Γιατί απογοητεύσαμε το θέατρο;

Το θέατρο δεν είναι φώτα, δεν είναι σκηνικό· είναι οι άνθρωποι, εσείς και εγώ· είναι η αδιακρισία σας στη μοναξιά μας· είναι η αναπνοή σας στην σιωπή μας. Τέλος είναι η αγάπη σας για εμάς.

(από τον Πρόλογο του «Απόψε Αυτοσχεδιάζουμε» του Πιραντέλλο)

Το θέατρο. Η παραστατικότερη των παραστατικών τεχνών. Η πιο ζωντανή, η πιο ουσιώδης, η πιο αληθινή. Τόσο για τον υποκριτή – ηθοποιό όσο και για τον θεατή. Όποιος ποτέ τόλμησε να αναμετρηθεί με τον ίδιο του τον εαυτό και να γευτεί μία δόση της ευτυχίας πηδώντας πάνω στο θεατρικό σανίδι, απεκδυόμενος της πραγματικής του ταυτότητας και ενσαρκώνοντας μια θεατρική περσόνα, γνωρίζει πολύ καλά πως αυτό το συναίσθημα έχει μια ασύγκριτη πηγαία δύναμη. Είναι μέθη από το κρασί του ίδιου του Διονύσου. Είναι ζωή. Παράλληλα, την χαρά αυτού του θεϊκού δώρου βιώνει στο έπακρο και ο θεατής. Καθένας που έρχεται στο θέατρο πρόθυμος να μετάσχει σε μια μυσταγωγία γίνεται ένα αναπόσπαστο μοναδικό κομμάτι μιας υπέροχης μεγάλης γιορτής. Γιατί αυτό είναι το θέατρο. Και σε πείσμα όλων δεν πρόκειται ποτέ να εξασθενήσει ή να πεθάνει.

Από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας η ουσιαστικότερη ίσως ιδιότητα του θεάτρου, αυτή που ποτέ του δεν αποχωρίστηκε, είναι η θεραπευτική του δύναμη. Όπως λέει και ο Πιραντέλλο, η θεατρική τέχνη δεν – θα έπρεπε να – περιορίζεται σε σκηνικά, κοστούμια, φτιασίδια, μανιέρες και θεατρινισμούς. Στόχο πάνω από όλα έχει να σε θεραπεύσει. Να καλύψει τα κενά και τις απώλειες, να λειάνει τα σημάδια από τα τραύματα που φέρεις μέσα σου. Να εξυγιάνει τις πληγές και τις παθογένειες μιας κοινωνίας που νοσεί. Και αυτό φυσικά ισχύει όχι μόνο για τον ηθοποιό που υποδυόμενος ένα ρόλο κυοφορεί όλα του τα σκοτάδια μέχρι να καταφέρει να τα κάνει φως εκτυφλωτικό, αλλά και για τις παλλόμενες ψυχές των θεατών που βιώνουν τα πάντα εκ του σύνεγγυς.

Γιατί τότε αποτύχαμε;

Τι κάναμε λάθος;

Γιατί απογοητεύσαμε το θέατρο;

Γιατί σταθήκαμε τόσο “λίγοι”;

Σκέψεις που τριγυρίζουν στο μυαλό όλων τις μέρες αυτές. Γιατί η χαρά της λύτρωσης των θυμάτων αναπόσπαστα συνοδεύεται από το αίσθημα της ντροπής, του αποτροπιασμού, της απογοήτευσης. Καθώς ο μίτος της φρίκης ξετυλίγεται, το σφίξιμο στην καρδιά γίνεται πιο έντονο. Όλες αυτές οι αποτρόπαιες πράξεις έγιναν στους χώρους του θέατρου· στους κόλπους του θεάτρου· στο όνομα του θεάτρου.

Πατήσαμε στον ενθουσιασμό και τα όνειρα νέων παιδιών που διστάζουν μέχρι και να σκεφτούν ότι ίσως να είναι αρκετοί και αντάξιοι των ονείρων τους και της αγάπης τους για το θέατρο και αυτό το ονομάσαμε θεατρική τέχνη. Πατήσαμε πάνω στην ένταση και την εκρηκτικότητα που κινητοποιεί το είναι ενός ηθοποιού και την τρέψαμε σε κακοποίηση. Και αυτό το ονομάσαμε θεατρική τέχνη. Εκμεταλλευτήκαμε, αδικήσαμε, κακοποιήσαμε, εκφοβίσαμε, παρενοχλήσαμε, συγκαλύψαμε, αγνοήσαμε. Αμαυρώνοντάς την θεατρική τέχνη. Ξανά και ξανά.

Σταθήκαμε “λίγοι”, γιατί το εσωτερικό μας σκοτάδι δεν καταφέραμε να το κάνουμε φως μέσω της θεατρικής τέχνης. Αντ’ αυτού συσκοτίσαμε και την ίδια. Την θαμπώσαμε· την κάναμε να δείχνει φτηνή και μικρή.

Ωστόσο, αυτό το σκοτεινό σύννεφο δεν μπορεί παρά να είναι παροδικό. Γιατί φυσικά το θέατρο δεν εξαρτήθηκε ποτέ από το άτομο ως μονάδα, αλλά από το φαινόμενο «άνθρωπος». Όσο υπάρχουν άνθρωποι που θα υπηρετούν και θα προσεγγίζουν με αγάπη την θεατρική τέχνη, αυτή δεν πρόκειται ποτέ να σβήσει. Αντίθετα, θα συμπαρασύρει με τη μαγεία της όποιον έχει ανοικτά μάτια, αυτιά και πρωτίστως καρδιά, για να την ακολουθήσει. Θα γεννιέται, θα μπουσουλά και θα απογειώνεται με κάθε νέα παράσταση και ύστερα θα πεθαίνει μόνο μέχρι την επόμενη μέρα, όπου θα ανασταίνεται και πάλι. Και αυτός ο κύκλος δεν κλείνει ποτέ, όπως ο φοίνικας που αναγεννάται συνεχώς από τις στάχτες του.

Εμείς όμως που αποτύχαμε απέναντι στο θέατρο, είμαστε και οι ίδιοι που οφείλουμε τώρα να το λυτρώσουμε. Να ανορθώσουμε όχι μόνο αυτό, αλλά και τον άνθρωπο μέσα μας. Εφόσον το θέατρο ήδη από τις απαρχές του βασιζόταν στο σχήμα της ὕβρεως, της ἄτης και τελικά της δίκης ή αλλιώς νεμέσεως, ίσως να είναι και τώρα αυτός ο δρόμος. Ίσως είναι ώρα να μιμηθεί η ζωή την τέχνη, ώστε να κερδίσουμε την κάθαρση· ώστε να γεμίσει φως εκτυφλωτικό το θέατρο μα και οι ψυχές μας οι ίδιες.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *