Ο καλλιτεχνικός ακτιβισμός του Banksy

Ο Banksy είναι γνωστός Βρετανός καλλιτέχνης του γκραφίτι, πολιτικός ακτιβιστής και σκηνοθέτης ταινιών, ανεπιβεβαίωτης ακόμα ταυτότητας.Τα έργα του είναι συνήθως σατιρικά, σχολιάζοντας ζητήματα πολιτικής και κουλτούρας, με επιγράμματα που συνδυάζουν το μαύρο χιούμορ με γκραφίτι, τα οποία εκτελούνται με μια ιδιαίτερη τεχνική στένσιλ. Τα πολιτικού και κοινωνικού σχολιασμού έργα του έχουν εμφανισθεί σε δρόμους, τοίχους και γέφυρες πόλεων σε όλο τον κόσμ. Ας δούμε λίγο πιο αναλυτικά όμως τι πρεσβεύει και τι πετυχαίνει:

1. Ένας σπουδαίος καλλιτέχνης του δρόμου

Στους δρόμους αρκετών πόλεων της Αγγλίας, στη Νέα Υόρκη και τελευταία στο τείχος των Ισραηλινών στην Παλαιστίνη, ο Banksy έχει βάλει την υπογραφή του σε ευφάνταστα σκίτσα που εκπέμπουν πολιτικά και κοινωνικά μηνύματα ή ευαισθητοποιούν. Δημιουργεί εικόνες απλώνοντας με επιδεξιότητα το σπρέι σε τοίχους κτηρίων ή μάντρες, όπου μπορεί να υπάρχουν ζημιές, όπως πεσμένοι σοβάδες ή αντικείμενα. Αυτές οι επιφάνειες είναι ο καμβάς επάνω στον οποίο συμπληρώνει τα ατελή σχήματα και δημιουργεί παραστάσεις με νόημα.

Σε κάποια περίοδο κυκλοφόρησε η φήμη ότι συνελήφθη στη Νέα Υόρκη, οι οποίες όμως διαψεύστηκαν με την ανάρτηση του τελευταίου του έργου μέσα από την ιστοσελίδα του (banksy.co.uk). Πρόκειται για μια απομίμηση του έργου «το κορίτσι με το μαργαριτάρι στο αυτί», του Ολλανδού ζωγράφου Γιοχάνες Βέερνερ. Στο γκράφιτι τον ρόλο του μαργαριταριού υποδύεται ένας συναγερμός.

Μεγάλη εντύπωση είχε προκαλέσει πρόσφατα ένα έργο του Banksy σε μια πόλη κοντά στο Έσεξ. Απεικονίζει ένα σμήνος περιστέρια που διώχνουν ένα πολύχρωμο πουλί και του λένε να επιστρέψει στην Αφρική. Το Έσεξ είναι μια πόλη που συγκεντρώνει υψηλά ποσοστά το εθνικιστικό κόμμα UCIP και ο στόχος του γκράφιτι είναι να στείλει ένα μήνυμα κατά του ρατσισμού. Ο Δήμος έστειλε ένα συνεργείο να καθαρίσει τον τοίχο, αλλά συγχρόνως κάλεσε τον Banksy να ζωγραφίσει ένα έργο σε κάποια από τις προκυμαίες της παραθαλάσσια τουριστικής πόλης.

Ο καλλιτέχνης είναι διάσημος και τα σχέδια του γίνονται αμέσως τουριστική ατραξιόν, γι΄ αυτό και είναι αποδεκτά από τους δήμους που κανονικά τιμωρούν αυτό που ονομάζουν «βεβήλωση του δημόσιου χώρου». Το τίμημα της διασημότητας για τον Βρετανό καλλιτέχνη είναι η αποδοχή, στοιχείο που τον καθιστά αντιπαθή σε ένα κύκλο των συναδέλφων του.

Ο Banksy λέει ότι επηρεάστηκε επίσης από τον «3D», κατά κόσμο Robert Del Naja, ο οποίος είχε αφήσει το στίγμα του στα γκράφιτι προτού γίνει γνωστός ως ιδρυτικός μέλος του συγκροτήματος των Massive Attack. Λέγεται επίσης, γιατί κυκλοφορούν διάφορες φήμες γύρω από τα βιογραφικά του στοιχεία, ότι ο Bansky γεννήθηκε στο Μπρίστολ το 1974 και άρχισε να ασχολείται με το γκράφιτι το 1992, ως μέλος μια ομάδας με τους Kato και Tes, με κοινά ενδιαφέροντα και την υπογραφή «DryBreadZ Crew (DBZ)». Η ομάδα αυτή δεν ήταν η μόνη και συχνά ξεσπούσαν «πόλεμοι» μεταξύ των παιδιών που έκαναν γκράφιτι. Η μία ομάδα έσβηνε ή έγραφε πάνω στα σχέδια της άλλης.

Ο Banksy δεν κάνει μόνο γκράφιτι. Ζωγραφίζει επίσης και φτιάχνει ταινίες. Πολλά από τα έργα του έχει εκθέσει ο φωτογράφος Steve Lazarides με τον οποίο γνωρίστηκε στο Μπρίστολ. Ο ίδιος μπορεί να μην εμφανίζεται να πουλάει έργα του, αλλά δεν συμβαίνει το ίδιο με οίκους δημοπρασιών που έχουν δημοπρατήσει δουλειές του Banksy έναντι μεγάλων χρηματικών ποσών. Πολύ απλά, τα κλέβουν. Ξεκολλούν τα γκράφιτι μαζί με τον σοβά του τοίχου και τα πωλούν ή τα βγάζουν δημοπρασία. Αριστερά:το «Kissing Cappers», έξω από την παμπ. Δεξιά: στην έκθεση Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του έργου «Kissing Coppers» του Bansky που κοσμούσε από το 2004 τον τοίχο της παμπ Prince Albert. Το 2011 ο ιδιοκτήτης της παμπ το ξήλωσε προσεκτικά και το πούλησε σε δημοπρασία στο Μαϊάμι έναντι 420.000 ευρώ. Και δεν είναι το μόνο. Φέτος, οι New York Times έγραψαν ότι μια εταιρεία πήρε επτά έργα του Banksy χωρίς τη συγκατάθεσή του και τα παρουσίασε στην έκθεση «Stealing Banksy», κοστολογώντας τα 1,5 εκατ. δολάρια! Ο Banksy ανακοίνωσε στην ιστοσελίδα του ότι η έκθεση και η δημοπρασία έγιναν χωρίς τα συγκατάθεσή του τονίζοντας: «δεν έχω καμία σχέση με αυτό. Αυτή η έκθεση ανήκει σε σιχαμένους ανθρώπους, που τους αφήνουν να κλέβουν έργα από τους δρόμους».

Ο Banksy είναι ένα από τα ηχηρά παραδείγματα για το πως κινείται η διεθνής αγορά, κυρίως της σύγχρονης τέχνης, στην οποία τα κριτήρια διαμορφώνονται ανάλογα με τους αγοραστές που επενδύουν σ’αυτή.

Γεννιούνται λοιπόν ερωτήματα όπως: Είναι η σύγχρονη τέχνη υπερτιμημένη; Και σε ποιους απευθύνεται; Μόνο σε διάσημους και πλούσιους που μπορούν να την αποκτήσουν; Και ποια είναι η πραγματική τιμή ενός έργου; Τα 60 δολάρια ή το μισό εκατομμύριο δολάρια που έδωσε η Αντζελίνα Τζολί για να αποκτήσει ένα έργο του Banksy; Έχει σημασία ποιος είναι ο καλλιτέχνης; Παίζει ενεργό ρόλο ο ίδιος ή η αγορά κινείται αυτόνομα;

Και βέβαια πως είναι δυνατόν, όταν θέλεις να κάνεις τέχνη που θεωρείται αντικομφορμιστική, και παράνομη, να μην έχεις αντίρρηση στο να σου εξασφαλίζει μια ιδιαίτερη οικονομική άνεση; Αυτό σημαίνει πως “ξεπουλάς” την τέχνη σου ή είναι δίκαιο να την πουλάς εκεί, όπου μπορούν να την αγοράσουν, δηλαδή στις γκαλερί και τις δημοπρασίες;

Όσον αφορά βέβαια τον Banksy, και τη θέση του απέναντι στη σύγχρονη τέχνη, εκείνος θα έλεγε… “το γκραφίτι είναι ένα από τα λίγα εργαλεία που έχετε, όταν στην πραγματικότητα δεν έχετε τίποτα! Αν δεν καταλήξετε σε μια ζωγραφιά,, η οποία θα βάλει τέλος στην παγκόσμια φτώχεια, μπορεί – ποτέ δεν ξέρεις – να καταφέρετε να κάνετε έναν άνθρωπο να χαμογελάσει, ενώ θα έχει τρυπώσει σε κάποιο στενό για να κατουρήσει”.

2. Η αρχή του Banksy στο ΗΒ

Η περιοχή Barton Hill του Μπρίστολ ήταν ένα τρομακτικό μέρος το 1980. Στην περιοχή κατοικούσαν κατά κύριο λόγο λευκοί που ανήκαν στην εργατική τάξη και δεν συμπαθούσαν τους ξένους. Όταν ο Banksy αποφάσισε να φτιάξει το πρώτο του έργο στην περιοχή ήταν πολύ αγχωμένος. «Ο πατέρας μου είχε ξυλοκοπηθεί άσχημα εκεί όταν ήταν παιδί», είχε εξομολογηθεί στον γκραφίστα Felix Braun. Άρχισε να δοκιμάζει διάφορα ονόματα, υπογράφοντας μερικές φορές ως Robin Banx, ωστόσο κατέληξε στο ψευδώνυμο Banksy. Αυτό το νέο και μικρότερο ψευδώνυμο ήταν εύκολο να το γράψεις γρήγορα στον τοίχο και δεν ξεχνιόταν από κάποιον που το συναντούσε.
Όταν ήταν 18 ετών ζωγράφιζε ένα βαγόνι με μία ομάδα καλλιτεχνών και η αστυνομία τους ανακάλυψε. Όλοι τρέξανε και κατάφεραν να φτάσουν στο αμάξι, ο Banksy όμως όχι. «Έμεινα κρυμμένος πάνω από μία ώρα σε μία νταλίκα. Όπως καθόμουν εκεί και άκουγα τους αστυνομικούς, συνειδητοποίησα πως πρέπει να ζωγραφίζω σε λιγότερο χρόνο». Έτσι, αποφάσισε να χρησιμοποιεί την τεχνική στένσιλ, όπου κόβεις το περίγραμμα του έργου και το περνάς από πάνω με σπρέι. «Μόλις έκοψα το πρώτο μου στέλνσιλ ένιωσα μία ιδιαίτερη δύναμη μέσα μου. Επίσης μου άρεσε η πολιτική του χροιά. Όλα τα γκράφιτι είναι μία διαμαρτυρία, ωστόσο τα στένσιλ έχουν ένα ιδιαίτερο συμβολισμό. Έχουν χρησιμοποιηθεί για να ξεκινούν επαναστάσεις και να σταματούν πολέμους», είχε δηλώσει στον φίλο του και συγγραφέα, Tristan Manco, δίνοντας και άλλους λόγους που καταστάλαξε στην συγκεκριμένη τεχνική. To 1999, άρχισε να ζωγραφίζει στο Λονδίνο. Καθώς, τα γκράφιτι του κατέκλυζαν τους δρόμους της Μεγάλης Βρετανίας, φιλότεχνοι και ιστορικοί άρχισαν να το συγκρίνουν με τον Jean-Michel Basquiat και τον Keith Haring. Ενώ ήταν στο Λονδίνο ο Banksy εξέλιξε τις πολιτικές του ιδέες σχετικά με την παγκοσμιοποίηση και την απληστία των εταιρειών. Οι πολιτικές αναφορές στο έργο του έγιναν πιο εμφανείς . Η κοσμοθεωρία των νέων έργων του βασιζόταν στην ιδέα του «Brandalism» – ένας συνδυασμός «μάρκας» και «βανδαλισμού» που δανείστηκε από την αμερικανική πανκ κουλτούρα. Αντιγράφοντας τις τεχνικές και τη γλώσσα της διαφήμισης μέσω συνθημάτων και απλών εικόνων, το έργο του Banksy εμφανίστηκε σε δημόσιες τοποθεσίες και επιτέθηκε σε μάρκες, όπως η Tesco και η Nike. Κάθε νέα του δουλειά τραβούσε την διασημότητα, καθώς αποτελούσε μια αστική «γιορτή».

Ο μύθος του Banksy ως ένας μασκοφόρος, ανώνυμος χαρακτήρας σαν τον Ρομπέν των Δασών, άρχισε να αναδύεται.

3. Stencil art: το έργο του Banksy μέσα από τα μάτια των ειδικών

Σύμφωνα με την Αλεξάνδρα Κολλάρου, Art Promoter, Συγγραφέα του βιβλίου «Η Ελληνική Τέχνη από το Α έως το Ω», ο Banksy είναι κάτι σαν Ρομπέν των δασών του καλλιτεχνικού κόσμου. Παρότι τα έργα του πιάνουν εκατοντάδες χιλιάδες στις δημοπρασίες, ο ίδιος τα προσφέρει δωρεάν στο κοινό μέσα από τις τοιχογραφίες του ή στήνει δράσεις μέσα από τις οποίες (πάντα με ένα βαθμό δυσκολίας) μπορεί κάποιος να τα αποκτήσει έναντι ελάχιστου αντίτιμου.

Εδώ και αρκετά χρόνια έχει πάρει τις αποστάσεις του από το επίσημο σύστημα της τέχνης. Δεν εκπροσωπείται από κάποια γκαλερί, ούτε συμμετέχει σε εκθέσεις. Αντίθετα, διοργανώνει τις δικές του δράσεις, που έχουν σχεδόν πάντα “κομάντο” χαρακτήρα και υψηλό wow factor (όπως το δυστοπικό θεματικό πάρκο Dismaland ή το εκκεντρικό ξενοδοχείο Walled off Hotel που έχει ανοίξει στην Παλαιστίνη) και, με εξαίρεση τη γενέτειρα του το Bristol, αποφεύγει τις συνεργασίες με επίσημους φορείς. Περιορίζεται απλώς στο να τους «τρολλάρει» με ευρηματικούς τρόπους (βλ. Sotheby’s, British Museum). Η πλειοψηφία των εκθέσεων του, σε παγκόσμια κλίμακα, γίνονται χωρίς την άδεια του και συχνά δεν έχουν καν σχέση με την αυθεντική δουλειά του.

Από τεχνικής άποψης το στυλ του δεν είναι τίποτα ιδιαίτερο – πρόκειται για βασικά στένσιλς που οποιοσδήποτε με στοιχειώδεις γνώσεις σχετικά με την τεχνική μπορεί να αναπαράγει (γι’ αυτό και οι απομιμήσεις δίνουν και παίρνουν). Η μαγεία στη δουλειά του βρίσκεται κυρίως το μήνυμα και στο timing. Οι δημόσιες παρεμβάσεις του είναι πάντα επίκαιρες και ουσιαστικές.

Ολοι οι συνεργάτες του μιλούν με τα καλύτερα λόγια για τον καλλιτέχνη. Ταυτόχρονα όπως υπάρχει ένα είδος ταμπού γύρω από την περίπτωση του – δεν θα μάθεις ποτέ κάτι ιδιαίτερο και ούτε επιτρέπεται να ρωτήσεις κάτι παραπάνω, είναι κάτι σαν κοινωνικό faux pas στον κόσμο της street art. Καθώς δεν έχει προκύψει να επιβεβαιώσω την ύπαρξη του δια ζώσης, είμαι επιφυλακτική για την ταυτότητα του. Οποιαδήποτε από τις εικασίες που κατά καιρούς ανακυκλώνονται θα μπορούσε να ισχύει. Θα μπορούσε κάλλιστα να είναι μια ομάδα καλλιτεχνών. Όπως και να έχει, πρόκειται για μοναδική περίπτωση.

Για τους θιασώτες,λέει ο Πάρις Ξυνταριανός Τσιροπινάς, Street Artist, Υποψήφιος Διδάκτωρ του Τμήματος Μηχανικών Σχεδίασης Προϊόντων και Συστημάτων του Πανεπιστημίου Αιγαίου, τα έργα του δρόμου είναι σημεία έμπνευσης και θαυμασμού, μία νότα χαρούμενη που χαϊδεύει το μπετόν, μια χρωματιστή ανάσα, παλίμψηστα τοιχογραφιών, μια μορφή αντίστασης, κοινωνικός προβληματισμός ή ακόμα και ακτιβισμός (όπως στα έργα του πασίγνωστου Banksy), όμως πάνω απ’ όλα για τους ίδιους του δημιουργούς τους, είναι ίσως η τελευταία εναπομείνασα ελεύθερη καλλιτεχνική έκφραση.

Η λέξη «ελεύθερη» δεν αναφέρεται μόνο για να προσδώσει έναν χαρακτήρα αντίδρασης στην καταπίεση (πράγμα που φυσικά και συμβαίνει με την τέχνη του δρόμου). Σημαίνει επίσης ότι όλες οι εκφάνσεις της τέχνης του δρόμου, από τις ταγκιές μέχρι τα αυτοκόλλητα έως τα μεγάλης κλίμακας murals, παρέχονται χωρίς αντίτιμο στον θεατή τους, αποτελώντας μία ευχάριστη – ή και δυσάρεστη – έκπληξη στην καθημερινότητά του.

Τα έργα αυτά δεν λογοκρίνονται ούτε φιλτράρονται, αλλά ωστόσο μπορούν να κριτικάρουν και να σατιρίσουν και ενώ δεν ανήκουν σε μία γλώσσα ή σε ένα ήδη υπάρχον κίνημα τέχνης, δημιουργούν μόνα τους μια νέα, πολυδιάστατη και πολυμορφική κουλτούρα ανοικτή προς όλες τις ηλικίες και τις κοινωνικές τάξεις. Επιπλέον, οι δημιουργοί τους είναι ως επί το πλείστο άνθρωποι λαϊκοί, συνήθως χωρίς ακαδημαϊκή κατάρτιση, παιδιά, έφηβοι και νέοι ενήλικες, που συνομιλούν με την κοινωνία, με όλους μας, μέσα από τα πινέλα και τα spray τους χωρίς να φοβούνται.

Ο συγγραφέας Lee Bofkin εκτιμά ότι οι ενεργοί καλλιτέχνες του δρόμου στις μέρες μας είναι τόσο πολλοί και η ποσότητα των έργων γκράφιτι και τέχνης του δρόμου που παράγονται κάθε Σαββατοκύριακο τόσο μεγάλη, που θα μπορούσε να γεμίζει όλες τις γκαλερί του πλανήτη τουλάχιστον μία φορά κάθε εβδομάδα. Δεν έχεις πλέον καμία δικαιολογία: βγες στον δρόμο· αυτή η τέχνη σε περιμένει!

Ο Banksy, παρατηρεί ένας Street artist, είναι ότι πιο επαναστατικό υπάρχει στην τέχνη σήμερα. Η ιδιοφυΐα και το ταλέντο που τον διακατέχουν δημιουργούν έργα τέχνης που αντικατοπτρίζουν την αλήθεια του κόσμου. Συγκεκριμένα, κρατώντας την ανωνυμία του οδηγεί τον δέκτη στο να μην σκέφτεται το πρόσωπο του αλλά το μήνυμα που θέλει να στείλει μέσα από τα έργα του.

Ο Παυσανίας Καραθανάσης, Διδάκτορας κοινωνικής ανθρωπολογίας, ειδικεύεται στους αστικούς πολιτισμούς μιλάει για το Stencil graffiti: εικονιστική παρέμβαση στο δρόμο»: Το έργο του Banksy, στο οποίο γίνεται κατά κύριο λόγο χρήση της τεχνικής στένσιλ, αναδεικνύει με τον πιο εντυπωσιακό τρόπο ακριβώς αυτή τη δύναμη και την ιδιαιτερότητα της εικονιστικής παρέμβασης, ενώ η επιτυχία του ως καλλιτέχνη-ακτιβιστή κατάφερε να διαδώσει την τεχνική διατηρώντας, όμως, ως βασικό της συστατικό την πολιτική παρέμβαση. Ωστόσο, όταν έργα πολιτικής παρέμβασης στο δρόμο αποκόπτονται από το δημόσιο χώρο για να εκτεθούν σε μουσιακά περιβάλλοντα, ακόμα και αν διατηρείται η δύναμη της εικόνας, χάνουν σίγουρα μέρος της δυναμικής τους, την οποία αντλούν ακριβώς μέσα από την οργανική σχέση με το κτισμένο περιβάλλον και το δρόμο.

Ο Κώστας Θεολόγου, Καθηγητής Ιστορίας και Φιλοσοφίας του Πολιτισμού στο ΕΜΠ και καθηγητής σύμβουλος Ανθρωπογεωγραφίας και Υλικού Πολιτισμού της Ευρώπης στο ΕΑΠ, προσθέτει: Οι απαρχές της street art συνδέονται με τους καλλιτέχνες του γκράφιτι και όσων εμπνεύσθηκαν κυρίως από αυτό. Αυτοί οι «γκραφιτάδες» όπως ο Κηθ Χέιρινγκ (1958-1990) και ο πιο γνωστός ποιητής, μουσικός και παιδί-θαύμα του γκράφιτι, ο Ζαν Μισέλ Μπασκιά (1960-1988), άρχισαν να κάνουν εκθέσεις στις γκαλερί και σε καλλιτεχνικά ιδρύματα στις δεκαετίες του 1970 και του 1980. Η δουλειά τους που υπάρχει σε τοίχους του αστικού χώρου, σε γκαλερί και σε μουσεία, επηρέασε σημαντικά τις επόμενες γενεές καλλιτεχνών, όπως ο Banksy.

Ορισμένοι συγκαιρινοί μας, πασίγνωστοι καλλιτέχνες του δρόμου, κατασκεύασαν τη φήμη τους όντως στον… δρόμο. Ο JR, ο Banksy, ο Shepard Fairey, έχουν τις ρίζες τους στην παρανομία με χαρακτηριστική στόχευση την οιονεί ανατροπή και κοινωνικοπολιτική δράση, διατηρώντας μιαν ανέκαθεν ταραχώδη σχέση με τον κατεστημένο καλλιτεχνικό κόσμο.

Εντάξει, ο Banksy έχει γίνει παγκόσμιο πολιτισμικό φαινόμενο. Από έφηβος tagger έγινε γνωστός πολυεκατομμυριούχος καλλιτέχνης. Το καλλιτεχνικό ύφος και το μήνυμα είναι ασμένως αποδεκτά από τη μερίδα ή την κατηγορία των ανθρώπων που «προσβάλλει» αξιακά. Ο Banksy δημιουργεί μια street art που τη χαρακτηρίζει η «πνευματώδης ασέβεια», διογκωμένη από την εντέλει απολύτως διακριτή επώνυμη ανωνυμία του. Ο Banksy ισχυρίζεται πως η τηλεόραση διέλυσε το θέατρο και πως η φωτογραφία σκότωσε τη ζωγραφική, αλλά το γκράφιτι παραμένει αναλλοίωτο και αλώβητο από την πρόοδο.

Πολύ απλοϊκός ο ισχυρισμός του σε σχέση με την εννοιολόγηση της προόδου. Είναι αντισυμβατικός και τον εξαίρουν άπαντες. Τι σημαίνει όμως αντισυμβατικός και πολυεκατομμυριούχος; Το γκράφιτι είναι αντεξουσιαστικό και ταυτίζεται μάλλον με τη φωνή του καταπιεσμένου και όχι με την «κριτική» έκφραση του κατεστημένου.

Διότι, κακά τα ψέματα, ο Banksy είναι κατεστημένο(ς), πώς αλλιώς να τον ερμηνεύσεις, όταν οι τοπικές αρχές διατηρούν ως κόρην οφθαλμού τα έργα του, ενώ κατά κανόνα τα «ασπρίζουν»; Στο καπιταλιστικό μάρκετινγκ καλή είναι ακόμη και η κακή διαφήμιση και αυτό το γνωρίζει ο αξιακός ή επιχειρηματικός μηχανισμός του Banksy… Όσο μεγεθύνεται ο θόρυβος και οι αντιδικίες γύρω από το όνομά του εξίσου ευθέως ανάλογα πληθαίνουν και τα σημεία της τέχνης του δρόμου που φέρουν την υπογραφή του παντού στον κόσμο.

Η Κωνσταντίνα – Μαρία Κωνσταντίνου είναι Κοινωνιολόγος – ΜΔΕ Εγκληματολογίας – Δημιουργός & Συντονίστρια του Street Art Project που πραγματοποιείται υπό την αιγίδα του «Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος – ΚΕ.Μ.Ε.» αναλύει: Η «Street Art» παραμένει ένας όρος που αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια των διαδίκων προς εξακρίβωση, αναλόγως του εννόμου συμφέροντός τους επί της ιδιοκτησίας ή του έργου αντίστοιχα. Από νομικής σκοπιάς, λοιπόν, δε φαίνεται να διακρίνονται οι διαφορές μεταξύ των αισθητικών μεθόδων και των καλλιτεχνικών μέσων παρά ο νόμος επικεντρώνεται στο κριτήριο που καθορίζει τη νομιμότητα ή μη του έργου. Ειδικότερα, η «Street Art» απασχολεί τη νομική επιστήμη εστιάζοντας κυρίως σε δύο βασικούς πυλώνες: 1. το δικαίωμα επί της ιδιοκτησίας και 2. η προστασία και η συντήρηση / διατήρηση έργων πολιτιστικής κληρονομιάς. Ο ποινικός νόμος της Βρετανίας φαίνεται να αντιμετωπίζει τα έργα του Banksy με το δεύτερο σκεπτικό.

Κι εδώ έρχεται να συμπληρώσει η κοινωνιολογική – εγκληματολογική οπτική. Ως δημιουργός της τεχνικής «stencil» παγκοσμίως συγγενεύοντας με τον Black Le Rat στη Γαλλία με το πέρασμα των χρόνων και των απομυθοποιήσεων περί μεμονωμένου «καταστρεπτικού βανδαλισμού» έχει καταρρίψει την ετικέτα της ιδιότητας του καλλιτέχνη εντός των αστικών αυλών και με τον ακτιβιστικό τρόπο ζωής του με μέσο την τέχνη του και έχει πιέσει, κατά καιρούς, τους αρμόδιους των πολιτικών αποφάσεων προς την κατεύθυνση αλλαγής. Όμως, απ’ όσο μπορεί να αντιληφθεί κανείς, το οξύμωρο της επιθυμίας του ίδιου να διαφέρει με έναν αντιδραστικό σκοπό από τους υπόλοιπους Άλλους, είναι η ακραία εμπορευματοποίηση των έργων του απο galleries, από τοπικούς φορείς και άλλους. Παρά ταύτα, σε αρκετές περιπτώσεις των έργων του με πολιτικό χαρακτήρα, έχει καταφέρει όσο κανείς άλλος street artist να στρέψει όλα τα βλέμματα του κοινωνικού συνόλου στις, ανά περιόδους, εγκληματικές ενέργειες που υφίστανται μερίδες πληθυσμού που κατατάσσονται στις «ευπαθείς», «ειδικές», κοινωνικές ομάδες που βρίσκονται αντιμέτωπες με τη βία του επίσημου κοινωνικού ελέγχου ευρύτερα (αρχές, εργασιακούς εργοδότες κ.ά.). Με το ιδιαίτερο καυστικό χιούμορ του, η ερμηνεία των έργων του γίνεται αντιληπτή στον καθένα και αυτό κρίνεται συνεχώς απαραίτητο για το κίνημα προκειμένου να επιτευχθεί ο λόγος της ύπαρξής του στη δημόσια σφαίρα.

Πηγές:
https://www.documentonews.gr/article/o-kosmos-toy-banksy-mhn-akoympas-ston-toixo-einai-freskobammenos

Banksy: Ο Νο1 καταζητούμενος εικαστικός για βανδαλισμό!

Γιατί φιλιούνται οι αστυνομικοί; Τα γκράφιτι που ομορφαίνουν τις πόλεις και στέλνουν μηνύματα. Η άγρια κόντρα του Banksy και του Robbo

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Banksy

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.