Room: Μία συγκλονιστική ταινία με ανεπανάληπτες ερμηνείες

Η Ιρλανδέζα συγγραφέας Έμα Ντόναχιου διακρίθηκε με μια σειρά μυθιστορημάτων πάνω στην ενηλικίωση και την αναζήτηση της σεξουαλικότητας («Stir Fry», «Hood»), για να γίνει παγκόσμια γνωστή το 2010 με το «Room», το μπεστ σέλερ της που έφτασε ως τη λίστα των έξι του βραβείου Μπούκερ. Η Ντόναχιου εμπνεύστηκε το μυθιστόρημα από την αληθινή ιστορία της Ελίζαμπεθ Φριτζλ από την Αυστρία. Η Φριτζλ κρατήθηκε φυλακισμένη σε ένα μπουντρούμι, από τον πατέρα της, για εικοσιτέσσερα χρόνια. Απέκτησε πολλά παιδιά, καρπούς αιμομιξίας, που πολλά από αυτά μεγάλωσαν μαζί της στη φυλακή της. Παίρνοντας το δρόμο για την οθόνη, το δύσκολο όσον αφορά στο θέμα του και απαιτητικό στη διασκευή του βιβλίο πέρασε στα χέρια ανεξάρτητου παραγωγού (του Εντ Γκίνεϊ του «Αστακού») και προσαρμόστηκε σεναριακά από την ίδια τη συγγραφέα. Η δημιουργική αυτή ομάδα υπό την επίβλεψη του Ιρλανδού σκηνοθέτη Λένι Άμπρααμσον υλοποίησε με φροντίδα την επίφοβη μεταφορά, μετατρέποντας ένα ιρλανδο-καναδέζικο δράμα στην οσκαρική έκπληξη του 2015.

Η υπόθεση της ταινίας είναι απλή αλλά σοκαριστική. Ο Τζακ και η μητέρα του ζουν κλεισμένοι στο «Δωμάτιο».  Εκείνη την απήγαγαν 7 χρόνια πριν. Εκείνος, καρπός ενός συνεχόμενου βιασμού, δεν έχει γνωρίσει τίποτα άλλο πέρα από όσα βρίσκονται μέσα σε αυτούς τους τέσσερις τοίχους. Ολα βρίσκονται μέσα σ’ ένα Δωμάτιο: η Καρέκλα, το Τραπέζι, η Γούρνα, ο Φωταγωγός, η Μαμά του που τον αγαπά και τον φροντίζει και του λέει ιστορίες και παίζει μαζί του. Μα παρά τις ευφάνταστες προσπάθειες της μητέρας του να δημιουργήσει έναν ολόκληρο κόσμο για κείνον, η ζωή και των δύο είναι κάθε άλλο παρά φυσιολογική. Για να προστατεύσει την ψυχική του ισορροπία δεν αντιδρά, δεν φωνάζει, δεν διαμαρτύρεται. Ακόμα κι όταν ο άντρας τους επισκέπτεται τα βράδια, βάζει τον Τζακ να κρύβεται στην ντουλάπα. Φυλακίζει τις αντιστάσεις της, κρατά καλά κρυμμένα τα προσωπικά της αδιέξοδα, τον τυραννικό αποκλεισμό της από την έξω ζωή. Όμως, την ημέρα των πέμπτων γενεθλίων του μικρού, καθώς ετοιμάζουν το εορταστικό κέικ, αποφασίζει πως πρέπει το δωμάτιο να πάψει να είναι ο κόσμος τους, αποφασίζει ότι δεν θέλει ο γιος της να περάσει όλη του την ζωή στο Δωμάτιο. Ο Τζακ πρέπει να μάθει ότι υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος εκεί έξω. 

Σκηνοθετημένο σαν ψυχολογικό θρίλερ το οποίο αποκαλύπτει με φειδώ τις πληροφορίες του, το πρώτο μέρος της ταινίας εστιάζει γύρω από τους δύο βασικούς χαρακτήρες και τη μεταξύ τους σχέση, χειριζόμενο με υποδειγματική αφηγηματική ισορροπία το μυστήριο, την ένταση, το συναισθηματικό ξέσπασμα και, στην κορυφαία σκηνή, το σασπένς. Στο δεύτερο μέρος, η «κανονική» ζωή επιβάλλει έναν πιο ράθυμο ρυθμό κι επιφυλάσσει πολύ λιγότερες εκπλήξεις, οι Ντόναχιου και Άμπρααμσον, όμως, καταφέρνουν να κρατούν ψηλά το ενδιαφέρον μας, βομβαρδίζοντάς μας διαρκώς με ερωτήματα.  Η ταινία τολμά να αγγίξει και μάλιστα καταφέρνει να σου δώσει με τρόπο απόλυτα πιστό προς τη πραγματικότητα τους φόβους, τα ξεσπάσματα, τις ακραίες αντιδράσεις στα νέα δεδομένα. Η συγκινητική πρώτη επαφή του μικρού Τζακ με το περιβάλλον και τη ζωή, η σχέση αγάπης και μίσους που υπάρχει μεταξύ αυτού και της μητέρας του, οι κατηγορίες της τελευταίας προς τους δικούς της γονείς-φταίχτες αλλά και η αγωνιώδης προσπάθεια να ξαναβρούν τις ισορροπίες και τη θέση τους στο κόσμο σε μαγεύουν και σε αγγίζουν πραγματικά.

Το “Room” αποτελεί ύμνο στη σχέση μητέρας-γιου και εστιάζει τόσο προσεκτικά σε πτυχές της παιδικής και όχι μόνο ψυχοσύνθεσης που θα άφηνε ικανοποιημένους και τους πιο μεγάλους ψυχολόγους. Είναι από τις ελάχιστες ταινίες που μπορούν να προκαλέσουν δάκρυα από τα πρώτα της λεπτά και σε όλη την διάρκειά της. Ο λόγος είναι απλός: Το έργο θέτει σε αμφισβήτηση αξίες που όλοι μας θεωρούμε δεδομένες, όπως το να βλέπουμε τον ήλιο το πρωί, τον ουρανό, τα δέντρα, τα ζώα. Ο μικρός Jack τα θεωρεί «εξωγήινα» καθώς δεν έχει έρθει ποτέ σε επαφή μαζί τους, πέραν της τηλεόρασης. Η ιδέα αυτή είναι ασύλληπτη και φαντάζει εξωφρενική. Τα μικροπροβλήματα της ζωής μοιάζουν τόσο ασήμαντα, άμα σκεφτούμε πως θα μπορούσαμε να μην δούμε ποτέ τον ήλιο να ανατέλλει, να αγνοούμε πλήρως την ύπαρξή του ή να το θεωρούμε κάτι εξωπραγματικό. Ένα πραγματικό δράμα που κατακλύζεται από σοκαριστικές ιδέες και δύσκολες εικόνες που όμως καταφέρνει να σου αφήσει μια γλυκιά και καθαρή αίσθηση στο τέλος.

Ο μικρός Jacob Trembley, ακολουθώντας τις σαφείς σκηνοθετικές οδηγίες, με τον πηγαίο και αυθεντικό τρόπο του να εκφράζεται καταφέρνει να συνεπάρει τον θεατή από το πρώτο λεπτό. Συνδυάζει την παιδική αφέλεια με τη σοβαρότητα που απαιτεί ο ρόλος του φύλακα Άγγελου που έχει προς τη μητέρα του και κάνει την αποκάλυψη. Οξύθυμος, πεισματάρης, τρομαγμένος, γαλήνιος. δεκτικός, όλα εκεί που πρέπει και όσο πρέπει. Η ικανότητά του στην κατανόηση του έργου, πέρα από τις εκρηκτικές του στιγμές, φαίνεται περίτρανα από το φινάλε, εκεί όπου κλείνει ο κύκλος και λήγει το πένθος με τον αποχαιρετισμό του κελιού αλλά και του παρελθόντος.

Ο ρόλος της Μπρι Λάρσον είναι ένας από τους καλύτερους, πιο πολύπλοκους γυναικείους της τελευταίας δεκαετίας. Ένα νέο κορίτσι με βλέμμα που κυμαίνεται από την ανεξέλεγκτη οργή ως τη ματαιωμένη απογοήτευση και την μπερδεμένη ψυχή μιας μάνας χωρίς τη θέλησή της, αλλά με την αποφασιστικότητα του μητρικού ενστίκτου. Η Λάρσον έχει μία απαράμιλλη, νατουραλιστική εκφραστικότητα, την οποία χειρίζεται με χειρουργική ακρίβεια και πειθαρχία. Aναλαμβάνει και φέρνει εις πέρας αυτόν τον σπουδαίο ρόλο χωρίς θόρυβο, αλλά με αξιοθαύμαστο αυτοέλεγχο, κερδίζοντας τη συγκίνηση αντί να την εκβιάσει με ευκολίες και δίκαια κέρδισε την Χρυσή Σφαίρα και το Όσκαρ Α’ Γυναικείου Ρόλου το 2015.

Oι Joan Allen και William H. Macy, γονείς της Joy, μπαίνουν φυσικά στην ιστορία και γεμίζουν το ήδη πολύ δυνατό σκηνικό θυμίζοντας μας πως η κόρη τους και ο Jack δεν είναι τα μόνα θύματα της ιστορίας, καθώς και οι ίδιοι κατακλύζονται από θλίψη, ενοχές και αδυναμία μπροστά στην ανατροπή που έρχεται στη ζωή τους για μια ακόμη φορά.

Ο Εϊμπραμσον πετυχαίνει έναν μικρό θρίαμβο και δικαιολογημένα είδε την μικρή ταινία του στην τελική ευθεία της οσκαρικής κούρσας (Καλύτερης Ταινίας, Σκηνοθεσίας, Διασκευασμένου Σεναρίου και Α’ Γυναικείου Ρόλου) κερδίζοντας ένα Όσκαρ. Στο πρώτο μέρος, όταν η κάμερά του βρίσκεται κι εκείνη έγκλειστη με τον Τζακ, τη μαμά του κι όλους εμάς σ’ έναν ασφυκτικό χώρο, ο σκηνοθέτης καταφέρνει το ακατόρθωτο. Οσο βλέπουμε το Δωμάτιο μέσα από τη φαντασία του αγοριού, κι εκείνο μοιάζει να ανοίγει καλειδοσκοπικά, μαγικά, σαν ακορντεόν που ξεδιπλώνεται με έξτρα ανάσες, με τον Εϊμπραμσον να ανακαλύπτει μονίμως ευφάνταστους τρόπους να κινηματογραφίσει τέσσερις μίζερους τοίχους. Στο δεύτερο μέρος, η σκηνοθετική αποστολή είναι ακόμα πιο δύσκολη. Χωρίς την ένταση του θρίλερ ο Εϊμπραμσον πρέπει να μας κοινωνήσει ένα ακόμα πιο σύνθετο, ψυχαναλυτικά αχαρτογράφητο κομμάτι: την ενηλικίωση (τόσο του παιδιού, όσο και της μαμάς που ήταν παιδί κι έγινε ξαφνικά μητέρα). Της αγάπης που μπορεί να είναι και βαθιά εγωιστική. Τον ρόλων μας στη ζωή που πάντα μας εγκλωβίζουν σε αόρατα δωμάτια. Κι εκεί, η κάμερά του παραμάνει διακριτική – τόσο που μπορεί να κατηγορηθεί ότι δεν απογειώνει τη δραματουργία.

Μια κινηματογραφική εμπειρία που κόβει την ανάσα, σηκώνει την τρίχα, φέρνει δάκρυα στα μάτια και δεν μπορεί να φύγει από το μυαλό του θεατή. Κυρίως όμως, μοιάζει να αποτελεί ένα δημιούργημα που μπορεί να αλλάξει την οπτική της ζωής. Μετά την προβολή της ταινίας, δεν θα προβληματίζεστε έντονα για ανούσια θέματα που σας απασχολούσαν στο παρελθόν. Γιατί, πολύ απλά, θα έχετε συνειδητοποιήσει πως ανά πάσα στιγμή μπορείτε απλά να βγείτε έξω και να κοιτάξετε τον ουρανό… Και η ταινία καθιστά κατανοητό το γεγονός πως μεγαλύτερο και ομορφότερο δώρο από αυτό δεν υπάρχει.

Πηγές:

Room, κριτική ταινίας

https://www.athinorama.gr/cinema/article/to_domatio-2512038.html

https://flix.gr/cinema/room-review.html

http://filmakias.gr/room/

https://www.logografis.gr/ταινία-the-room-το-δωμάτιο-του-λένι-άμπραμσ/

www.lifo.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *