Θεόφιλος Καΐρης: Η φιλοσοφία και η δίκη του Διαφωτιστή

Ο Θεόφιλος Καΐρης, πλην της προσφοράς του κατά την Επανάσταση του 1821 και τη διδασκαλία του σε διάφορες ελληνικές ακαδημίες υπήρξε ιδρυτής νέας θρησκείας, την οποία αποκάλεσε «Θεοσέβεια», υιοθετώντας έναν αρχαίο ελληνικό όρο. Πιστεύει στην ισότητα και την ουσιαστική ελευθερία του ατόμου, στην αθανασία της ψυχής, δέχεται ότι υπάρχει ένας και μόνο Θεός αλλά απορρίπτει τη θεϊκή φύση του Ιησού, τον οποίο θεωρεί ως έναν απλό Εβραίο διδάσκαλο της ηθικής, την τριαδικότητα του Θεού, τα μυστήρια, τις εικόνες και την λατρεία τους, στην θέση των οποίων, προτείνει να αναγράφονται σοφά ρητά.

Βαθιά επηρεασμένος από την πλατωνική αλλά και αριστοτελική φιλοσοφία διαδίδει πως δυο βασικές έμφυτες δυνάμεις διαθέτει ο άνθρωπος: Το απειροτατικόν και το θεοσεβικόν, δυνάμεις οι οποίες πείθουν τον άνθρωπο για την ύπαρξη του Θεού στον οποίο βλέπει το απρόσωπο θείον τού Πλάτωνα, των νεοπλατωνικών και του Πλήθωνα. Χαρακτηριστικά τού Θεού είναι, μεταξύ άλλων, το ενιαίο, το αιώνιο, το άτρεπτο, το απλό, το πανταχού παρείναι, το πάνσοφο και το δημιουργικό. Ορισμένες δε από τις ιδιότητές του, όπως η δικαιοσύνη και η σοφία δύναται να τις αποκτήσει και ο άνθρωπος. Ο άνθρωπος είναι επίσης, ούτως ή άλλως, κατά τον Καΐρη, προικισμένος με πλειάδα ψυχικών δυνάμεων (γνωστικών, συναισθηματικών, βουλητικών, λογικών και άλλων) χάρις στις οποίες μπορεί να ερευνά τον κόσμο και να ανακαλύπτει τις αιτίες των διαφόρων φαινομένων. Σύνθημα των θεοσεβών είναι το ρητό «Θεόν σέβου». Επίσης, ο Καΐρης συνθέτει θεοσεβικούς ύμνους και θεοσεβικά αναγνώσματα. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι στους ύμνους και τις προσευχές υιοθετεί την δωρική διάλεκτο. Το «Σύμβολον της θεοσεβικής πίστεως» αρχίζει με τους εξής λόγους: «Έναν οίδα Θεόν, Πωατάν, και Προνοατάν, και Συντηρατάν, και Κυβερνάταν του Παντός· Παντοδύναμον, Πάνσοφον, Πανάγαθον, απειροτέλειον Νουν, το υπέρτατον και μακαριώτατον Ον, το ακρότατον των εφετών και των αγαθών, το αυτάγαθον και αυτοκαλόν». Γράφει δε περαιτέρω: «Ομολογώ την αθανασίαν τού ανθρώπου, και πάντων των θεοσεβείν δυναμένων λογικών όντων».

Ο Καΐρης καθιερώνει επίσης νέο ημερολόγιο, κατά το οποίον το έτος δεν αρχίζει από την 1η Ιανουαρίου, αλλά από την 24η Σεπτεμβρίου, της Φθινοπωρινής Ισημερίας δηλαδή, κατ’ ακολουθίαν των αρχαίων ελληνικών προτύπων. Ο δε μήνας υποδιαιρείται σε 3 δεκάδες αντί τεσσάρων εβδομάδων, ενώ αλλάζουν επίσης και τα ονόματα των μηνών (εμπνευσμένα από την αρχαία Ελλάδα: Θεοσέβιος, Σοφάρετος, Δίκαιος κ.ά.). Επιπλέον, καταργείται η χριστιανική χρονολογία και υιοθετείται νέο σύστημα, του οποίου αφετηρία είναι το έτος 1801. Οι ιερείς της νέας θρησκείας καλούνται «θειαγοί» και «ιεραγοί», προέρχονται κι απ’ τα δύο φύλα και διαιρούνται σε πέντε τάξεις: «Κοσμήτορες», «αναγνώστες», «υμνωδοί», «θεοκήρυκες» και «λειτουργοί».

Η θεία λατρεία ωφείλει να τελείται εντός περίτεχνων και «καλλίστων» ναών. Όπως διακηρύττει ο Καΐρης: «Καίτοι το σύμπαν τόδε, και έκαστος μάλιστα θεοσεβής, ναός θείος εστίν, ένθα λατρεύεται ο των απάντων απειροτέλειος Δημιουργός, οικοδομούσι μέντοι οι θεοσεβείς ως οίον τε καλλίστων ναούς, εξαιρέτω και πρεπούση αρχιτεκτονική χρώμενοι, επί το κοινή κατά τεταγμένας ημέρας συνέρχεσθαι και την λογικήν τω Υψίστω προσάγειν λατρείαν, και του θείου λόγου ακροάζεσθαι».

Οι θεοσεβείς έχουν βεβαίως και γιορτές. Κάθε δεκάτη τού μηνός συνέρχονται στον ναό, αλλά και κατά τις ισημερίες και τις τροπές, και τελούν ειδικούς εορτασμούς. Η θεοσεβική λατρεία διαπνέεται απ’ άκρου εις άκρον από πηγαίο αίσθημα λατρείας προς τη φύση, προς το παν. Ο ιερέας σε μια εκ των θεοσεβικών επικλήσεων, απευθύνεται προς το θείον, ως εξής: «Ω Δύναμις και Σοφία, και Αγαθότης, και Παντελειότης! Ω τάξις, και ποικιλία, και αρμονία, και παντοδαπότης, και ενότης, αις το Σύμπαν τόδε κατεκόσμησας! Ω νόμοι καθ’ ους, και λόγοι δι’ ους τα εν αυτώ συμβαίνειν διέταξας φαινόμενα».

Η νέα θρησκεία αρχίζει βαθμιαία να αποκτά μεγάλη απήχηση, κάτι που θορυβίζει την Ιερά Σύνοδο που σύντομα του ζητά να αποκηρύξει τις απόψεις του. Με τις συνεχόμενες αρνήσεις του, η δίωξή του είναι ολοκληρωτική.

Οδηγούμενος ενώπιον της Συνόδου ο ίδιος αναφέρει :«Επιτρέπεται, εν ευνομουμένω κράτει, καυχωμένω μάλιστα επί ανεξιθρησκία, να ερευνά τις την συνείδησιν του άλλου και να ζητή έγγραφον ομολογίαν τής πίστεως του; Αν τούτο επιτρέπεται, τότε ας ομολογήσωμεν ότι δεν αφιστάμεθα πολύ της εποχής των δικαστηρίων τής Ιεράς Εξετάσεως». Και συνεχίζει ο Καΐρης: «Ούτε εισηγητής, ούτε ιδρυτής νέας θρησκείας είμαι, διότι φρονώ ότι τούτο δεν είναι έργον ανθρώπου, καθόσον τα τοιαύτα εις δύναται, ο εκ του μηδενός παράγων το σύμπαν. Η Θεοσέβεια δεν έχει άλλον διδάσκαλο ει μη μόνον τον Θεόν, καθότι επομένως είναι απόρροια της ηθικής του Θεού επομένως, ως προείπων, ούτε καθιδρυτής είμαι της Θεοσέβειας, ούτε προσηλυτιστής είμαι υπέρ αυτής». Όση ώρα δε, βρίσκεται ο Καΐρης στο κτήριο της Συνόδου, απ’ έξω συγκεντρώνεται πολύς κόσμος, ο οποίος του εκδηλώνει με κάθε τρόπο την συμπάθειά του και την υποστήριξή του: Του φιλούν το χέρι και τα φορέματα και θέλουν οι ίδιοι να ζευχθούν στην άμαξα και να τον μεταφέρουν.

Η Σύνοδος, την 25η Οκτωβρίου 1839, καθαιρεί τον Καΐρη -παρά τη δήλωσή του ότι δεν δίδασκε Θεολογία αλλά Φιλοσοφία- και αναθεματίζει αυτόν και την θρησκεία του ως αίρεση, αποκαλώντας την Θεοσέβεια, «ασέβειαν» και «αθεΐαν» και τον ιδρυτή της, «αρνησίχριστον», «λυμεώνα» και «ψυχοφθόρον». Παρ’ όλα αυτά, η Γραμματεία των Εκκλησιαστικών, την επόμενη μέρα ζήτησε με έγγραφό της, οι συνοδικοί να «μακροθυμήσουν διὰ τινὰ καιρὸν ὑπὲρ τοῦ καταδικασθέντος καὶ ἀναβληθῆ ἐν τοσούτῳ ἡ ἐκτέλεσις τῆς ρηθείσης ἀποφάσεως, ἴσως ἐν τῷ μεταξὺ τούτῳ μετανοήσας ὁ κ. Καΐρης ἐπιστρέψῃ εἰς τὴν εὐθείαν ὁδόν, καὶ διὰ τοῦ μέσου τούτου σωθῇ ἐκ θανάτου ψυχὴ κατὰ τὸν θεῖον Ἰάκωβον». Η Σύνοδος συμφώνησε με την πρόταση αυτή, αλλά επέμεινε στην απομάκρυνση του Καΐρη από την κοινωνία και τον εγκλεισμό του σε μοναστήρι. Πράγμα που συνέβη με τη μεταφορά του πρώτα στη Σκιάθο και σε διάφορα άλλα μέρη στη συνέχεια μέχρι το τέλος της ζωής του. Στην δική εναντίον του στο Πλημμελειοδικείο της Σύρου, όπου κατηγορήθηκε ότι “εισάγει” αιρέσεις ο συνήγορος υπεράσπισης του, Νικόλαος Σαρίπολος μιλά σε ένα σπουδαίο λόγο για το δικαίωμα στην ανεξιθρησκεία και την ελεύθερη διανόηση.

Οι διαφοροποιημένες απόψεις του Καΐρη δεν βρήκαν σύμφωνη τη Σύνοδο, ωστόσο μετά το θάνατό του μελετήθηκε πολύ και συγκεταλέγη στους Νεοέλληνες Διαφωτιστές και φιλοσόφους του Γένους για το σπουδαίο φιλοσοφικό του έργο και άνοιξε το δρόμο για την άγνωστη μέχρι τότε έννοια της ανεξιθρησκείας.

Πηγές: Σαρίπολος, Ν.Ι., «Η κατά την 19 Ιανουαρίου 1853 ενώπιον του Αρείου Πάγου Δίκη Θεοφίλου Καΐρου», στο Σαρίπολος, Ν.Ι., (επιμ.), Τα μετά θάνατον

Μανδηλάς Κ. Π., «Ο Θεόφιλος Καΐρης και ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός», εκδόσεις Ανοιχτή Πόλη

Μεταλληνός, Γ., «Το λατρειακό σύστημα του Θεόφιλου Καΐρη. Η πρακτική του θεοσεβισμού του», στο Καράς, Γ. (επιμ.), Πανελλήνιο Συμπόσιο Θεόφιλος Καΐρης

https://www.pare-dose.net/4000

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *