Πέντε “άγνωστες” ταινίες – αριστουργήματα που αξίζει να δεις σήμερα

Το καλοκαίρι έφτασε στο τέλος του, ακολουθεί το φθινόπωρο (όχι ο χειμώνας) και η αλήθεια είναι πως η περίοδος των διακοπών ήταν μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία για όλους να δουν περισσότερες ταινίες και σειρές. Μετά από μια δύσκολη περίοδο για τη βιομηχανία, λόγω της πανδημίας, επιτέλους φέτος το καλοκαίρι είχαμε πολλές νέες κυκλοφορίες, ενώ – με τη βοήθεια των θερινών σινεμά – όλοι είχαν τη δυνατότητα να κάνουν βουτιά στη νοσταλγία και να παρακολουθήσουν παλαιότερες παραγωγές που είτε είχαν χρόνια να δουν είτε τις παρακολούθησαν για πρώτη φορά. Το καλοκαίρι, λόγω γενικότερου mood, προσφέρεται μεν για πιο ανάλαφρες επιλογές, όμως υπάρχουν και εκείνοι που ανήκουν στα «παμφάγα» του σινεμά και βλέπουν τα πάντα ανεξαρτήτως είδους. Σε αυτή τη κατηγορία ανήκω και εγώ ως συντάκτης του παρόντος άρθρου, και παρόλο που φέτος είδα πολλά πράγματα, αποφάσισα να γράψω το άρθρο αυτό για να φέρω στο προσκήνιο indie διαμαντάκια που δυστυχώς πέρασαν κάτω από τα radar τη περίοδο που βγήκαν, παρά το γεγονός πως δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτα απολύτως από τις blockbuster παραγωγές των πολλών εκατομμυρίων. Παρακάτω, λοιπόν, ακολουθούν 5 προτάσεις τέτοιων ταινιών που κατά τη προσωπική άποψη του συντάκτη είναι αριστουργήματα και που σίγουρα αξίζουν τον χρόνο σας.

You were never really here

You Were Never Really Here [DVD] [2017] - Best Buy

Το αισθητικό αριστούργημα της Lynne Ramsay με τον Joaquin Phoenix που έκανε πρεμιέρα το 2017 είναι σίγουρα μια πρόταση η οποία δεν είναι για όλους και ο λόγος είναι ότι βαδίζει περισσότερο στα χνάρια των arthouse ταινιών. Αυτό σημαίνει πως η δημιουργός δεν ακολουθεί τη πεπατημένη στο exposition της πλοκής και των χαρακτήρων και προσπαθεί να επικοινωνήσει στον θεατή πολλά περισσότερα από όσα επιφανειακά προβάλλονται μέσα από μία χαλαρή ματιά. Για αυτό και το trailer είναι αρκετά παραπλανητικό σε αυτό που θα περίμενε να δει ο καθένας. Μέσα από συγκεκριμένες αισθητικές επιλογές, λοιπόν, κοφτά, απότομα και γρήγορα flashbacks, συμβολισμούς και αλληγορίες, καθώς και κινηματογραφικά πλάνα τα οποία μπορούν να γίνουν κατανοητά μόνο σε παραλληλισμό με τον τίτλο, η Ramsay διηγείται μια ολόκληρη ιστορία που απαιτεί από τον θεατή αρκετή σκέψη και ανάλυση και ίσως και μια δεύτερη προβολή. Ως εκ τούτου το σημασιολογικό και συναισθηματικό βάθος, όπως και η αξία της ταινίας, κρύβονται σε όλη αυτή τη διαδικασία του προβληματισμού, αφού τίποτα απολύτως δεν προσφέρεται στο πιάτο. Αν, λοιπόν, δεν έχετε όρεξη να μπείτε σε αυτή τη διαδικασία αποκωδικοποίησης, τότε μάλλον η συγκεκριμένη ταινία δεν είναι για εσάς και σίγουρα δεν θα σας αφήσει και το στίγμα της. Αν πάλι σας αρέσουν αυτά τα πράγματα, τότε θα δείτε ένα υποτιμημένο αριστούργημα το οποίο συνοδεύεται από μία πολύ σκοτεινή και ενίοτε «ονειρώδη» αισθητική, καθώς και μία από τις καλύτερες ερμηνείες στη καριέρα του Phoenix. Για τη πλοκή εσκεμμένα δεν αναφέρουμε απολύτως τίποτα.

Hunt for the Wilderpeople

Hunt for the Wilderpeople (2016) - IMDb

 

Αν η προηγούμενη ταινία δεν είναι για όλα τα γούστα, το ίδιο δεν ισχύει σε καμία περίπτωση για τη ταινία που θα αναλύσουμε παρακάτω. Το Hunt for the Wilderpeople του Taika Waititi με τους Sam Neil και Julian Denninson διηγείται την ιστορία του επαναστατικού εφήβου Ricky και του θετού του θείου, οι οποίοι περιπλανιούνται κυνηγημένοι από τις αρχές στο δάσος της Νέας Ζηλανδίας. Επιφανειακά φαίνεται πως έχουμε μια ακόμα ιστορία ενηλικίωσης και ένα road movie. Όλα αυτά μέχρι να θυμηθούμε, όμως, πως το εν λόγω εγχείρημα προέρχεται από το τρελό μυαλό του Waititi. Ο Waititi είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση δημιουργού και αυτό γιατί καταφέρνει να συνδυάσει, με πολύ επιτυχημένο τρόπο, τη κωμωδία με το δράμα προσφέροντας ταινίες με πολύ ψυχή και με διαχρονικά μηνύματα, οι οποίες πάντα σου αφήνουν μια γλύκα στο τέλος. Το Hunt for the Wilderpeople δεν αποτελεί εξαίρεση και θα μπορούσα απλά να γράψω τη λέξη αριστούργημα στην αρχή αυτού του mini review και να το αφήσω εκεί, αλλά τότε δεν θα υπήρχε λόγος ύπαρξης του συγκεκριμένου άρθρου και κρίμα είναι. Με σπιρτόζικο, λοιπόν, διάλογο, πανέξυπνο χιούμορ, ευχάριστο pacing, εξαιρετικά καλογραμμένους χαρακτήρες και κάποια ενδιαφέροντα twists and turns, ο θεατής θα χαθεί στον κόσμο της ταινίας για τη 1 ώρα και 41 λεπτά που διαρκεί, θα γελάσει, θα συγκινηθεί και στο τέλος θα νιώθει πλήρης συναισθηματικά έχοντας ένα πλατύ χαμόγελο στα χείλη του, πράγμα σημαντικό. Είναι λίγες οι ταινίες που καταφέρνουν να δώσουν τέτοια ποικιλία συναισθημάτων και να «διδάξουν» ταυτόχρονα και για όλους αυτούς τους λόγους το φιλμ θα μείνει μαζί σας για πολύ καιρό.

Hostiles

Hostiles (2017)

Το 1892 ο βετεράνος λοχαγός Joseph Blocker αναλαμβάνει απρόθυμα να μεταφέρει με ασφάλεια τον αρχηγό της φυλής των Τσεγιέν, ονόματι Yellow Hawk, πίσω στα πάτρια εδάφη του, ξεκινώντας έτσι ένα επικίνδυνο ταξίδι με προορισμό τη Montana. Το σημείο κλειδί της υπόθεσης είναι ότι ο Joseph Blocker και ο Yellow Hawk είναι ορκισμένοι εχθροί και η συμπόρευση τους στα βάναυσα και αφιλόξενα μονοπάτια που θα ακολουθήσουν, θα τους φέρει αντιμέτωπους τόσο με τις μνήμες του παρελθόντος τους όσο και με τις αξίες και τα πιστεύω που ως τότε είχαν ακολουθήσει στη ζωή τους.

Αυτή είναι η πλοκή της ταινίας του Scott Cooper με τους Christian Bale, ο οποίος εδώ δίνει μια από τις πιο μεστές ερμηνείες της καριέρας του, τη Rosamund Pike, τον Ben Foster και τον Wesley Studi μεταξύ πολλών ακόμα. Όπως ο καθένας μπορεί να καταλάβει πρόκειται για ένα κλασικό road movie μέσα στο είδος του Western. Η πλοκή είναι απλή, το ίδιο και η εξέλιξή της, όμως μέσα στην απλότητα αυτή αναδύονται χαρακτήρες γραμμένοι με μαεστρία και θίγονται θέματα που σχετίζονται με τον ρατσισμό, την εξιλέωση, τη συγχώρεση και τη διερεύνηση του εαυτού. Η ταινία ουσιαστικά θριαμβεύει μέσα στην απλότητά της και το στυλ της σκηνοθεσίας είναι σε τόση αρμονία με τις θεματικές που προβάλλονται, ώστε θα μπορούσε άνετα να αποτελεί αντικείμενο μελέτης για νεαρούς σκηνοθέτες όσον αφορά το πώς μπορεί κάποιος να επικοινωνήσει όσα θέλει μέσα από την ατμφόσφαιρα, τα πλάνα και τις επιλογές που κάνει και όχι μόνο μέσα από διαλόγους.

Πρόκειται για ένα western παλαιάς κοπής, με μία χαρακτηριστική λιτότητα και στιβαρότητα σκηνοθετικά, καθώς και με έντονα τα στοιχεία της βίας και της βαναυσότητας. Η βία αυτή, όμως, που συνδυάζεται έξοχα με το σκληρό και δύσκολο ταξίδι το οποίο καλούνται οι χαρακτήρες να ολοκληρώσουν, δεν είναι μόνο εξωτερική, αλλά πηγάζει από μια διαρκή εσωτερική πάλη και μαυρίλα που έχει ριζώσει στη ψυχή του καθενός τους. Εδώ ακριβώς αναδεικνύονται και οι αρετές της ταινίας, στη ψυχογράφηση δηλαδή των χαρακτήρων της και στις μεταξύ τους σχέσεις. Εν ολίγοις πρόκειται για μια εσωτερική πάλη του καθενός με τους προσωπικούς του δαίμονες, η οποία άλλοτε οδηγεί σε ένα συναισθηματικό αδιέξοδο και άλλοτε σε γαλήνη. Πάντα, όμως, τα αποτελέσματα της εσωτερικής αυτής πάλης εκφράζονται στον εξωτερικό κόσμο της ταινίας είτε με εκρήξεις βίας, είτε με σύντομους διαλόγους, είτε με πλάνα από την αμερικανική ήπειρο είτε με απλές ματιές. Ως εκ τούτου κανένα πλάνο δεν είναι σπαταλημένο και τίποτα δεν είναι αδικαιολόγητο.

Το Hostiles περνάει βαθιά μηνύματα για την ανθρώπινη ψυχή και τις ανθρώπινες σχέσεις και καταφέρνει να συγκινήσει και να αποτυπωθεί με τον δικό του τρόπο στο μυαλό του καθενός. Ταυτόχρονα το soundtrack του Max Richter είναι έπος και η ταινία είναι must για κάθε σινεφίλ.

The Assassination of Jesse James by the Coward Robert Ford

The Assassination of Jesse James by the Coward Robert Ford (2007) - IMDb

Αυτός ο ασυνήθιστα μεγάλος τίτλος είναι ο τίτλος της ταινίας του Andrew Dominik που μας έρχεται από το μακρινό 2007, μία χρονιά με πολύ δυνατές ταινίες που άφησαν εποχή, όπως το There will be blood και το No country for old men. Ίσως αυτός είναι και ο λόγος που παραμελήθηκε, παρόλο που στο cast βλέπουμε αστέρες όπως ο Brad Pitt, ο  Casey Affleck, ο Sam Shepard, ο Sam Rockwell και ο Jeremy Renner. Τα τελευταία χρόνια, βέβαια, την έχουν παρακολουθήσει περισσότεροι άνθρωποι και η ταινία έχει αποκτήσει τη φήμη του κρυμμένου διαμαντιού στα «κλαμπ» των σινεφίλ.

Ο Robert Ford, λοιπόν, είναι ένας νεαρός που από τη παιδική του ηλικία έχει ειδωλοποιήσει τον μεγάλο εγκληματία της Άγριας Δύσης Jesse James. Όταν επιτέλους τον συναντάει από κοντά, προσπαθεί με νύχια και με δόντια να ενταχθεί στη συμμορία του, όμως στη πορεία γίνεται ζηλιάρης και μνησίκακος απέναντι στο άλλοτε είδωλό του. Αυτή είναι η πλοκή και η αλήθεια είναι πως ακούγεται εφάμιλλη καθώς όλο και κάτι θα έχουμε δει που της μοιάζει. Αν παραμείνουμε στα εξωτερικά της στοιχεία, τότε θα παρατηρήσουμε πως πρόκειται επίσης για western. Και στις 2 αυτές πτυχές της όμως, στην υπόθεση δηλαδή και στο είδος, η ταινία πρωτοτυπεί και αυτό γιατί δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση για ένα κλασικό και παλαιάς κοπής Western. Ως εκ τούτου ακόμα και εκείνοι που γενικά δεν είναι και πολύ του συγκεκριμένου είδους ταινιών, τότε μάλλον θα έπρεπε να το ξανά σκεφτούν για αυτή και μόνο τη ταινία.

Το φιλμ είναι μεν πολύ αργό, αλλά είναι πολύ βαθύ όσον αφορά το περιεχόμενό του και ξετυλίγει με εντυπωσιακό τρόπο τη σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ του Jesse James και του Robert Ford, καθώς και τις συνέπειές που αυτή έχει για τον καθένα. Ουσιαστικά εμείς παρατηρούμε μέσα από τον μεγενθυτικό φακό τις ενδόμυχες σκέψεις, τις επιθυμίες και τα βάσανα του καθενός και βλέπουμε σιγά-σιγά, αλλά μεγαλεπήβολα, να χτίζεται μπροστά μας ένα μεγάλο ψυχόδραμα χαμηλών τόνων που αναδύεται μέσα από τις ερμηνείες, την απίστευτη ατμόσφαιρα και τις στυλιστικές επιλογές του Dominik. Όλα αυτά παρέα με το εξαιρετικό soundtrack των Nick Cave και Warren Ellis που αδίκως σνομπαρίστηκε από την Ακαδημία, παρόλο που πρόκειται για μία από τις καλύτερες δουλειές της τότε δεκαετίας.

Για να μην μακρυγορούμε η παραπάνω ταινία είναι κάτι το ιδιαίτερο, κάτι το φρέσκο και το διαφορετικό και ο θρίαμβος της κρύβεται στις λεπτομέρειές της. Είναι από αυτά τα δημιουργήματα που συνεχίζουν να μένουν μαζί σου αρκετό καιρό μετά τη προβολή και να καλλιεργούνται μέσα σου και μόνο όταν καλλιεργηθούν πλήρως είσαι σε θέση να καταλάβεις τι είδες και τι βίωσες.

Paterson

Paterson (2016) - IMDb

Το Paterson του Jim Jarmush είναι μια ωδή στη ζωή με τη βοήθεια της ποίησης. Η πλοκή στην επιφάνειά της φαίνεται λίγο ξενέρωτη και σίγουρα αν σας το περιέγραφε κάποιος δεν θα ανυπομονούσατε να γυρίσετε σπίτι και να ανοίξετε τη τηλεόραση, αλλά στην ουσία της η ταινία αποτελεί βίωμα και είναι ίσως η πιο ρεαλιστική απεικόνιση της ανθρώπινης καθημερινότητας που έχει προβληθεί στην οθόνη. Για 2 ώρες, λοιπόν, παρακολουθούμε τον Adam Driver να υποδύεται έναν οδηγό λεωφορείου και part time ποιητή, να ξυπνάει, να τρώει πρωινό, να πηγαίνει στη δουλειά, να ακούει τις συζητήσεις των επιβατών, να γράφει τα ποιήματά του,να γυρνάει, να περνάει χρόνο με τη κοπέλα του, να πηγαίνει στο ίδιο μπαρ με το σκύλο του κάθε βράδυ, να γυρνάει σπίτι, να πηγαίνει για ύπνο και φτου και απ’ την αρχή. Ακούγεται συναρπαστικό ε; Όχι και τόσο.

Ωστόσο το εν λόγω φιλμ αποπνέει απρόσμενα μια ιδιαίτερη γοητεία και παρόλο που φαινομενικά η βαρεμάρα είναι μία λογική έκβαση, αυτό τελικά δεν συμβαίνει και ο λόγος δεν έγκειται τόσο στο ότι η κάθε μέρα που παρακολουθούμε από τη ζωή του Paterson έχει κάτι καινούργιο να μας δώσει, όσο στο ότι ο καθένας από εμάς ταυτίζεται σε υπερβολικά μεγάλο βαθμό με τον πρωταγωνιστή και η αλήθεια είναι ότι δεν μπορώ να βρω τις λέξεις που χρειάζονται για να τονίσω όπως πρέπει αυτή την ομοιότητα. Αυτό συμβαίνει διότι ο Paterson είναι λίγο πολύ ένας από εμάς και διάγει μια ζωή όμοια με τη δική μας. Όλοι μας, δίχως να το καταλαβαίνουμε πάντα, ζούμε «εγκλωβισμένοι» σε μία λούπα, σε μια ρουτίνα, η οποία όμως εμπλουτίζεται διαφορετικά για τον καθέναν από εμάς, αφού όλοι έχουμε διαφορετικά χόμπι, φίλους και συζητήσεις στη διάρκεια της κάθε ημέρας. Μέσα σε αυτή τη λούπα όλοι προσπαθούμε να βρούμε πράγματα που θα μας δώσουν μια διέξοδο. Η διέξοδος του Paterson λόγου χάρη είναι η ποίηση, το αγαπημένο του μπαρ και η σχέση του με τη κοπέλα του. Ταυτόχρονα, μέσα σε αυτή τη λούπα όλοι μας θα βιώσουμε μικρές και μεγάλες χαρές, αλλά και λύπες, νίκες και ήττες, ενώ άλλες μέρες θα κυλούν γρήγορα και ευχάριστα και άλλες όχι και τόσο. Παρόλα αυτά, όμως, πάντα μπορούμε να ξεκινήσουμε από την αρχή την αμέσως επόμενη ημέρα και να προσπαθήσουμε να βγάλουμε κάτι άξιο λόγου στο τέλος της, ώστε να πέσουμε για ύπνο περισσότερο χαρούμενοι. Όλα αυτά προβάλλονται στο Paterson. Τέλος, και αυτό είναι πολύ σημαντικό, η συγκεκριμένη ταινία θα μας κάνει να εκτιμήσουμε την αξία των μικρών χαρών που παίρνουμε καθημερινά, τις συζητήσεις με τους φίλους μας, το βραδινό ποτό, τις βόλτες και τους περιπάτους στο πάρκο και ό,τι ο καθένας θεωρεί καμιά φορά ασήμαντο χωρίς να κατανοεί πόσο σημαντικό είναι στη πραγματικότητα.

Θα μπορούσε πολλά ακόμη να πει κανείς για το Paterson, να το αναλύσει σε όλες του τις οπτικές και να γράψει για τη φιλοσοφία που προβάλλεται από πίσω του, όμως επιλέγουμε να μην το κάνουμε. Και αυτό γιατί η ταινία είναι ένα βίωμα τόσο ξεχωριστό, ώστε όσα διαβάζετε αυτή την στιγμή εδώ είναι περιττά σε σχέση με όσα θα βιώσετε. Θα κλείσω, ωστόσο, φτάνοντας στην διαπίστωση ότι το Paterson είναι η καλύτερη ταινία που είδα φέτος.

Βαγγέλης Φραγκούλης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *