“Θάλαμος νο 6”: ένα διήγημα του Αντόν Τσέχωφ

(…) Να πως κυλάει η ζωή του: σηκώνεται συνήθως στις οχτώ η ώρα κάθε πρωί, ετοιμάζεται και παίρνει το τσάι του. Ύστερα κάθεται στο γραφείο του για να διαβάσει ή πηγαίνει στο νοσοκομείο. Εδώ, στο νοσοκομείο, στο στενό σκοτεινό διάδρομο κάθονται οι εξωτερικοί ασθενείς και περιμένουν να εξεταστούν. Από δίπλα τους περνάνε βιαστικά χτυπώντας με τις μπότες κάτω στο τούβλινο δάπεδο οι νοσοκόμοι, περνάνε αδυνατισμένοι άρρωστοι με πυτζάμες, κουβαλάνε από κει τους πεθαμένους και πιάτα μ’ αποφάγια, κλαίνε εκεί παιδιά, σχηματίζεται ρεύμα.

Ο Αντρέι Γιεφίμιτς ξέρει καλά πως για τους πυρέσσοντες, τους φυματιώντες και γενικά για τους ευπαθείς το περιβάλλον αυτό είναι μαρτυρικό, μα τι μπορεί να κάνει; στο διάδρομο συναντάει το βοηθό του Σεργκέι Σεργκέιτς. Είναι ένας κοντόχοντρος με ξυρισμένο, καθαροπλυμένο, φουσκωτό πρόσωπο, είναι γλυκομίλητος και φοράει ένα φαρδύ καινούργιο κουστούμι και μοιάζει πιο πολύ με γερουσιαστή παρά με βοηθό γιατρού. Στην πόλη έχει μεγάλη πελατεία, φοράει άσπρη γραβάτα και θεωρεί τον εαυτό του πιο αρμόδιο από το γιατρό που δεν έχει καθόλου πελατεία.

Σε μια γωνιά της αίθουσας αναμονής υπάρχει μια μεγάλη εικόνα σε θόλο, μ’ ένα μεγάλο καντήλι μπροστά να καίει, και δίπλα ένας κηροστάτης με άσπρη κουκούλα· στους τοίχους κρέμονται πορτραίτα αρχιερέων, μια άποψη του μοναστηρίου Σβιατογκόρσκ και στεφάνια από ξερό βασιλικό. Ο Σεργκέι Σεργκέιτς είναι θεοφοβούμενος και αγαπάει τις θρησκευτικές τελετές. Η εικόνα τοποθετήθηκε με δικά του έξοδα· τις Κυριακές, στην αίθουσα αναμονής ένας ασθενής, με δική του εντολή, διαβάζει δυνατά τον ακάθιστο ύμνο, κι ύστερα ο ίδιος ο Σεργκέι Σεργκέιτς περνάει απ’ δλους τους θαλάμους μ’ ένα θυμιατό και λιβανίζει.

Άρρωστοι πολλοί, μα καιρός λίγος, και περιορίζεται κανείς σ’ ένα σύντομο ερωτηματολόγιο και στη χορήγηση ενός φαρμάκου — μια αλοιφή, ας πούμε, ή ρετσινόλαδο. Ο Αντρέι Γιεφίμιτς κάθεται με τη γροθιά του να στηρίζει το μάγουλό του, σκέφτεται, και κάνει τις ερωτήσεις μηχανικά. Ο Σεργκέει Σεργκέιτς κάθεται κι αυτός, τρίβει τα μικρά του χέρια και μπαίνει πότε-πότε στη μέση.

—Πονάμε και υποφέρουμε, λέει, γιατί δεν επικαλούμαστε όπως πρέπει τη θεία ευσπλαχνία. Μάλιστα!

Όσο κρατάει η εξέταση ο Αντρέι Γιεφίμιτς δεν κάνει καμιά χειρουργική επέμβαση· τις ξεσυνήθισε από πολύ καιρό, και τώρα βλέποντας αίμα νιώθει μια δυσάρεστη συγκίνηση. Κάθε φορά που βρίσκεται στην ανάγκη ν’ ανοίξει το στόμα ενός μωρού για να δει το λαιμό του και το παιδί αμύνεται με τα χεράκια του, από τις φωνές κουδουνίζουν τ’ αφτιά του και ζαλίζεται και βουρκώνουν τα μάτια του. Γράφει στα πεταχτά το φάρμακο και σηκώνει το χέρι δείχνοντας στη γυναίκα να πάρει γρήγορα το παιδάκι.

Οι άρρωστοι με τη δειλία τους και την αφέλειά τους, η συντροφιά του ξιπασμένου Σεργκέι Σεργκέιτς, τα πορτραίτα στους τοίχους, οι ίδιες ερωτήσεις πού κάνει συνέχεια εδώ και είκοσι χρόνια του δίνουν στα νεύρα. Και σηκώνεται και φεύγει έχοντας εξετάσει μόνο πεντέξη άρρωστους. Τους άλλους τούς εξετάζει ο βοηθός του.

Με την ευχάριστη σκέψη πως, δόξα νάχει ο θεός, δεν έχει από καιρό τώρα ιδιαίτερη πελατεία και ότι κανείς δε θα τον ενοχλήσει, ο Άντρέι Γιεφίμιτς πηγαίνει στο σπίτι του, κάθεται στο γραφείο του και αρχίζει να διαβάζει. Και διαβάζει πολύ και πάντα με μεγάλη ευχαρίστηση. Διαθέτει το μισό μισθό του για ν’ αγοράζει βιβλία, κι από τα έξη δωμάτια του σπιτιού του τα τρία είναι φίσκα από βιβλία και παλιά περιοδικά.

(…) Ο Αντρέι Γιεφίμιτς ξεπροβόδισε το φίλο του, γύρισε στο γραφείο του και  ξανάρχισε το διάβασμα. Την ησυχία της βραδιάς και σε συνέχεια της νύχτας δεν τη χαλάει κανένας θόρυβος, και ο χρόνος φαίνεται να σταματάει, να κοκαλώνει μαζί με το γιατρό σκυμμένο πάνω στο βιβλίο του, σα να μην υπάρχει τίποτ’ άλλο απ’ αυτό το βιβλίο και τη λάμπα με το πράσινο αμπαζούρ. Το χοντρό χωριάτικο πρόσωπο του γιατρού φωτίζεται σιγά-σιγά από ένα χαμόγελο τρυφερότητας και έκστασης μπροστά στην πρόοδο του ανθρώπινου πνεύματος. Γιατί ο άνθρωπος να μην είναι αθάνατος; διαλογίζεται. Προς τι τα κέντρα και οι αύλακες του εγκεφάλου, προς τι η όραση, ο λόγος, η συνείδηση, το πνεύμα, αν όλα αυτά είναι γραμμένο να γίνουν χώμα και τελικά να ψυχθούν μαζί με το φλοιό της γης, και ύστερα εκατομμύρια χρόνια χωρίς νόημα και χωρίς σκοπό να περιστρέφονται μαζί με τη γη γύρω από τον ήλιο; Για να ψυχθεί και ύστερα να περιστρέφεται δεν ήταν καθόλου ανάγκη να βγει ο άνθρωπος από την ανυπαρξία με το υψηλό, σχεδόν θείο πνεύμα του, και ύστερα, σαν για γελοιοποίηση, να μεταμορφωθεί σαι χώμα.

Η ανταλλαγή της ύλης! Μα τι δειλία να παρηγοριέται κανείς με αυτό το υποκατάστατο της αθανασίας! Οι ασυναίσθητες διαδικασίες που συμβαίνουν στη φύση βρίσκονται σ’ ένα επίπεδο πιο χαμηλό ακόμη και από την ανθρώπινη μωρία, γιατί στη μωρία υπάρχει συνείδηση και ελευθερία, ενώ στις διαδικασίες της φύσης δεν υπάρχει απολύτως τίποτα. Μόνο ένας δειλός που ο φόβος του θανάτου είναι σ’ αυτόν πιο μεγάλος από την αξιοπρέπεια μπορεί να παρηγοριέται με την ιδέα πως το σώμα του θα ξαναζήσει με τον καιρό σ’ ένα χορτάρι, σε μια πέτρα, σε μια μπράσκα… Να βλέπει κανείς την αθανασία του στην ανταλλαγή της ύλης είναι τόσο παράξενο, όσο είναι να προβλέπει ένα λαμπρό μέλλον για μια θήκη — κι άς έσπασε κι αχρηστεύτηκε το ακριβό βιολί που δεχόταν μέσα της.

Κάθε ώρα που χτυπάει το ρολόι ο γιατρός Αντρέι Γιεφίμιτς ανακλαδίζεται και κλείνει τα μάτια για να σκεφτεί λίγο. Και στην τύχη, επηρεασμένος από ένα σωρό όμορφες σκέψεις που είχε διαβάσει στο βιβλίο, ρίχνει μια ματιά στο παρελθόν του και στο μέλλον του. Το παρελθόν τον δυσαρεστεί — καλύτερα να μην το σκέφτεται. Μα και το παρόν είναι όμοιο με το παρελθόν. Ξέρει ότι κάθε φορά που οι σκέψεις του περιστρέφονται μαζί με την καταψυγμένη γη γύρω από τον ήλιο, πλάι στο διαμέρισμά του, μέσα στους θαλάμους του νοσοκομείου ζουν άνθρωποι που λιώνουν από τις αρρώστιες και τη βρωμιά. Ίσως κάποιος να μην κοιμάται και να παλεύει με τα κουνούπια, άλλος να κολλάει  ανεμοπύρωμα ή να βογγάει γιατί τον σφίγγει πολύ ο επίδεσμος· δεν αποκλείεται οι άρρωστοι να χαρτοπαίζουν τώρα με τους νοσοκόμους και να πίνουν βότκα. Μέσα σ’ ένα χρόνο δώδεκα χιλιάδες άνθρωποι έπεσαν θύματα απάτης. Όλη η δραστηριότητα του νοσοκομείου έχει βάση την κλεψιά, τα κουτσομπολιά και τη γκρίνια, τα χατίρια κι ένα χοντρό τσαρλατανισμό που συνεχίζονται εδώ και είκοσι χρόνια. Κι έτσι το νοσοκομείο δεν είναι παρά ένα ίδρυμα χωρίς ηθικούς φραγμούς, και τρομερά επικίνδυνο για την υγεία των κατοίκων της πόλης. Ξέρει πως στο θάλαμο Νο 6, πίσω από τα κάγκελα ο Νικήτας λιανίζει τούς ασθενείς και ότι ο Μωυσέικα βγαίνει κάθε μέρα στην πόλη και ζητιανεύει.

Από την άλλη μεριά, ξέρει πολύ καλά πως στα τελευταία εικοσιπέντε χρόνια έγινε στην ιατρική επιστήμη μια αφάνταστη μεταβολή. Τον καιρό που αυτός σπούδαζε στο πανεπιστήμιο νόμιζε πως η ιατρική γρήγορα θα έχει την τύχη της αλχημείας και της μεταφυσικής, μα σήμερα, από τότε που άρχισε να διαβάζει τις νύχτες, η ιατρική τον συγκινεί, του προκαλεί το θαυμασμό, ακόμη και τον ενθουσιασμό. Πραγματικά, τι αναπάντεχη ακτινοβολία, τι επανάσταση! Με την αντισηψία γίνονται σήμερα εγχειρήσεις που ο μεγάλος Πιρόγκοφ (σ.σ. ξακουστός Ρώσος χειρουργός του προπερασμένου αιώνα) θεωρούσε αδύνατες ακόμη και σαν ελπίδα στο μέλλον. Απλοί επαρχιακοί γιατροί τολμούν και κάνουν τομές στην άρθρωση του γόνατος, στις εκατό λαπαροτομίες μόνο μία είναι θανατηφόρα, και η νεφρίτιδα θεωρείται τόσο ασήμαντη αρρώστια που γι αυτή ούτε και γράφει κανείς, θεραπεύεται ριζικά η σύφιλη. Και η θεωρία της κληρονομικότητας, ο υπνωτισμός, οι ανακαλύψεις του Παστέρ και του Κώχ, η υγιεινή και οι στατιστικές και η δική μας, η ρωσική ιατρική της υπαίθρου; Η ψυχιατρική με τη σημερινή της ταξινόμηση των ασθενειών, με τις διαγνωστικές και θεραπευτικές της μέθoδες  είναι σε σύγκριση με την παλιά κατάσταση ένα πραγματικό Ελπρούς (σ.σ. η πιο ψηλή κορυφή του Καυκάσου). Σήμερα δεν περιχύνουν τα κεφάλια των τρελών με κρύο νερό και δεν τους φοράνε το ζουρλομανδύα· τους μεταχειρίζονται ανθρώπινα και μάλιστα, όπως γράφουν οι εφημερίδες, οργανώνουν γι’ αυτούς θεατρικές παραστάσεις και χορούς.

Ο Αντρέι Γιεφίμιτς ξέρει πως με τις σημερινές ιδέες και τάσεις η αθλιότητα αυτή που λέγεται θάλαμος No 6 στέκεται γιατί απέχει από το σιδηρόδρομο διακόσια βέρστια, σε μια κωμόπολη όπου ο δήμαρχος και οι σύμβουλοι είναι αστοιχείωτοι και μικροαστοί που βλέπουν το γιατρό σαν κανένα μάντη που οφείλουν να τον πιστεύουν αβασάνιστα, έστω κι αν έβαζε στο στόμα ενός άρρωστου λιωμένο μολύβι· σ’ ένα άλλο μέρος το κοινό και οι εφημερίδες θα είχαν από καιρό γκρεμίσει τη μικρή αυτή Βαστίλη.

«Αλλά τι; αναρωτιέται ο Αντρέι Γιεφίμιτς ανοίγοντας τα μάτια. Τι βγαίνει μ’ αυτό; Και η αντισηψία και ο Κώχ, και ο Παστέρ — καλά είν’ αυτά, μα στην πραγματικότητα τίποτα δεν έχει αλλάξει. Η νοσηρότητα και η θνησιμότητα είναι πάντα στα ίδια επίπεδα. Οργανώνουν χορούς και θεάματα για τους τρελούς, μα ελεύθερους δεν τους αφήνουν. Δηλαδή, όλα είναι μωρολογίες, όλα είναι μάταια και διαφορά ανάμεσα στην καλύτερη κλινική της Βιέννης και στο νοσοκομείο το δικό μου, στην πραγματικότητα δεν υπάρχει καμιά».

Μα η στενοχώρια και ένα αίσθημα όμοιο με φθόνο δεν τον αφήνουν να είναι αδιάφορος. Αυτό, χωρίς άλλο, οφείλεται στην κούραση. Το βαρύ κεφάλι γέρνει πάνω στο βιβλίο, ο Αντρέι Γιεφίμιτς βάζει προσκέφαλο το χέρι για ν’ ακουμπάει πιο μαλακά και διαλογίζεται:

«Ασκώ ένα βλαβερό επάγγελμα και πληρώνομαι από ανθρώπους που εξαπατώ· δεν είμαι τίμιος άνθρωπος. Ωστόσο, εγώ ο ίδιος, ο εαυτός μου, είμαι ένα τίποτα, δεν είμαι παρά ένα μόριο του αναγκαίου κοινωνικού κακού: Όλοι οι επαρχιακοί υπάλληλοι είναι επιζήμιοι και τζάμπα παίρνουν το μισθό… Υπεύθυνος, δηλαδή, για την ατιμία μου δεν είμαι εγώ, αλλά η εποχή μου… Αν περίμενα να γεννηθώ διακόσια χρόνια αργότερα, θα ήμουν αλλιώτικος».

Το ρολόι χτυπάει τρεις, σβήνει τη λάμπα και πάει να κοιμηθεί. Μα δεν του κολλούσε ύπνος.(…)

Αντόν Τσέχωφ, Διηγήματα, εκδ. Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1983

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *