Μήπως ζούμε στην περίοδο του θανάτου του κινηματογράφου;

Η νέα πραγματικότητα των τελευταίων μηνών, την οποία βιώνουμε, έχει επηρεάσει τη ζωή μας σε όλα τα επίπεδα και έχει φέρει τα πάνω κάτω. Η έξαρση του κορωνοϊού έχει αλλάξει εντελώς τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε, ζούμε και διασκεδάζουμε. Έχει αλλάξει εντελώς τις συνήθειες μας, τα σχέδιά μας και τις επιλογές μας. Σαφώς και αυτή η θλιβερή κατάσταση, όμως, δεν έχει επηρεάσει μόνο σε προσωπικό επίπεδο, αλλά έχει διαφοροποιήσει και τον τρόπο με τον οποίο εργάζονται και προγραμματίζουν το μέλλον τους οι επιχειρήσεις κάθε λογής. Μία από τις επιχειρήσεις αυτές είναι ο κόσμος της παραγωγής ταινιών. Είναι πλέον εμφανές ότι ολόκληρη η βιομηχανία τραντάχτηκε σε μεγάλο βαθμό από την πανδημία και παρόλο που βρήκε τρόπο να προσαρμοστεί στις νέες εξελίξεις, αυτό δεν ήρθε χωρίς συνέπειες.

Για να γίνω πιο συγκεκριμένος, όταν πριν από περίπου 8 μήνες ξεκίνησαν τα lockdown σε πολλές χώρες και μπήκαν τα περιοριστικά μέτρα, τα οποία μέχρι και τώρα ισχύουν, οι κινηματογράφοι, ως ο κατεξοχήν χώρος απόλαυσης μιας ταινίας, ήλπιζαν πως όλο αυτό μέχρι το χειμώνα θα είχε τελειώσει. Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός, ότι όλες οι ταινίες που ήταν να προβληθούν την άνοιξη, αναβλήθηκαν αρχικά για τον χειμώνα. Ο κορονοϊός όμως συνέχισε να καλπάζει και τελικά η συντριπτική πλειοψηφία των ταινιών που ήταν να κυκλοφορήσουν φέτος, έστω και με αυτή τη μικρή καθυστέρηση, τελικά θα κυκλοφορήσουν του χρόνου. Προφανώς και οι σκηνοθέτες και οι εταιρίες παραγωγής δεν θέλουν να χάσουν το κέρδος που αποφέρει το σινεμά μεν, αλλά και οι ίδιοι οι δημιουργοί επιθυμούν –και λογικό- να προβληθούν οι ταινίες τους στον κινηματογράφο με όσα πλεονεκτήματα αυτός προσφέρει στον θεατή, ώστε να την απολαύσει περισσότερο.

Η αλήθεια είναι ότι έγινε μια προσπάθεια με το Tenet του Nolan και με τη Mulan, να σωθούν οι κινηματογράφοι, αλλά τα αποτελέσματα ήταν απογοητευτικά. Για αυτόν τον λόγο και όλες σχεδόν οι ταινίες ακυρώθηκαν για του χρόνου. Το ανησυχητικό όμως δεν είναι μονάχα αυτό. Το ανησυχητικό είναι πως τα συμπεράσματα που μπορούμε να εξάγουμε από τις παραπάνω 2 ταινίες, καθώς και οι εξελίξεις που αναπόφευκτα διαδραματίζονταν και διαδραματίζονται σε αυτόν τον τομέα της ψυχαγωγίας τα τελευταία χρόνια, έχουν θέσει το μέλλον του κινηματογράφου σε μεγάλο κίνδυνο. Όταν τα σινεμά, οι κριτικοί και όλοι όσοι εργάζονται στον χώρο των ταινιών χρησιμοποιούσαν το ρήμα «σώζω» και ήλπιζαν πως το Tenet θα «σώσει» το σινεμά, ήταν απόλυτα κυριολεκτικοί.

Από εδώ και πέρα λοιπόν θα αναλύσω σύντομα τις πρόσφατες εξελίξεις, θα εξάγω τα συμπεράσματα μου και θα παραθέσω την άποψη μου, ως ένας άνθρωπος που τρέφει μεγάλη αγάπη για τον κινηματογράφο.

Box Office και Disney Plus

Όπως λοιπόν ανέφερα πριν από λίγο, ο Nolan εν μέσω πανδημίας αποφάσισε να κάνει τη γενναία κίνηση να βγάλει τη ταινία του στον κινηματογράφο, για να δώσει οικονομική ανακούφιση στον κλάδο. Εννοείται πως θα αρνούταν να εκδώσει μια τόσο ακριβή και φιλόδοξη παραγωγή σε streaming υπηρεσία, αφού έτσι ο θεατής θα έχανε μεγάλο μέρος του οπτικού και ακουστικού παράγοντα, που ιδίως στις ταινίες του Nolan είναι κομβικός.

Το Tenet, λοιπόν, κόστισε περίπου 205 εκατομμύρια, κάτι που το κατέστησε ως μια από τις πιο ακριβές παραγωγές του σκηνοθέτη (ολόκληρο αεροπλάνο διέλυσε ο άνθρωπος, εξάλλου, για τις ανάγκες του έργου) και έβγαλε συνολικά 341 εκατομμύρια παγκοσμίως. Το νούμερο ίσως φαίνεται καλό από μόνο του, αλλά στη πραγματικότητα δεν είναι ούτε το αναμενόμενο, ούτε το επαρκές για να δώσει ανάσες στη βιομηχανία του κινηματογράφου, ούτε ικανοποιεί του συντελεστές που πήραν την απόφαση και το ρίσκο να το βγάλουν στις αίθουσες εν μέσω πανδημίας. Καταρχάς ας διασαφηνιστεί, ότι τα χρήματα αυτά δεν θα πάνε ολοκληρωτικά στα σινεμά. Αντιθέτως, κλασικά θα μοιραστούν μεταξύ των σινεμά και της εταιρείας παραγωγής. Για να γίνει τώρα φανερό το απογοητευτικό του πράγματος, καλό θα ήταν να δούμε τι έκαναν μερικές από τις άλλες ταινίες του σκηνοθέτη στο Box Office.

Το Dunkirk έβγαλε περίπου 525 εκατομμύρια παγκοσμίως και είχε κόστος παραγωγής γύρω στα 125 εκατομμύρια. Το Interstellar έβγαλε περίπου 700 εκατομμύρια παγκοσμίως και είχε κόστος παραγωγής γύρω στα 165 εκατομμύρια. Το The dark knight rises είχε εισπράξεις περίπου 1 δισεκατομμύριο και κόστισε 250, ενώ το Inception έβγαλε περίπου 830 εκατομμύρια και κόστισε γύρω στα 160.

Το Tenet, στη προ κορονοϊού εποχή, υπολόγιζε ότι θα βγάλει από 625-825 εκατομμύρια. Τελικά έβγαλε μόλις 341 και έπαιζε σχεδόν μόνο του στις αίθουσες. Αυτό αν συμπεριλάβουμε το κόστος παραγωγής, δυστυχώς είναι απογοητευτικό. Γιατί όμως έβγαλε λιγότερα από όσα θα ήθελε; Ξεκάθαρα ο νούμερο 1 λόγος είναι η πανδημία και ο φόβος των ανθρώπων να εκθέσουν την υγεία τους, ενώ μετά θα μπορούσαμε να παραθέσουμε πως η ταινία έλαβε διχασμένες κριτικές και πως οι κινηματογράφοι δεν είχαν γεμάτη πληρότητα στις θέσεις λόγω των μέτρων.

Η Mulan, από την άλλη, κόστισε επίσης περίπου 200 εκατομμύρια και ενώ στο Box Office είχε μονάχα 66 εκατομμύρια σε εισπράξεις και παρά το γεγονός ότι τη «σνόμπαρε» η αγορά της Κίνας (λόγω των γεγονότων που σχετίζονται με το που γυρίστηκε, κάτι για το οποίο δεν θα γίνει λόγος εδώ, διότι δεν αφορά τον σκοπό του άρθρου), στο Disney Plus έβγαλε γύρω στα 260 εκατομμύρια. Ουσιαστικά περίπου 9 εκατομμύρια συνδρομητές του Disney Plus έδωσαν από 30 ευρώ (το ποσό φαντάζει τεράστιο και όντως είναι) για να δουν τη ταινία. Τα πήγε τέλεια; Όχι. Έδωσε ανάσα στο σινεμά; Όχι. Το τι συνέβη με τη συνδρομητική υπηρεσία είναι αποκαλυπτικό για τη πορεία της βιομηχανίας; Ναι.

Και αφού σας κούρασα με τα νούμερα –πράγμα απαραίτητο-, τώρα θα μπούμε στο ζουμί του άρθρου, οπότε μην το κλείσετε ακόμα.

Το μέλλον είναι δυσοίωνο

Ήδη αρκετοί σκηνοθέτες, αλλά και εταιρείες παραγωγής (βλ. Warner που δήλωσε απογοητευμένη από τα έσοδα του Tenet), έχουν εκφράσει την απαισιοδοξία τους για το μέλλον του κινηματογράφου. Η πικρή αλήθεια είναι πως έχουν δίκιο και με βάση όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, ουσιαστικά υπάρχουν δύο παράγοντες που καθιστούν δύσκολη την επιβίωση του σινεμά: Ο καθαρά οικονομικός και οι streaming υπηρεσίες.

Ξεκινώντας από τον οικονομικό παράγοντα, το σίγουρο είναι ότι πολλά τοπικά σινεμαδάκια θα κλείσουν. Τα σινεμά αυτά έχουν μια συγκεκριμένη μερίδα κόσμου, που τα κρατάει ζωντανά τόσα χρόνια και αυτή η μερίδα κόσμου είναι όσοι διαμένουν στις περιοχές όπου αυτά έχουν κτιστεί. Ναι, δεν είχαν χρήματα να φέρουν όλες τις ταινίες και ίσως τις έφερναν και καθυστερημένα. Ωστόσο ήταν μια πολύ καλή επιλογή εάν κάποιος δεν ήθελε να κάνει τεράστια απόσταση για να απολαύσει τις ανέσεις της αίθουσας. Το εισόδημά τους προφανώς και δεν ήταν τεράστιο, ήταν όμως το απαραίτητο για να μπορούν να λειτουργήσουν. Τους τελευταίους μήνες όμως τα έσοδα τους έχουν μειωθεί δραματικά και η πανδημία δεν έχει ακόμα τελειώσει. Όχι μόνο δεν βγαίνουν νέες ταινίες που θα προσέλκυαν κόσμο, αλλά και ο φόβος και τα περιοριστικά μέσα κάνουν δύσκολη τη πρόσβαση και την διασκέδαση που μπορούσε κάποιος να αποκτήσει από τον χώρο. Ουσιαστικά, εάν δεν δοθεί οικονομική ενίσχυση, δεν βλέπω πως θα μπορέσουν να μείνουν ενεργοί αυτοί οι κινηματογράφοι.

Από την άλλη, τα μεγάλα σινεμά που αποτελούν αλυσίδες, είναι σχεδόν βέβαιο –εκτός συγκλονιστικού απροόπτου- πως θα τα καταφέρουν. Ωστόσο εδώ έρχεται ο παράγοντας νούμερο δύο, δηλαδή οι streaming υπηρεσίες.

«Αν θες να το δεις υπάρχει στο Netflix»· Πόσες φορές άραγε χρησιμοποιούμε τη λέξη Netflix καθημερινά, πόσο συχνά μπαίνουμε στη πλατφόρμα να παρακολουθήσουμε κάτι; Η ερώτηση είναι σαφώς ρητορική, μιας και η απάντηση είναι αυτονόητη. Ήδη πριν από την έξαρση του κορονοϊού, οι streaming υπηρεσίες είχαν αρχίσει να κερδίζουν έδαφος με την τρομερή απήχηση του κοινού που προσέλκυαν· Τεράστιο περιεχόμενο σε ταινίες και σειρές, νέες αφίξεις, χαμηλές τιμές. Δεν είναι παράξενο, λοιπόν, που βγάζουν εκατομμύρια κάθε χρόνο. Το Netflix, μάλιστα, είχε τέτοια επιτυχία, που κάθε μεγάλη εταιρεία ξεκίνησε να ανοίγει ανάλογες υπηρεσίες. Μερικά παραδείγματα είναι η Amazon, η Apple, η Disney κ.α. Όλες αυτές οι επιχειρήσεις, έχουν επενδύσει και επενδύουν πολλά στο marketing, στην ποιότητα των προγραμμάτων τους και στη δυναμική τους, ώστε να αποκτήσουν κοινό. Το αποτέλεσμα είναι ότι τα πάνε πολύ καλά. Διέκριναν ότι το μέλλον κρύβεται σε αυτές τις πλατφόρμες και έκαναν τις επενδύσεις τους. Πλέον, όμως, και ειδικά τον τελευταίο χρόνο, δεν υπάρχει απλά τεράστιο περιεχόμενο, αλλά και μεγάλη ποιότητα. Σκηνοθέτες και ηθοποιοί κλείνουν συνεχώς συμφωνίες να προβάλλουν τις ταινίες τους σε αυτές τις υπηρεσίες και να κάνουν περιορισμένη διανομή στους κινηματογράφους. Μέχρι και ο Scorsese έκλεισε συμφωνίες με το Netflix και την Apple TV, ενώ σιγά σιγά βλέπουμε και άλλα μεγάλα ονόματα να κάνουν συμβόλαια, όπως ο Aaron Sorkin, ο Chris Evans, ο Ryan Reynolds, ο Jake Gyllenhaal, ο David Fincher και η λίστα δεν έχει τελειωμό.

Σε αυτές τις εξελίξεις, όμως, δεν ευθύνεται ο κορονοϊός, αλλά περισσότερο η δύναμη του streaming και οι προτιμήσεις του κοινού. Από τη μία, οι πλατφόρμες αυτές δίνουν το πάτημα σε λαμπρούς δημιουργούς να δείξουν τη δουλειά τους, με αποτέλεσμα να υπάρχουν indie διαμαντάκια στο ρεπερτόριό τους, ενώ ταυτόχρονα έχει αλλάξει και η αντίληψη του θεατή, που δεν θεωρεί πως είναι ανάγκη να δει κάτι στο σινεμά και να πληρώσει 8 ευρώ, εάν αυτό το κάτι δεν έχει πολύ εφέ, εκρήξεις και επικές μάχες. Δεν θεωρεί ότι αξίζει να πληρώσει για να δει ένα δράμα, αφού οπτικά δεν πιστεύει πως μπορεί να του προσφέρει περισσότερα από μια καλή τηλεόραση. Φυσικά δεν παραβλέπουμε και τα τεράστια χρηματικά οφέλη που προσφέρουν οι συνδρομητικές υπηρεσίες στις μέρες μας στον κάθε δημιουργό.

Θα μπορούσαμε με λίγα λόγια να φτάσουμε στο συμπέρασμα πως η εξουσία που έχει επιβάλλει το streaming και η απογοήτευση των δημιουργών από τη μονομέρεια των προτιμήσεων των θεατών, έχουν ήδη ρίξει μια βαριά σκιά πάνω από τον κινηματογράφο.

Συμπεράσματα

Πρέπει να αρχίσουμε να παίρνουμε απόφαση πως βιώνουμε ήδη τον αργό και βασανιστικό θάνατο του κινηματογράφου. Το μέσο βρίσκεται ήδη στο χείλος του γκρεμού και μέχρι το τέλος της πανδημίας η κατάσταση μπορεί να μην δύναται να διορθωθεί. Εκείνο που πολλοί δεν λαμβάνουν υπόψη τους είναι πως αν τελικά υπάρξει μια ολοκληρωτική στροφή προς το streaming, δεν θα αλλάξει μόνο ο τρόπος που απολαμβάνουμε τις ταινίες. Θα αλλάξει και το περιεχόμενο, οι αφηγήσεις και ο τρόπος παραγωγής τους εν γένει. Δεν θα έχουμε την ίδια εμπειρία ως προς αυτό που βλέπουμε.

Όλοι όσοι έχουν πάει σινεμά γνωρίζουν πως σαφώς η παρακολούθηση μιας ταινίας εκεί είναι μια ολοκληρωτικά διαφορετική εμπειρία όσον αφορά τη ποιότητα. Η έξοδος στο σινεμά όμως δεν ήταν ποτέ μόνο κάτι που ταυτιζόταν με την ποιότητα παρακολούθησης. Ήταν κάτι που ταυτιζόταν με την ατμόσφαιρα, την αίσθηση του μεγαλείου, το στοιχείο του ρομαντικού και το στοιχείο του συναισθήματος που σου προσφέρει η τέχνη. Ήταν η έξοδος με τους φίλους σου, την οικογένειά σου, την κοπέλα σου ή το αγόρι σου. Ήταν η παρέα. Αλλά ακόμα και αν πήγαινες μόνος σου, ήταν η ηρεμία, η χαλάρωση, η αλλαγή παραστάσεων, η απόλαυση και η πιο αποτελεσματική βύθιση σε έναν άλλο κόσμο (μη ξεχνάμε ότι κάποιες ταινίες είναι καλύτερο να τις βιώσεις μόνος σου). Όλο αυτό άλλαξε τώρα που η ασφάλεια και η υγεία απειλούνται. Το σινεμά δεν είναι διασκέδαση. Είναι ένας τόπος εχθρικός, ένα μετα-αποκαλυπτικό σύμπαν που χάνει ό,τι πρόσφερε.

Δεν θέλω καν να φαντάζομαι έναν κόσμο που η τέχνη χάνει έναν από τους πιο ουσιώδεις τρόπους έκφρασής της. Σε κάτι τέτοιες στιγμές μου έρχονται στο μυαλό τα λόγια του Γερμανού σκηνοθέτη Wolfgang Petersen και διατηρώ μια ελπίδα ότι αυτή η πανέμορφη εμπειρία θα συνεχίζει να υπάρχει και με αυτά θα ήθελα να κλείσω· «Τα σινεμά θα συνεχίσουν να υπάρχουν για πάντα και θα τα πηγαίνουν καλά. Με τους υπολογιστές και την τεχνολογία, γινόμαστε όλο και περισσότερο απομονωμένοι ο ένας από τον άλλον. Ο κινηματογράφος, λοιπόν, είναι ένα από τα τελευταία μέρη, όπου ακόμα μπορούμε να μαζευόμαστε και να βιώνουμε κάτι μαζί. Δεν νομίζω ότι η επιθυμία για αυτού του είδους τη μαγεία θα μας αποχαιρετίσει ποτέ».

Βαγγέλης Φραγκούλης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *