είναι εμφανέστατη η ευρυμάθεια του Καζαντζάκη που απλώνεται από την ελληνική μυθολογία εώς την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, την ελληνική παράδοση αλλά και μυθολογίες άλλων χωρών (χαρακτηριστική η αναφορά της Λορελάης, πλάσματος της γερμανικής μυθολογικής παράδοσης που ο Χάινριχ Χάινε σε ένα ποίημα του μεταφέρει στον λογοτεχνικό κόσμο).

Οι περιγραφές είναι συγκλονιστικές και από την αρχή κιόλας ο αναγνώστης παρασύρεται από τον ερωτικό χείμαρρο και μαγεύεται από την διάχυτα παθιασμένη ατμόσφαιρα. Άλλωστε, το βιβλίο προσφέρεται για αυτούς τους λόγους και δεν προσιδιάζει το μεταγενέστερο συγγραφικό έργο του Καζαντζάκη. Ήδη κανείς , βέβαια, σε κάποια σημεία διακρίνει πρώιμα στίγματα της φιλοσοφίας του, αλλά όχι ιδιαίτερα ευαγή. Αν και ο ίδιος είχε κάψει όσα αντίτυπα διατηρούσε από το βιβλίο αυτό, ζητώντας προηγουμένως την μεταφορά τους από την Αίγινα στην Νότια Γαλλία, όπου ζούσε, το συμπεριέλαβε στην λίστα που υπέβαλε στα βραβεία Νόμπελ όσο και στην Ακαδημία Αθηνών. Μάλιστα, το βιβλίο αυτό είχε δωρίσει τόσο στον Παλαμά όσο και στον Ψυχάρη, ο οποίος το είχε μελετήσει σε βάθος, όπως διακρίνει κανείς από τις σημειώσεις του.

Μυστήριο μένει η γυναίκα στην οποία είναι αφιερωμένο το έργο, διότι η αφιέρωση «Στη Τοτώ μου» δεν αρκούσε για να ξεκαθαρίσει το τοπίο. Πολλοί, επηρεασμένοι από την αναφορά στην θεά Γαλάτεια, πίστεψαν πως αφορούσε την πρώτη σύζυγό του. Ωστόσο, κάτι τέτοιο θα ήταν αδύνατο, αφού κατά τη συγγραφή του δεν είχαν ακόμα γνωριστεί και ακόμα και να είχαν, δεν είχαν συνάψει ερωτικές σχέσεις, αφού η Γαλάτεια ήταν σε αρκετά νεαρή ηλικία. Επικρατέστερη είναι η εικασία που κάνει λόγο για μια Ιρλανδή ονόματι Kathleen Fordbild, δασκάλα Αγγλικών στο Ηράκλειο και κόρη πάστορα, με την οποία ο συγγραφέας είχε σχέσεις από το καλοκαίρι προτού ξεκινήσει τις σπουδές του εώς ένα καλοκαίρι πριν αποφοιτήσει, ήτοι για τέσσερα περίπου έτη. Οι υποθέσεις αυτές βασίζονται και σε όσα ο ίδιος εκμυστηρεύεται στην «Αναφορά στον Γκρέκο». Το τέλος της σχέσης του μένει άγνωστο. Κατά μια άποψη, εκείνη φαίνεται να εξαφανίστηκε. Κατά άλλη, αυτός τερμάτισε την επαφή τους. Σε κάθε περίπτωση, ένας έρωτας τέτοιος μας χάρισε αυτό το μικρό αριστούργημα που αν και δεν ανήκει στα κορυφαία έργα του Κρητικού, έχει σίγουρα την δική του λογοτεχνική αξία.

Διαβάζεται εύκολα, γρήγορα και σε οδηγεί να ερωτευτείς την ιδέα του έρωτα είτε αυτή συνεπάγεται την δημιουργία είτε την αυτοκαταστροφή. Αν δεν το έχετε στα αναγνωριστικά πλάνα σας, είναι καιρός να το εντάξετε!

Ο δραματουργός Νίκος Καζαντζάκης (τραγική τριλογία “Προμηθέας”)

«Ο Καζαντζάκης δραματουργός. Θέμα ανεξάντλητο και μαζί εξαντλητικό. Ανεξάντλητο σε δύναμη φαντασίας, εξαντλητικό για κάθε μας προσπάθεια να υποτάξουμε την ορμή του σε θεατρική πράξη.

Από όλους τους νεοέλληνες θεατρικούς δημιουργούς, ο Καζαντζάκης είναι ο πιο αισχυλικός. Τιτάνας στ’ αγκαλιάσματα της ύλης, γίγαντας στ’ άπλωμα της δράσης, Κύκλωπας στο πελέκημα της κάθε του φράσης, αδιαφορεί για τους κοινούς τόπους και τρόπους, πλάθει, ονειρεύεται, προφητεύει. Αν στις τρεις δεκαετίες που δούλευε τα έργα του το θέατρό μας δεν ήταν προσηλωμένο στην ηθογραφία και τη φαρσοκωμωδία, ο Καζαντζάκης θα είχε σταθεί ο πραγματικός πατέρας της δραματουργίας μας ή, πιο σωστά, η πρωτόγονη δημιουργική της θεότητα. Μα δεν τ’ αξιωθήκαμε. Μήτε κι εκείνος γνώρισε τη χαρά […]Από το 1950 κι εδώθε -αφού πια ο Καζαντζάκης είχε ανακηρυχθεί στην ξενιτειά μεγάλος- η δεισιδαιμονία διαλύθηκε και το θεατρικό μας κοινό αγάπησε τη Μέλισσα, τον Ιουλιανό, τον Κολόμβο, το Βούδα, τον Καποδίστρια και, σαν όπερες του Καλομοίρη, τον Παλαιολόγο και τον Πρωτομάστορα.

Μα ακόμα και σήμερα μερικοί χολερικοί -παλαιού και νέου κύματος- τον διαγράφουν από το ελληνικό θεατρικό στερέωμα. Ίσως γιατί εκείνος δεν θέλησε ποτέ να κυνηγήσει την εύκολη επιτυχία, ακολουθώντας τα ρεύματα, τις μόδες και το Zeitgeist. Επαναστάτης από τις φασκιές του, αναρχικός, προοδευτικός, ήρωας, μάρτυρας, ελεύθερος πολιορκημένος του κομμουνισμού, χριστιανός σε παγκόσμια συμπόνοια κι Έλληνας σε παλμό ψυχής, ο Καζαντζάκης δεν βολεύτηκε ποτές του με συμβιβασμούς.
Το θέατρο ήταν γι’ αυτόν ένα αλώνι ελεύθερης αναμέτρησης Διγενή και Χάροντα, ένας δίχως υποκρισία, δίχως καπηλεία αγώνας εξόντωσης και διαιώνισης, μια τίμια ισορροπία -καθώς λέει ο ίδιος- ανάμεσα στο γκρεμό του ανθρώπου και το γκρεμό του Θεού.»

Αλέξης Σολομός (από το βιβλίο της Κυριακής Πετράκου “Ο Καζαντζάκης και το θέατρο”)

KAZANTZAKIS PUBLICATIONS

Ο Καζαντζάκης πράγματι φιλοδοξούσε να μείνει στην ιστορία ως μεγάλος θεατρικός συγγραφέας, κάτι το οποίο τελικά δεν κατάφερε. Η διεθνοποίησή του επήλθε μέσω των σπουδαίων μυθιστορημάτων του, όπως το “Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά”, μυθιστορήματα που έθιγαν ζητήματα πανανθρώπινα με πρώτιστο το θέμα της ελευθερίας. Είναι γεγονός ότι τα θεατρικά εργα του Καζαντζάκη είχαν έντονη ποιητικότητα κι ήταν επομένως καταλληλότερα για ανάγνωση. Παρόλο που τον ενδιέφερε η καταξίωση μέσω του θεάτρου, εν τέλει αυτή ήρθε μέσω της πεζογραφίας που έγινε η δίαυλος επικοινωνίας του μεγάλου αυτού λογοτέχνη με το πλατύ ευρωπαϊκό κοινό.

Το καλοκαίρι τού 1943 ο Νίκος Καζαντζάκης γράφει στην Αίγινα την τραγική τριλογία: “Προμηθέας Πυρφόρος”, “Δεσμώτης”, “Λυόμενος”. Το 1945 ο “Προμηθέας Πυρφόρος” δημοσιεύεται στο περιοδικό “Καλλιτεχνική Ελλάδα” του Στρατή Μυριβήλη με αφιέρωση στον Ι. Θ. Κακριδή. Το 1948 μεταφράζεται στη γαλλική γλώσσα από τον ίδιο το συγγραφέα. Το 1955 ο “Δίφρος” εκδίδει στην Αθήνα με επιμέλεια Ε. Χ. Κάσδαγλη τον πρώτο τόμο του Θεάτρου του Καζαντζάκη, που περιλαμβάνει τραγωδίες με αρχαία θέματα: τον Προμηθέα, τον Κούρο, τον Οδυσσέα και τη Μέλισσα.

Η τριλογία του Καζαντζάκη είναι αντίστοιχη με την αρχαία τριλογία. Έχουν μάλιστα και οι δυο ίδιους τίτλους: Πυρφόρος, Δεσμώτης, Λυόμενος. Ο Καζαντζάκης ολοκλήρωσε την τριλογία του στο διάστημα Αυγούστου-Σεπτέμβρη 1943 στην Αίγινα.

«Όπως κάνει και με άλλα του θέματα, ο συγγραφέας δανείζεται ένα γνωστό μύθο ή πραγματικό γεγονός ή ακόμα μια μυθική ή λογοτεχνική μορφή και εννοιολογικά μετασχηματίζοντάς τη την κάνει κατάλληλη για την έκφραση του προσωπικού του μηνύματος. […]»

(Από το άρθρο του Θόδωρου Γραμματά «Ξαναδιαβάζοντας το έργο τού Νίκου Καζαντζάκη».)

«Ο συγγραφέας δανείζεται το γνωστό μύθο για να εκφράσει τις ιδέες του, τη μεταφυσική αγωνία του.

Prometheus
Ο Προμηθέας φέρνει την φωτιά στο ανθρώπινο γένος (Heinrich Füger)

»Ο Προμηθέας βοηθάει τους θεούς να καταστείλουν την επανάσταση των Τιτάνων, ζητώντας ως αντάλλαγμα να μην πειράξουν τους ανθρώπους. Ωστόσο οι θεοί, παραβαίνοντας την υπόσχεσή τους, σκότωσαν τους ανθρώπους, γιατί οδηγούσαν τους τυφλούς Τιτάνες στα απάτητα μονοπάτια τού Ολύμπου. Ο Προμηθέας επαναστατεί, όταν τους βλέπει κατακεραυνωμένους. […]

»Οι άνθρωποι έχουν χαθεί. Ο Προμηθέας συγκρούεται με τους θεούς του Ολύμπου, μοιράζεται μαζί τους τον κόσμο. Παίρνει τη γης. […]

»Από το χώμα πλάθει καινούριους ανθρώπους. Δυο πήλινα αγάλματα στέκονται ασάλευτα ανάμεσα στους βράχους: ένας νέος και μια κοπέλα. Μέσα στα σπλάχνα τους έχει σφηνώσει την άγρια περηφάνια και το πείσμα. 

»Αγωνίζεται να δώσει ζωή στη λάσπη, “ζωή και λευτεριά στης γης το χώμα”. Ο Σειληνός του αποκαλύπτει το μυστικό: μόνο ο κεραυνός μπορεί και τον πηλό να ζωντανέψει. Αλίμονο όμως σ’ εκείνον που θα απλώσει το χέρι του στη θεία φλόγα. Αιώνες θα μουγκρίζει κρεμασμένος πάνω στην άβυσσο.

Torture of Prometheus (Salvator Rosa) - Wikipedia
Το μαρτύριο του Προμηθέα (Salvator Rosa)


»Ο Προμηθέας” με λαγαρό σκληρό μυαλό διαλέγει τη φοβερή τής λευτεριάς τη στράτα”.»Βροντή τρομερή ακούγεται, ένας κεραυνός πέφτει κι η αγριελιά μπροστά από τη σπηλιά παίρνει φωτιά. Ο Προμηθέας χυμάει και παίρνει ένα κλαρί αναμμένο. Στήνουν πέτρες, σωριάζουν ξύλα και χώνουν τον κεραυνό με προσοχή να μη σβήσει. Ο Προμηθέας αρπάζει ένα δαυλό, τρέχει στα πήλινα αγάλματα, τα αλείφει με τις φλόγες. “Τα κοιτάζει με αγωνία. Σιγά σιγά ζωντανεύουν, παίρνουν αναπνοή, αναστενάζουν, παίζουν τα βλέφαρα, κουνούν τα χέρια, κάνουν τρεκλίζοντας ένα βήμα”. Το θάμα έγινε. Η λάσπη πήρε ψυχή. Περικυκλώνουν με χαρά τους καινούριους ανθρώπους, τους αγκαλιάζουν, τους μαθαίνουν να περπατούν, να γελούν, να ζουν, να αγωνίζονται.
»Ο “Προμηθέας Πυρφόρος”, γράφει ο Βρεττάκος, “δείχνει περισσότερο από κάθε άλλο του έργο την πρωτεϊκή απασχόληση της σκέψης του Καζαντζάκη. Την αγωνία του να ανοίξει ένα δρόμο σ’ αυτό που νομίζει σκοτάδι, την αναδίπλωσή του στις ρίζες, την εμπιστοσύνη του στα τραχιά πολεμικά κορμιά, στη φυσική δύναμη, κι όλα αυτά βέβαια σε έναν αιώνα που τα ξεπέρασε το πνεύμα κι οι δυνάμεις του ανεβάσματος του ανθρώπου έχουν μετατεθεί”.»

(Από το βιβλίο τής Θεοδώρας Παπαχατζάκη-Κατσαράκη Το Θεατρικό Έργο τού Νίκου Καζαντζάκη.)

Υπόθεση των έργων της τριλογίας

Προμηθέας Πυρφόρος

Μετά την Τιτανομαχία, ο Δίας απαιτεί την υποταγή του Προμηθέα στην εξουσία του, λησμονώντας ότι κατάφερε να νικήσει χάρη στη δική του βοήθεια.   

Αγανακτισμένος επειδή ο Δίας παραβίασε τους όρκους του και κατέστρεψε τους ανθρώπους, ο Προμηθέας αρνείται. Πλάθει με πηλό έναν άντρα και μια γυναίκα και τους δίνει ψυχή μ’ ένα κλαδί που είχε ανάψει από τον κεραυνό του Δία. Οι πήλινες μορφές ζωνταντεύουν και η Πανδώρα γίνεται για λίγο το μήλο της έριδος ανάμεσα στον Προμηθέα και τον αδερφό του, Επιμηθέα. Αν και η γυναίκα προτιμά τον ανυπότακτο Προμηθέα, ε-κείνος την παροτρύνει να παντρευτεί τον Επιμηθέα. Οι γιορτές του γάμου σκιάζονται από την προσδοκία της τρομερής εκδίκησης του Δία.

Προμηθέας Δεσμώτης

Πολλά χρόνια αργότερα, ο ασπρομάλλης Προμηθέας εξακολουθεί να διδάσκει τους ανθρώπους, αλλά αισθάνεται ότι ο χρόνος του τελειώνει. Πράγματι, ο Επιμηθέας τον προδίδει και οι δύο εκτελεστές του Δία, ο Θυμός και η Βία, τον καρφώνουν στον Καύκασο. Ο Προμηθέας παραμένει ανυπόκτακτος και αρνείται τις προτάσεις της Πανδώρας να μεσολαβήσει για χάρη του στον Δία. Ενώ τον συντροφεύουν οι Ωκεανίδες, έρχεται μια χωριατοπούλα κρατώντας ένα ομοίωμα παιδιού, και του ζητά να την ευλογήσει για ν’ αποκτήσει γιο από έναν άγνωστο γκριζομάλλη άντρα. Αργότερα, τον επισκέπτεται η Αθηνά, που αποκαλύπτεται ότι είναι κόρη δική του και όχι του Δία. Του προτείνει να ξεχάσει τα πάντα και να ανέβει μαζί της στον Όλυμπο, διαβεβαιώνοντάς τον ότι ο Δίας δεν έχει πάψει να τον αγαπάει. Σε όραμα, του δείχνει την ακμή και την παρακμή του ανθρώπινου πολιτισμού και στο τέλος του λέει αι-νιγματικά ότι η ίδια, όπως και ο Δίας, είναι δέσμιοι μιας ακόμη μεγαλύτερης δύναμης, την οποία όμως δεν ονομάζει. Ο Προμηθέας απορρίπτει την προσφορά.

Προμηθέας Λυόμενος

Ακόμη πιο γερασμένος, ο Προμηθέας εξακολουθεί να βρίσκεται καρφωμένος στον Καύκασο και περιμένει τις Ωκεανίδες να του φέρουν τα νέα για την έλευση του Λυτρωτή γιου του. Όταν εκείνες έρχονται, βλέπουν με έκπληξη πως έχει ανθίσει το ακάνθινο στεφάνι που φορεί στο κεφάλι του. Επικρατεί αναταραχή. Τρομαγμένοι Τιτάνες φτάνουν με μήνυμα συμφιλίωσης από τον Δία, αλλά ο Προμηθέας δηλώνει ότι λυτρώθηκε μόνος του και είναι εκείνος που θα σώσει τον Δία. Ακολουθούν ο Σιληνός μ’ ένα νέο θεό, τον Βάκχο, ένα πλήθος Γερόντων κυνηγημένων από ένα μυστηριώδη ανθρώπινο-λιονταρίσιο ίσκιο, και ο Επιμηθέας. Δεν αργεί να εμφανιστεί ο Ηρακλής – ο «Λυτρωτής-γιος», που απελευθερώνει τον Προμηθέα. Η Αθηνά καλεί τον Ηρακλή να ανέβει στον Όλυμπο, αλλά ο Προμηθέας, προσπαθώντας να τον εμποδίσει, τον αγκαλιάζει και χάνεται μέσα του. Τώρα πια, ο αντάρτης Τιτάνας ζει «σα στοχασμός» στο σώμα του Ηρακλή, που αποφασίζει να μείνει στη γη και να βοηθήσει στον αγώνα της.

ΠΗΓΕΣ: https://totheatro.blogspot.com/2013/10/kazantzakis-theatro.html , https://totheatro.blogspot.com/2013/10/kazantzakis-promitheas.html

“Ξημερώνει”: Ένα θεατρικό έργο του Νίκου Καζαντζάκη

Η υπόθεση

Η  Λαλώ είναι σύζυγος ενός εύπορου αστού, του Αλέκου, και μητέρα ενός μικρού κοριτσιού, της Χρυσούλας. Η οικογένεια ζει ευτυχισμένη μέχρι τη στιγμή που ο αδερφός του Αλέκου, Φίλιππος, αποφασίζει να τους επισκεφθεί αναπάντεχα. Η Λαλώ είναι κρυφά ερωτευμένη με τον Φίλιππο, ο οποίος ανταποκρίνεται στα αισθήματά της. Αδυνατεί να καταπνίξει τον έρωτά της, ούτε, όμως, μπορεί να φύγει μαζί του, εγκαταλείποντας την κόρη της αλλά ούτε και να συνάψει μαζί του παράνομη σχέση, όπως τη συμβουλεύει η φίλη της, Φωφώ. Η ηρωίδα παλεύει με όλες τις δυνάμεις της σε μια άνιση μάχη μεταξύ των παρακείμενων εξωτερικών παραγόντων και του εσωτερικού συναισθηματικού κόσμου της. Τελικά, αποφασίζει τη λύτρωση από το μαρτύριό της, αυτοκτονώντας.

Το έργο

Τον Αύγουστο 1906, στην άγουρη ηλικία των 24 χρόνων, ο Νίκος Καζαντζάκης συγγράφει το πρώτο του ερωτικό δράμα με τίτλο «Ξημερώνει». Το παρουσιάζει το καλοκαίρι της επόμενης χρονιάς στο θέατρο «Αθήναιον», στα πλαίσια του Παντελίδειου Δραματικού Αγώνα. Το έργο βρέθηκε μόλις στην τρίτη θέση, μα η κριτική του «Διαβάτη» (Ιωάννη Κονδυλάκη) στην εφημερίδα «Εμπρός» την επομένη της παράστασης αναφέρει: «Ωρισμένως είνε μοιραίον όσα έργα βραβεύονται εις τους δραματικούς μας διαγωνισμούς ν’ αποτυγχάνουν επι της σκηνής.[…] Το ότι δεν το εβράβευσαν οι κριταί του Παντελιδείου ήτο μια εγγύησις υπέρ του δράματος του κ. Καζαντζάκη». Περίπου 100 χρόνια από την συγγραφή του, οι εκδόσεις Καζαντζάκη αποφάσισαν την έκδοση  του ακυκλοφόρητου μέχρι σήμερα αστικού δράματος του κορυφαίου Έλληνα συγγραφέα και στοχαστή, συνοδευόμενο από σπάνιο οπτικό υλικό, δίνοντας έτσι ίσως την αφορμή σε σκηνοθέτες και θιάσους να τολμήσουν το ανέβασμά του.

Βαθιά επηρεασμένος από την εποχή του, ο νεαρός τότε Καζαντζάκης, περιγράφει στο «Ξημερώνει» το συναισθηματικό μαρτύριο της κεντρικής ηρωίδας του, της Λαλώς, η οποία ακροβατεί μεταξύ του απαγορευμένου έρωτα για τον αδερφό του άνδρα της και των κοινωνικών καθωσπρεπισμών της εποχής της. Στο δίλημμα της έχουν βρεθεί πολλές ηρωίδες, πραγματικές και μυθιστορηματικές (Μαντάν Μποβαρύ, Άννα Καρένινα). Μυθιστορηματικά πάντως, η Λαλώ διαφέρει.  Ο έρωτας της δεν είναι ένα εξιδανικευμένο, ρομαντικό, αναίμακτο συναίσθημα. Είναι ένας έρωτας ανατρεπτικός, μια πάλη με το κατεστημένο σύστημα ηθικών και αξιών σε ένα ιδεολογικό υπόβαθρο που σε σημεία θυμίζει έντονα τις ανατρεπτικές ιδέες του Ζαρατούστρα του Νίτσε.

Διαβάστε το χαρακτηριστικό απόσπασμα: «Μην υμνείτε πλεια την αγάπη την υστερική και ψεύτρα, τη διεφθαρμένη από θρησκευτικές εκστάσεις κι επιπόλαιες ρομαντικότητες και ψάλλετε μας την αγάπη την αληθινή και τη χαρά της ζωής και τις ανατολές του ήλιου και την ευτυχία του μέλλοντος όταν ξετιναχτούν από πάνω μας και γκρεμιστούνε χάμαι οι προλήψεις και οι ψεύτικες συνθήκες της κοινωνίας τώρα, όταν οι φυσικοί και κοινωνικοί νόμοι σμίξουν και γίνουν ένα.[…]Θάναι το Μεγάλο Ξημέρωμα. Και τότε θα χτίσουμε όλοι μαζί ένα Ναό-γίγαντα, να μπορεί να χωρέσει όλη την ανθρωπότητα, περήφανο κι ασάλευτο απάνω στους Βράχους και θα τον αφιερώσομε στην Αλήθεια και στην Ευτυχία. Και θα σημάνομε τις καμπάνες και θ’ αναγγείλομε στα άστρα τη νίκη του ανθρώπου».

Βιβλιοπρόταση: Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά του Νίκου Καζαντζάκη

Ο συγγραφέας

Ο Νίκος Καζαντζάκης γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης και σπούδασε Νομικά στην Αθήνα και στο Παρίσι, αλλά γρήγορα αφοσιώθηκε στη φιλοσοφία και στη λογοτεχνία. Πνεύμα εξαιρετικά ανήσυχο, με μεγάλη αφομοιωτική και δημιουργική ικανότητα και άνθρωπος με σπάνια εργατικότητα, ταξίδεψε παντού, έμαθε πολλές ξένες γλώσσες και άφησε σημαντικό έργο, που απλώνεται σε ποικίλους τομείς. Στην επιστημονική μελέτη ανήκει η εργασία του για το Νίτσε. Στη φιλοσοφία, η Ασκητική (Salvatores Dei, 1927), κείμενο που εκφράζει τη μεταφυσική πίστη του συγγραφέα. Στην ποίηση ανήκει η Οδύσσεια (1938), το κατεξοχήν έργο του Καζαντζάκη, οι Τερτσίνες και το ποιητικό του θέατρο με τις τραγωδίες Πρωτομάστορας, Μέλισσα, Ιουλιανός, Προμηθέας κ.ά. Από όλα σχεδόν τα ταξίδια του μας έδωσε ταξιδιωτικές εντυπώσεις: Κίνα, Ιαπωνία, Ρωσία, Αγγλία, Ισπανία κ.ά. Μετά το Β’ παγκόσμιο πόλεμο ασχολήθηκε με το μυθιστόρημα: Αλέξης Ζορμπάς (1946), Ο Χριστός ξανασταυρώνεται (1948), Καπετάν Μιχάλης (1950), Ο τελευταίος πειρασμός (1950-51), Ο φτωχούλης του Θεού (1952-53), Αδερφοφάδες (1954). Ένα είδος μυθιστορηματικής αυτοβιογραφίας με πολλά ποιητικά στοιχεία αποτελεί η Αναφορά στον Γκρέκο (1961). Με τα μυθιστορήματά του έγινε ευρύτερα γνωστός στο ελληνικό και το παγκόσμιο κοινό. Τέλος έχει μεταφράσει Όμηρο, Δάντη, Γκαίτε κ.ά. Το έργο του Καζαντζάκη, που διακρίνεται κυρίως για τη μεταφυσική ανησυχία και αναζήτηση, γνώρισε μεγάλη διάδοση.

Το βιβλίο

Ο Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά είναι μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη, που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στην Αθήνα το 1946. Το μυθιστόρημα βασίζεται στη ζωή του Γεωργίου Ζορμπά, φίλου και επιχειρηματικού συνεργάτη του συγγραφέα. Γνώρισε παγκόσμια εκδοτική επιτυχία και το 1964 μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από το σκηνοθέτη Μιχάλη Κακογιάννη με τίτλο Αλέξης Ζορμπάς (Zorba the Greek).

Υπόθεση

Το βιβλίο διαπραγματεύεται τη φιλία του Καζαντζάκη και του Ζορμπά και της επιχείρησης λιγνίτη που οργάνωσαν στην Πραστοβά της Μάνης. Στο μυθιστόρημα, ο Γιώργης Ζορμπάς μετονομάζεται σε Αλέξη Ζορμπά και η δράση μεταφέρεται στην Κρήτη. Οι δυο τους συναντιούνται στον Πειραιά· εντυπωσιασμένος από το πάθος και τον αντισυμβατικό χαρακτήρα του Ζορμπά, ο αφηγητής τον προσλαμβάνει ως επιστάτη. Στην Κρήτη, εγκαθίστανται στο ξενοδοχείο της Μαντάμ Ορτάνς, μιας ξεπεσμένης σαντέζας, που δεν αργεί να γίνει ερωμένη του Ζορμπά.

Σύντομα αποδεικνύεται ότι το λιγνιτωρυχείο ήταν ένα πρόσχημα· ο αφηγητής δεν ενδιαφέρεται για κέρδη και επιχειρήσεις, αλλά αναζητεί απαντήσεις στα φιλοσοφικά ερωτήματα που τον τυραννούν. Με την απλή λογική του και την πείρα του πολύτάραχου βίου του, ο Ζορμπάς του δείχνει ότι οι απαντήσεις – αν υπάρχουν – δεν βρίσκονται στα βιβλία, αλλά μέσα στην ίδια τη ζωή, αρκεί να τη ζει κανείς με πάθος, λυτρωμένος από ελπίδες και προσδοκίες.

Ποιος ήταν ο Αλέξης Ζορμπάς

Τι ήταν αυτό που έδεσε άρρηκτα τη φιλία ανάμεσα σε έναν 33χρονο διανοούμενο που έχει γράψει διατριβή για τον Nίτσε, έχει παρακολουθήσει τις διαλέξεις του Μπεργκσόν και θα εξελισσόταν σε λογοτέχνη και στοχαστή παγκόσμιου βεληνεκούς και σε έναν απλό 50χρονο εργάτη που γνώριζε με το ζόρι κολλυβογράμματα; Πόσο μάλλον όταν αυτή η σχέση τους αρθρώθηκε μακροχρόνια, στενά και ακατάλυτα; Το σίγουρο είναι ότι οι δυο τους έμειναν στο ίδιο σπίτι σε ένα γαλήνιο απομονωμένο τοπίο την εποχή του αιματηρού μακελειού του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, μακριά από την πείνα του αποκλεισμού της χώρας. Επίσης, οι δυο τους έκαναν ατέλειωτες κουβέντες επί παντός, μετά τη δουλειά, πλάι στο κύμα της μαγευτικής πλατιάς παραλίας της Καλογριάς.

Η παραλία της Καλογριάς στη Στούπα Μεσσηνίας όπου Γιώργος Ζορμπάς και Νίκος Καζαντζάκης έκαναν ατελείωτες κουβέντες κατά την περίοδο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου

Με τον συγγραφέα έτοιμο να δεχτεί ότι ο ταπεινός του εργάτης απολάμβανε με τις αθώες, παρθενικές σχεδόν, αισθήσεις όσα του πρόσφεραν η ζωή, ο έρωτας, το φαγητό, η κίνηση, ο χορός, το συναρπαστικό θέαμα όλου του κόσμου. Από ιδιοσυγκρασία, εξάλλου, ο Ζορμπάς, ως εραστής των γήινων απολαύσεων, εντυπωσίαζε τον απομονωμένο και δημιουργικά απερίσπαστο στην τέχνη του συγγραφέα, ποιητή και φιλόσοφο. Εκτός από ακαταπόνητος, ο αρχιεργάτης του ήταν καλόκαρδος, κοινωνικά ανοιχτός, γλεντζές και χωρατατζής με γάργαρο γέλιο. Αργότερα ο Καζαντζάκης τον χαρακτήρισε επιγραμματικά ως «εξαίσιο φαγά, πιοτή, δουλεφταρά κι αλήτη». Αλήτη με την έννοια του πλάνητος, που δεν στέριωνε πουθενά ως πολυτεχνίτης και ερημοσπίτης. Τριγυρνούσε, άλλωστε, για βιοποριστικούς λόγους σε όλη την Ελλάδα, ενώ είχε ταξιδέψει στις χώρες της Βαλκανικής φτάνοντας μέχρι τη Νότια Ρωσία. Στις διαδρομές του εξασκούσε διάφορα επαγγέλματα, όπως βοσκός, γυρολόγος, κανατάς, νταμαρτζής, σαντουριτζής, στραγαλατζής, καρβουνιάρης, λαθρέμπορας και βασικά μιναδόρος. Θάμπωνε τον συγγραφέα επειδή στις περιπλανήσεις του είχε απαντήσει διάφορες ράτσες και θρησκείες: Ρωμιούς και Τούρκους, Σέρβους και Βούλγαρους, Ρουμάνους και Ρώσους, ορθόδοξους, μουσουλμάνους, εβραίους. 

Ο χορός του Ζορμπά

Το καλοκαίρι του 1917 πήγε στη Μάνη για να συναντήσει τον Κρητικό συγγραφέα ο μεγάλος ποιητής και φίλος του Αγγελος Σικελιανός μαζί με την Αμερικανίδα σύζυγό του Εύα Πάλμερ. Από κοντά μαζεύτηκαν στον ίδιο τόπο η ηθοποιός Μαρίκα Κοτοπούλη και η καθιερωμένη αντίπαλός της επί σκηνής Κυβέλη, ο δικηγόρος και συνέταιρος στα μεταλλεία Φαραντάτος και φυσικά η πρώτη του σύζυγος Γαλάτεια Kαζαντζάκη, κόρη του λόγιου εκδότη Στυλιανού Αλεξίου. Η παρουσία της παρέας τάραξε την κλειστή τοπική κοινωνία, που για πρώτη φορά αντίκριζαν γυναίκες να καπνίζουν, να κολυμπούν στη ρηχή θάλασσα με μαγιό, ενώ πλάι τους ο απολλώνιος Σικελιανός να βουτάει πλαταγίζοντας στα κρυστάλλινα και παγωμένα από τον Πρίντζιπα νερά.

Ο μόνος που δεν συγκλονίστηκε ήταν ο κοσμογυρισμένος για τα μέτρα της εποχής, αξιοπρεπής, ανοιχτός στη θέα των ανθρώπων Ζορμπάς. Τράβηξε παράμερα στην άμμο το υπαίθριο ράντζο του, έπαιζε σαντούρι, τραγούδαγε ανατολίτικους σκοπούς και χόρευε λεβέντικα στην αμμουδιά, παρακινημένος σαν από έναν εσωτερικό ρυθμό, ζεϊμπέκικο. Χορό παράξενο και αταίριαστο για τα ήθη της Ελλάδας εκείνης της εποχής, τον οποίο η εκλεκτή ομήγυρη των διανοούμενων και των καλλιτεχνών παρακολουθούσε με θαυμασμό. Οχι σαν μια φολκλορική ατραξιόν, αλλά ως γνήσιο τρόπο έκφρασης ενός απλού, αυθεντικά λαϊκού ανθρώπου. «Γιατί ο χορός αυτός του Ζορμπά ήταν όλο πρόκληση, πείσμα κι ανταρσία», έγραφε αργότερα ο Καζαντζάκης. 

Γηγενής Μακεδόνας, ο Ζορμπάς, όταν ο τόπος τελούσε ακόμα υπό οθωμανικό ζυγό, γεννήθηκε, κατά μια πηγή, στο ορεινό Καταφύγι, ένα χωριό χτισμένο σε υψόμετρο 1.450 μ. των Πιερίων ορέων, το οποίο ανήκει σήμερα στον Δήμο Βελβεντού Κοζάνης. Για άλλους, τόπος καταγωγής του ήταν ο Κολινδρός, κοντά στην Κατερίνη, από όπου μετακόμισε στο Καταφύγι ο τσέλιγκας πατέρας του Φώτης, μαζί με τη σύζυγό του Ευγενία και τα αδέλφια του Γιώργου, τον Γιάννη, τον Ξενοφώντα και την Κατερίνα. Ο Γιώργης από τα μικρά του χρόνια έβοσκε τα γιδοπρόβατα του πατέρα του, ενώ από τα 15 του επωμίστηκε όλη την ευθύνη του κοπαδιού. Οταν έπεσε αρρώστια που αποδεκάτισε τα ζώα, αναγκάστηκε να μετακινηθεί για λόγους επιβίωσης. Ξεκίνησε πεζή για τα Μαντεμοχώρια της Χαλκιδικής για να βρει δουλειά σε κάποιο μεταλλείο.

Ο Μίκης Θεοδωράκης μπροστά από τον τάφο του Ζορμπά στα Σκόπια το 1997

Εφτασε στο Λίσμπορο (τη σημερινή Στρατονίκη) και προσλήφθηκε αμέσως ως ανειδίκευτος εργάτης από μια γαλλική εταιρεία που εκμεταλλευόταν το πλούσιο σε σιδηροπυρίτη, άργυρο, ψευδάργυρο και μόλυβδο μεταλλείο του Μαντέμ Λάκκου. Εκεί γνωρίστηκε με τον αρχιεργάτη του μεταλλείου, Γιάννη Καλκούνη, και αφού πρώτα γκάστρωσε την όμορφη κόρη του Ελένη, μετά την έκλεψε και κατόπιν την παντρεύτηκε. Δούλεψε στα καμίνια στα γειτονικά Σιδηροκαύσια (κοινώς Σιδερόκαψα), στη Λιαρέγκοβα (Αρναία), στο Νοβόσελο (Νεοχώρι), στον Μαχαλά (Στάγειρα), αλλά ως μετρημένος άνθρωπος που δεν είχε λυμένο το ζωνάρι για καβγά απέφευγε την οργή του πεθερού του και δεν ξαναπροσέγγισε τη Στρατονίκη.

Εν τω μεταξύ, έκανε οικογένεια και απέκτησε με τη γυναίκα του δώδεκα παιδιά, από τα οποία έζησαν τελικά τα οκτώ. Ανάμεσα σε αυτά που χάθηκαν ήταν και ο τέταρτος στη σειρά γιος του Αλέξης. Αργότερα, όταν πέθανε ο πεθερός του σε ένα ατύχημα στο μεταλλείο και εξέλιπε οριστικά το γινάτι του, ο Ζορμπάς επέστρεψε στις στοές του Μαντέμ Λάκκου και τον αντικατέστησε στο πόστο του αρχιεργάτη. Μέσα στις κοσμογονικές αλλαγές στη Μακεδονία που έφερε ο απελευθερωτικός πόλεμος του 1912-1913 πέθανε η αγαπημένη του Ελένη.

Εκλεισε τότε και το μεταλλείο εξαιτίας των Βαλκανικών Πολέμων, απέμεινε χωρίς δουλειά και μ’ ένα τσούρμο ανήλικα ορφανά. Η απελπισία του χαροκαμένου πατέρα όμως δεν ταίριαζε στην περηφάνια του που μετριόταν με το μπόι του Ζορμπά. Για να θρέψει τη φαμίλια του γύρισε στο Ελευθεροχώρι Πιερίας, έξω από τον Κολινδρό, κοντά στον αδελφό του Γιάννη, όπου έκανε όποια δουλειά του ποδαριού έβρισκε (σιδεράς, ξυλοκόπος). Αφού τριγύρισε ως μαυραγορίτης και μεταλλοθήρας στη Νότια Ρωσία, επέστρεψε ως εργάτης στο μεταλλείο της Πραβίτας στην περιοχή Ταξιάρχη στον Πολύγυρο της Χαλκιδικής. Στο κοντινό Αγιον Ορος γνώρισε τότε και τον Καζαντζάκη, ο οποίος έμενε μαζί με τον Σικελιανό στα κελιά διάφορων μοναστηριών διαβάζοντας Δάντη, Bούδα και τα Ιερά Eυαγγέλια.

Ο Παύλος Σιδηρόπουλος

Αναχωρώντας από την υπέροχη παραλία της Καλογριάς εκείνο το καλοκαίρι του 1917, η Γαλάτεια Καζαντζάκη πήρε μαζί της τη θυγατέρα του Ζορμπά, Αναστασία, η οποία κατόπιν παντρεύτηκε τον αδελφό της Ραδάμανθυ. Η κόρη τους Τζένη παντρεύτηκε τον Κώστα Σιδηρόπουλο, από οικογένεια καπνεμπόρων του Πόντου, και έφερε στον κόσμο τον δισέγγονο του Ζορμπά, τον πασίγνωστο Παύλο Σιδηρόπουλο, τον σημαντικότερο ίσως εκπρόσωπο της ελληνικής ροκ. Η πρωτόκορη του Ζορμπά, η Ανδρονίκη, τη μόνη που άφηνε να του συγυρίζει το σπίτι και να του πηγαίνει τρόφιμα στο ορυχείο, παντρεύτηκε τον Ελληνορώσο φωτογράφο Κώστα Κεχάεφ, τον οποίο είχε φέρει μαζί του στην Ελλάδα ο πατέρας της μετά τις περιπετειώδεις περιπλανήσεις του στη Ρωσία. Το ζευγάρι εγκαταστάθηκε σε ένα ισόγειο σπιτάκι απέναντι από τη Φιλαρμονική της Καλαμάτας και έως τα μέσα της δεκαετίας του ’70, προτού αποβιώσει, επισκεπτόταν την οικογένεια Εξαρχουλέα στην περιοχή της Στούπας. Ωστόσο, στον ίδιο τόπο μισό αιώνα νωρίτερα το ορυχείο είχε πάρει ανεπίστρεπτα την κάτω βόλτα. «Η επιχείρηση του λιγνίτη πήγε κατά διαβόλου», έγραφε χαριτολογώντας ο Καζαντζάκης στην «Αναφορά στον Γκρέκο»: «Ο Ζορμπάς κι εγώ κάμαμε ό,τι μπορούσαμε για να φτάσουμε, γελώντας, παίζοντας, κουβεντιάζοντας, στην καταστροφή». Ο συγγραφέας έφυγε από την περιοχή το καλοκαίρι του 1918 και δεν ξαναγύρισε ποτέ, ενώ ο αρχιεργάτης του βρήκε για λίγο δουλειά σε κάποιο άλλο ορυχείο, κοντά στην Πραστοβά. Κράτησαν όμως επαφή.

Αποστολή στον Καύκασο

Όταν τον Μάιο του 1919 ο Καζαντζάκης διορίστηκε από τον Ελευθέριο Βενιζέλο διευθυντής του νεοσύστατου υπουργείου Περιθάλψεως, του ανατέθηκε η μετάβαση στον Καύκασο για τον επαναπατρισμό των χιλιάδων Ελλήνων που κινδύνευαν να εξοντωθούν από τις κακουχίες μέσα στη δίνη που ακολούθησε την μπολσεβικική επανάσταση. Εστειλε τότε ένα γράμμα στον Γιώργο Ζορμπά προσκαλώντας τον να πάρει μέρος στην αποστολή. Η αγέρωχη και ριψοκίνδυνη καρδιά του παρορμητικού Γιώργη Ζορμπά φτερούγισε με το μήνυμα. Τα παράτησε όλα και έσπευσε στην Αθήνα να μπει κάτω από τις διαταγές του πρώην αφεντικού του.

Ξεκίνησε στα μέσα Ιουλίου του 1919, με επικεφαλής τον Καζαντζάκη και τους Κρητικούς συμπατριώτες του Ηρακλή Πολεμοχαράκη, Γιάννη Κωνστανταράκη, Γιάννη Αγγελάκη, για την Τιφλίδα, το Καρς, το Κουμπάν, αλλά και το Μπακού και το Ερεβάν με σκοπό τη μεταφορά των ομοεθνών προσφύγων. Ως σύγχρονοι Αργοναύτες της Μαύρης Θάλασσας στη διαλυμένη αλλά αχανή πρώην τσαρική αυτοκρατορία, αφοσιώθηκαν ολοκληρωτικά στον ανθρωπιστικό αγώνα για τη σωτηρία του Ελλήνων. Κατόρθωσαν να φέρουν με καράβια στη Θεσσαλονίκη περίπου 150.000 Ελληνες, οι οποίοι ρίζωσαν στα χώματα της Θράκης και της Μακεδονίας. Αυτή ήταν και η τελευταία ζωντανή επαφή του Καζαντζάκη με τον αιώνιο φίλο του Γιώργο Ζορμπά. Μετά το τέλος της αποστολής χωρίστηκαν για πάντα. Δεν ξεχάστηκαν όμως ποτέ.

Ο Αντονι Κουίν στον ρόλο του Ζορμπά 

 Η αποστολή στον Καύκασο ήταν η τελευταία μεγάλη εξόρμηση του Ζορμπά. Λίγα χρόνια μετά εγκαταστάθηκε στο ιδιοκτησίας του μεταλλείο λευκολίθου στη Νις της Σερβίας, από όπου τηλεγραφούσε στον λογοτέχνη φίλο του: «Εύρον πράσινην πέτραν ωραιοτάτην, ελθέ αμέσως». Και όταν ο συγγραφέας στην πιο γόνιμη περίοδο της τέχνης του τού απαντούσε ανάμεσα στα πολυάριθμα ταξίδια του, πότε από την Ιταλία και πότε από το Βερολίνο, ότι δεν μπορούσε να πάει, εκείνος τον περιέπαιζε υπαγορεύοντας στον γραμματικό της επιστολής του: «Είσαι, και να με συμπαθάς, αφεντικό, καλαμαράς. Μπορούσες και συ, κακομοίρη, μια φορά στη ζωή σου να δεις μιαν όμορφη πράσινη πέτρα και δεν την είδες». Ισως με κάποιες τύψεις ο Καζαντζάκης αργότερα έγραφε ότι θα διάλεγε τον Ζορμπά για ψυχικό οδηγό. «Γιατί αυτός είχε ό,τι χρειάζεται ένας καλαμαράς για να σωθεί […] να δίνει παρθενιά στα αιώνια καθημερινά στοιχεία, αγέρα, θάλασσα, φωτιά, γυναίκα, ψωμί· τη σιγουράδα του χεριού, τη δροσεράδα της καρδιάς, την παλικαριά να κοροϊδεύει την ίδια του την ψυχή». Δεν τα πρόλαβε αυτά τα ποιητικά λόγια ο Ζορμπάς. Από το 1926 διέμενε στα Σκόπια όπου διαχειριζόταν ένα ορυχείο.

Εκανε λεφτά και τα κατασπατάλησε σε φαγοπότια, γλέντια, κρασοκατανύξεις και μοιραία θηλυκά, γιατί τα πλούτη ήταν ξαφνικά και δεν τα είχε ποτέ προηγουμένως, αλλά κυρίως επειδή ήξερε ότι δεν θα τα έπαιρνε μαζί του στον τάφο. Είχε πάρει κοντά του την κόρη του Κατίνα, η οποία παντρεύτηκε εκεί τον Σέρβο Γιοβάν Γιάντα. Τα άλλα του παιδιά, με τη βοήθεια κυρίως της Γαλάτειας, είχαν αποκατασταθεί. Πάνω όμως που ένιωθε να έχει λυτρωθεί από την πίεση της ανάγκης, με την είσοδο της Σερβίας στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, την κατάσχεση των ορυχείων από τους Γερμανούς κατακτητές, την πείνα και τη ναζιστική σκλαβιά ο Ζορμπάς δεν άντεξε. Πέθανε εκεί το 1941 και θάφτηκε αρχικά στα παλιά νεκροταφεία, νότια της πόλης. Χρόνια αργότερα τα εγγόνια του από την πλευρά της Κατίνας, η αρχιτέκτων Αννα Γκάιγκερ, η οποία έως τον θάνατό της το 2002 υπήρξε πρόεδρος του γιουγκοσλαβικού τμήματος της Διεθνούς Εταιρείας Φίλων Νίκου Καζαντζάκη, και ο έμπορος αδελφός της Βαγγέλης Γιάντα μετέφεραν τα οστά του παππού τους και τα τοποθέτησαν στον οικογενειακό τάφο στο νεκροταφείο «Μπούτελ» των Σκοπίων. Ο τάφος του εντοπίστηκε πολλά χρόνια αργότερα από ελληνική δημοσιογραφική αποστολή στα Σκόπια. Μάλιστα τον επισκέφτηκε το 1997 ο Μίκης Θεοδωράκης μετά τη μεγαλειώδη συναυλία του με το έργο του «Ζορμπάς ο Ελληνας», παρουσία του τότε προέδρου της χώρας Κίρο Γκλιγκόροφ, στην αίθουσα της όπερας του Λαϊκού Θεάτρου των Σκοπίων. 

Στις δύο δεκαετίες που μεσολάβησαν από τον χωρισμό του Νίκου Καζαντζάκη και του Γιώργη Ζορμπά μέχρι τον θάνατο του τελευταίου, ο συγγραφέας δεν έπαψε να ενδιαφέρεται και να ανησυχεί για την πορεία του παλιού του φίλου και συνεργάτη. Το 1941, εν μέσω των στερήσεων της γερμανικής κατοχής, βρήκε τον πιο μεταφρασμένο παγκοσμίως Ελληνα λογοτέχνη απομονωμένο στην Αίγινα. Εκεί έφτασε το πικρό μαντάτο του θανάτου του Ζορμπά. Σε μία από τις ωραιότερες σελίδες της «Αναφοράς στον Γκρέκο» έγραψε: «Στο σπίτι με περίμενε ένα γράμμα με πένθιμο φάκελο· γραμματόσημο σέρβικο, κατάλαβα. Το κρατούσα και το χέρι μου έτρεμε. […] Εκλεισα τα μάτια κι ένιωθα αργά, ζεστά, να κυλούν στα μάγουλά μου τα δάκρυα. […] Τι να κάμω, συλλογίζουμουν όλη τη νύχτα, τι να κάμω για να ξορκίσω το θάνατό του; […] Πετιούνται απάνω οι θύμησες, σπρώχνουν η μια την άλλη, βιάζουνται και ζώνουν αγριεμένες την καρδιά μου· ανοιγοκλειούν το στόμα, φωνάζουν να περμαζώξω από τη γης, από τη θάλασσα, από τον αέρα τον Ζορμπά και να τον αναστήσω. Αυτό δεν είναι το χρέος της καρδιάς; Γι’ αυτό δεν την έπλασε ο Θεός; Ν’ ανασταίνει τους αγαπημένους; Ανάστησέ τον!». Και αυτό έκανε. Την επομένη, άγρυπνος, πήρε χαρτί, ξάπλωσε στις πυρωμένες από τον ήλιο πλάκες της ταράτσας του σπιτιού του στην Αίγινα που αγνάντευαν απέναντι τα γυμνά βουνά της Σαλαμίνας και άρχισε να γράφει μερικές αράδες αυτό το «συναξάρι» για τον Ζορμπά.

Το έργο το τελείωσε ύστερα από δύο χρόνια, τον Μάιο του 1943. Ωστόσο, ο Ζορμπάς που μπήκε στις σελίδες του βιβλίου με τίτλο «Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» δεν ήταν ο Γιώργης Ζορμπάς της Πραστοβάς και του Καυκάσου. Του άλλαξε το όνομα, πιθανότατα από το αρχαιοελληνικό συνθετικό «αλεξι-» (όπως αλεξικέραυνο, αλεξίσφαιρος) για να δημιουργήσει έναν χαρακτήρα που αντιστέκεται με «τη δαιμονικιάν ανταρσία του ανθρώπου να νικήσει το βάρος και την ύλη, την προγονική κατάρα». Μετατόπισε την πλοκή από τη Μάνη στην πολυμνημένη πατρίδα του, την Κρήτη, και μετασχημάτισε τον ήρωα προικίζοντάς τον με ακατανίκητη δύναμη που ενσαρκώνει την ίδια την ουσία της ζωής σε όλες τις εκφάνσεις της. Πλάθοντας τον ήρωά του ο αφηγητής-συγγραφέας αντέταξε το ξέχειλο από φως διονυσιακό πνεύμα του αενάως δραστήριου Ζορμπά στην απραξία του κάποτε επηρεασμένου Καζαντζάκη από το βουδιστικό ζεν που εξαλείφει το «εγώ». Αρκετοί μελετητές του έργου του μεγάλου Κρητικού συγγραφέα θεωρούν ειλικρινή και ευεργετική την ορμητική επίδραση του ηλικιωμένου εργάτη και μοιραία την απελευθερωτική γοητεία που άσκησε στο πνεύμα του. 

Αγωνιστής της ζωής


Την άνοιξη του 1957, λίγους μήνες προτού πεθάνει, ο Καζαντζάκης έλαβε στην Αντίμπ της Νότιας Γαλλίας όπου διέμενε μια επιστολή από τον πρωτότοκο γιο του Ζορμπά, τον αντισυνταγματάρχη τότε Αντρέα, ο οποίος διαμαρτυρόταν έντονα γιατί το βιβλίο είχε δήθεν ρεζιλέψει τον πατέρα του και είχε τάχα προσβάλει όλη του την οικογένεια. Ο γέρος και ασθενής αλλά πάντα πνευματικά αειθαλής Καζαντζάκης τού απάντησε άμεσα με ένα λιγόλογο γράμμα όπου σημείωνε: «Σπάνια αγάπησα και τίμησα άνθρωπο όπως τον Ζορμπά. Τον παράστησα στα γραφτά μου ως έναν ανώτερο ελέφτερον άνθρωπο κι είναι τώρα ένδοξος για χιλιάδες ανθρώπους στην Εβρώπη, στην Αμερική». Δεν χρειάζονταν περισσότερα στον παραπονούμενο γιο και προφανώς παρακινούμενο από τους μύριους όσους μνησίκακους εχθρούς του συγγραφέα. Ετσι κι αλλιώς, αν δεν υπήρχε ο ασυμβίβαστος δημιουργός Καζαντζάκης που χάρισε θριαμβικά αθάνατο στη μνήμη των αναγνωστών και παρέδωσε με μια νέα αυτόνομη υπόσταση αιώνιο τον Ζορμπά στην τέχνη, ποιος θα θυμόταν σήμερα τον αληθινό, καθημερινό, βασανισμένο Γιώργη Ζορμπά; Εναν εγκάρδιο αγωνιστή της ζωής που ποτέ του δεν θεώρησε τις πραγματικές δοκιμασίες του ως μυθικό άθλο; Κι ας μην πάτησε ποτέ το πόδι του στη λεβεντογέννα Κρήτη. 

Απόσπασμα από το βιβλίο

Προχωρούσαμε αμίλητοι μέσα από τα στενά δρομάκια του χωριού. Τα σπίτια μαυρολογούσαν ολοσκότεινα, κάπου ένα σκυλί γάβγιζε, κάποιο βόδι αναστέναζε. Κάποτε μας έρχουνταν στο φύσημα του αγέρα εύθυμα, αναβρυτά, σαν παιχνιδιάρικα νερά, τα κουδουνάκια της λύρας.

Βγήκαμε από το χωριό, πήραμε το δρόμο κατά το ακρογιάλι μας.

— Ζορμπά, είπα, για να κόψω τη βαριά σιωπή, τι αγέρας είναι ετούτος; Νοτιάς;

— Μα ο Ζορμπάς πήγαινε μπροστά, κρατώντας σα φανάρι το κλουβί με τον παπαγάλο και δεν αποκρίθηκε.

Όταν φτάσαμε στο ακρογιάλι μας, ο Ζορμπάς στράφηκε:

— Πεινάς, αφεντικό; ρώτησε.

— Όχι, δεν πεινώ, Ζορμπά.

— Νυστάζεις;

— Όχι.

— Μήτε εγώ. Ας καθίσουμε στα χοχλάδια• έχω κάτι να σε ρωτήσω. Ήμασταν και οι δυο κουρασμένοι, μα δε θέλαμε να κοιμηθούμε. Δε θέλαμε να χάσουμε το φαρμάκι της μέρας ετούτης· ο ύπνος μάς φαίνουνταν σα μια φυγή σε ώρα κιντύνου και ντρεπόμασταν να κοιμηθούμε.

Καθίσαμε στην άκρα της θάλασσας· έβαλε ο Ζορμπάς το κλουβί ανάμεσα στα γόνατά του και κάμποση ώρα σώπαινε. Ένας φοβερός αστερισμός ανέβηκε από το βουνό, πολυόματο τέρας με στρουφιχτήν ουρά, κάπου κάπου ένα αστέρι ξεκολλούσε κι έπεφτε.

Ο Ζορμπάς κοίταξε τ’ αστέρια, με το στόμα ανοιχτό, σα να τα ‘βλεπε για πρώτη φορά.

— Τι να γίνεται εκεί πάνω! μουρμούρισε. Και σε λίγο πήρε την απόφαση, μίλησε:

— Ξέρεις να μου πεις, αφεντικό, είπε κι η φωνή του ασκώθηκε επίσημη, συγκινημένη μέσα στη ζεστή νύχτα, ξέρεις να μου πεις τι πάει να πουν όλα αυτά; Ποιος τα καμε; Γιατί τα καμε; Και πάνω απ’ όλα, ετούτο (η φωνή του Ζορμπά ήταν γεμάτη θυμό και τρόμο): Γιατί να πεθαίνουμε;

— Δεν ξέρω, Ζορμπά! αποκρίθηκα, και ντράπηκα σα να με ρωτούσαν το πιο απλό πράμα, το πιο απαραίτητο, και δεν μπορούσα να το ξηγήσω.

— Δεν ξέρεις! έκαμε ο Ζορμπάς και τα μάτια του γούρλωσαν. Όμοια γούρλωσαν και μιαν άλλη νύχτα, όταν με ρώτησε αν χορεύω και του αποκρίθηκα πως δεν ξέρω χορό. Σώπασε λίγο· άξαφνα ξέσπασε:

— Τότε τι ναι αυτά τα παλιόχαρτα που διαβάζεις; Γιατί τα διαβάζεις; Άμα δε λένε αυτό, τι λένε;

— Λένε τη στενοχώρια του ανθρώπου που δεν μπορεί ν’ απαντήσει σε αυτά που ρωτάς, Ζορμπά, αποκρίθηκα.

— Να τη βράσω τη στενοχώρια τους! έκαμε ο Ζορμπάς χτυπώντας με αγανάχτηση το πόδι του στις πέτρες.

Ο παπαγάλος στις ξαφνικές φωνές τινάχτηκε απάνω:

— Καναβάρο! Καναβάρο! έσκουζε σα να ζητούσε βοήθεια.

— Σκασμός και συ! έκαμε ο Ζορμπάς κι έδωκε μια γροθιά στο κλουβί.

Στράφηκε πάλι σε μένα.

— Εγώ θέλω να μου πεις από πού ερχόμαστε και πού πάμε. Του λόγου σου τόσα χρόνια μαράζωσες απάνω στις Σολομωνικές θα ‘χεις στύψει δυο τρεις χιλιάδες οκάδες χαρτί· τι ζουμί έβγαλες;

Τόση αγωνία είχε η φωνή του Ζορμπά, που η πνοή μου κόπηκε· αχ, να μπορούσα να του ‘δινα μιαν απόκριση!

Ένιωθα βαθιά πως το ανώτατο που μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος δεν είναι η Γνώση, μήτε η Αρετή, μήτε η Καλοσύνη, μήτε η Νίκη· μα κάτι άλλο πιο αψηλό, πιο ηρωικό κι απελπισμένο: Το Δέος, ο ιερός τρόμος. Τι ‘ναι πέρα από τον ιερό τρόμο; Ο νους του ανθρώπου δεν μπορεί να προχωρέσει.

— Δεν απαντάς; έκαμε ο Ζορμπάς με αγωνία.

Δοκίμασα να δώσω στο σύντροφό μου να καταλάβει τι είναι ο ιερός τρόμος:

— Είμαστε σκουληκάκια μικρά μικρά, Ζορμπά, αποκρίθηκα, απάνω σ’ ένα φυλλαράκι γιγάντιου δέντρου. Το φυλλαράκι αυτό είναι η Γη μας· τ’ άλλα φύλλα είναι τ’ αστέρια που βλέπεις να κουνιούνται μέσα στη νύχτα. Σουρνόμαστε απάνω στο φυλλαράκι μας, και το ψαχουλεύουμε με λαχτάρα· τ’ οσμιζόμαστε, μυρίζει, βρωμάει· το γευόμαστε, τρώγεται· το χτυπούμε, αντηχάει και φωνάζει σαν πράμα ζωντανό.

»Μερικοί άνθρωποι, οι πιο ατρόμητοι, φτάνουν ως την άκρα του φύλλου· από την άκρα αυτή σκύβουμε, με τα μάτια ανοιχτά, τα αυτιά ανοιχτά, κάτω στο χάος. Ανατριχιάζουμε. Μαντεύουμε κάτω μας το φοβερό γκρεμό, ακούμε ανάρια ανάρια το θρό που κάνουν τ’ άλλα φύλλα του γιγάντιου δέντρου, νιώθουμε το χυμό ν’ ανεβαίνει από τις ρίζες του δέντρου και να φουσκώνει την καρδιά μας. Κι έτσι σκυμμένοι στην άβυσσο, νογούμε σύγκορμα, σύψυχα, να μας κυριεύει τρόμος. Από τη στιγμή εκείνη αρχίζει…

Σταμάτησα. Ήθελα να πω: «Από τη στιγμή εκείνη αρχίζει η Ποίηση», μα ο Ζορμπάς δε θα καταλάβαινε και σώπασα.

— Τι αρχίζει; ρώτησε ο Ζορμπάς με λαχτάρα. Γιατί σταμάτησες;

— … αρχίζει ο μεγάλος κίντυνος, Ζορμπά, είπα. Άλλοι ζαλίζουνται και παραμιλούν, άλλοι φοβούνται και μοχτούν να βρουν μιαν απάντηση, που να τους στυλώνει την καρδιά και λένε: «Θεός»· άλλοι κοιτάζουν από την άκρα του φύλλου το γκρεμό ήσυχα, παλικαρίσια και λένε: «Μου αρέσει».

Ο Ζορμπάς συλλογίστηκε κάμποση ώρα· βασανίζουνταν να καταλάβει.

— Εγώ, είπε τέλος, κοιτάζω κάθε στιγμή το θάνατο· τον κοιτάζω και δε φοβούμαι· όμως και ποτέ, ποτέ δε λέω: Μου αρέσει. Όχι, δε μου αρέσει καθόλου! Δεν είμαι λεύτερος; Δεν υπογράφω!

Σώπασε, μα γρήγορα φώναξε πάλι:

— Όχι, δε θ’ απλώσω εγώ στο Χάρο το λαιμό μου σαν αρνί και να του πω: «Σφάξε με, αγά μου, ν’ αγιάσω!»

Δε μιλούσα· στράφηκε, με κοίταξε ο Ζορμπάς θυμωμένος.

— Δεν είμαι λεύτερος; ξαναφώναξε.

Δε μιλούσα. Να λες «Ναι!» στην ανάγκη, να μετουσιώνεις το αναπόφευγο σε δικιά σου λεύτερη βούληση — αυτός, ίσως, είναι ο μόνος ανθρώπινος δρόμος της λύτρωσης. Το ‘ξερα, και γι’ αυτό δε μιλούσα.

Ο Ζορμπάς είδε πως δεν είχα πια τίποτα να του πω, πήρε το κλουβί σιγά σιγά, να μην ξυπνήσει ο παπαγάλος, το τοποθέτησε δίπλα από το κεφάλι του και ξάπλωσε.

— Καληνύχτα, αφεντικό, είπε· φτάνει.

Ζεστός νοτιάς φυσούσε πέρα από το Μισίρι και μέστωνε τα τζερτζεβατικά και τα φρούτα και τα στήθια της Κρήτης. Τον δέχουμουν να περιχύνεται στο μέτωπο, στα χείλια μου και στο λαιμό, κι έτριζε και μεγάλωνε, σαν να ‘ταν πωρικό, το μυαλό μου.

Δεν μπορούσα να κοιμηθώ, δεν ήθελα. Δε συλλογίζουμουν τίποτα· ένιωθα μονάχα, στη ζεστή ετούτη νυχτιά, κάτι μέσα μου, κάποιον μέσα μου, να μεστώνει. Έβλεπα, ζούσα καθαρά το καταπληχτικό ετούτο θέαμα: ν’ αλλάζω. Ό,τι γίνεται πάντα στα πιο σκοτεινά υπόγεια του στήθους μας, γίνουνταν τώρα φανερά, ξέσκεπα, μπροστά μου. Κουκουβιστός στην άκρα της θάλασσας, παρακολουθούσα το θάμα.

Τ’ αστέρια θάμπωσαν, ο ουρανός φωτίστηκε, κι απάνω στο φως χαράχτηκαν με ψιλό κοντύλι τα βουνά, τα δέντρα, οι γλάροι. Ξημέρωνε.