“Εκδίκηση” της Μαρίας Μελεμενή

Είναι αδύνατο να υποφέρουμε χωρίς να κάνουμε κάποιον να πληρώσει γι’ αυτό. Κάθε παράπονο εμπεριέχει ήδη εκδίκηση“, γράφει ο Γερμανός φιλόσοφος, Νίτσε στην προσπάθειά του να δώσει μια ανθρώπινη διάσταση στην εκδίκηση. Πίσω από κάθε πράξη εκδίκησης, κρύβεται ένας πληγωμένος άνθρωπος, που θέλει να αντιστρέψει τους ρόλους και από θύμα να μετατραπεί σε θύτη… Ποιο άλλο αποτέλεσμα, όμως, θα μπορούσε να έχει το “οφθαλμόν αντί οφθαλμού”, από το να δημιουργήσει έναν κόσμο τυφλών; Τυφλών άλλοτε από την επιθυμία για εκδίκηση και άλλοτε από έρωτα και πάθος, όπως στην περίπτωση της νουβέλας “Εκδίκηση”, της Μαρίας Μελεμενή.

Λίγα λόγια για τη συγγραφέα

Η Μαρία Μελεμενή γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Νέα Φιλαδέλφεια. Σπούδασε Διοίκηση Επιχειρήσεων και παράλληλα εργάστηκε ως γραμματέας λογιστηρίου. Το 1992 παντρεύτηκε και απέκτησε τη δική της οικογένεια. Το 2014-2015 παρακολούθησε στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών σεμινάρια Ιστορικής Μνήμης, ενώ το 2016 σειρά διαλέξεων στο Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών. Παράλληλη και διαρκής ενασχόλησή της η συγγραφή. Σταθερό σημείο αναφοράς και πηγή έμπνευσής της η ανθρώπινη συμπεριφορά και οι διανθρώπινες σχέσεις. Έχει εκδόσει δύο βιβλία: την “Εκδίκηση” και το βιβλίο “Με τα κλειδιά την πόρτα”.

Η υπόθεση

Εκείνη, ονομάζεται Έλενα και είναι τελειόφοιτη του τμήματος Θεατρικών σπουδών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου. Μια νέα κοπέλα με πείσμα, όνειρα αλλά και εγωισμό. Έχοντας αφήσει στη Θεσσαλονίκη τους φίλους της, αλλά και τη μητέρα της και τον πατέρα της, ο οποίος αποτελεί και τη μεγαλύτερή της αδυναμία, βρίσκει στην Αθήνα το καταφύγιο της, νέες παρέες και απολαμβάνει τα ανέμελα φοιτητικά της χρόνια. Όλα όμως ανατρέπονται όταν γνωρίζει τον Άρη, έναν νεαρό ηθοποιό, που την γοητεύει. Μαζί του χορεύει το πιο φλογερό ταγκό… Ωστόσο, ο Άρης ως νέος και φιλόδοξος δε διστάζει να θυσιάσει τον έρωτά τους με σκοπό να “ανέβει” στο θεατρικό σανίδι και να αναδειχθεί στο χώρο του θεάτρου. Ο χωρισμός τους πυροδοτεί την οργή της Έλενας, η οποία αποφασίζει με κάθε μέσο να τον εκδικηθεί. Θα χρησιμοποιήσει την αλαζονεία του για να τον τιμωρήσει. Γράφει γι’αυτό το λόγο, έναν μονόλογο χρησιμοποιώντας ψευδώνυμο, αποκλειστικά για εκείνον. Ο Άρης πείθεται και δέχεται τον ρόλο. Σύντομα, ωστόσο, θα το μετανιώσει, όταν πάνω στη σκηνή θα έρθει αντιμέτωπος με την πραγματική συγγραφέα του έργου…

Ο καθρέφτης και το είδωλο

Ο μονόλογος που υπογράφει η Ελενα ονομάζεται “Όσα θέλει να πει ένας καθρέφτης” και είναι στην πραγματικότητα αυτό που περιγράφει ο τίτλος του. Ένας καθρέφτης εξομολογείται στο κοινό τις εμπειρίες από όλα τα πρόσωπα που έχει αντικρύσει. Ο καθρέφτης έρχεται καθημερινά σε επαφή με πρόσωπα ανθρώπων ματαιόδων, που συνεχώς θαυμάζουν το είδωλό τους. Πρόσωπα δυστυχισμένων, που δε χαμογελούν ποτέ και τα δακρυά τους μουσκεύουν το γυαλί του. Ακόμη βλέπει ανθρώπους τέλειους που δεν επιθυμούν να “τσαλακωθούν” μπροστά στο είδωλό τους. Ανθρώπους με χαμήλη αυτοεκτίμηση που αποφεύγουν να κοιτάξουν την όψη τους. Το γυαλί του αντικατοπτρίζει επίσης, βλέμματα παιδιών φοβισμένων, που νιώθουν ότι δεν τα αγαπούν. Βλέπει όμως και ανθρώπους ειλικρινείς, που κοιτούν κατάματα το ειδωλό τους και του μιλούν με την αλήθεια τους. Σε αυτούς τους ανθρώπους ο καθρέφτης κλείνει το μάτι, στο τέλος κάθε συνομιλίας τους…

Λίγες σκέψεις για το έργο

Πρόκειται αδιαμφισβήτητα για ένα βιβλίο που διαβάζεται ευχάριστα, ενώ προκαλεί στον αναγνώστη του, αγωνία και εντονή επιθυμία να ξεδιπλωθεί η πλοκή. Η συγγραφέας, χρησιμοποιεί απλό και καθημερινό λεξιλόγιο, κάνοντας το βιβλίο προσιτό σε κάθε αναγνώστη. Παράλληλα του θέτει συνεχώς ερωτήματα για τη ζωή, την αγάπη και την προδοσία. Οι πρωταγωνιστές φέρουν χαρακτηριστικά καθημερινών ανθρώπων και έρχονται αντιμέτωποι με τα μειονεκτήματα, τα πάθη και τα λάθη τους. Η εκδίκηση που αποτελεί εκτός από τον τίτλο, και το κεντρικό θέμα της νουβέλας απασχολεί τον αναγνώστη από τις πρώτες ήδη σελίδες και σύντομα τον οδηγεί στο συμπέρασμα πως είναι μια πράξη που “επιστρέφει” στο άτομο που την επιδιώκει…

Απόσπασμα από το έργο

Ήταν αρχές Δεκεμβρίου και η Αθήνα είχε αρχίσει να στολίζεται γιορτινά. Ξεκίνησε να βαδίζει και όπου την έβγαζε ο δρόμος. Το ίδιο έκαναν και μαζί τις χειμωνιάτικες Κυριακές, έβγαιναν και γυρνούσαν όλη την Αθήνα. Το ίδιο έκανε και εκείνη εκείνο το απόγευμα, στα ίδια μονοπάτια περπάτησε… Μοναστηράκι, Θησείο! Θαρρείς και το έκανε επίτηδες να πάει και πάλι να περπατήσει στους ίδιους δρόμους, δεν ήθελε τελικά να ξεφύγει από τις αναμνήσεις της. Μάλλον τις αναζητούσε απελπισμένη… Όταν γύρισε μετά από ώρες, δεν αποζητούσε τίποτα άλλο από το να καθίσει και πάλι στον μικρό εκείνο καναπέ, δίπλα στο παράθυρο.

Είχε αρχίσει να ψιχαλίζει κι εκείνη ένιωθε μία απέραντη μοναξιά, μία ατελείωτη θλίψη. Το δωμάτιο φώτιζε λίγο από το φως του δρόμου. Και αυτό ήταν αρκετό για να καταφέρει να πλησιάσει το τραπεζάκι δίπλα στον καναπέ και με τον αναπτήρα της να ανάψει τα κεριά, μόνο αυτά ήθελε να φωτίζουν το δωμάτιο. Μόλις ακούμπησε κάτω τα πράγματά της, πλησίασε και άναψε και τα κεριά που υπήρχαν πάνω στο πιάνο. Ο ελάχιστος μα συνάμα και ο τέλειος φωτισμός Ήταν ελάχιστη διαφορά από το σκοτάδι. Γέμισε ένα ποτήρι κόκκινο κρασί και κάθισε και πάλι στον καναπέ. Δεν ήθελε φώτα, δεν ήθελε να βλέπει την εικόνα του, προτίμησε να παραμένει στο ημίφως με το φως των κεριών.

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ελκυστής και μπορείτε να το κάνετε δικό σας εδώ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *