“Η ζωή εν τάφω” του Στρατή Μυριβήλη

Η ζωή εν τάφω είναι το πρώτο μυθιστόρημα που έγραψε ο λογοτέχνης Στράτης Μυριβήλης, και ένα από τα πιο δημοφιλή και εμβληματικά μυθιστορήματα της ελληνικής λογοτεχνίας του 20ού αιώνα. Στο μυθιστόρημα, βασισμένο στις προσωπικές εντυπώσεις του συγγραφέα, εξιστορείται η φρίκη όχι μόνο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά και κάθε πολέμου γενικότερα. Ο λοχίας του πεζικού Αντώνης Κωστούλας καταγράφει σε γράμματα-ημερολόγιο, που σκοπεύει να στείλει στην αγαπημένη του, τις εμπειρίες, τις σκέψεις και τα συναισθήματά του, κατά την περίοδο που αυτός πολεμάει στο Μακεδονικό Μέτωπο το 1917.

Στη μορφή του βιβλίου, το έργο πρωτοκυκλοφόρησε το 1924, αλλά δεν πήρε την οριστική μορφή του, παρά μόνο στην 7η έκδοση του 1955. Μέχρι το 1990, το βιβλίο είχε κάνει περισσότερες από 25 ανατυπώσεις και είχε κυκλοφορήσει σε περισσότερα από 120.000 αντίτυπα.

Το έργο αποτελεί το πρώτο μέρος της μυθιστορηματικής τριλογίας του Μυριβήλη, με δεύτερο τη Δασκάλα με τα χρυσά μάτια (1933, η μικρασιατική εκστρατεία και καταστροφή) και τρίτο την Παναγιά τη Γοργόνα (1948, η εγκατάσταση του Ελληνισμού της Μικρασίας στα ελλαδικά χώματα).

Οι σύγχρονοι με τον συγγραφέα συνάδελφοί του λογοτέχνες μίλησαν για το βιβλίο με τα καλύτερα λόγια. Συγκεκριμένα ο Ηλίας Βενέζης έγραψε:

«Το όραμα που παρουσιάζει το βιβλίο έχει τόση φαντασία και δύναμη που δεν μπορώ παρά να θυμούμαι τις παρόμοιες ασύγκριτες εικόνες της Αποκάλυψης και μερικές υπερφυσικές συλλήψεις που ανταμώνεις στην παλιά ασιατική τέχνη» .

Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος έγραψε:

«Η ζωή εν τάφω βρίσκω πως είναι ανώτερο έργο από όλα τα ανάλογα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας που διάβασα.».

Τέλος, ο ποιητής Ιωάννης Γρυπάρης έγραψε:

«Η Ζωή εν τάφω είναι το καλύτερο, το ανώτερο, το αρτιώτερο πεζογράφημα που έχει να δείξει από τις καταβολές της μέχρι σήμερα η νεοελληνική πεζογραφία».

Πλοκή

Με τη.. «Ζωή εν τάφω», ο Στράτης Μυριβήλης, ζωντανεύει σε ένα κλασικό για τα ελληνικά γράμματα έργο – ύμνο στη ζωή και την ειρήνη – τις μνήμες του από τα χαρακώματα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Μιλάει με τη φωνή – με τα χειρόγραφα καλύτερα – του λοχία Κωστούλα. «Τούτα τα τετράδια», μας γράφει ο Μυριβήλης, «βρεθήκανε μέσα στο γελιό του Αντώνη Κωστούλα. Τόνε θυμήθηκα τόσο ζωηρά και καθαρά κείνο τον αψηλό μελαχροινό φοιτητή με το μακρουλό πρόσωπο και τα φουντωμένα μαλλιά! Κάηκε κατά λάθος μέσα στα βουλγαρικά χαρακώματα που πατήσαμε… Είναι βαρύ πράμα να ‘χετε μέσα σας έναν πεθαμένο που γυρεύει να μιλήσει και να του σφαλνάτε με την απαλάμη το στόμα. Γνέφει και κάνει παρακαλεστικά νοήματα προς την καρδιά σας απ το υπερπέραν. Θέλει να εκφραστεί. Ας μου συχωρεθεί τούτο το βιβλίο, γιατί μου είναι μια προσωπική απολύτρωση…»

Οι εκδόσεις του έργου

Ο ίδιος ο Μυριβήλης δίνει μια συνοπτική ιστορία της έκδοσης γράφοντας στον πρόλογο της έκδοσης του 1949:

«Το Η ζωή εν τάφω άρχισε να σχεδιάζεται μέσα στα χαρακώματα του Α΄ παγκοσμίου πολέμου. Ένα κεφάλαιο κιόλας δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Νέα Ελλάς που έβγαινε στη Θεσσαλονίκη το 1917. Κατόπι, σαν γυρίσαμε από την Μικρασιατική Καταστροφή, το πρώτο σύνολο μπήκε σαν επιφυλλίδα στην εφημερίδα Καμπάνα της Μυτιλήνης. Το ανάτυπο από εκείνη την επιφυλλίδα (1924) στάθηκε η πρώτη έκδοση του έργου. Από τότες η Η ζωή εν τάφω σημειώνει μια σταθερή πορεία ως τις μέρες μας, ανάμεσα σε πολλές και τρικυμιώδεις πολιτικές περιπέτειες, ενθουσιασμούς και παρεξηγήσεις. Η κυκλοφορία του βιβλίου είχε απαγορευτεί τα τέσσερα χρόνια της δικτατορίας [του Μεταξά] και τα κατοπινά τέσσερα χρόνια της κατοχής.»

Σύμφωνα με την βιογράφο του, Νίκη Λυκούργου, το έργο φαίνεται να γράφτηκε το πεντάμηνο διάστημα από την αποστράτευσή του και την επιστροφή του στην Μυτιλήνη, δηλαδή από τον Νοέμβριο του 1922 έως και την πρώτη δημοσίευσή του, σαν επιφυλλίδα στην εφημερίδα Καμπάνα, τον Απρίλιο του 1923.

Πρώτη δημοσίευση, στην επιφυλλίδα της εφημερίδας Καμπάνα, και στα πρώτα φύλλα της (Ιανουάριος 1924)

Η πρώτη έκδοση την άνοιξη του 1924 βγήκε σε βιβλίο σχήματος τσέπης — το οποίο μάλιστα μοιράστηκε δωρεάν στους συνδρομητές της εφημερίδας — με τίτλο: «Στράτη Μυριβήλη: Η ζωή εν τάφω. Χειρόγραφα που βρεθήκανε μεσ’ το γυλιό του λοχία Αντώνη Κωστούλα. Λογοτεχνική Βιβλιοθήκη Καμπάνας. Μυτιλήνη 1924. Νο 1». Το έργο υποδιαιρείται αριθμητικά σε κεφάλαια, από το Α΄ μέχρι και το ΚΘ΄, και περιλαμβάνει έναν πρόλογο και έναν επίλογο του συγγραφέα.

Η δεύτερη έκδοση, στην οποία ο συγγραφέα προσέθεσε ακόμα 16 κεφάλαια, κυκλοφόρησε με τίτλο «Η Ζωή εν τάφω (ιστορίες του πολέμου)» και εκδόθηκε από τον τυπογραφικό και εκδοτικό οίκο του Ν. Θεοφανίδη – Σ. Λαμπαδαρίδη, σε 1000 αντίτυπα, τον Απρίλιο του 1930. Μέχρι τον Δεκέμβριο του 1932 το βιβλίο επανατυπώθηκε και είχαν εξαντληθεί τα πρώτα 3.000 αντίτυπα. Η β΄ έκδοση χωρίζεται σε δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος υπάρχουν 30 κεφάλαια και στο δεύτερο 23. Σε αυτήν την έκδοση η αρίθμηση των κεφαλαίων έχει αντικατασταθεί από τίτλους. Το εξώφυλλο της 3ης χιλιάδας το φιλοτέχνησε ο Φώτης Κόντογλου και της 5ης ο Αντώνης Πρωτοπάτσης. Αυτή, η δεύτερη έκδοση είναι που έφερε όχι μόνο την καταξίωση του συγγραφέα αλλά έκανε και ρεκόρ πωλήσεων τέτοιο, που να αποτελεί σταθμό στη λογοτεχνική παραγωγή της χώρας.

Η τρίτη έκδοση έγινε τον Δεκέμβριο του 1932, από τις εκδόσεις «Πυρσός», σε 5.100 αντίτυπα. Η έκδοση έγινε με έξοδα του συγγραφέα, και το περιεχόμενο έχει αυξηθεί κατά 2 κεφάλαια. Από τον Αύγουστο του 1936 και μέχρι το 1944, απαγορεύτηκε οποιαδήποτε ανατύπωση του βιβλίου.Μια από τις πλέον χαρακτηριστικές αλλαγές στο μυθιστόρημα, που έλαβε χώρα στην τρίτη έκδοση, έχει να κάνει με τις μεταβαλλόμενες πολιτικές θέσεις του συγγραφέα. Στην πρώτη έκδοση του μυθιστορήματος (1924), ο αφηγητής περιγράφει μια σκηνή στην οποία αναρρώνει στο σπίτι μιας σλαβόφωνης αγροτικής οικογένειας που ζούσε βόρεια των ελληνικών συνόρων: «δὲ θέλουν νἆναι μήτε “Μπουλγκάρ”, μήτε “Σρρπ” μήτε “Γκρρτς”. Μοναχὰ “Μακεντὸν ὀρτοντόξ”.» Η τελευταία πρόταση περιλαμβάνονταν στις δύο κατοπινές εκδόσεις του μυθιστορήματος (1930, 1932), αλλά αργότερα, στις μεταπολεμικές εκδόσεις, καθώς μετά τη δεκαετία του 1930 δεν ήταν πλέον αποδεκτό στην ελληνική κοινωνία να αναφέρεται κανείς στη σλαβική γλώσσα που ομιλούνταν στη Μακεδονία ως «μακεδονική» και στους ομιλητές της ως «Mακεδόνες», παρά μόνο αν ήταν κάτοικοι της ελληνικής επαρχίας της Μακεδονίας και ο Μυριβήλης έκρινε πολιτικά φρόνιμο να την αφαιρέσει.

Η τέταρτη έκδοση έγινε την άνοιξη του 1946 από τις εκδόσεις «Φίλοι του Βιβλίου», σε 4.000 αντίτυπα, εκ των οποίων τα 1.950 βγήκαν σε χαρτί πολυτελείας και 50 από αυτά αριθμημένα και με μία ιδιόγραφη σελίδα. Στο έργο έχει προστεθεί ακόμα ένα κεφάλαιο, συνολικά δηλαδή 58.

Η πέμπτη έκδοση έγινε τον Δεκέμβριο του 1949 και πάλι από τις εκδόσεις «Φίλοι του βιβλίου», σε 4.000 αντίτυπα, ενώ το εξώφυλλο το φιλοτέχνησε ο Γιάννης Τσαρούχης.

Η έκτη έκδοση κυκλοφόρησε τον Μάρτιο του 1954 από τις εκδόσεις «Βιβλιοπωλείο της Εστίας» σε 4.100 αντίτυπα, με εξώφυλλο και εικονογράφηση του Σπύρου Βασιλείου.

Η έβδομη έκδοση και η οριστική, κυκλοφόρησε το καλοκαίρι του 1955 σε 5.000 αντίτυπα από «Βιβλιοπωλείο της Εστίας», που έκτοτε συνέχισε τις επανεκδόσεις.

Αποσπάσματα του έργου

Στην πόρτα σου άκουσα σιγανά αναφυλλητά. Ήσουνα συ που έκλαιγες ολομόναχη μέσα στο σκοτάδι, έκλαιγες σιωπηλά όλη νύχτα. Μπήκα μέσα και δε μιλήσαμε. Έκλαιγες ήσυχα κ’ εγώ έκαμα πως ξεκουμπώνω το γελιό, πολύ απασχολημένος τάχα μ’ αυτή τη δουλειά. Γιατί μονάχα να σ’ ανερωτούσα τι κλαις, θα μ’ έπνιγε το κλάμα. Αυτό θάτανε κάπως αστείο για έναν επαναστάτη φορτωμένον μ’ όλη την πανοπλία του και με διακόσια φυσίγγια στις μπαλάσκες.

Έκλαιγε κ’ ένα κοριτσάκι κοντά σου πάνω σε μια κόκκινη πολυθρόνα, σιγά – σιγά κι αυτό. Φορούσε βελουδένια βυσσινιά ρόμπα και τόνα ποδαράκι του ήταν ξακάλτσωτο. Εγώ στο τέλος βάλθηκα να βλέπω τάχα με μεγάλη προσοχή αυτό το γυμνό ποδαράκι. Παρακολούθησες τη ματιά μου και τράβηξες ένα πανεράκι πλεγμένο από φύλλα καλαμποκιάς. Απ’ εκεί έβγαλες άλλο ένα καλτσάκι και πολεμούσες να το περάσεις στο πόδι του παιδιού.

– Μα αυτή η κάλτσα είναι άλλο χρώμα, είπα, και χαμογελούσα ηρωικά.
  Η φωνή μου έτρεμε.
  Εσύ τότες ξαφνικά άφησες το καλτσάκι μισοκρεμασμένο στο πόδι του παιδιού, μ’ αγκάλιασες σφιχτά κι άρχισες να κλαις ασυγκράτητα.
  Εγώ δεν έκλαψα. Μονάχα ένας κόμπος ανέβαινε ως το λαρύγγι μου και τον κατάπινα με πείσμα. Κρέμασα το ντουφέκι στον ώμο κ’ έφυγα σκυφτός. Ήμουνα βαρύς από θλίψη, ξιππασμένος από τη δύναμη της ανδρείας μου.

Προχώρεσα ως την άκρη του χαρακώματος του λόχου μας. Ως την έβγαση των συρματοπλεγμάτων. Εκεί είναι μια μυστική πόρτα που σφαλνά μ’ ένα αδράχτι οπλισμένο με αγκαθωτά τέλια. Επειδή το μέρος είναι ένα νταμάρι όλο πέτρα και δε σκάβεται, σήκωσαν ένα προκάλυμμα με γεώσακους. ‘Ετσι λένε κάτι σακιά γεμάτα με χώμα που μ’ αυτά οχυρώνουν τα πετρώδικα χαρακώματα. Τα τσουβάλια αυτά κείτουντ’ εδώ χρόνον – καιρό έτσι. Θα φάγαν υγρασίες, βροχάδες, χιόνια και ήλιους. ‘Ηρθαν και σάπισαν από νερά, ο ήλιος τα τσουρούφλισε και τα ‘καψε. Τραβώ το δάχτυλό μου πάνω τους. Λιώνει η λινάτσα. Σαν τα ξεθαμμένα ρούχα των πεθαμένων που ξεφτάνε, σταχτωμένα, με το πρώτο άγγιγμα. Είναι τσουβαλάκια φουσκωμένα κάργα, όπως τα πρωτογέμισαν. Αλλά πάλι κρεμάζουν σαχλά, μισοαδειανά. Κάτου από το δυνατό φεγγάρι μοιάζουν με ψοφίμια σκυλιών, άλλα πρισμένα κι άλλα ξαντεριασμένα, σωριασμένα τόνα πάνου στ’ άλλο. Από δω το θέαμα θα ‘ναι πιο όμορφο. Τώρα το κρυμμένο ποτάμι ακούγεται καλύτερα όπως φωνάζει μακριά, μες από τη βαθιά κοίτη του. Θέλω να βγάλω το κεφάλι ψηλά από το προπέτασμα, να ιδώ πέρα. Αν μπορούσα μάλιστα θα καβαλίκευα το χαράκωμα. Ακουμπώ το μπαστούνι στο τοίχωμα, σηκώνουμαι στη μύτη της αρβύλας του γερού μου ποδιού και γαντζώνω τα δάχτυλα στους γεώσακους που ‘ναι πάνω – πάνω. ‘Ενας απ’ αυτούς λιώνει με μιας κι αδειάζει τον άμμο του πάνω μου. Λοιπόν τότες έγινε μιαν αποκάλυψη! Μόλις ξεφούσκωσε αυτό το σακί, χαμήλωσε η καμπούρα του και ξεσκέπασε στα μάτια μου μια μικρήν ευτυχία. Αχ, μου ‘καμε τόσο καλό στην ψυχή, λίγο ακόμα και θα πατούσα μια τσιριξιά χαρά.

‘Ηταν ένα λουλούδι εκεί! Συλλογίσου. ’Ενα λουλούδι είχε φυτρώσει εκεί μέσα στους σαπρακιασμένους γεώσακους. Και μου φανερώθηκε έτσι ξαφνικά τούτη τη νύχτα που ‘ναι γιομάτη θάματα. Απόμεινα να το βλέπω σχεδόν τρομαγμένος. Τ’ άγγισα με χτυποκάρδι, όπως αγγίζεις ένα βρέφος στο μάγουλο. Είναι μια παπαρούνα. Μια τόση δα μεγάλη, καλοθρεμμένη παπαρούνα, ανοιγμένη σαν μικρή βελουδένια φούχτα. Αν μπορούσε να τη χαρεί κανένας μέσα στο φως του ήλιου, θα ‘βλεπε πως ήταν άλικη, μ’ έναν μαύρο σταυρό στην καρδιά, με μια τούφα μαβιές βλεφαρίδες στη μέση. Είναι καλοθρεμμένο λουλούδι, γεμάτο χαρά, χρώματα και γεροσύνη. Το τσουνί του είναι ντούρο και χνουδάτο. ‘Εχει κι ένα κόμπο που δεν άνοιξε ακόμα. Κάθεται κλεισμένος σφιχτά μέσα στην πράσινη φασκιά του και περιμένει την ώρα του. Μα δεν θ’ αργήσει ν’ ανοίξει κι αυτός. Και θα ‘ναι δυο λουλούδια τότες! Δυο λουλούδια μέσα στο περιβόλι του Θανάτου. Αιστάνουμαι συγκινημένος ξαφνικά ως τα κατάβαθα της ψυχής. Ακουμπώ πάνω στο προπέτασμα σαν να κουράστηκα ξαφνικά πολύ. Από μέσα μου αναβρύζουν δάκρυα απολυτρωτικά. Στέκουμαι έτσι πολλήν ώρα, με το κεφάλι όλο χώματα, ακουμπισμένο στα σαπισμένα σακιά. Με δυο δάχτυλα λαφριά, προσεχτικά, αγγίζω την παπαρούνα. Ξαφνικά με γεμίζει μια έγνια, μια ζωηρή ανησυχία πως κάτι μπορεί να πάθει τούτο το λουλούδι, που μ’ αυτό μου αποκαλύφθηκε απόψε ο Θεός. Παίρνω τότες στη ράχη ένα γερό τσουβάλι (δαγκάνω τα χείλια από την ξαφνική σουβλιά του ποδιού), και τ’ ακουμπώ με προφύλαξη μπροστά στο λουλούδι. ‘Ετσι λέω θα ‘ναι πάλι κρυμμένο για όλους τους άλλους. Χαμογελώ πονηρά. Κατόπι σηκώνουμαι ξανά στα νύχια κι απλώνω το μπράτσο έξω. Ναι. Το άγγισα λοιπόν πάλι! Τρεμουλιάζω από ευτυχία. Νιώθω τα τρυφερά πέταλα στις ρώγες των δαχτύλων. Είναι μια ανεπάντεχη χαρά της αφής. Μέσα στο χέρι μου μυρμιδίζει μια γλυκιά ανατριχίλα. Ανεβαίνει ως τη ράχη. Είναι σαν να πεταλουδίζουν πάνω στην επιδερμίδα τα ματόκλαδα μιας αγαπημένης γυναίκας. Φίλησα τις ρώγες των δαχτύλων μου. Είπα σιγά σιγά: -Καληνύχτα… καληνύχτα και να ‘σαι βλογημένη. Γύρισα γρήγορα στ’ αμπρί. Ας μπορούσα να κάμω μια μεγάλη φωταψία… Να κρεμάσω παντού σημαίες και στεφάνια! ‘Αναψα στο λυχνάρι τέσσερα φιτίλια και τώρα πασχίζω να τη χωρέσω εδώ μέσα, μέσα σε μια τόσο μικρή γούβα, μια τόσο μεγάλη χαρά. Η ψυχή μου χορεύει σαν μεγάλη πεταλούδα. Χαμογελώ ξαπλωμένος ανάσκελα. Κάτι τραγουδάει μέσα μου. Τ’ αφουγκράζομαι. Είναι ένα παιδιάτικο τραγούδι:
Φεγγαράκι μου λαμπρό….

Πηγές

https://stratis-myrivilis.weebly.com/eta-zetaomega942-epsilonnu-tau940phiomega-1924.html

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A3%CF%84%CF%81%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%9C%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%B2%CE%AE%CE%BB%CE%B7%CF%82

One thought on ““Η ζωή εν τάφω” του Στρατή Μυριβήλη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.