Αφιέρωμα στον Νάνο Βαλαωρίτη (5/7/1921-13/9/2019)

Ο ελληνικός πολιτισμός πενθεί. Ο λογοτέχνης Νάνος Βαλαωρίτης μια από τις σημαντικότερες προσωπικότητες των ελληνικών Γραμμάτων έφυγε από τη ζωή την Παρασκευή σε ηλικία 98 ετών. Ήταν ποιητής, δοκιμιογράφος, μυθιστοριογράφος, μεταφραστής, δάσκαλος και μελετητής, ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του μεταπολεμικού υπερρεαλισμού στην Ελλάδα – ηταν μια εμβληματική μορφή του ελληνικού πνεύματος.

Την είδηση του θανάτου του έκανε γνωστή ο ποιητής και εκδότης Ντίνος Σιώτης:

«Χθες βράδυ χάσαμε τον Νάνο, τον Νάνο τον Βαλαωρίτη, τον Νάνο όλων μας, τον Νάνο που σημάδεψε όσο λίγοι , με τις πολλές του ιδιότητες, τα ελληνικά γράμματα. Έφυγε πλήρης ποίησης και ημερών στα 98 του χρόνια, αφού έζησε μια πλούσια σε πολλά αγαθά ζωή. Γενναίος, αιρετικός, απρόβλεπτος, όπως αρμόζει στους γνήσιους σουρεαλιστές, άφησε τα ίχνη του να τα ακολουθούμε όσο μπορούμε», έγραψε στο μήνυμά του.

Σύμφωνα με το βιογραφικό του o Νάνος Βαλαωρίτης είχε γεννήθηκε στη Λωζάνη της Ελβετίας και είναι δισέγγονος του ποιητή Αριστοτέλη Βαλαωρίτη. Από την μητέρα του είναι εγγονός του εφοπλιστή και πολιτευτή των Σπετσών Ιωάννη Λεωνίδα. Σπούδασε νομικά, φιλολογία (αγγλική και γαλλική) στα πανεπιστήμια των Αθηνών, Λονδίνου, και Σορβόνης.

Έγραφε από νέος — πρωτοδημοσίευσε στα «Νέα Γράμματα» το 1939. Το 1944 δραπέτευσε απ’ την γερμανοκρατούμενη Ελλάδα μέσω του Αιγαίου στην Τουρκία, από εκεί στη Μέση Ανατολή και τελικά στην Αίγυπτο όπου συνάντησε τον Σεφέρη ο οποίος υπηρετούσε την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση ως γραμματέας της ελληνικής πρεσβείας στο Κάιρο. Το 1944 μετά από προτροπή του Σεφέρη ο Βαλαωρίτης ταξίδεψε στο Λονδίνο για να βοηθήσει στην ανάπτυξη λογοτεχνικών δεσμών μεταξύ Ελλάδας και Βρετανίας.


Συνάντησε τους Τ.Σ. Έλιοτ, Γ.Χ. Όντεν, Ντύλαν Τόμας και εργάστηκε για τον Λούις ΜακΝις στο BBC. Εκτός από τη μελέτη αγγλικής λογοτεχνίας στο πανεπιστήμιο του Λονδίνου, έκανε και μεταφράσεις (στα αγγλικά) Ελλήνων μοντερνιστών ποιητών, μεταξύ των οποίων του Ελύτη και του Εμπειρίκου. Το 1947 κυκλοφόρησε την Τιμωρία των Μάγων, την πρώτη του ποιητική συλλογή, στο Λονδίνο. Από το 1954 μέχρι το 1960 συμμετείχε στην ομάδα των σουρεαλιστών του Παρισιού. Στο Παρίσι γνώρισε την μελλοντική (1960) σύζυγό του, την Αμερικανίδα Μαρί Γουίλσον (1922-2017).

Ακολουθεί συνέντευξη του, που είχε παραχωρήσει στον Γιάννη Μπασκόζο για την κρίση, τη θέση της Ελλάδας στον παγκόσμιο χώρο, τον ρόλο των διανοουμένων, τις ανακαλύψεις του σχετικά με τον Όμηρο….

– Ποια είναι η γνώμη σας για τη σημερινή κρίση; Πώς τη νιώθετε εσείς σήμερα;

«Ακολουθώ μάλλον τις απόψεις των κεϊνσιανών οικονομολόγων και την άποψή τους ότι στην κρίση πρέπει να ξοδεύεις. Είναι λάθος να παίρνεις μέτρα τόσο δρακόντεια που καταστρέφουν την πραγματική οικονομία. Να μην υπάρχει κατανάλωση, να κλείνουν τα μαγαζιά. Σύμφωνοι, χρωστάμε, οι πάντες χρωστάνε. Αν δεν μπορούμε να ξαναζωντανέψουμε την οικονομία μας, να κάνουμε την περίφημη ανάπτυξη, πώς θα ξεπληρώσουμε; Τα μέτρα είναι απαράδεκτα και από ανθρωπιστική άποψη αλλά και από οικονομική. Είναι όλα λάθος».

– Μήπως το λάθος πάει πιο πίσω χρονικά και βρίσκεται κάπου αλλού;

«Φυσικά, στο πολιτικό σύστημα, που είναι μέρος του προβλήματος. Οταν δεχτήκαμε να μπούμε στο ευρώ, δεν σκεφτήκαμε τις συνέπειες. Είμαστε σαν τις μωρές παρθένες της παραβολής. Δεχτήκαμε να μπούμε στη βασιλεία των ουρανών αλλά δεν σκεφτήκαμε ότι μπορεί να μην είναι ακριβώς αυτή που νομίζαμε. Το σύστημα στο οποίο μπήκαμε αποδείχτηκε ότι είναι ένα πουργατόριο. Πρέπει να πληρώσουμε ό,τι δεν κάναμε προηγουμένως».

– Υπάρχει πνευματική παγκόσμια κρίση; Πού τη βλέπουμε;

«Τη βλέπουμε στο βιβλίο. Τα ηνία τα έχουν πάρει άνθρωποι που προωθούν μια ορισμένη λογοτεχνία. Τα βραβεία, το Βooker, το Γκονκούρ, το Femina κ.ά., ωφελούν τους εκδότες γιατί μπορούν να πουλήσουν περισσότερα αντίτυπα. Βραβείο στην Ευρώπη σημαίνει 200.000 αντίτυπα πωλήσεις την επόμενη ημέρα. Στη χώρα μας έχω πάρει ένα σωρό βραβεία αλλά από πωλήσεις μηδέν. Στην Ελλάδα λειτουργεί περισσότερο η διάδοση από στόμα σε στόμα. Οι κριτικές ή τα media παίζουν μικρό ή και καθόλου ρόλο στην εξάπλωση ενός βιβλίου. Δεν θέλω να πω ότι η παρουσίαση και προώθηση ενός βιβλίου είναι άχρηστη, αλλά δυστυχώς εκδίδονται και προωθούνται πολλά σκουπίδια. Αυτό είναι ευθύνη των εκδοτών. Η υπερπαραγωγή σκουπιδιών εμποδίζει να φανούν ορισμένα καλύτερα βιβλία, που χάνονται μέσα στον σωρό». 

– Αυτή η κρίση δεν είναι ένα γενικό φαινόμενο;

«Είναι μια κρίση του συστήματος, είναι η κρίση υπερκατανάλωσης άχρηστων προϊόντων, η οποία έχει κυριαρχήσει στην αγορά. Το ερώτημα είναι: Ποια είναι η αυτή η αγορά; Είναι ένα αίνιγμα, ίσως ένα κατασκεύασμα; Μήπως είναι ένα ρινγκ του μποξ όπου δεν ξέρεις ποιος θα κερδίσει στον επόμενο γύρο, ή μια ταυρομαχία όπου δεν ξέρεις αν θα νικήσει ο ταυρομάχος ή ο ταύρος θα τον τινάξει με τα κέρατά του στον αέρα; Οι κερδοσκοπικές πολιτικές είναι κάτι ανάλογο. Δεν ξέρεις τι θα κάνει ο ταύρος, αν θα σε σουβλίσει ή αν θα σε κάνει εκατομμυριούχο. Είναι τζίρος που μοιάζει με τζόγο. Οι αγορές είναι ένας μύθος που έχουμε φτιάξει και ο οποίος επηρεάζει το κοινό. Το βάζει στην ψυχολογία να παίξει, να τζογάρει, για να κερδίσει. Ετσι λοιπόν η αγορά και ο τζόγος εμφανίζονται σαν πραγματικά αίτια. Εδώ είναι, ίσως, το μεγάλο πρόβλημα. Οι κακοί μύθοι ρίχνουν το ηθικό ενός ολόκληρου λαού, που πανικοβάλλεται. Ολη αυτή η υπόθεση είναι ένα φονικό καρναβάλι».

– Υπάρχει σήμερα λόγος από τη διανόηση που να αποκαλύπτει αυτά τα ζητήματα;

«Οι άνθρωποι του πνεύματος υφίστανται ό,τι και οι υπόλοιποι άνθρωποι. Αν κόβουν μισθούς και συντάξεις και οι πνευματικοί άνθρωποι θα αναρωτηθούν: Γιατί γράφω; Ποιος θα με διαβάσει; Πιστεύω όμως ότι έχουμε περάσει πολύ χειρότερες εποχές, Κατοχή κ.ά. Ο ρόλος των πνευματικών ανθρώπων σήμερα είναι να ανυψώσουν το ηθικό, ακόμα και με το χιούμορ, την ειρωνεία. Με ρωτάνε πολλές φορές στον δρόμο: “Τι να κάνουμε;”. Δεν είμαι Πυθία, αλλά τους λέω ότι υπάρχει η τέχνη, η δημιουργία. Το να είσαι συνεχώς απαισιόδοξος και προφήτης δεινών, όπως συχνά διαβάζω σε ορισμένα άρθρα, δεν βοηθάει. Δεν λέω να γίνουμε σαν τους διανοούμενους στις χώρες του πρώην υπαρκτού, όπου επιβαλλόταν διά νόμου η αισιοδοξία. Το κοινό ζητάει έναν λόγο που να τον βοηθήσει να αντιμετωπίσει τις συνθήκες διαβίωσης, πώς θα αντιδράσει, πώς θα συμπεριφερθεί».

– Σας έχουν χαρακτηρίσει εκπρόσωπο της «άλλης» Ελλάδας.Εχουμε λοιπόν δύο Ελλάδες;- πώς το εννοείτε;

«Είμαστε μια σκοτεινή χώρα. Είμαστε μια εθνότητα που προέρχεται από πολλά φύλα- Φράγκους, Σλάβους, Αρμένιους, Βλάχους-, πάνω στους οποίους έχουμε εγκαταστήσει τη μηχανή της κλασικής παιδείας. Τους έχουμε εξελληνίσει, όπως οι Αμερικανοί υποτάξανε στο αγγλοσαξονικό σύστημα παιδείας τους άλλους λαούς. Πώς καταφέραμε να εξελληνίσουμε όλους αυτούς; Ισως γιατί υπήρχαν η λόγια παράδοση και τα υπολείμματα της προφορικής ελληνικής παράδοσης. Είμαστε έτσι μια περίπλοκη εθνότητα. Δεν μπορούμε να καταλάβουμε τι σκέφτεται ο διπλανός μας, είμαστε πιο σκοτεινοί από τους Γάλλους, τους Άγγλους και τους Αμερικάνους, λαούς τους οποίους έχω ζήσει. Είμαστε σκοτεινοί και ψυχολογικά και διανοητικά. Νομίζω ότι μοιάζουμε με τους Κέλτες, που είναι πιο πολύ μυστικοπαθείς και απρόβλεπτοι στις αντιδράσεις τους. Εμείς είμαστε πιο σκοτεινοί στον τρόπο σκέψης ή τα συναισθήματά μας. Δεν βγάζουμε έξω τις σκέψεις μας, η εσωστρέφειά μας είναι από πανικό και όχι από επιλογή. Έχουμε τάσεις σκλήρωσης, τις βλέπουμε στη γλώσσα ή τη συμπεριφορά. Μπορεί να οφείλεται στο ότι πολλές φορές ήμασταν θύματα αποικιοκρατών. Το βέβαιο είναι πως έχουμε πρόβλημα ταυτότητας, δεν ξέρουμε ποιοι είμαστε. Δεν είναι τυχαίο ότι έργο μεγάλο είχαν οι Έλληνες της Διασποράς με τα βιβλία και τις σκέψεις τους, καθώς εκεί αισθάνονταν πιο ελεύθεροι».

– Υπάρχει φωτεινή πλευρά της Ελλάδας;

«Η φωτεινή πλευρά της Ελλάδας είναι ότι είμαστε πανέξυπνοι. Αν ζητήσεις από τον Έλληνα να δημιουργήσει κάτι σε ένα άλλο περιβάλλον, στο εξωτερικό, αναπτύσσεται με απρόσμενη ταχύτητα. Στην Αμερική σήμερα υπάρχουν εκατοντάδες έλληνες ερευνητές και πανεπιστημιακοί, πώς γίνεται αυτό; Δεν βλέπω εκατοντάδες Τούρκους ή κάποιους άλλους. Εχουμε δυνατότητες που δεν τις εκμεταλλευόμαστε.

Ισως η υβριδική μας προέλευση να βοηθάει, καθώς συνδυάζουμε ικανότητες πολλών λαών».

– Τελικά αισθάνεστε πιο πολύ ποιητής, μυθιστοριογράφος ή δοκιμιογράφος; 

«Η ποίηση είναι πιο κοντά μου. Και τα δοκίμιά μου και τα μυθιστορήματά μου χαρακτηρίζονται από την ποιητικότητα. Και τα τρία μαζί δημιουργούν ένα ποιητικό σύμπαν, που ανήκει πρώτα σ΄ εμένα και μετά ίσως ενδιαφέρει και το κοινό».

– Πολλές φορές μιλάτε στα γραπτά σας για το παίγνιο.Πώς το προσδιορίζετε; 

«Ο Πλάτωνας λέει ότι είμαστε παίγνια των θεών αλλά μάλλον σήμερα είμαστε παίγνια των αγορών».

– Ανήκετε στη γενιά του ΄30,η οποία είναι ίσως μυθοποιημένη.Τι έφερε αυτή η γενιά;

«Η γενιά του ΄30 πρόβαλε μια δημιουργική αναγέννηση της αρχαιότητας παίρνοντας θέματα των αρχαίων και ενσωματώνοντάς τα στη σύγχρονη τέχνη όπως ο Εμπειρίκος ή ο Σεφέρης. Η “Ερόικα” του Κοσμά Πολίτη ήταν μια μικρή Ιλιάδα, όλοι ξέρανε ότι οι ήρωές του, ο Λοΐζος ήταν ο Αχιλλέας και ο φίλος του Ανδρέας, που σκοτώθηκε, ήταν ο Πάτροκλος.Ο Θεοτοκάς γράφει ένα μυθιστόρημα για την Αθήνα και το λέει “Αργώ”,ο Ελύτης χρησιμοποίησε πολύ τον πλατωνισμό και τις απόψεις του για τη φύση.Τα ποιήματά του έχουν μια μεταφυσική φυσική.Η γενιά αυτή μάς συμφιλίωσε με την αρχαιότητα.Ετσι δημιουργήθηκε μια ποίηση πιο χαλαρή,πιο άνετη,δεν έπασχε από τη σκλήρωση του νεοκλασικισμού του 19ου αιώνα.Αυτή η τάση δεν ολοκληρώθηκε γιατί η φρίκη του πολέμου δημιούργησε μια μαύρη τρύπα στην ψυχή των ελλήνων λογοτεχνών.Εφτιαξε ο καθένας μια Κιβωτό του Νώε για να σωθεί από την πλημμύρα.Και μέσα στην πλημμύρα εξαφανίστηκε η αρχαιότητα.Από τους μεταπολεμικούς ποιητές ελάχιστοι έκαναν αναφορές στην αρχαιότητα,όπως ο Εκτορας Κακναβάτος. Αργότερα ήρθαν απ΄ έξω τα νέα ρεύματα που αναζωογόνησαν την ελληνική τέχνη,όπως η κειμενική γραφή,ένας συνδυασμός της ποιητικής γραφής με το πεζό.Πολλούς νέους αυτής της τάσης παρουσίασα κι εγώ στο περιοδικό “Πάλι”».

– Σήμερα υπάρχουν μοντέρνα κινήματα που να διεγείρουν τη λογοτεχνική συνείδηση;

«Σήμερα δεν υπάρχουν πια κινήματα.Το τελευταίο κίνημα ήταν οι λετριστές στη Γαλλία,ένα υπερμπαρόκ κίνημα που διαλύθηκε γρήγορα γιατί δεν είχε κοινό.Βέβαια αυτοί δεν κάνανε σκάνδαλα, όπως οι ντανταϊστές,απλώς γράφανε.Χρειάζονται σκάνδαλα για να προβληθείς πια.Στην Αμερική διείσδυσαν η γαλλική θεωρία,το νέο μυθιστόρημα και η κειμενική γραφή και δημιούργησαν μια ποιητική κίνηση που λεγόταν γλωσσοκεντρική.Αυτή εξαπλώθηκε σαν αστραπή στη Νέα Υόρκη,το Μπέρκλεϊ και το Σαν Φρανσίσκο.Ηταν κείμενα αποδιάρθρωσης της γλώσσας των media,της “μέσης” γραφής των best sellers.Αντί να βγαίνει το υποσυνείδητο μπροστά, έβγαινε η ίδια η γλώσσα που υπαγόρευε την αυτοδιάλυσή της.Γρήγορα αυτό έγινε μια μόδα και πέρασε στη Γαλλία,όπου κάτω από τη σκληρή αντίσταση των μοντερνιστών εξαφανίστηκε.Και έτσι σήμερα έχουμε τον Ουελμπέκ.Δεν υπάρχει πια ενέργεια,όπως τότε με τον ντανταϊσμό,τον φουτουρισμό, τον σουρεαλισμό,να δώσει δύναμη σε ένα νέο κίνημα.Τα κινήματα που υπάρχουν σήμερα είναι αυτιστικά και θνησιγενή».

Ακολουθούν έργα του:

Άδωνις

Στη μικρή παραθαλάσσια πόλη της Αχαΐας κοντά στην τοποθεσία Μπουράκι διαδραματίζονται συγκινητικές στιγμές την Άνοιξη. Όμως τηρείται γύρω του άκρα μυστικότης. Μερικά μόνον έμπιστα πρόσωπα ξεκινούν τα χαράματα και πηγαίνουν σε μια ερειπωμένη έπαυλη μέσα στις καλαμιές. Στο στόμιο της στέρνας σταματούν και ρίχνουν κάτω τους κουβάδες και τον ανεβάζουν επάνω. Τον αλείβουν με λάδι τού χτενίζουν τα μακριά μαύρα μαλλιά, τον τρίβουν σε όλο το κορμί με διάφορα αρωματικά βοτάνια και αλοιφές και τέλος ένας ένας φυσάνε μέσα στο στόμα του για να του δώσουν αναπνοή.

Όμως εκείνος κοιμάται. Δεν ξυπνάει εύκολα. Φέρνουν τότες τα τρυφερότερα κορίτσια επάνω ακριβώς στον οργασμό της ήβης τους, τα γδύνουν και τ’ αμολάνε σαν περιστέρια επάνω του. Όμως μάταια φτερουγίζουν γύρω του, μάταια ιδρώνουν λαχανιάζουν και βογκάνε όπως η θάλασσα στις σκοτεινές σπηλιές και στην αγκαλιά κατόπιν η μια της άλλης γυρεύουν να εκπληρώσουν τον τυφλό πόθο που του τρέφουν. Χαμπάρι δεν παίρνει από τη θύελλα των αισθήσεων που μαίνεται γύρω του, την απεγνωσμένη τρικυμία της σάρκας που πασκίζει να ξυπνήσει τη σάρκα τους. Τί κι αν χτυπάει που πάει να σπάσει σαν δυναμόμετρο η καρδιά τους; Τί κι αν βουίζει το αίμα στ’ αυτιά τους όπως ο άνεμος μέσα στα πεύκα. Τί κι αν σπαράζουν επάνω του σαν χέλια οι λυγερές. Τί κι αν προσφέρουν σαν ολοκαύτωμα το σγουρό το θηλυκότερο κομμάτι της νιότης τους; Τί κι αν παραδίνουν δίχως άλλες διαπραγματεύσεις τα χείλια της πιο κρυφής σχισμής που τρέλανε η λαχτάρα;

Τί κι αν παθαίνουν, μες στους πυκνούς ελαιώνες των τριχών που φυτρώνουν σαν παρθένο δάσος στην κοιλιά, τις φοβερές εκείνες σεισμικές δονήσεις που τραντάζουν και τα βαθύτερα θεμέλια της ύπαρξής τους;

Αυτός κοιμάται αναίσθητος και ωραίος. Μήτε θυσίες βοδιών μήτε εκατόμβες πουλιών ή ανθρώπων μπορούν να τον συνεφέρουν. Ένας μόνο τρόπος υπάρχει να ξυπνήσει — όπως αποκοιμήθηκε κατά τύχην. Μά το Θεό δε γελάστηκα.

Κι από το πλήθος που θρηνούσε απελπισμένο γύρω του ένας μικρός ξεχώρισε και τον παρατηρούσε με περιέργεια. Σπάζοντας τότες ένα στάχυ από τη γης πλησίασε και του γαργάλησε το ρουθούνι. Όμως τη στιγμή που ορμούσαν οι παριστάμενοι να τον σκοτώσουν στο ξύλο ίσως και για να τον κάνουν κομμάτια, ακούστηκε ένα φτέρνισμα. Η χαρούμενη είδηση μεταδόθηκε σαν αστραπή. Ποιός φτερνίστηκε, ρώτησε ένας μαραγκός. Ο Θεός Άδωνις, του πέταξαν αστειευόμενοι μερικά πειραχτήρια που δεν είχαν ιδέα πως έλεγαν την αλήθεια. «Άδωνις;» επανέλαβε ο μαραγκός, δίχως να πολυπιστεύει. «Γιατί όχι;» του είπαν αυτοί; «Δίχως άλλο» είπε ο μαραγκός με ακόμη μεγαλύτερη δυσπιστία «Δίχως άλλο» για να τους ξεφορτωθεί και με το δίκιο του, νομίζοντας πως τον κορόιδευαν.

Λονδίνο 1948

Αλληγορική Κασσάνδρα (απόσπασμα)

[…]
Είμαι τρομερά προληπτική άμα θέλω να γίνει κάτι
Δεν τ’ αφήνω ποτέ στην τύχη· κάνω τ’ αδύνατα δυνατά

Να συμβεί. Μια προχθεσινή πρόθεση πραγματοποιήθηκε σήμερα
Δεν έχω τί να πω γι’ αυτά που ακούω και βλέπω κάθε μέρα

Με μαστιγώνουν οι τύψεις και με γανώνουν οι ελπίδες
Ο περιορισμός μιας έννοιας από τις δυνατότητές της.

Είμαι ολόκληρη σ’ ένα περασμένο εικοσιτετράωρο
Και νά που πεταλώνω ψύλλους και μαστιγώνω ουσίες.

Ανιχνεύω παρθένα νερά με το βυθοσκόπιο
Καλιγώνω ψείρες και μαζεύω πεταλίδες

Για δόλωμα, μα τί ψάρια με πολύχρωμα φτερά να πιάσω;
Συναντάω έναν γνωστό, μια δεύτερη, έναν τρίτο.

Παρόλο που είναι Δευτέρα σήμερα στα τεφτέρια
Της Αρχαίας των Ημερών, μας κοιτάει από μακριά.

Και τώρα που τρίτωσε το κακό…
Αναζητάω αλήθειες με το μικροσκόπιο

Και βρίσκω ένα τσουβάλι άχρηστες πληροφορίες.
Έχω μια μέθοδο που εφαρμόζω με μεγάλη αποτελεσματικότητα.

Παρασύρω ταμπέλες, σηματωρούς, ορόσημα, αφίσες
Δεν λιώνω στο διάβα του, δεν είμαι καμωμένη από λάσπη

Ούτε από άργιλο· μια φωνή μεταλλική ηχεί στ’ αυτιά μου
Στεντόρεια, απ’ την άλλη άκρη του πεδίου ασκήσεων.

***
«Περάστε, παρακαλώ, να δείτε τ’ αξιοθέατα από ψηλά
Η Πόλις έχει εξαπλωθεί έως τις παρυφές των ορέων…»

Και πάει να διεκδικήσει ένα μέρος της θάλασσας.
Από θάλασσα άλλο τίποτα, αλλά πού, πώς και πότε.

Ζητιανεύω φιλιά, αγκαλιές χάδια, εγχειρίζω αγάπες
Ξεχνάω την κακία, το τέρας, την κοσμογονία.

Ρωτάω να μάθω, αλλά κανένας δεν ξέρει τίποτα.
Ήταν άντρας μου, μα ήταν άτυχος και τον πλάκωσαν

Με το μαχαίρι στα δόντια, με το λοστό στην παλάμη.
Βαρούσαν μες στα όλα μπαρουτοκαπνισμένοι.

Άργησες και δεν περίμενα παραπάνω από είκοσι λεπτά
Τώρα είναι πια αργά για μετάνοιες…

Αν θέλεις να πιάσεις τον εχθρικό στόλο, πιάσ’ τον στο λιμάνι
Όπου δεν έχει χώρο για μανούβρες: Καντίζ, Αγκαντίρ, Αιγός Ποταμοί

Τραφάλγκαρ, Τάραντας, Ναβαρίνο, Ισταμπούλ, Οράν, Περλ Χάρμπορ.
Εξαιρέσεις: ναυμαχίες της Σαλαμίνας, των Σπετσών της Πόλης.

Με το υγρό πυρ, με τα μπουρλότα και την παλικαριά… ώς πότε
Θα ζούμε με ρευστά μηχανοποιημένα ειδύλλια;

Κοσμήτορες του πόνου και της τραγωδίας
Σκέπασαν τον κόσμο με τις σαπουνάδες τους.

Η μπαλάντα του ξενιτεμένου για τον Κωσταντίνο Ν.


Βαρέθηκα τις φωνές των Ελλήνων
Βαρέθηκα τις φωνές των Σειρήνων
Με παρακολουθούνε άγρυπνα μάτια
Νύχτα μέρα με στοιχειώνουν οι Οδυσσείς
Με τα ψευδολογήματά τους
Με καρπαζώνουν οι αναμνήσεις
Σαν ρούχα που κρέμονται από σκοινί
Βαρέθηκα το Νέο Κόσμο κι ο Παλιός
Δεν μου ’δωσε σκοινί ν’ απλώσω τα αισθήματά μου.

Τα αισθήματά μου είναι βρεγμένα ακόμη
Απ’ το βροχερό ετούτο χειμώνα
Θέλω να πάω κάπου μα δεν ξέρω πού
Αφού δεν είμαι ούτε στη δύση ούτε
Στην ανατολή. Μπροστά μου ο ήλιος
Ανατέλλει και πίσω ο ήλιος βασιλεύει.
Πώς κατάντησα εδώ πέρα χοίρος
Στης Κίρκης το νησί; Πώς κατέληξα
Να γίνω Ελπήνορας και κολαζίστας
Που πέφτοντας έσπασε το κρανίο του
Απ’ τη σοφίτα του σπιτιού του;

Με τον Ερμή για γραφομηχανή
Γράφω να σκορπίσω μαύρες σκέψεις
Έρχεσαι εδώ να δρέψεις
Τους καρπούς του Ελδοράδο
Και σου μένει ο χρόνος ρέστος
Δυτικά του Κολοράντο.

Είμαι ένας μετατοπισμένος
Στα πλάτη της άλλης ηπείρου
Κάνω βόλτες πάνω κάτω
Πέντε επί δεκάξι μέτρα
Και περιμένω γράμματα
Για να διασχίσω τα γεράματα.

Έχω μια μικρή σκυλίτσα
Που την ονομάζω Λίτσα
Που χαίρεται όταν με βλέπει
Να ετοιμάζω μια βαλίτσα
Για να πάω στο Κολοράντο
Να διαβάσω ποιήματα
Με τον ποιητή Κορράντο.

Αχ κύριε κύριε Κωσταντίνε
Που όλο πίνε πίνε
Και σου ’ρθε ο ουρανός σφοντύλι
Σου άναψα ένα καντήλι
Στην καρδιά μου.

Τροία

Πόσοι στο πέλαγος πόσοι πνιγμένοι
Κι όσοι γυρίζοντας θα ναυαγήσουν
Όλοι περίμεναν να σ’ αντικρίσουν
Μονάχα ο θάνατος δεν περιμένει.

Στις αμμουδιές θυμήσου οι πεθαμένοι
Καθώς περνάς γυρεύουν να μιλήσουν
Κείνα που χτίσαμε θα μας γκρεμίσουν
Μοιάζει να νίκησαν οι νικημένοι.

Τούτη την άνοιξη κανείς δεν ξέρει
Ο ποταμός μού γέμιζε το στόμα
Κι ο ήλιος με κρατούσε από το χέρι.

Τ’ άλογα γύρισαν χωρίς το σώμα
Όταν ξανάρθαμε το καλοκαίρι
Θεέ μου πώς άλλαζαν οι πύργοι χρώμα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.