“Η Όπερα της Πεντάρας” του Μπέρτολτ Μπρεχτ

Είναι ένα έργο εμβληματικό και πολυδιάστατο. Με μια ιστορία γοητευτική και πρωταγωνιστές δύο από τους πλέον σημαντικούς δημιουργούς του θεάτρου του 20ου αι., τον Μπέρτολτ Μπρεχτ και τον συνθέτη Κουρτ Βάιλ, σε μια από τις εμπνευσμένες στιγμές συνεργασίας που γνώρισε ποτέ η τέχνη της σκηνής. «Η Όπερα της Πεντάρας είναι ένα πλήρες θέαμα –δεν τολμώ να γράψω απόλυτο θέατρο», έγραψε ο Μπερνάρ Ντορτ στην θεμελιώδη μελέτη του για τον Μπρεχτ. Η Όπερα της Πεντάρας τιμά το μουσικό θέατρο, την έννοια της διασκευής, την τέχνη του ηθοποιού. Και, βέβαια,  την τέχνη του θεατή, για την οποία ο Μπρεχτ πολλά έγραψε στην πορεία των χρόνων, προτείνοντας την πολιτική διάσταση στην αισθητική απόλαυση –μικρό δείγμα:

«Αν θέλει κανείς να φτάσει στην καλλιτεχνική απόλαυση, δεν αρκεί να καταναλώνει αναπαυτικά και αδαπάνητα το αποτέλεσμα μιας καλλιτεχνικής δημιουργίας. Είναι απαραίτητο να συμμετάσχει στη δημιουργία, να γίνει ο ίδιος ως ένα βαθμό δημιουργικός, να συναινέσει σε μια ορισμένη δαπάνη φαντασίας, να συνδέσει ή να αντιπαραθέσει την προσωπική του εμπειρία με την εμπειρία του καλλιτέχνη».

Κι όμως, με το που κλείνουν τα φώτα κι αρχίζει το τραγούδι του Μακ του Μαχαιροβγάλτη, κάθε προγραμματική αξίωση για το πώς πρέπει να δεις αυτό το έργο, ακυρώνεται. Η Όπερα της Πεντάρας, πριν και πέρα απ’ όλα τα άλλα, είναι ένα έργο που τιμά την ανεξάντλητη, την απαράμιλλη σαγήνη του θεάτρου. 

Μπρεχτ και Όπερα της Πεντάρας

Στα νιάτα του ο Μπρεχτ ερμήνευε τα ποιήματά του, σε μουσική δική του, σε μπυραρίες και καπηλειά, ακολουθώντας το παράδειγμα του Φρανκ Βέντεκιντ. Επιδίωκε την επαφή με τον μικρόκοσμο ενός «εξω-θεσμικού» χώρου, μ’ ένα ζωντανό κοινό που θα μπορούσε να συμπίπτει π.χ. με το αναγνωστικό κοινό των εφημερίδων. Υπάρχουν, δηλαδή, προηγούμενες επιρροές και εμπειρίες που οδηγούν τον Μπρεχτ στις αριστουργηματικές μπαλάντες της Όπερας της Πεντάρας.

Ανακαλύπτοντας την ballad opera

«Ο εμπνευσμένος ποιητής Μπέρτολτ Μπρεχτ ανακάλυπτε την παλιά Beggar’s Opera, που η γερμανική διασκευή της με τίτλο Η Όπερα της Πεντάρας γέμιζε τα θέατρα. Tout Berlin μουρμούριζε και σιγοσφύριζε τις ωραιότατες μπαλάντες της Τζένυς των Πειρατών και του Μακ του Μαχαιροβγάλτη…» γράφει για το Βερολίνο του 1928 ο Κλάους Μαν, γιος του Τόμας Μαν, συγγραφέας ο ίδιος του «Μεφίστο» στην αυτοβιογραφία του («Σημείο Καμπής», 1942). Φαίνεται πως η Γερμανία, ξεπερνώντας τις εξοντωτικές συνέπειες της ήττας του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και την περιπέτεια του πληθωρισμού, είχε ξαναβρεί το κέφι της. Τα πράγματα, δηλαδή η οικονομική κατάσταση, είχαν  αισθητά βελτιωθεί τα έτη 1924-1928, καθώς περίπου 25 δισεκατομμύρια δολάρια έφτασαν στη χώρα, τα μισά εκ των οποίων μέσω δανείων από τις ΗΠΑ.

Η νέα κρίση του Κραχ του 1929 θα άλλαζε εκ νέου τα δεδομένα, αλλά τον Αύγουστο του 1928, το Βερολίνο –και γρήγορα και η υπόλοιπη Γερμανία- μπορούσε να διασκεδάζει με το απροσδόκητο σουξέ αυτού του τύπου, που μελετούσε τις ιδέες του Μαρξ, έγραφε υπέροχα ποιήματα και μικρές ιστορίες, και με τα πρώτα θεατρικά έργα του (Μπάαλ, Ταμπούρλα στη νύχτα, Στη ζούγκλα των πόλεων,  Άντρας για Άντρα, Μικρό Μαχαγκόνι κ.ά.) ήθελε να ανατρέψει παλιές, αγαπημένες συνήθειες του αστικού θεάτρου και του κοινού του.

Η Όπερα του Ζητιάνου

Η επιτυχία της Όπερας της Πεντάρας από την πρώτη κιόλας παράστασή της αναγκαστικά συνδέεται με την τεράστια επιτυχία που γνώρισε στην εποχή της η Όπερα του Ζητιάνου (1728) του Τζον Γκέι (1685-1732), το έργο που ενέπνευσε και αποτέλεσε βασικό υλικό του έργου των Μπρεχτ-Βάιλ, και την εξίσου μεγάλη επιτυχία που γνώρισε η ‘αναβίωσή’ της στο Λονδίνο τη δεκαετία του 1920  (με 1.463 παραστάσεις στο Lyric Theatre!). Η στενή συνεργάτης του Μπρεχτ, Ελίζαμπετ Χάουπτμαν, του πρότεινε το έργο, το οποίο και άρχισε να μεταφράζει. Ο Μπρεχτ διέκρινε πως οι καινοτομίες του παλιού έργου υπηρετούσαν τις ιδέες και απόψεις που απασχολούσαν τον ίδιο, για ένα θέατρο σε διαλεκτική σχέση με τα πολιτικά και αισθητικά ζητήματα που έθετε η εποχή.

Γιατί στην Όπερα του Ζητιάνου ο Γκέι, θέλοντας να σατιρίσει την νεόκοπη δημοτικότητα του ‘καθώς πρέπει’ αγγλικού κοινού για την όπερα, έγραψε ένα έργο στο οποίο πρωταγωνιστούν πρόσωπα του υπόκοσμου, καθιστώντας σαφή τον συσχετισμό των κατεργαρέων της ιστορίας του με τους απατεώνες της καλής κοινωνίας.  Η μόνη διαφορά τους, υποστηρίζει,  είναι ότι οι πρώτοι δικάζονται και καταδικάζονται ενώ οι δεύτεροι είναι υπεράνω αστυνομικών και δικαστικών αρχών.  Ο Γκέι βρήκε έτσι έναν τρόπο να “εκδικηθεί” τους υπαίτιους του σκανδάλου με τις μετοχές της South Sea –ο ίδιος έχασε όλα τα χρήματά του- που έμεναν ατιμώρητοι υπό την προστασία της κυβέρνησης του Ρόμπερτ Γουόλπολ.  

Από την Όπερα του Ζητιάνου στην Όπερα της Πεντάρας

Ο Μπρεχτ βρήκε στην Όπερα του Ζητιάνου δύο στοιχεία που τον γοήτευσαν, κοινωνική κριτική και κοινωνιολογική κριτική του θεάματος, και που μπορούσαν  εύκολα να προσαρμοστούν στην «ιστορικότητα» της δικής του εποχής. Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης, η πρώτη κοινοβουλευτική δημοκρατία στην Ιστορία της Γερμανίας, παρότι δεν υπήρξε η επανάσταση που ονειρεύονταν οι προοδευτικές δυνάμεις της εποχής, επέτρεπε να διατυπωθούν απόψεις που δυο δεκαετίες πριν θα ήταν αδιανόητες. Το οικονομικά συμφέροντα καθόριζαν τις πολιτικές αποφάσεις και το κέρδος  ήταν η κινητήριος δύναμη πίσω από τον γερμανικό ιμπεριαλισμό και όχι οι εθνικιστικές ιδέες για την «αποστολή της Γερμανίας». Μετά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία (το 1933), και παρά τις πομπώδεις απειλές του κατά του κεφαλαίου, το σκηνικό όχι μόνο δεν άλλαξε αλλά επιβεβαιώθηκε με τη «συμμαχία» των μεγαλοβιομηχάνων με τον Χίτλερ και το καθεστώς του.

Υπόθεση

Κεντρικά πρόσωπα της Όπερας της Πεντάρας είναι ο κύριος Πίτσαμ, που έχει μία επιχείρηση ζητιάνων, και ο εγκληματίας (προαγωγός, ληστής και φονιάς) Μακχήθ, αρχηγός μιας εγκληματικής συμμορίας. Τον Μακχήθ παντρεύεται μυστικά η Πόλυ, η κόρη του Πίτσαμ. Ο κύριος και η κυρία Πίτσαμ θα κάνουν ότι μπορούν για να απαλλαγούν από τον ανεπιθύμητο γαμπρό, αγνοώντας ότι φίλος του από τα παλιά είναι ο Μπράουν, ο διευθυντής της Αστυνομίας. 

Το χρήμα λύνει και δένει όλες τις σχέσεις σε επίπεδο ζευγαριού, οικογένειας, κοινωνίας, κρατικών θεσμών, κι αυτό είναι που καταγγέλλει ο Μπρεχτ στην Όπερα της Πεντάρας αλλά με τρόπο που δεν θέλει να έχει ουδεμία σχέση με αληθοφάνεια και ρεαλισμό.

Το “Μπρεχτικό” Θέατρο και η Όπερα της Πεντάρας

Τα τραγούδια και οι μπαλάντες, ο αφηγητής που «δείχνει» τη σκηνική δράση ως τέτοια, και οι ηθοποιοί που δεν ενσαρκώνουν πρόσωπα αλλά δείχνουν ότι παίζουν ρόλους (π.χ. ο Πίτσαμ, στο τέλος του έργου, βγαίνει από τον ρόλο του και λέει στο κοινό τι πρόκειται ν’ ακολουθήσει), η ενισχυμένη θεατρικότητα κάποιων ρόλων (ο ηθοποιός που ερμηνεύει τον άνθρωπο που, για να βγάλει μεροκάματο, «ντύνεται» ζητιάνος για να παίξει την παράστασή του στο δρόμο και να αποσπάσει την ελεημοσύνη των περαστικών), οι πινακίδες με συνθήματα, εξυπηρετούν την περίφημη «αποστασιοποίηση», έτσι ώστε να επιτευχθεί το «παραξένισμα» των θεατών.

Στόχος της μπρεχτικής δραματουργίας είναι να διαμορφωθεί η συνθήκη που θα μετατρέψει τη σκηνή σ’ ένα, ας πούμε, εργαστήριο, και το θεατή σε ενεργό παρατηρητή, που ελέγχει και εξετάζει με κριτική διάθεση ό,τι συμβαίνει. Σε κείμενά του ο Μπρεχτ εξηγεί ότι το θέατρό του (που αρχικά χαρακτήρισε «επικό» και στη συνέχεια «διαλεκτικό») μπορεί να αποδοθεί σωστά αν η σκηνοθεσία φωτίζει την ιστορικότητα της σκηνικής πραγματικότητας. Μ’ άλλα λόγια,  τα γεγονότα και τα πρόσωπα των έργων του πρέπει να συνδέονται με την ιστορική διάστασή τους, ώστε το κοινό να μπορέσει, με τις αναγκαίες αφαιρέσεις και συγκρίσεις, να συνειδητοποιήσει την ιστορική συνθήκη της δικής του εποχής, και να εντοπίσει τις αλλαγές που έχει ανάγκη ο πραγματικός κόσμος (στις οποίες ο ίδιος οφείλει εμπράκτως να συμβάλει).


H Όπερα της Πεντάρας, το απόλυτο θέατρο

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *