Οι ‘χολιγουντιανοί’ Άθλιοι του Βίκτωρος Ουγκώ

Oι ‘Αθλιοι γράφτηκαν για όλα τα έθνη. Δεν ξέρω αν θα διαβαστούν απ’ όλους, όμως εγώ για όλους τούς έγραψα. (…)». Όπου ο άνθρωπος ζει αμόρφωτος και απελπισμένος, όπου η γυναίκα πουλάει το κορμί της για μια μπουκιά ψωμί, όπου το παιδί υποφέρει από αγραμματοσύνη κι από έλλειψη παιδείας, το βιβλίο των Αθλίων χτυπά την πόρτα φωνάζοντας δυνατά: » -Ανοίξτε μου! Έρχομαι για σας!». Στο σκοτεινό σημείο όπου βρίσκεται ο σημερινός πολιτισμός, ο άθλιος ονομάζεται ΑΝΘΡΩΠΟΣ, που αγωνιά κάτω απ’ όλα τα κλίματα και τα καθεστώτα, που στενάζει σ’ όλες τις γλώσσες είχε δηλώσει ο Βίκτωρ Ουγκώ.

Οι Άθλιοι (1862), το μυθιστόρημα του Γάλλου συγγραφέα αποτελεί ένα από τα δημοφιλέστερα μυθιστορήματα του 19ου αιώνα. Πραγματεύεται τις ζωές πολιτών της Γαλλίας, οι οποίες αλληλεπιδρούν μεταξύ τους, για μια περίοδο άνω των είκοσι ετών, που περιλαμβάνει τους ναπολεόντειους πολέμους, αλλά και τις δεκαετίες που ακολούθησαν. Το έργο εστιάζει στις προσπάθειες του πρωταγωνιστή Γιάννη Αγιάννη, ενός πρώην καταδίκου, γνωστού στη φυλακή με τον αριθμό 24601, ο οποίος προσπαθεί να επανεντάξει τον εαυτό του στην κοινωνία, και επιπλέον μελετά την επίδραση των πράξεων του ήρωα για χάρη της κοινωνικής αναγνώρισης. Στο μυθιστόρημα εξετάζεται η φύση του καλού και του κακού και ο νόμος σε μία εκτεταμένη ιστορία που περιλαμβάνει θέματα όπως την ιστορία της Γαλλίας, την αρχιτεκτονική του Παρισιού, την πολιτική, την ηθική φιλοσοφία, το νόμο, τη θρησκεία και τα είδη και τη φύση του έρωτα και της οικογενειακής αγάπης. Οι Άθλιοι είναι γνωστοί στο ευρύ κοινό κυρίως μέσω της πληθώρας των θεατρικών και κινηματογραφικών τους μεταφορών, με διασημότερη το ομώνυμο μιούζικαλ, το οποίο είναι ευρέως γνωστό ως «Λε Μιζ» (Les Miz).

Η ταινία είναι βασισμένη στο ομότιτλο μιούζικαλ των Αλέν Μπουμπλίλ, Κλοντ-Μισέλ Σόνμπεργκ (οι οποίοι έγραψαν και ένα τραγούδι αποκλειστικά και μόνο για την κινηματογραφική μεταφορά-Suddenly) και Χέρμπερτ Κρέτζμερ (που υπογράφει τους στίχους), το οποίο με τη σειρά του βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Βίκτωρος Ουγκώ. Η ιστορία του μιούζικαλ ξεκίνησε το 1978, με τους συνθέτες να ξεκινούν τη μουσική προσαρμογή του έργου του Ουγκώ, που ανέβηκε πρώτη φορά το 1980 στα γαλλικά. Το πρώτο μεγάλο θεατρικό ανέβασμα του μιούζικαλ, που σηματοδοτεί και τυπικά την έναρξη της πολύχρονης πετυχημένης θεατρικής πορείας του-που ξεπέρασε ακόμα και το ρεκόρ που μέχρι πρότινος κατείχε το μιούζικαλ Cats, έλαβε χώρα το 1985 στο Λονδίνο.

Τη σκηνοθεσία της ταινίας υπογράφει ο βραβευμένος με Όσκαρ Τομ Χούπερ και στο κινηματογραφικό σενάριο βρίσκουμε μαζί με τους Μπουμπλίλ, Σόνμπεργκ (που υπογράφει και τη μουσική) και Κρέτζμερ και τον δύο φορές υποψήφιο για Όσκαρ Γουίλιαμ Νίκολσον (Gladiator, Shadowlands), που ανέλαβε να προσδώσει τον απαιτούμενο ρεαλισμό στο κινηματογραφικό σενάριο, διατηρώντας το DNA του σόου. Στην παραγωγή της ταινίας εκτός του Κάμερον Μάκιντος που υπογράφει και τη θεατρική παραγωγή, βρίσκουμε τους Τιμ Μπίβαν και Έρικ Φέλνερ (Working Title Films) και την Ντέμπρα Χέιγουορντ. Σχολιάζει χαρακτηριστικά ο Μάκιντος αναφορικά με την επιτυχία – φαινόμενο του μιούζικαλ «Οι Άθλιοι είναι από τα καλύτερα κοινωνικά μυθιστορήματα που έχουν γραφτεί ποτέ. Ο Ουγκώ δημιούργησε χαρακτήρες και έγραψε για καταστάσεις διαχρονικές και παγκόσμιες. Αν σε αυτό προσθέσεις τη δύναμη της μουσικής του Σόνμπεργκ, την ευφυΐα των πρωτότυπων, γαλλικών στίχων του Μπουμπλίλ και τη διαχρονική γραφή του Κρέτζμερ, μπορεί κανείς να καταλάβει την τεράστια επιτυχία της παράστασης». Μάλιστα, ο Μάκιντος πολλές φορές είχε δεχτεί προτάσεις για τη μεταφορά του μιούζικαλ στη μεγάλη οθόνη και πολλές ακυρώσεις και αναβολές στο ενδιάμεσο, μέχρι που εμφανίστηκαν οι δύο παραγωγοί της εταιρείας Working Title Films.

Σχολιάζει ο σκηνοθέτης Τομ Χούπερ «Είναι μια κολοσσιαία προσπάθεια. Ήμουν ευτυχής που ανέτρεχα συχνά στο βιβλίο για να προχωρήσω στην προσαρμογή του έργου. Όλοι από την αρχή ήθελαν να δημιουργήσω ένα, τηρουμένων των αναλογιών, αυτόνομο έργο κι όχι ένα κινηματογραφικό μιούζικαλ. Η μουσική είναι έξοχη και οι στίχοι τόσο δυνατοί που σου επιτρέπουν, όπως κάθε μεγάλο λογοτεχνικό έργο να το προσεγγίσεις και να το αποκωδικοποιήσεις «παίζοντας» με τα νοήματα και το ρυθμό.» Μάλιστα, αναφορικά με τον τρόπο που γυρίστηκε η ταινία (με τους ηθοποιούς να τραγουδάνε ζωντανά την ώρα των γυρισμάτων) σχολιάζει ο σκηνοθέτης «Ήθελα να δημιουργήσω μια εναλλακτική πραγματικότητα στην ταινία, με τους ηθοποιούς να επικοινωνούν μεταξύ τους τραγουδώντας. Έτσι, όλη η δημιουργική ομάδα του μιούζικαλ ενεπλάκη και στην ταινία, και μάλιστα κάποιοι στίχοι γράφτηκαν εκ νέου, με βάση το κείμενο που είχε γράψει ο Νίκολσον. Πήρα ένα μεγάλο ρίσκο επιλέγοντας να βάλω τους ηθοποιούς να τραγουδούν ζωντανά, καθώς δεν ήθελα να φαίνεται τίποτα ψεύτικο, πράγμα αναπόφευκτο αν τραγουδάνε playback, όσο καλός κι αν είναι ο συγχρονισμός τους.» Το όλο εγχείρημα επικρότησε και ο σκηνοθέτης του μιούζικαλ Στίβεν Μπρούκερ.

Για ένα τέτοιο εγχείρημα, ο σκηνοθέτης ήθελε μονάχα τους καλύτερους γι’ αυτό κι έγινε κανονική ακρόαση. Ήδη, εννιά μήνες πριν ξεκινήσει η ταινία, ο Χούπερ κάθισε πάνω από 3 ώρες με τον βραβευμένο με Τόνι και Emmy ηθοποιό Χιου Τζάκμαν να δοκιμάσουν, με το σκηνοθέτη να καταλήγει «Ήταν η πιο συναρπαστική ακρόαση που έχω κάνει. Η υποκριτική του Χιου μέσα από το τραγούδι είναι απαράμιλλη. Βγάζει τέτοιο συναίσθημα, τραγουδώντας που ίσως δε θα έβγαινε αν ακολουθούσε ένα κείμενο. Είναι τόσο άνετος και άψογος όταν τραγουδάει που πιστεύεις πως το τραγούδι είναι το πρωταρχικό μέσο επικοινωνίας του.» …. Πάνω σε αυτό ο Χιου Τζάκμαν δήλωσε ότι θα του φαινόταν πιο δύσκολο να τραγουδήσει στα ψεύτικα παρά να τραγουδάει live με τη δική του φωνή, ενώ συμπληρώνει «Ήταν ο πλέον απαιτητικός, σωματικά και συναισθηματικά ρόλος της καριέρας μου, μέχρι σήμερα. Ο ρόλος απαιτούσε να εφαρμόσω το σύνολο των πραγμάτων που έχω μάθει αναφορικά με την κινηματογραφική και θεατρική υποκριτική. Είναι ρόλος ζωής.» Μάλιστα, για να είναι ρεαλιστικός, ο ηθοποιός έχασε πάνω από 15 κιλά, ώστε να είναι πειστικός ως εξαθλιωμένος φυλακισμένος και για το λόγο αυτό τρεφόταν πολύ περιορισμένα, κάνοντας ταυτόχρονα εντατική γυμναστική γιατί ο Αγιάννης είναι παροιμιώδης για τη ρώμη του, ενώ 36 ώρες πριν το γύρισμα αποφάσισε να κόψει και το νερό για να είναι ρεαλιστικά αφυδατωμένος και οστεοποιημένος.

Αφού είχε βρεθεί ο Αγιάννης, ήταν η σειρά του Ιαβέρη να πάρει σάρκα κι οστά στο πρόσωπο του Ράσελ Κρόου, ο οποίος μάλιστα ξεκίνησε και την καριέρα του σε μιούζικαλ –κάτι που αγνοούσε αρχικά ο σκηνοθέτης. Αν συνυπολογίσει κανείς πως ο Κρόου είναι και στη ζωή του πολύ καλός μουσικός και τραγουδιστής, και πως ήθελε διακαώς να κάνει και πάλι μιούζικαλ, η απόφαση να ενσαρκώσει εκείνος τον Ιαβέρη, έναν αστυνομικό με μια πολύ συγκεκριμένη ηθική και κατανόηση του τι είναι καλό και τι κακό, φαντάζει ιδανική.

Στο ρόλο της Φαντίν βρίσκουμε την εξαϋλωμένη (έχασε πάνω από 10 κιλά για το ρόλο και κουρεύτηκε και γουλί σχεδόν για να είναι και εικονικά η μάρτυρας που είναι η Φαντίν) Αν Χάθαγουεϊ, παλιά «γνώριμη» του συγκεκριμένου μιούζικαλ, καθώς σε ηλικία 7 ετών η μητέρα της είχε πάρει εργάτριας ρόλο στο μιούζικαλ και κατόπιν ενσάρκωσε και την Φαντίν. Επομένως, η Αν ήξερε από τη μητέρα της τι απαιτούσε ο ρόλος. Όπως κι ο Τζάκμαν, η Χάθαγουεϊ παίζει τραγουδώντας και αυτό φαντάζει τελείως φυσικό, με τα κοντινά πλάνα, ιδίως στο σπαραχτικό I Dreamed A Dream, να παρασύρουν το θεατή στο πάθος της. Ο σκηνοθέτης της ταινίας μίλησε για αυτήν την ερμηνεία με τα καλύτερα λόγια: “Η Αν ήταν μια εξαιρετική ερμηνεύτρια ακόμα και σε live. Το τραγούδι αυτό σε αφήνει άφωνο. Είναι τόσο ωμό και ειλικρινές. Έγινε έτσι γιατί ποτέ δε θα μπορούσε να ακουστεί σαν playback”.

Στο ρόλο της Κοζέτ (πηγή φωτός, ελπίδας και αγάπης) βρίσκουμε την Αμάντα Σέιφριντ, γνωστή από την ταινία Mamma Mia!, η οποία στα 15 της είχε υποδυθεί την Κοζέτ και σε σχολική παράσταση, ενώ το Μάριο ενσαρκώνει ο Έντι Ρέντμαϊν που είχε συνεργαστεί με τον Χούπερ στην τηλεοπτική σειρά Elizabeth I.

Στο ρόλο της Επονίν βλέπουμε την ταλαντούχα Αγγλίδα ηθοποιό Σαμάνθα Μπαρκς, στην πρώτη της κινηματογραφική ταινία, που ενσάρκωσε τον ίδιο ρόλο και στο Λονδίνο και η οποία αποτελεί προσωπική επιλογή του παραγωγού της παραγωγού του μιούζικαλ.

Την κωμική νότα στην ταινία δίνουν η Έλενα Μπόναμ Κάρτερ και ο Σάσα Μπάρον Κοέν στο ρόλο των Θεναρντιέ, με το τραγούδι Master of the House, χάρη στην ερμηνεία τους, να απογειώνεται.

Το καστ συμπληρώνουν οι Άαρον Τβάιτ, Ίζαμπελ Άλεν (που παίζει και στο θέατρο τη μικρή Κοζέτ), Ντάνιελ Χάτελστοουν (που έπαιξε το ρόλο και στην ομώνυμη παράσταση στο West End), και Νατάλια Ουάλας (η μικρή Επονίνα) ενώ πολλά μέλη της αυθεντικής παραγωγής του Μπρόντγουεϊ εμφανίζονται στην ταινία. Ειδικότερα, η βραβευμένη με Τόνι για την ερμηνεία της ως Επονίν Φράνσις Ρουφέλ που στην ουσία δημιούργησε το ρόλο στην παραγωγή του 1985 του Barbican Centre, ενσαρκώνει το ρόλο μιας πόρνης στο τραγούδι των Lovely Ladies, ο υποψήφιος για Τόνι Κολμ Γουίλκινσον, ο Γιάννης Αγιάννης και συμπρωταγωνιστής της Ρουφέλ στην ίδια παράσταση υποδύεται τον Επίσκοπο της Ντιν, από τον οποίο ο Γιάννης Αγιάννης κλέβει τα ασημένια κηροπήγια και οι Μπέρτι Καρβέλ, Μάικλ Τζίμπσον, Ντάνιελ Έβανς, Κέιτι Σεκόμπ, Κίλλιαν Ντόνελι, Φρα Φι, Κάρολιν Σιν, Κέιτι Φλίτγουντ, Χάνα Γουάντινχαμ και Έιντριαν Σκάρμποροου.

Τα γυρίσματα κράτησαν 12 βδομάδες, με γυρίσματα εξωτερικά σε Γαλλία και Ηνωμένο Βασίλειο.

Η ταινία απέσπασε τρία βραβεία Όσκαρ (Β΄γυναικείου ρόλου, make up, κομμώσεων), τρεις Χρυσές Σφαίρες (α΄ ανδρικού ρόλου, β΄γυναικείου ρόλου, καλύτερου μιούζικαλ) και τέσσερα βραβεία BAFTA (β΄γυναικείου ρόλου, παραγωγής, ήχου, make up).

Μοναδικό στοιχείο του έργου: τα γεμάτα νόημα και μελωδία οπερικής υφής τραγούδια της που αποδόθηκαν όμορφα και προσεγμένα από τους συντελεστές. Ενδεικτικά παραθέτουμε κάποια εξ αυτών:

Πηγές:

https://camerastyloonline.wordpress.com/2013/02/14/les-miserables-by-tom-hooper/

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *