Αφέντης και δούλος: το αριστούργημα του Τολστόι στην σκηνή

Δεν ήταν πρώτη φορά που ο χριστιανικός ανθρωπισμός του (κόμη) Λέοντος Τολστόι, μεγαλοκτηματία και ιδιοκτήτη της γενέτειράς του Γιάσναγια Πολιάνα –δηλαδή του χωριού ολόκληρου μαζί με τα έμψυχα και άψυχα υπάρχοντά του– ενέπνευσε δημιουργικά τον Γιώργο Νανούρη.

Εδώ, έχουμε τον πλούσιο, εκμεταλλευτή και άπληστο Μπρεχουνόφ να επιμένει καταμεσής ενός χιονιά να ταξιδέψει νύχτα από το χωριό του, Γρίσκινο, στο γειτονικό Γοριάσκινο, για να προλάβει ν’ αγοράσει σ’ εξευτελιστική τιμή ένα δασικό κτήμα. Ξεσηκώνει τον πιο καλόβολο και υποτελή μουζίκο του, Νικίτα, όχι να ζέψει το έλκηθρο στο άλογο (όπως στη νουβέλα) αλλά να γίνει ο ίδιος υποζύγιο, πράγμα που συνήθιζαν όταν η απόσταση δεν ήταν μεγάλη. Μεγάλη όμως είναι η χιονοθύελλα που συναντούν, ο αφέντης πάνω στο έλκηθρο με γούνα, καπέλο, γάντια και μπότες ακριβές κι ο δούλος με σκισμένο σακάκι, τρύπιες μπότες κι ένα σκουφί στο κεφάλι (σκηνικά-κοστούμια Μαίρη Τσαγκάρη) να σέρνει και των δύο το βάρος. Με άφαντα τα σημάδια του δρόμου γρήγορα χάνονται και γυρίζουν γύρω γύρω. Δεν μένει άλλο από το να διανυκτερεύσουν στη θανατερή παγωνιά της ρωσικής στέπας. Κάποια στιγμή ο αφέντης παρατάει τον Νικίτα στη τύχη του και πάει να σώσει το τομάρι του. Περιπλανώμενος μέσα στο χιόνι, ξαναγυρίζει απ’ όπου ξεκίνησε, βρίσκει το έλκηθρο αναποδογυρισμένο και τον Νικίτα μισοπαγωμένο αλλά ακόμη ζωντανό.

Είναι τότε ακριβώς που γίνεται η μεταστροφή του Μπρεχουνόφ. Αυτός, που θεωρούσε τον χαμό ενός μουζίκου ασήμαντο, νιώθει ξαφνικά υπεύθυνος για τη ζωή εκείνου, που διαρκώς προσφέρει στους άλλους ενώ ο ίδιος σωρεύει πλούτη πάνω στα πλούτη, κοιτάζοντας μόνο τον εαυτούλη του. Σκεπάζει τον Νικίτα με τη γούνα του κι όταν εκείνος αρχίζει να συνέρχεται πέφτει πάνω στο παγωμένο του σώμα, δίνοντάς του όση ζωική θερμότητα διαθέτει για να τον σώσει. Το πρωί, ξεθάβουν από τα χιόνια άψυχο το σώμα του αφέντη και παγωμένο αλλά ζωντανό, με ελαφρά κρυοπαγήματα, τον δούλο.

Και σ’ αυτή τη δραματοποίηση, όπως και στο «Από τι ζουν οι Ανθρωποι» η αφήγηση από τους δύο ηθοποιούς έχει σημαντικό βάρος, καθώς ενώνει ανάλαφρα, με τραγουδάκια (Λόλεκ) και παρομοιώσεις το δεύτερο, συννεφιασμένο μισό του 19ου αιώνα με το νεφελώδες σήμερα. Ο Νανούρης, παραλείποντας στην επεξεργασία του περιφερειακά πρόσωπα και καταστάσεις, επικέντρωσε το ενδιαφέρον στα δύο αρχετυπικά πρόσωπα και στη διόλου αρχετυπική μεταστροφή του ενός. Παραλείποντας μάλιστα και την ύπαρξη αλόγου, που στη συνέχεια ξεπαγιάζει, δανείζει εξαρχής στον Νικίτα την μπεκετική φιγούρα του Λάκι, «εξαρτήματος» του εξαρτημένου απ’ αυτόν Πότζο-Μπρεχουνόφ που μας επιφυλάσσει την ανατροπή και την ανθρωπιστική έκπληξη στο τέλος.

Ξεπερνώντας τον χριστιανοδιδακτισμό κάποιων στιγμών της παραβολής. προτιμώ να θυμάμαι την μπρεχτικής σβελτάδας, εύστοχη και στιβαρή μεταμόρφωση του αφηγούμενου απλά και άμεσα ηθοποιού Λιγνάδη σε άπληστο, επαρχιώτη προύχοντα που δεν βλέπει μπροστά του, όχι μόνο λόγω της «ομίχλης» και του «χιονιού», που τα ειδικά μηχανήματα τροφοδοτούν γενναιόδωρα τη σκηνή (δυστυχώς και την πλατεία) του θεάτρου αλλά πολύ περισσότερο λόγω του εγωκεντρισμού και της υπεροψίας της τάξης του απέναντι στις «παρακατιανές».

Προτιμώ να θυμάμαι τη μοιρολατρική υποταγή σε αφέντη και φύση (ωσάν να επρόκειτο για όμοια εξουσία), του ηθοποιού Νανούρη στον ρόλο του Νικίτα όπως και τη φανερά δημιουργούμενη ατμόσφαιρα της χιονοθύελλας. Προτιμώ να προβληματίζομαι με το αν αυτή η τρυφερή, ποιητική καλλιέργεια του συναισθήματος, έστω και «μπρεχτική αδεία», έρχεται ως απάντηση στη πλήρη κατάργηση συναισθήματος από ψυχρούς, ανυπόκριτους ηθοποιούς που ευαγγελίζεται το μεταδραματικό θέατρο. Μήπως βρισκόμαστε ενώπιον μιας νέας αλφαβήτου του επί σκηνής συναισθήματος, ενώπιον ενός θεάτρου τρυφερότητας, παρηγοριάς και θέρμης σε καιρούς ψυχρότητας και απειλής;

Το 1895, ο Τολστόι γράφει το έργο «Ο αφέντης και δούλος» στο οποίο εκφράζεται η ιδιότυπη θρησκευτικότητά του. Με τα θρησκευτικά κείμενά του ήρθε σε αντιδικία με την εκκλησία της Ρωσίας, η οποία τον απέβαλε από τις τάξεις της το 1901. Ο Τολστόι κατάφερε ν’ απεικονίσει με απαράμιλλο τρόπο τη ρωσική κοινωνία της εποχής του και με την αναπαραστατική δύναμη της τέχνης του να δώσει εκπληκτικούς πίνακες από τη ζωή της τσαρικής Ρωσίας του 19ου αιώνα.

Αν και καταγόταν από πλούσια οικογένεια, αφοσιώθηκε με μεγάλη αγάπη στους μουζίκους, βοηθώντας τους και μελετώντας τη ζωή τους. Γεμάτος θρησκευτική έξαρση και δεμένος με τα προβλήματα της εποχής του, προσπάθησε να βρει γιατί υποφέρουν οι άνθρωποι και προσπάθησε να απελευθερώσει τον άνθρωπο και να αποκαταστήσει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Ο Αφέντης και δούλος είναι νουβέλα του Τολστόι που έγραψε από το 1894-1895, πενήντα πέντε σελίδων και δέκα ενοτήτων, που αναφέρεται στη θυσία του αφεντικού κατά τη διάρκεια μιας νύχτας που παγιδευτήκανε από την χιονοθύελλα του γνωστού ρωσικού χειμώνα. Στις σελίδες της είναι τοποθετημένο ένα πρόβλημα που θα πάρει αργότερα την πρώτη θέση σε όλη την πνευματική δημιουργία του Τολστόι: η αναγέννηση των ανθρώπων εκείνων, που ενώ ανήκουν στις προνομιούχες τάξεις, αντιλαμβάνονται την κοινωνική αδικία, την ηθική ποταπότητα και την ψευτιά του περιβάλλοντός τους. Σύμφωνα με τις πεποιθήσεις του Τολστόι, ένας τέτοιος άνθρωπος (αδιάφορο αν είναι ο εισαγγελέας Ιβάν Ιλίτς ή ο έμπορος Βασίλη Αντριέϊτς Μπρεχούνοφ ή ο ευγενής Νιεχλιούντωφ στο μυθιστόρημα «Ανάσταση» και το «Πρωινό ενός τσιφλικά») μπορεί ν΄αρχίσει μια καινούργια «αληθινή ζωή», αρκεί μονάχα να κατανοήσει πως όλη η περασμένη του ζωή είναι «κάτι άλλο».



Το κρύο του χειμώνα είναι αναπόσπαστο μέρος αυτής της ιδιαίτερης παραβολής σε ένα συγκεκριμένο και πνευματώδες επίπεδο. Είναι ένα ενθυμητικό ταξίδι ισχύος: χιόνι και παγωμένοι άνεμοι ξεπηδάνε από τις σελίδες του. Το μεγάλο φινάλε του έργου, η μεταφορά θερμότητας από το ένα σώμα στο άλλο, απηχεί αρχέγονα.

Ο πρωταγωνιστής είναι ένας πλούσιος έμπορος προσηλωμένος αποκλειστικά στο να γίνει πλουσιότερος. Ένα σκοτεινιασμένο απόγευμα, την ημέρα μετά τη γιορτή του Αγίου Νικολάου, παρά την απειλή καταιγίδας, ξεκινά ένα ταξίδι προκειμένου να εξασφαλίσει την αγορά ενός ξύλου σε τιμή ευκαιρίας.


Μαζί του παίρνει και το Νικήτα, τον ευγενικό, ευχάριστο υπηρέτη του, έναν άντρα που ο Μπρεχούνοφ εκτιμά αλλά εκμεταλλεύεται σκληρά. Τον πληρώνει με τα μισά από όσα πραγματικά θα έπρεπε, και συνήθως όχι σε χρήμα αλλά σε ακριβά προϊόντα από το μαγαζί του.

Το έργο «Αφέντης και Δούλος» είναι μια ιστορία για το πέρασμα από τη ζωή στο θάνατο, μια από τις μόνιμες έγνοιες του Τολστόι που πραγματεύεται σε όλα τα έργα του από το «Three Deaths» (1859) και μετά. Το έργο είναι διάχυτο από σύμβολα. Χωρίς να σπαταλά καθόλου χρόνο στο να αναπτύξει την ένταση που διατρέχει την ιστορία, αμέσως μόλις ο Brekhunov και ο Nikita φεύγουν από το χωριό Kresty (που σημαίνει «Σταυροί»), ο Τολστόι αρχίζει να «ξηλώνει» το όριο μεταξύ αυτού του κόσμου και του επόμενου.

είναι μια παραβολή επιμελώς γραμμένη η οποία παραμένει ζωηρή παρά τους βαρείς συμβολισμούς, και οι χαρακτήρες της είναι πολλά περισσότερα από το να αντιπροσωπεύουν απλώς την αρετή και την απληστία. Ο Nikita είναι ευγενικός και ευχάριστος, αλλά δεν παύει να είναι και ένας μεθύστακας που έκοψε σε κομμάτια τα πιο πολύτιμα ρούχα της γυναίκας του. Ο Brekhunov είναι παράξενος αλλά βλέπει τον εαυτό του σαν ευεργέτη. Είναι παγιδευμένοι σε μια εχθρική λίμπο μεταξύ αυτού και του άλλου κόσμου, και είναι μόλις 200 μέτρα μακριά από το δρόμο, στη μέση μια χιονοθύελλας. Το να συνδυάσεις όλα τα παραπάνω και να τα κάνεις ένα αριστούργημα, αποτελεί μια σύνθετη πεζογραφία που φέρει την προφανή απλότητα των γυμνών δέντρων σε ένα χιονισμένο τοπίο.

https://www.kathimerini.gr/930562/article/politismos/8eatro/synais8hmatikh-ypomnhsh

One thought on “Αφέντης και δούλος: το αριστούργημα του Τολστόι στην σκηνή

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *