Βιβλιοπρόταση: Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά του Νίκου Καζαντζάκη

Ο συγγραφέας

Ο Νίκος Καζαντζάκης γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης και σπούδασε Νομικά στην Αθήνα και στο Παρίσι, αλλά γρήγορα αφοσιώθηκε στη φιλοσοφία και στη λογοτεχνία. Πνεύμα εξαιρετικά ανήσυχο, με μεγάλη αφομοιωτική και δημιουργική ικανότητα και άνθρωπος με σπάνια εργατικότητα, ταξίδεψε παντού, έμαθε πολλές ξένες γλώσσες και άφησε σημαντικό έργο, που απλώνεται σε ποικίλους τομείς. Στην επιστημονική μελέτη ανήκει η εργασία του για το Νίτσε. Στη φιλοσοφία, η Ασκητική (Salvatores Dei, 1927), κείμενο που εκφράζει τη μεταφυσική πίστη του συγγραφέα. Στην ποίηση ανήκει η Οδύσσεια (1938), το κατεξοχήν έργο του Καζαντζάκη, οι Τερτσίνες και το ποιητικό του θέατρο με τις τραγωδίες Πρωτομάστορας, Μέλισσα, Ιουλιανός, Προμηθέας κ.ά. Από όλα σχεδόν τα ταξίδια του μας έδωσε ταξιδιωτικές εντυπώσεις: Κίνα, Ιαπωνία, Ρωσία, Αγγλία, Ισπανία κ.ά. Μετά το Β’ παγκόσμιο πόλεμο ασχολήθηκε με το μυθιστόρημα: Αλέξης Ζορμπάς (1946), Ο Χριστός ξανασταυρώνεται (1948), Καπετάν Μιχάλης (1950), Ο τελευταίος πειρασμός (1950-51), Ο φτωχούλης του Θεού (1952-53), Αδερφοφάδες (1954). Ένα είδος μυθιστορηματικής αυτοβιογραφίας με πολλά ποιητικά στοιχεία αποτελεί η Αναφορά στον Γκρέκο (1961). Με τα μυθιστορήματά του έγινε ευρύτερα γνωστός στο ελληνικό και το παγκόσμιο κοινό. Τέλος έχει μεταφράσει Όμηρο, Δάντη, Γκαίτε κ.ά. Το έργο του Καζαντζάκη, που διακρίνεται κυρίως για τη μεταφυσική ανησυχία και αναζήτηση, γνώρισε μεγάλη διάδοση.

Το βιβλίο

Ο Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά είναι μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη, που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στην Αθήνα το 1946. Το μυθιστόρημα βασίζεται στη ζωή του Γεωργίου Ζορμπά, φίλου και επιχειρηματικού συνεργάτη του συγγραφέα. Γνώρισε παγκόσμια εκδοτική επιτυχία και το 1964 μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από το σκηνοθέτη Μιχάλη Κακογιάννη με τίτλο Αλέξης Ζορμπάς (Zorba the Greek).

Υπόθεση

Το βιβλίο διαπραγματεύεται τη φιλία του Καζαντζάκη και του Ζορμπά και της επιχείρησης λιγνίτη που οργάνωσαν στην Πραστοβά της Μάνης. Στο μυθιστόρημα, ο Γιώργης Ζορμπάς μετονομάζεται σε Αλέξη Ζορμπά και η δράση μεταφέρεται στην Κρήτη. Οι δυο τους συναντιούνται στον Πειραιά· εντυπωσιασμένος από το πάθος και τον αντισυμβατικό χαρακτήρα του Ζορμπά, ο αφηγητής τον προσλαμβάνει ως επιστάτη. Στην Κρήτη, εγκαθίστανται στο ξενοδοχείο της Μαντάμ Ορτάνς, μιας ξεπεσμένης σαντέζας, που δεν αργεί να γίνει ερωμένη του Ζορμπά.

Σύντομα αποδεικνύεται ότι το λιγνιτωρυχείο ήταν ένα πρόσχημα· ο αφηγητής δεν ενδιαφέρεται για κέρδη και επιχειρήσεις, αλλά αναζητεί απαντήσεις στα φιλοσοφικά ερωτήματα που τον τυραννούν. Με την απλή λογική του και την πείρα του πολύτάραχου βίου του, ο Ζορμπάς του δείχνει ότι οι απαντήσεις – αν υπάρχουν – δεν βρίσκονται στα βιβλία, αλλά μέσα στην ίδια τη ζωή, αρκεί να τη ζει κανείς με πάθος, λυτρωμένος από ελπίδες και προσδοκίες.

Ποιος ήταν ο Αλέξης Ζορμπάς

Τι ήταν αυτό που έδεσε άρρηκτα τη φιλία ανάμεσα σε έναν 33χρονο διανοούμενο που έχει γράψει διατριβή για τον Nίτσε, έχει παρακολουθήσει τις διαλέξεις του Μπεργκσόν και θα εξελισσόταν σε λογοτέχνη και στοχαστή παγκόσμιου βεληνεκούς και σε έναν απλό 50χρονο εργάτη που γνώριζε με το ζόρι κολλυβογράμματα; Πόσο μάλλον όταν αυτή η σχέση τους αρθρώθηκε μακροχρόνια, στενά και ακατάλυτα; Το σίγουρο είναι ότι οι δυο τους έμειναν στο ίδιο σπίτι σε ένα γαλήνιο απομονωμένο τοπίο την εποχή του αιματηρού μακελειού του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, μακριά από την πείνα του αποκλεισμού της χώρας. Επίσης, οι δυο τους έκαναν ατέλειωτες κουβέντες επί παντός, μετά τη δουλειά, πλάι στο κύμα της μαγευτικής πλατιάς παραλίας της Καλογριάς.

Η παραλία της Καλογριάς στη Στούπα Μεσσηνίας όπου Γιώργος Ζορμπάς και Νίκος Καζαντζάκης έκαναν ατελείωτες κουβέντες κατά την περίοδο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου

Με τον συγγραφέα έτοιμο να δεχτεί ότι ο ταπεινός του εργάτης απολάμβανε με τις αθώες, παρθενικές σχεδόν, αισθήσεις όσα του πρόσφεραν η ζωή, ο έρωτας, το φαγητό, η κίνηση, ο χορός, το συναρπαστικό θέαμα όλου του κόσμου. Από ιδιοσυγκρασία, εξάλλου, ο Ζορμπάς, ως εραστής των γήινων απολαύσεων, εντυπωσίαζε τον απομονωμένο και δημιουργικά απερίσπαστο στην τέχνη του συγγραφέα, ποιητή και φιλόσοφο. Εκτός από ακαταπόνητος, ο αρχιεργάτης του ήταν καλόκαρδος, κοινωνικά ανοιχτός, γλεντζές και χωρατατζής με γάργαρο γέλιο. Αργότερα ο Καζαντζάκης τον χαρακτήρισε επιγραμματικά ως «εξαίσιο φαγά, πιοτή, δουλεφταρά κι αλήτη». Αλήτη με την έννοια του πλάνητος, που δεν στέριωνε πουθενά ως πολυτεχνίτης και ερημοσπίτης. Τριγυρνούσε, άλλωστε, για βιοποριστικούς λόγους σε όλη την Ελλάδα, ενώ είχε ταξιδέψει στις χώρες της Βαλκανικής φτάνοντας μέχρι τη Νότια Ρωσία. Στις διαδρομές του εξασκούσε διάφορα επαγγέλματα, όπως βοσκός, γυρολόγος, κανατάς, νταμαρτζής, σαντουριτζής, στραγαλατζής, καρβουνιάρης, λαθρέμπορας και βασικά μιναδόρος. Θάμπωνε τον συγγραφέα επειδή στις περιπλανήσεις του είχε απαντήσει διάφορες ράτσες και θρησκείες: Ρωμιούς και Τούρκους, Σέρβους και Βούλγαρους, Ρουμάνους και Ρώσους, ορθόδοξους, μουσουλμάνους, εβραίους. 

Ο χορός του Ζορμπά

Το καλοκαίρι του 1917 πήγε στη Μάνη για να συναντήσει τον Κρητικό συγγραφέα ο μεγάλος ποιητής και φίλος του Αγγελος Σικελιανός μαζί με την Αμερικανίδα σύζυγό του Εύα Πάλμερ. Από κοντά μαζεύτηκαν στον ίδιο τόπο η ηθοποιός Μαρίκα Κοτοπούλη και η καθιερωμένη αντίπαλός της επί σκηνής Κυβέλη, ο δικηγόρος και συνέταιρος στα μεταλλεία Φαραντάτος και φυσικά η πρώτη του σύζυγος Γαλάτεια Kαζαντζάκη, κόρη του λόγιου εκδότη Στυλιανού Αλεξίου. Η παρουσία της παρέας τάραξε την κλειστή τοπική κοινωνία, που για πρώτη φορά αντίκριζαν γυναίκες να καπνίζουν, να κολυμπούν στη ρηχή θάλασσα με μαγιό, ενώ πλάι τους ο απολλώνιος Σικελιανός να βουτάει πλαταγίζοντας στα κρυστάλλινα και παγωμένα από τον Πρίντζιπα νερά.

Ο μόνος που δεν συγκλονίστηκε ήταν ο κοσμογυρισμένος για τα μέτρα της εποχής, αξιοπρεπής, ανοιχτός στη θέα των ανθρώπων Ζορμπάς. Τράβηξε παράμερα στην άμμο το υπαίθριο ράντζο του, έπαιζε σαντούρι, τραγούδαγε ανατολίτικους σκοπούς και χόρευε λεβέντικα στην αμμουδιά, παρακινημένος σαν από έναν εσωτερικό ρυθμό, ζεϊμπέκικο. Χορό παράξενο και αταίριαστο για τα ήθη της Ελλάδας εκείνης της εποχής, τον οποίο η εκλεκτή ομήγυρη των διανοούμενων και των καλλιτεχνών παρακολουθούσε με θαυμασμό. Οχι σαν μια φολκλορική ατραξιόν, αλλά ως γνήσιο τρόπο έκφρασης ενός απλού, αυθεντικά λαϊκού ανθρώπου. «Γιατί ο χορός αυτός του Ζορμπά ήταν όλο πρόκληση, πείσμα κι ανταρσία», έγραφε αργότερα ο Καζαντζάκης. 

Γηγενής Μακεδόνας, ο Ζορμπάς, όταν ο τόπος τελούσε ακόμα υπό οθωμανικό ζυγό, γεννήθηκε, κατά μια πηγή, στο ορεινό Καταφύγι, ένα χωριό χτισμένο σε υψόμετρο 1.450 μ. των Πιερίων ορέων, το οποίο ανήκει σήμερα στον Δήμο Βελβεντού Κοζάνης. Για άλλους, τόπος καταγωγής του ήταν ο Κολινδρός, κοντά στην Κατερίνη, από όπου μετακόμισε στο Καταφύγι ο τσέλιγκας πατέρας του Φώτης, μαζί με τη σύζυγό του Ευγενία και τα αδέλφια του Γιώργου, τον Γιάννη, τον Ξενοφώντα και την Κατερίνα. Ο Γιώργης από τα μικρά του χρόνια έβοσκε τα γιδοπρόβατα του πατέρα του, ενώ από τα 15 του επωμίστηκε όλη την ευθύνη του κοπαδιού. Οταν έπεσε αρρώστια που αποδεκάτισε τα ζώα, αναγκάστηκε να μετακινηθεί για λόγους επιβίωσης. Ξεκίνησε πεζή για τα Μαντεμοχώρια της Χαλκιδικής για να βρει δουλειά σε κάποιο μεταλλείο.

Ο Μίκης Θεοδωράκης μπροστά από τον τάφο του Ζορμπά στα Σκόπια το 1997

Εφτασε στο Λίσμπορο (τη σημερινή Στρατονίκη) και προσλήφθηκε αμέσως ως ανειδίκευτος εργάτης από μια γαλλική εταιρεία που εκμεταλλευόταν το πλούσιο σε σιδηροπυρίτη, άργυρο, ψευδάργυρο και μόλυβδο μεταλλείο του Μαντέμ Λάκκου. Εκεί γνωρίστηκε με τον αρχιεργάτη του μεταλλείου, Γιάννη Καλκούνη, και αφού πρώτα γκάστρωσε την όμορφη κόρη του Ελένη, μετά την έκλεψε και κατόπιν την παντρεύτηκε. Δούλεψε στα καμίνια στα γειτονικά Σιδηροκαύσια (κοινώς Σιδερόκαψα), στη Λιαρέγκοβα (Αρναία), στο Νοβόσελο (Νεοχώρι), στον Μαχαλά (Στάγειρα), αλλά ως μετρημένος άνθρωπος που δεν είχε λυμένο το ζωνάρι για καβγά απέφευγε την οργή του πεθερού του και δεν ξαναπροσέγγισε τη Στρατονίκη.

Εν τω μεταξύ, έκανε οικογένεια και απέκτησε με τη γυναίκα του δώδεκα παιδιά, από τα οποία έζησαν τελικά τα οκτώ. Ανάμεσα σε αυτά που χάθηκαν ήταν και ο τέταρτος στη σειρά γιος του Αλέξης. Αργότερα, όταν πέθανε ο πεθερός του σε ένα ατύχημα στο μεταλλείο και εξέλιπε οριστικά το γινάτι του, ο Ζορμπάς επέστρεψε στις στοές του Μαντέμ Λάκκου και τον αντικατέστησε στο πόστο του αρχιεργάτη. Μέσα στις κοσμογονικές αλλαγές στη Μακεδονία που έφερε ο απελευθερωτικός πόλεμος του 1912-1913 πέθανε η αγαπημένη του Ελένη.

Εκλεισε τότε και το μεταλλείο εξαιτίας των Βαλκανικών Πολέμων, απέμεινε χωρίς δουλειά και μ’ ένα τσούρμο ανήλικα ορφανά. Η απελπισία του χαροκαμένου πατέρα όμως δεν ταίριαζε στην περηφάνια του που μετριόταν με το μπόι του Ζορμπά. Για να θρέψει τη φαμίλια του γύρισε στο Ελευθεροχώρι Πιερίας, έξω από τον Κολινδρό, κοντά στον αδελφό του Γιάννη, όπου έκανε όποια δουλειά του ποδαριού έβρισκε (σιδεράς, ξυλοκόπος). Αφού τριγύρισε ως μαυραγορίτης και μεταλλοθήρας στη Νότια Ρωσία, επέστρεψε ως εργάτης στο μεταλλείο της Πραβίτας στην περιοχή Ταξιάρχη στον Πολύγυρο της Χαλκιδικής. Στο κοντινό Αγιον Ορος γνώρισε τότε και τον Καζαντζάκη, ο οποίος έμενε μαζί με τον Σικελιανό στα κελιά διάφορων μοναστηριών διαβάζοντας Δάντη, Bούδα και τα Ιερά Eυαγγέλια.

Ο Παύλος Σιδηρόπουλος

Αναχωρώντας από την υπέροχη παραλία της Καλογριάς εκείνο το καλοκαίρι του 1917, η Γαλάτεια Καζαντζάκη πήρε μαζί της τη θυγατέρα του Ζορμπά, Αναστασία, η οποία κατόπιν παντρεύτηκε τον αδελφό της Ραδάμανθυ. Η κόρη τους Τζένη παντρεύτηκε τον Κώστα Σιδηρόπουλο, από οικογένεια καπνεμπόρων του Πόντου, και έφερε στον κόσμο τον δισέγγονο του Ζορμπά, τον πασίγνωστο Παύλο Σιδηρόπουλο, τον σημαντικότερο ίσως εκπρόσωπο της ελληνικής ροκ. Η πρωτόκορη του Ζορμπά, η Ανδρονίκη, τη μόνη που άφηνε να του συγυρίζει το σπίτι και να του πηγαίνει τρόφιμα στο ορυχείο, παντρεύτηκε τον Ελληνορώσο φωτογράφο Κώστα Κεχάεφ, τον οποίο είχε φέρει μαζί του στην Ελλάδα ο πατέρας της μετά τις περιπετειώδεις περιπλανήσεις του στη Ρωσία. Το ζευγάρι εγκαταστάθηκε σε ένα ισόγειο σπιτάκι απέναντι από τη Φιλαρμονική της Καλαμάτας και έως τα μέσα της δεκαετίας του ’70, προτού αποβιώσει, επισκεπτόταν την οικογένεια Εξαρχουλέα στην περιοχή της Στούπας. Ωστόσο, στον ίδιο τόπο μισό αιώνα νωρίτερα το ορυχείο είχε πάρει ανεπίστρεπτα την κάτω βόλτα. «Η επιχείρηση του λιγνίτη πήγε κατά διαβόλου», έγραφε χαριτολογώντας ο Καζαντζάκης στην «Αναφορά στον Γκρέκο»: «Ο Ζορμπάς κι εγώ κάμαμε ό,τι μπορούσαμε για να φτάσουμε, γελώντας, παίζοντας, κουβεντιάζοντας, στην καταστροφή». Ο συγγραφέας έφυγε από την περιοχή το καλοκαίρι του 1918 και δεν ξαναγύρισε ποτέ, ενώ ο αρχιεργάτης του βρήκε για λίγο δουλειά σε κάποιο άλλο ορυχείο, κοντά στην Πραστοβά. Κράτησαν όμως επαφή.

Αποστολή στον Καύκασο

Όταν τον Μάιο του 1919 ο Καζαντζάκης διορίστηκε από τον Ελευθέριο Βενιζέλο διευθυντής του νεοσύστατου υπουργείου Περιθάλψεως, του ανατέθηκε η μετάβαση στον Καύκασο για τον επαναπατρισμό των χιλιάδων Ελλήνων που κινδύνευαν να εξοντωθούν από τις κακουχίες μέσα στη δίνη που ακολούθησε την μπολσεβικική επανάσταση. Εστειλε τότε ένα γράμμα στον Γιώργο Ζορμπά προσκαλώντας τον να πάρει μέρος στην αποστολή. Η αγέρωχη και ριψοκίνδυνη καρδιά του παρορμητικού Γιώργη Ζορμπά φτερούγισε με το μήνυμα. Τα παράτησε όλα και έσπευσε στην Αθήνα να μπει κάτω από τις διαταγές του πρώην αφεντικού του.

Ξεκίνησε στα μέσα Ιουλίου του 1919, με επικεφαλής τον Καζαντζάκη και τους Κρητικούς συμπατριώτες του Ηρακλή Πολεμοχαράκη, Γιάννη Κωνστανταράκη, Γιάννη Αγγελάκη, για την Τιφλίδα, το Καρς, το Κουμπάν, αλλά και το Μπακού και το Ερεβάν με σκοπό τη μεταφορά των ομοεθνών προσφύγων. Ως σύγχρονοι Αργοναύτες της Μαύρης Θάλασσας στη διαλυμένη αλλά αχανή πρώην τσαρική αυτοκρατορία, αφοσιώθηκαν ολοκληρωτικά στον ανθρωπιστικό αγώνα για τη σωτηρία του Ελλήνων. Κατόρθωσαν να φέρουν με καράβια στη Θεσσαλονίκη περίπου 150.000 Ελληνες, οι οποίοι ρίζωσαν στα χώματα της Θράκης και της Μακεδονίας. Αυτή ήταν και η τελευταία ζωντανή επαφή του Καζαντζάκη με τον αιώνιο φίλο του Γιώργο Ζορμπά. Μετά το τέλος της αποστολής χωρίστηκαν για πάντα. Δεν ξεχάστηκαν όμως ποτέ.

Ο Αντονι Κουίν στον ρόλο του Ζορμπά 

 Η αποστολή στον Καύκασο ήταν η τελευταία μεγάλη εξόρμηση του Ζορμπά. Λίγα χρόνια μετά εγκαταστάθηκε στο ιδιοκτησίας του μεταλλείο λευκολίθου στη Νις της Σερβίας, από όπου τηλεγραφούσε στον λογοτέχνη φίλο του: «Εύρον πράσινην πέτραν ωραιοτάτην, ελθέ αμέσως». Και όταν ο συγγραφέας στην πιο γόνιμη περίοδο της τέχνης του τού απαντούσε ανάμεσα στα πολυάριθμα ταξίδια του, πότε από την Ιταλία και πότε από το Βερολίνο, ότι δεν μπορούσε να πάει, εκείνος τον περιέπαιζε υπαγορεύοντας στον γραμματικό της επιστολής του: «Είσαι, και να με συμπαθάς, αφεντικό, καλαμαράς. Μπορούσες και συ, κακομοίρη, μια φορά στη ζωή σου να δεις μιαν όμορφη πράσινη πέτρα και δεν την είδες». Ισως με κάποιες τύψεις ο Καζαντζάκης αργότερα έγραφε ότι θα διάλεγε τον Ζορμπά για ψυχικό οδηγό. «Γιατί αυτός είχε ό,τι χρειάζεται ένας καλαμαράς για να σωθεί […] να δίνει παρθενιά στα αιώνια καθημερινά στοιχεία, αγέρα, θάλασσα, φωτιά, γυναίκα, ψωμί· τη σιγουράδα του χεριού, τη δροσεράδα της καρδιάς, την παλικαριά να κοροϊδεύει την ίδια του την ψυχή». Δεν τα πρόλαβε αυτά τα ποιητικά λόγια ο Ζορμπάς. Από το 1926 διέμενε στα Σκόπια όπου διαχειριζόταν ένα ορυχείο.

Εκανε λεφτά και τα κατασπατάλησε σε φαγοπότια, γλέντια, κρασοκατανύξεις και μοιραία θηλυκά, γιατί τα πλούτη ήταν ξαφνικά και δεν τα είχε ποτέ προηγουμένως, αλλά κυρίως επειδή ήξερε ότι δεν θα τα έπαιρνε μαζί του στον τάφο. Είχε πάρει κοντά του την κόρη του Κατίνα, η οποία παντρεύτηκε εκεί τον Σέρβο Γιοβάν Γιάντα. Τα άλλα του παιδιά, με τη βοήθεια κυρίως της Γαλάτειας, είχαν αποκατασταθεί. Πάνω όμως που ένιωθε να έχει λυτρωθεί από την πίεση της ανάγκης, με την είσοδο της Σερβίας στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, την κατάσχεση των ορυχείων από τους Γερμανούς κατακτητές, την πείνα και τη ναζιστική σκλαβιά ο Ζορμπάς δεν άντεξε. Πέθανε εκεί το 1941 και θάφτηκε αρχικά στα παλιά νεκροταφεία, νότια της πόλης. Χρόνια αργότερα τα εγγόνια του από την πλευρά της Κατίνας, η αρχιτέκτων Αννα Γκάιγκερ, η οποία έως τον θάνατό της το 2002 υπήρξε πρόεδρος του γιουγκοσλαβικού τμήματος της Διεθνούς Εταιρείας Φίλων Νίκου Καζαντζάκη, και ο έμπορος αδελφός της Βαγγέλης Γιάντα μετέφεραν τα οστά του παππού τους και τα τοποθέτησαν στον οικογενειακό τάφο στο νεκροταφείο «Μπούτελ» των Σκοπίων. Ο τάφος του εντοπίστηκε πολλά χρόνια αργότερα από ελληνική δημοσιογραφική αποστολή στα Σκόπια. Μάλιστα τον επισκέφτηκε το 1997 ο Μίκης Θεοδωράκης μετά τη μεγαλειώδη συναυλία του με το έργο του «Ζορμπάς ο Ελληνας», παρουσία του τότε προέδρου της χώρας Κίρο Γκλιγκόροφ, στην αίθουσα της όπερας του Λαϊκού Θεάτρου των Σκοπίων. 

Στις δύο δεκαετίες που μεσολάβησαν από τον χωρισμό του Νίκου Καζαντζάκη και του Γιώργη Ζορμπά μέχρι τον θάνατο του τελευταίου, ο συγγραφέας δεν έπαψε να ενδιαφέρεται και να ανησυχεί για την πορεία του παλιού του φίλου και συνεργάτη. Το 1941, εν μέσω των στερήσεων της γερμανικής κατοχής, βρήκε τον πιο μεταφρασμένο παγκοσμίως Ελληνα λογοτέχνη απομονωμένο στην Αίγινα. Εκεί έφτασε το πικρό μαντάτο του θανάτου του Ζορμπά. Σε μία από τις ωραιότερες σελίδες της «Αναφοράς στον Γκρέκο» έγραψε: «Στο σπίτι με περίμενε ένα γράμμα με πένθιμο φάκελο· γραμματόσημο σέρβικο, κατάλαβα. Το κρατούσα και το χέρι μου έτρεμε. […] Εκλεισα τα μάτια κι ένιωθα αργά, ζεστά, να κυλούν στα μάγουλά μου τα δάκρυα. […] Τι να κάμω, συλλογίζουμουν όλη τη νύχτα, τι να κάμω για να ξορκίσω το θάνατό του; […] Πετιούνται απάνω οι θύμησες, σπρώχνουν η μια την άλλη, βιάζουνται και ζώνουν αγριεμένες την καρδιά μου· ανοιγοκλειούν το στόμα, φωνάζουν να περμαζώξω από τη γης, από τη θάλασσα, από τον αέρα τον Ζορμπά και να τον αναστήσω. Αυτό δεν είναι το χρέος της καρδιάς; Γι’ αυτό δεν την έπλασε ο Θεός; Ν’ ανασταίνει τους αγαπημένους; Ανάστησέ τον!». Και αυτό έκανε. Την επομένη, άγρυπνος, πήρε χαρτί, ξάπλωσε στις πυρωμένες από τον ήλιο πλάκες της ταράτσας του σπιτιού του στην Αίγινα που αγνάντευαν απέναντι τα γυμνά βουνά της Σαλαμίνας και άρχισε να γράφει μερικές αράδες αυτό το «συναξάρι» για τον Ζορμπά.

Το έργο το τελείωσε ύστερα από δύο χρόνια, τον Μάιο του 1943. Ωστόσο, ο Ζορμπάς που μπήκε στις σελίδες του βιβλίου με τίτλο «Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» δεν ήταν ο Γιώργης Ζορμπάς της Πραστοβάς και του Καυκάσου. Του άλλαξε το όνομα, πιθανότατα από το αρχαιοελληνικό συνθετικό «αλεξι-» (όπως αλεξικέραυνο, αλεξίσφαιρος) για να δημιουργήσει έναν χαρακτήρα που αντιστέκεται με «τη δαιμονικιάν ανταρσία του ανθρώπου να νικήσει το βάρος και την ύλη, την προγονική κατάρα». Μετατόπισε την πλοκή από τη Μάνη στην πολυμνημένη πατρίδα του, την Κρήτη, και μετασχημάτισε τον ήρωα προικίζοντάς τον με ακατανίκητη δύναμη που ενσαρκώνει την ίδια την ουσία της ζωής σε όλες τις εκφάνσεις της. Πλάθοντας τον ήρωά του ο αφηγητής-συγγραφέας αντέταξε το ξέχειλο από φως διονυσιακό πνεύμα του αενάως δραστήριου Ζορμπά στην απραξία του κάποτε επηρεασμένου Καζαντζάκη από το βουδιστικό ζεν που εξαλείφει το «εγώ». Αρκετοί μελετητές του έργου του μεγάλου Κρητικού συγγραφέα θεωρούν ειλικρινή και ευεργετική την ορμητική επίδραση του ηλικιωμένου εργάτη και μοιραία την απελευθερωτική γοητεία που άσκησε στο πνεύμα του. 

Αγωνιστής της ζωής


Την άνοιξη του 1957, λίγους μήνες προτού πεθάνει, ο Καζαντζάκης έλαβε στην Αντίμπ της Νότιας Γαλλίας όπου διέμενε μια επιστολή από τον πρωτότοκο γιο του Ζορμπά, τον αντισυνταγματάρχη τότε Αντρέα, ο οποίος διαμαρτυρόταν έντονα γιατί το βιβλίο είχε δήθεν ρεζιλέψει τον πατέρα του και είχε τάχα προσβάλει όλη του την οικογένεια. Ο γέρος και ασθενής αλλά πάντα πνευματικά αειθαλής Καζαντζάκης τού απάντησε άμεσα με ένα λιγόλογο γράμμα όπου σημείωνε: «Σπάνια αγάπησα και τίμησα άνθρωπο όπως τον Ζορμπά. Τον παράστησα στα γραφτά μου ως έναν ανώτερο ελέφτερον άνθρωπο κι είναι τώρα ένδοξος για χιλιάδες ανθρώπους στην Εβρώπη, στην Αμερική». Δεν χρειάζονταν περισσότερα στον παραπονούμενο γιο και προφανώς παρακινούμενο από τους μύριους όσους μνησίκακους εχθρούς του συγγραφέα. Ετσι κι αλλιώς, αν δεν υπήρχε ο ασυμβίβαστος δημιουργός Καζαντζάκης που χάρισε θριαμβικά αθάνατο στη μνήμη των αναγνωστών και παρέδωσε με μια νέα αυτόνομη υπόσταση αιώνιο τον Ζορμπά στην τέχνη, ποιος θα θυμόταν σήμερα τον αληθινό, καθημερινό, βασανισμένο Γιώργη Ζορμπά; Εναν εγκάρδιο αγωνιστή της ζωής που ποτέ του δεν θεώρησε τις πραγματικές δοκιμασίες του ως μυθικό άθλο; Κι ας μην πάτησε ποτέ το πόδι του στη λεβεντογέννα Κρήτη. 

Απόσπασμα από το βιβλίο

Προχωρούσαμε αμίλητοι μέσα από τα στενά δρομάκια του χωριού. Τα σπίτια μαυρολογούσαν ολοσκότεινα, κάπου ένα σκυλί γάβγιζε, κάποιο βόδι αναστέναζε. Κάποτε μας έρχουνταν στο φύσημα του αγέρα εύθυμα, αναβρυτά, σαν παιχνιδιάρικα νερά, τα κουδουνάκια της λύρας.

Βγήκαμε από το χωριό, πήραμε το δρόμο κατά το ακρογιάλι μας.

— Ζορμπά, είπα, για να κόψω τη βαριά σιωπή, τι αγέρας είναι ετούτος; Νοτιάς;

— Μα ο Ζορμπάς πήγαινε μπροστά, κρατώντας σα φανάρι το κλουβί με τον παπαγάλο και δεν αποκρίθηκε.

Όταν φτάσαμε στο ακρογιάλι μας, ο Ζορμπάς στράφηκε:

— Πεινάς, αφεντικό; ρώτησε.

— Όχι, δεν πεινώ, Ζορμπά.

— Νυστάζεις;

— Όχι.

— Μήτε εγώ. Ας καθίσουμε στα χοχλάδια• έχω κάτι να σε ρωτήσω. Ήμασταν και οι δυο κουρασμένοι, μα δε θέλαμε να κοιμηθούμε. Δε θέλαμε να χάσουμε το φαρμάκι της μέρας ετούτης· ο ύπνος μάς φαίνουνταν σα μια φυγή σε ώρα κιντύνου και ντρεπόμασταν να κοιμηθούμε.

Καθίσαμε στην άκρα της θάλασσας· έβαλε ο Ζορμπάς το κλουβί ανάμεσα στα γόνατά του και κάμποση ώρα σώπαινε. Ένας φοβερός αστερισμός ανέβηκε από το βουνό, πολυόματο τέρας με στρουφιχτήν ουρά, κάπου κάπου ένα αστέρι ξεκολλούσε κι έπεφτε.

Ο Ζορμπάς κοίταξε τ’ αστέρια, με το στόμα ανοιχτό, σα να τα ‘βλεπε για πρώτη φορά.

— Τι να γίνεται εκεί πάνω! μουρμούρισε. Και σε λίγο πήρε την απόφαση, μίλησε:

— Ξέρεις να μου πεις, αφεντικό, είπε κι η φωνή του ασκώθηκε επίσημη, συγκινημένη μέσα στη ζεστή νύχτα, ξέρεις να μου πεις τι πάει να πουν όλα αυτά; Ποιος τα καμε; Γιατί τα καμε; Και πάνω απ’ όλα, ετούτο (η φωνή του Ζορμπά ήταν γεμάτη θυμό και τρόμο): Γιατί να πεθαίνουμε;

— Δεν ξέρω, Ζορμπά! αποκρίθηκα, και ντράπηκα σα να με ρωτούσαν το πιο απλό πράμα, το πιο απαραίτητο, και δεν μπορούσα να το ξηγήσω.

— Δεν ξέρεις! έκαμε ο Ζορμπάς και τα μάτια του γούρλωσαν. Όμοια γούρλωσαν και μιαν άλλη νύχτα, όταν με ρώτησε αν χορεύω και του αποκρίθηκα πως δεν ξέρω χορό. Σώπασε λίγο· άξαφνα ξέσπασε:

— Τότε τι ναι αυτά τα παλιόχαρτα που διαβάζεις; Γιατί τα διαβάζεις; Άμα δε λένε αυτό, τι λένε;

— Λένε τη στενοχώρια του ανθρώπου που δεν μπορεί ν’ απαντήσει σε αυτά που ρωτάς, Ζορμπά, αποκρίθηκα.

— Να τη βράσω τη στενοχώρια τους! έκαμε ο Ζορμπάς χτυπώντας με αγανάχτηση το πόδι του στις πέτρες.

Ο παπαγάλος στις ξαφνικές φωνές τινάχτηκε απάνω:

— Καναβάρο! Καναβάρο! έσκουζε σα να ζητούσε βοήθεια.

— Σκασμός και συ! έκαμε ο Ζορμπάς κι έδωκε μια γροθιά στο κλουβί.

Στράφηκε πάλι σε μένα.

— Εγώ θέλω να μου πεις από πού ερχόμαστε και πού πάμε. Του λόγου σου τόσα χρόνια μαράζωσες απάνω στις Σολομωνικές θα ‘χεις στύψει δυο τρεις χιλιάδες οκάδες χαρτί· τι ζουμί έβγαλες;

Τόση αγωνία είχε η φωνή του Ζορμπά, που η πνοή μου κόπηκε· αχ, να μπορούσα να του ‘δινα μιαν απόκριση!

Ένιωθα βαθιά πως το ανώτατο που μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος δεν είναι η Γνώση, μήτε η Αρετή, μήτε η Καλοσύνη, μήτε η Νίκη· μα κάτι άλλο πιο αψηλό, πιο ηρωικό κι απελπισμένο: Το Δέος, ο ιερός τρόμος. Τι ‘ναι πέρα από τον ιερό τρόμο; Ο νους του ανθρώπου δεν μπορεί να προχωρέσει.

— Δεν απαντάς; έκαμε ο Ζορμπάς με αγωνία.

Δοκίμασα να δώσω στο σύντροφό μου να καταλάβει τι είναι ο ιερός τρόμος:

— Είμαστε σκουληκάκια μικρά μικρά, Ζορμπά, αποκρίθηκα, απάνω σ’ ένα φυλλαράκι γιγάντιου δέντρου. Το φυλλαράκι αυτό είναι η Γη μας· τ’ άλλα φύλλα είναι τ’ αστέρια που βλέπεις να κουνιούνται μέσα στη νύχτα. Σουρνόμαστε απάνω στο φυλλαράκι μας, και το ψαχουλεύουμε με λαχτάρα· τ’ οσμιζόμαστε, μυρίζει, βρωμάει· το γευόμαστε, τρώγεται· το χτυπούμε, αντηχάει και φωνάζει σαν πράμα ζωντανό.

»Μερικοί άνθρωποι, οι πιο ατρόμητοι, φτάνουν ως την άκρα του φύλλου· από την άκρα αυτή σκύβουμε, με τα μάτια ανοιχτά, τα αυτιά ανοιχτά, κάτω στο χάος. Ανατριχιάζουμε. Μαντεύουμε κάτω μας το φοβερό γκρεμό, ακούμε ανάρια ανάρια το θρό που κάνουν τ’ άλλα φύλλα του γιγάντιου δέντρου, νιώθουμε το χυμό ν’ ανεβαίνει από τις ρίζες του δέντρου και να φουσκώνει την καρδιά μας. Κι έτσι σκυμμένοι στην άβυσσο, νογούμε σύγκορμα, σύψυχα, να μας κυριεύει τρόμος. Από τη στιγμή εκείνη αρχίζει…

Σταμάτησα. Ήθελα να πω: «Από τη στιγμή εκείνη αρχίζει η Ποίηση», μα ο Ζορμπάς δε θα καταλάβαινε και σώπασα.

— Τι αρχίζει; ρώτησε ο Ζορμπάς με λαχτάρα. Γιατί σταμάτησες;

— … αρχίζει ο μεγάλος κίντυνος, Ζορμπά, είπα. Άλλοι ζαλίζουνται και παραμιλούν, άλλοι φοβούνται και μοχτούν να βρουν μιαν απάντηση, που να τους στυλώνει την καρδιά και λένε: «Θεός»· άλλοι κοιτάζουν από την άκρα του φύλλου το γκρεμό ήσυχα, παλικαρίσια και λένε: «Μου αρέσει».

Ο Ζορμπάς συλλογίστηκε κάμποση ώρα· βασανίζουνταν να καταλάβει.

— Εγώ, είπε τέλος, κοιτάζω κάθε στιγμή το θάνατο· τον κοιτάζω και δε φοβούμαι· όμως και ποτέ, ποτέ δε λέω: Μου αρέσει. Όχι, δε μου αρέσει καθόλου! Δεν είμαι λεύτερος; Δεν υπογράφω!

Σώπασε, μα γρήγορα φώναξε πάλι:

— Όχι, δε θ’ απλώσω εγώ στο Χάρο το λαιμό μου σαν αρνί και να του πω: «Σφάξε με, αγά μου, ν’ αγιάσω!»

Δε μιλούσα· στράφηκε, με κοίταξε ο Ζορμπάς θυμωμένος.

— Δεν είμαι λεύτερος; ξαναφώναξε.

Δε μιλούσα. Να λες «Ναι!» στην ανάγκη, να μετουσιώνεις το αναπόφευγο σε δικιά σου λεύτερη βούληση — αυτός, ίσως, είναι ο μόνος ανθρώπινος δρόμος της λύτρωσης. Το ‘ξερα, και γι’ αυτό δε μιλούσα.

Ο Ζορμπάς είδε πως δεν είχα πια τίποτα να του πω, πήρε το κλουβί σιγά σιγά, να μην ξυπνήσει ο παπαγάλος, το τοποθέτησε δίπλα από το κεφάλι του και ξάπλωσε.

— Καληνύχτα, αφεντικό, είπε· φτάνει.

Ζεστός νοτιάς φυσούσε πέρα από το Μισίρι και μέστωνε τα τζερτζεβατικά και τα φρούτα και τα στήθια της Κρήτης. Τον δέχουμουν να περιχύνεται στο μέτωπο, στα χείλια μου και στο λαιμό, κι έτριζε και μεγάλωνε, σαν να ‘ταν πωρικό, το μυαλό μου.

Δεν μπορούσα να κοιμηθώ, δεν ήθελα. Δε συλλογίζουμουν τίποτα· ένιωθα μονάχα, στη ζεστή ετούτη νυχτιά, κάτι μέσα μου, κάποιον μέσα μου, να μεστώνει. Έβλεπα, ζούσα καθαρά το καταπληχτικό ετούτο θέαμα: ν’ αλλάζω. Ό,τι γίνεται πάντα στα πιο σκοτεινά υπόγεια του στήθους μας, γίνουνταν τώρα φανερά, ξέσκεπα, μπροστά μου. Κουκουβιστός στην άκρα της θάλασσας, παρακολουθούσα το θάμα.

Τ’ αστέρια θάμπωσαν, ο ουρανός φωτίστηκε, κι απάνω στο φως χαράχτηκαν με ψιλό κοντύλι τα βουνά, τα δέντρα, οι γλάροι. Ξημέρωνε.

One thought on “Βιβλιοπρόταση: Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά του Νίκου Καζαντζάκη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *