“Άδειες ζωές” του Γιώργου Τριανταφυλλόπουλου

Το σκοτάδι στα μάτια κοιτάς.

Δεν ξέρεις τι φταίει και στο κρεβάτι στριφογυρνάς.

Ίσως εκείνη υγρή η κουφόβραση

που σε ταλαιπωρεί καθώς λες

ή ίσως απ’ τα όνειρά σου να λείπει

εκείνο το φιλί που ποτέ

δε σε πλάνεψε

ή

κι αν, κάποτε, το συνάντησες

χάθηκε πια εκεί πίσω, μακριά.

Και γυρορχόμαστε λες.

Σαν τρένα πάντα πάνω στις ίδιες σκουριασμένες γραμμές.

Στους ίδιους ξεχαρβαλωμένους σταθμούς σταματάμε.

Λησμονημένους σταθμούς.

Λησμονημένες ζωές.

Άδεια βαγόνια.

Άδειες καρδιές.

Ψυχές νεκρές.

Κίβδηλες ζωές.

Ταξίδια βαρετά.

Μονότονα.

Και καμωνόμαστε πώς καινούργια βλέπουμε μέρη.

Και καμωνόμαστε πως ζούμε.

Μέσα μας ξέρουμε λες.

Πώς μέσα σε τούτο το φως να κρυφτείς

και πώς ν’ αντέξεις τούτο τον ήλιο της άνοιξης;

Τούτ’ τα πουλιά πού γοργοπετούν;

Τούτες τις μέρες πού τρέχουν;

Εκείνου του γέλιου την ανάμνηση

πώς ν’ αντέξεις;

Μέσα σου ξέρεις:

Ο φόβος.

Ο φόβος δεμένος σε κρατά.

Ευνούχο αιχμάλωτο

της ζωής προδότη.

Όλα ύβρις.

Το πιο βαρύ φορτίο είναι

πως απ’ όλες της ζωής τις όψεις

την πιο αποκρουστική διαλέγουμε.

Και καμωνόμαστε πως ζούμε.

Δεν αντέχεται να ξέρεις πως είσαι νεκρός.

Το ποίημα περιλαμβάνεται στην ποιητική συλλογή, “Απολογία Δεύτερη” του Γιώργου Τριανταφυλλόπουλου και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ηδύφωνο.

Ακούστε το ποίημα στον σύνδεσμο που ακολουθεί:

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *