Ο θάνατος στην Βενετία του Τόμας Μαν: μια ωδή στην ανεκπλήρωτη επιθυμία

Αντί Προλόγου

Σαν σήμερα γεννιέται ο Τόμας Μαν, ένας από τους πιο χαρισματικούς γερμανόφωνους συγγραφείς. Μια από τις νουβέλες που έχει γράψει έμελλε να γίνει παγκοσμίως γνωστή και να αποτυπωθεί στην μνήμη των αναγνωστών που θαύμασαν το βιβλίο, αλλά και των θεατών που αγάπησαν την κινηματογραφική μεταφορά του. Μέσα στο σύνολο του έργου του, δεσπόζει, μαζί, ίσως, με το Μαγικό Βουνό ως τα πιο χαρακτηριστικά και ευρέως διαδεδομένα του πονήματα. Ο λόγός, σαφώς για τον θάνατο στην Βενετία, που εμείς διαβάσαμε από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, σε μετάφραση Βασίλη Τσαλή και με μια ενδιαφέρουσα εισαγωγή του Δημήτρη Στεφανάκη.

Είναι μια νουβέλα που γράφτηκε το 1911 και εκδόθηκε την επόμενη χρονιά. Με αυτήν, σύμφωνα με τους θεωρητικούς, ολοκληρώνεται η πρώιμη συγγραφική περίοδος του Μαν. Από πολλούς μελετητές του χαρακτηρίζεται ως η κορωνίδα του έργου αυτής του της περιόδου, ενώ άλλοι υποστηρίζουν πως η διάκριση αυτή αδικεί τους «Μπούντενμπρουκ», ένα μεγαλειώδες μυθιστόρημά του. Είναι αδιαμφισβήτητα, όμως, το πιο αγαπητό και δημοφιλές.

Ο τίτλος

Η νουβέλα είναι θελκτική ήδη από τον μυστήριο και κάπως αντιφατικό της τίτλο, όπου συνενώνεται ο θάνατος, που βαδίζει πλάι πλάι με το σκοτάδι και την παρακμή με την Βενετία. Η τελευταία, μια πόλη μεγαλειώδης, που υπήρξε κέντρο του εμπορίου και της οικονομικής ακμής για πολλά χρόνια, με το έντονο υγρό της στοιχείο έρχεται φαινομενικά σε αντίθεση με τον θάνατο. Παρ’ όλα αυτά, η συνένωσή τους δημιουργεί ένα νέφος μυστηρίου, ζοφερό αφού συνενώνει την υγρασία με το σκότος, μια απορία στον αναγνώστη που τον ωθεί να διεισδύσει στο περιεχόμενο.

Η πλοκή

Η πλοκή είναι μάλλον απλή, για να μην της προσδώσουμε με τον όρο απλοϊκή μια χροιά αρνητική. Η ιστορία είναι εκείνη του Γκούσταφ Άσενμπαχ ενός μεσήλικα Γερμανού, καταξιωμένου λογοτέχνη, που επιλέγει την Βενετία για τις διακοπές του. Διαμένει σε ένα πολυτελές ξενοδοχείο, μαζί με μια κυρία από την Πολωνία με τα παιδιά της, μεταξύ των οποίων εξαρχής ξεχωρίζει ο Τάτζιο. Ο νέος έφηβος συγκέντρωνε πάνω του μια αναγεννησιακή, σχεδόν αγγελική ομορφιά που δεν άργησε να τραβήξει την προσοχή του καλλιτέχνη.

Ο Άσενμπαχ δεν αργεί να πέσει θύμα ενός πλατωνικού, εξ αποστάσεως πάθους, παρακολουθώντας τον νέο στο ειδυλλιακό και κάπως ράθυμο σκηνικό του τουριστικού θερέτρου. Όλο αυτό το πλαίσιο, το δίχως άλλο, ευνοεί την παρακολούθηση που καλλιεργεί σταδιακά μια επιθυμία, ανεκπλήρωτη μεν, διαβρωτική δε.

Όλα αυτά συμβαίνουν πριν το ξέσπασμα μιας επιδημίας χολέρας, που πλήττει την πόλη και θα σήμανε και την φυγή του συγγραφέα. Ωστόσο, είναι αδύναμος να απαγκιστρωθεί από το ενδιαφέρον του για τον Τάτζιο, η οικογένεια του οποίου αρνείται να αποδεχτεί αυτό που συμβαίνει και να εγκαταλείψει την πόλη. Μαζί τους μένει και ο Άσενμπαχ, με όλες εκείνες τις συνέπειες που θα επιφέρει στην ζωή του η επιλογή αυτή.

Ο ήρωας

Ο Γκούσταφ Άσενμπαχ που πρωταγωνιστεί σε αυτό το αριστούργημα είναι μια φιγούρα τραγική που κυκλοφορεί στα γραφικά σοκάκια της Βενετίας έχοντας την επίγνωση πως εκεί βρίσκεται ο παράδεισος και η κόλασή του, ο θάνατος και η αναγέννησή του. Κυνηγά τον πόθο και την ηδονή σαν το σκύλο που κυνηγά την ουρά του χωρίς να υπάρχει ελπίδα να την αρπάξει ποτέ. Αυτό το αδιάλειπτο κυνηγητό νοηματοδοτεί την ύπαρξή του, τον ωθεί στη ζωή, αλλά συνάμα, ίσως και να του την στερήσει. Ζωοδόχος και θανατηφόρος, ο έρωτας και δη ο απαγορευμένος δίνει σάρκα και οστά σε μια πάλη, υπαρξιακή, φιλοσοφική, ηθική, με τον εαυτό του, τις αδυναμίες, τα πάθη και ταυτόχρονα, ένα αντίβαρο στην μοναξιά.

“Ο φον Άσενμπαχ είναι ένας μοναχικός, σιωπηλός άνθρωπος και κατά τον Μαν “η μοναξιά παράγει το αυθεντικό, το τολμηρά και ιδιόρρυθμα ωραίο, το ποίημα. Η μοναξιά όμως παράγει και το άσχημο, το δυσανάλογο, το παράλογο και το ανεπίτρεπτο” θα πει ο Δημήτρης Στεφανάκης. Ο ήρωά μας είναι μοναχικός, παγιδευμένος σε ένα παρόν δυσβάσταχτο από το οποίο αρνείται να ξεφύγει, διότι θεωρεί πως το μέλλον δίχως αυτό θα είναι ακόμα πιο δραματικό. Η Βενετία σηματοδοτεί για εκείνον μια δεύτερη ευκαιρία διαφυγής από όλο αυτό που βιώνει. Αν και θα βρεθεί εκ νέου φυλακισμένος στους πόθους του, η φιλοδοξία του τον τραβάει στην πόλη με κάθε κόστο και ρίσκο με την ελπίδα μιας λύτρωσης, μιας έμπνευσης, μιας αναγέννησης. Μήπως η ελευθερία που λαχταρά, δημιουργεί για αυτόν μια νέα τυραννία, σε παράλλαξη των στίχων του ποιητή…

Η γραφή

Με πλατωνικές και νιτσεικές αναφορές ο Μαν παρασύρει τον πρωταγωνιστή του στο θανάσιμο παιχνίδι του πόθου ίσως γιατί “ο πόθος είναι απόρροια της ελλιπούς γνώσης για τον άλλο” . Έτσι, με έντονη την επιθυμία, το ύψος εξομολογητικό και σιωπηλά αγωνιώδες, ενίοτε σε πυρετώδη κατάσταση πυροδοτεί μια δημιουργική όρεξη. Πρόκειται για ένα βαθιά φιλοσοφημένο, εσωτερικό αφήγημα, που η μετάφραση στα ελληνικά επιτρέπει με τον καλύτερο τρόπο να αναδειχθεί η αριστοτεχνική γραφή του Μαν που παρασέρνει τον αναγνώστη και επιτρέπει να φανερωθούν ευαγώς το υπόβαθρο του έργου και όλα τα μηνύματα και μοτίβα που επιθυμεί να μεταδώσει.

Το υπόβαθρο

Και σε αυτό το έργο του, ο Μαν ακολουθεί την πεπατημένη, το «θεμελιώδες μοτίβο» του συγγραφικού έργου του: ένας άνθρωπος ήρεμος και συμβιβασμένος με ό,τι συνιστά την πραγματικότητά του καθίσταται κοινωνός του διονυσιακού στοιχείου, το οποίο τον συνταράσσει και τον αποπροσανατολίζει. Είναι η λύση μπροστά στην ζωή και στον θάνατο, τις δυο όψεις του ίδιου νομίσματος: του έρωτα. Στην πραγματικότητα, ο Μαν έπλασε έναν χαρακτήρα εν είδει alter ego του, μέσα από τον οποίο αποτυπώνεται η δική του ομοερωτική του επιθυμία.

Στα απομνημονεύματά της, η σύζυγός του Κάτια Μαν επιβεβαίωνε ότι ο «Θάνατος στη Βενετία» στηρίχτηκε σε ένα ταξίδι που είχαν πραγματοποιήσει οι δυο τους στην πόλη, όπου κατέλυσαν στο Grand Hotel des Bains στο Λίντο και συνάντησαν διάφορα πρόσωπα, που αποτέλεσαν τον καμβά των χαρακτήρων του Μαν. Πολύ αργότερα, ο δημοσιογράφος Gilbert Adair αναγνώρισε τον Τάτζιο στο πρόσωπο του Βλάντισλαβ Μόες, γόνο Πολωνών αριστοκρατών, που πράγματι είχε πάει διακοπές με την οικογένειά του στη Βενετία το 1911 και τότε ήταν 10 ετών.

Αντί Επιλόγου

Μια ιστορία δυνατή, συγκινητική, έντονη που μιλά για κάτι αθώο, ανεκπλήρωτο και τραγικό. Ο Άσενμπαχ είναι μια φιγούρα που θυμίζει τις βασανισμένες ψυχές μιας μεγάλης τραγωδίας που πασχίζει να διαφυλάξει την ευαισθησία του και να προστευτεί από τον ίδιο του τον εαυτό, προτιμώντας την απομόνωση, την περιθωριοποίηση και μάλλον τον ίδιο τον θάνατο από την ζωή και τον έρωτα, όπως άλλωστε πράττουν πολλοί άνθρωποι. Ένα βιβλίο, σύντομο, αλλά βαθύ που διαβάζεται με ένταση και αφήνει ανεξίτηλο το σημάδι στο μυαλό και στην ψυχή του παραδομένου, ήδη από τις πρώτες σελίδες, αναγνώστη.

Πηγή:

https://www.lifo.gr/culture/vivlio/thanatos-sti-benetia-toy-tomas-man-apo-ton-potho-gia-mia-optasia-mehri-tis

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *