“Angelus Novus” του Πάουλ Κλέε

https://images.fineartamerica.com/images/artworkimages/mediumlarge/1/1-angelus-novus-paul-klee.jpg

Το Angelus Novus είναι υδατογραφία του σπουδαίου Ελβετο-Γερμανού ζωγράφου Πάουλ Κλέε που γεννήθηκε σαν σήμερα, φιλοτεχνημένη το 1920.

Ο Γερμανός κριτικός Βάλτερ Μπένγιαμιν, ιδιοκτήτης του έργου για πολλά χρόνια, εκτιμούσε πως απεικόνιζε «τον άγγελο της ιστορίας. Το πρόσωπό του είναι στραμμένο προς το παρελθόν. Όπου εμείς αντιλαμβανόμαστε μια αλυσίδα γεγονότων, αυτός βλέπει μία μοναδική καταστροφή που συνεχίζει να συσσωρεύει το ένα ερείπιο πάνω στο άλλο».

Ο Όττο Καρλ Βερκμάιστερ σε σχόλιά του έχει ισχυριστεί πως αυτή η ερμηνεία του αγγέλου από τον Μπέντζαμιν έχει οδηγήσει στο να καταστεί ο άγγελος «ίνδαλμα της αριστεράς».

Το όνομα και η σύλληψη του αγγέλου έχει εμπνεύσει έργα άλλων καλλιτεχνών και μουσικών.

Στο βιβλίο του Ερνστ Φίσερ, «Η αναγκαιότητα της Τέχνης», όπου ο Φίσερ προσπαθεί μέσα από σκέψεις διάσημων διανοητών και συγγραφέων να περιγράψει τις νέες πραγματικότητες, τον αγώνα του ανθρώπου ενάντια στα κλισέ, στα δόγματα και τις κενές φράσεις και ενάντια στις προκαταλήψεις, υπάρχει ένα κεφάλαιο σχετικά με τον Βάλτερ Μπένζαμιν, σπουδαίο κριτικό της λογοτεχνίας. Μαζί του, σαν δεκανίκι τής τότε πραγματικότητας, ο «Angelus Novus» του Κλέε!

«Υπάρχει ένας πίνακας του Κλέε που ονομάζεται Angelus Novus», λέει ο Μπένζαμιν. «Δείχνει έναν άγγελο που φαίνεται σα να ετοιμάζεται να απομακρυνθεί από κάτι που κοιτάζει. Τα μάτια του είναι ορθάνοιχτα, το στόμα του χάσκει, τα φτερά του είναι τεντωμένα. Τέτοια ύψη πρέπει να ‘χει ο άγγελος της Ιστορίας. Εκεί όπου εμείς βλέπουμε μπροστά μας μια αλυσίδα συμβάντων, αυτός βλέπει μια και μόνη καταστροφή και ασταμάτητα σωρεύει ερείπια πάνω στα ερείπια και τα εκσφενδονίζει στα πόδια του. Θα ήθελε να χασομερήσει, να ξυπνήσει τους νεκρούς και να μαζέψει ό,τι έχει γκρεμιστεί. Αλλά μια θύελλα φυσά από τον παράδεισο κι έχει μπερδέψει τα φτερά του, ώστε ο άγγελος να μην μπορεί πια να τα κλείσει. Αυτή η θύελλα τον ωθεί αδιάκοπα προς το μέλλον, προς το οποίο γυρίζει την πλάτη του, ενώ ο σωρός των ερειπίων μπροστά του υψώνεται ώς τα ουράνια. Αυτό που ονομάζουμε πρόοδο είναι η θύελλα», καταλήγει ο Μπένζαμιν.

Paul Klee 1911.jpg

Δεν ξέρω τι ήταν αυτό που ώθησε τον Κλέε να ζωγραφίσει έναν διχασμένο άγγελο. Μπορώ όμως να υποθέσω ότι ο ζωγράφος ήταν επηρεασμένος από το μετέωρο βήμα της εποχής του, που πάλευε να ισορροπήσει ανάμεσα στον πόλεμο και την ειρήνη. Ο Κλέε ασπάστηκε τη ζωγραφική, όπως κάποιος θα ασπαζόταν τη θρησκεία. Αφιερώθηκε στην τέχνη με την ίδια προσήλωση που θα αφιερωνόταν στον Θεό. Με μέσα απλά και ποιητικά. Για πολλούς, όμως, παρέμεινε ένα αίνιγμα. Γεννήθηκε το 1879. Ανήκε στη γενιά του Πικάσο, του Ζορζ Μπρακ (φωτ.) και του Αντρέ Ντερέν, αλλά ήταν σχεδόν άγνωστος στους Γάλλους ώς το 1925, όταν για πρώτη φορά παρουσίασε ένα τμήμα της σουρεαλιστικής δουλειάς του. Ούτε και τότε όμως αγαπήθηκε όσο του άξιζε. Απόδειξη ότι ελάχιστα βιβλία γράφτηκαν για την προσωπικότητα του μελαγχολικού άνδρα, που γεννήθηκε στη Βέρνη από Γερμανό πατέρα και που στην εφηβεία του ταλαντευόταν ανάμεσα στην ποίηση, τη μουσική και τη ζωγραφική. Η ζωγραφική τελικά τον κέρδισε οριστικά το 1914, ενώ βρισκόταν στην Τυνησία, όπου τυφλωμένος από τον δυνατό ήλιο αναφώνησε: «Με κατέκτησε το χρώμα. Από δω και πέρα θα του ανήκω, αυτό και εγώ θα μείνουμε για πάντα ενωμένοι. Είμαι ζωγράφος».

Η πορεία προς τη διασημότητα ήδη είχε ξεκινήσει μέσα από σχέδια με έντονα χρώματα και φανταστικές υδατογραφίες. Το 1920, ο διευθυντής της διάσημης σχολής Μπάουχαους Βάλτερ Γκρόπιους κάλεσε τον Κλέε να διδάξει στη Βαϊμάρη. Έτσι ο ζωγράφος βρέθηκε ξανά δίπλα στον Καντίνσκι με τον οποίον είχε συναντηθεί και παλαιότερα. Κι ήταν ο Καντίνσκι αυτός που τον έφερε σε επαφή με τον «Γαλάζιο Καβαλάρη», μια από τις πιο δραστήριες ομάδες – κινήματα της avant-garde αισθητικής στη Γερμανία που έτρεφε μεγάλο ενδιαφέρον για τη μεταφυσική. (Το κίνημα του Γαλάζιου Καβαλάρη ήταν για τον Καντίνσκι και την παρέα του κάτι ευρύτερο από ένα κίνημα στη ζωγραφική. Ουσιαστικά ήταν έκκληση για πνευματική αναγέννηση σε όλες τις μορφές τέχνης.)

Στο Μπάουχαους, ο Κλέε υπήρξε δάσκαλος των μορφών στο εργαστήρι βιβλιοδεσίας και παράλληλα προσέφερε τις γνώσεις του στα εργαστήρια τοιχογραφίας και υαλογραφημάτων. Εκείνη την εποχή μάλιστα και πριν αναγκαστεί να εγκαταλείψει τη σχολή έγραψε το βιβλίο «The thinking Eye», μοναδικό, απ’ ό,τι λέγεται, εγχειρίδιο για την «επιστήμη» του σχεδιασμού. Ο εκκεντρικός ζωγράφος που θαύμαζε την πολύμορφη ελευθερία των παιδιών και σεβόταν απεριόριστα την αθωότητά τους έβλεπε τον κόσμο σαν πλανητάριο που λειτουργούσε με τη βοήθεια κοσμικού ωρολογοποιού -ο Ελβετός Θεός- με στόχο την πνευματική αλήθεια. Ήταν η οπτική ματιά ενός καλλιτέχνη που πίστευε ότι αν ο κόσμος δεν είχε οριστική πραγματικότητα θα μπορούσε να την αναπαριστά με το πιο ελεύθερο, το πιο σχηματικό πνεύμα… Κάτι που λείπει από την εποχή μας, καθώς ο δικός μας Άγγελος κοιτάζει συνεχώς τα συσσωρευμένα ερείπια του κόσμου, αρνούμενος να προχωρήσει.

ΠΗΓΕΣ: https://www.kathimerini.gr/720180/opinion/epikairothta/arxeio-monimes-sthles/proswpa , https://el.wikipedia.org/wiki/Angelus_Novus

Σενέκιος του Πάουλ Κλέε: Ο ζωγράφος που “ήταν ένα με το χρώμα”

Ο Πάουλ Κλέε ήταν Γερμανοελβετός ζωγράφος. Μολονότι δεν εντάχθηκε επισήμως σε καμία σχολή ή κίνημα, το έργο του είχε σημαντική συμβολή στη διαμόρφωση των περισσοτέρων καλλιτεχνικών τάσεων της μοντέρνας τέχνης, ενώ υπήρξε και δάσκαλος στη σχολή Μπαουχάους (Bauhaus). Άφησε συνολικά περισσότερα από 9.000 έργα, μεταξύ αυτών υδατογραφίες, χαρακτικά και σχέδια, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων φιλοξενείται σήμερα στο Κέντρο Πάουλ Κλέε της Βέρνης.

Αποτέλεσμα εικόνας για κλεε

Παρ’όλο που αρχικά η ιδέα του Α’ παγκοσμίου πολέμου, τον έβρίσκε αρχικά θετικό: «Η εθνική ανάταση θα μας εξασφαλίσει ξανά τα μέσα που έχουμε τόσο στερηθεί τα τελευταία χρόνια». Γρήγορα καταλαβαίνει πως κάνει λάθος. Κρίνεται στρατεύσιμος και χάνει 2 φίλους του στο μέτωπο και αναθεωρεί.

Το 1934 ο Klee αναγκάζεται να μεταναστεύσει στην Ελβετία, τη χώρα που γεννήθηκε, επειδή οι ​​Ναζί θεωρούν την τέχνη του εκφυλισμένη και υπάρχουν φήμες πως είναι Εβραίος. Ως μέρος της προσπάθειας του Χίτλερ να απαλλάξει τη χώρα του από την «εκφυλισμένη τέχνη» πολλοί εξέχοντες καλλιτέχνες, είτε αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τη χώρα ή παγιδεύονται σε εσωτερική εξορία (όπως ο Otto Dix).

To 1939 συμπληρώνει 5 χρόνια συνεχούς διαμονής στην Ελβετία και υποβάλει αίτηση για να αποκτήσει ελβετική υπηκοότητα. Παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει λόγο των πολιτισμικών και πολιτικών προεκτάσεων του έργου του, η αίτηση γίνεται δεκτή.

O Klee πεθαίνει έναν χρόνο αργότερα, πιθανώς όπως θα ήθελε, ως Ελβετός.

Δεν περιορίζομαι στο εδώ και τώρα, ανήκω τόσο στους νεκρούς όσο και στους αγέννητους. Πιο κοντά στην καρδιά της δημιουργίας από τους περισσότερους, όχι όμως και αρκετά κοντά ακόμη.

Senecio, 1922 by Paul Klee

Στο έργο του “Σενέκιος” που φιλοτεχνήθηκε το 1922 από τον καλλιτέχνη, αναπαρίσταται ένας ηλικιωμένος άντρας, ενώ ο Klee ηθελημένα μιμείται έναν παιδικό τρόπο ζωγραφικής μέσα από τα σχήματα και τα έντονα χρώματα . Το έργο αλλιώς ονομάζεται ” Άντρας που γερνά” και είναι εμφανώς επηρεασμένο από την αφρικανική κουλτούρα. Το έργο του αυτό, έρχεται σε απόλυτη συμφωνία με τα λόγια του ζωγράφου:

«Όσο πιο τρομακτικός γίνεται ο κόσμος, τόσο η τέχνη γίνεται πιο αφηρημένη. Ενώ ένας ειρηνικός κόσμος παράγει ρεαλιστική τέχνη.»

Σε έναν κόσμο τρομακτικό ο Klee επιλέγει να ζωγραφίζει αφηρημένα, θέλοντας να αποτυπώσει τη φρίκη του διαστήματος του Μεσοπολέμου της ναζιστικής Γερμανίας…