“Η Κοιμωμένη” του Γιαννούλη Χαλεπά

Το 2017 συμπληρώθηκαν εκατόν σαράντα χρόνια από τη δημιουργία της Κοιμωμένης, του πιο γνωστού και συζητημένου έργου της νεοελληνικής γλυπτικής (“Η Κοιμωμένη”) και ογδόντα χρόνια από τον θάνατο του γλύπτη της, του Γιαννούλη Χαλεπά (1851/3;-1938). Το ταφικό μνημείο της νεαρής κόρης βρίσκεται στο Α’ Κοιμητήριο Αθηνών και φαίνεται να εικονογραφεί με τον πιο εύστοχο τρόπο τη σχέση των δύο δεινών θεών της ηροδότειας Θεογονίας, των δίδυμων αδελφών Ύπνου και Θανάτου.

Σελίδες επί σελίδων έχουν γραφτεί για την ιστορία του μνημείου, πολλές από τις οποίες τις έχει εμπνεύσει ο μυθοποιητικός ρομαντισμός του 19ου αιώνα, που έφτασε στο σημείο να πλέξει ειδύλλιο ανάμεσα στην κοπέλα και στον γλύπτη. Γνωρίζουμε κάποια δεδομένα για την ταυτότητα της Κοιμωμένης από άρθρο του δημοσιογράφου Γιάννη Φάτση (1930-1997) στην εφημερίδα Το Βήμα της Κυριακής (23 Δεκεμβρίου 1973).

Το έργο αποτελούσε το ταφικό μνημείο της δεκαεπτάχρονης Σοφίας, μιας από τις δύο κόρες –η άλλη ήταν η Μαργή, κατόπιν σύζυγος του καθηγητή της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Μιχαήλ Χατζημιχάλη (1835-1908)– του υφασματέμπορου από την Κίμωλο Κωνσταντίνου Οικ. Αφεντάκη. Ο Κωνσταντίνος Αφεντάκης είχε έρθει στην Αθήνα μετά από τον αδελφό του Γεώργιο, με τον οποίον άνοιξε κατάστημα στην οδό Ερμού. Ο Γεώργιος θα αφήσει κληρονομιά με τη διαθήκη του το 1899 για ίδρυμα και το 1907 το Αφεντάκειο Κληροδότημα Κιμώλου αποτελεί την υλοποίησή του με νομική μορφή φιλανθρωπικού ιδρύματος.

Οι δύο αδελφές πήραν καλή παιδεία, ενώ επιδίδονταν παράλληλα στη μουσική και σε άλλες τέχνες. Η Σοφή, όπως την έλεγαν χαϊδευτικά, είχε γεννηθεί το 1856. Αρρώστησε, όμως, ξαφνικά. Επίμονος βήχας και βάρος στο στήθος δεν ήταν καλά σημάδια… Μια έντονη ωχρότητα στο όμορφο πρόσωπο προμήνυε το χειρότερο: τη φυματίωση, νόσο αθεράπευτη ακόμα τότε.

Οι γιατροί σύστησαν στην κοπέλα να πάει κοντά στη θάλασσα. Υποχρεώθηκε τότε να φύγει από το πατρικό σπίτι στη συμβολή των οδών Σωκράτους και Αρμοδίου για την Κίμωλο. Στο νησί έμεινε κοντά στη θάλασσα, στο λιμανάκι της Ψαθής. Οι περίπατοι στην παραλία και οι βαρκάδες δεν τη βοήθησαν. Η Σοφή επιστρέφει αδύναμη στην Αθήνα. Την κατάστασή της την επιδείνωσαν και αιμοπτύσεις, μέρα με τη μέρα συχνότερες. Έπεσε πλέον στο κρεβάτι, χωρίς κάποιαν ελπίδα. Θα φύγει από τη ζωή στις 17 Δεκεμβρίου 1873.

Τέσσερα χρόνια μετά, το 1877, ο θείος της Γεώργιος Αφεντάκης παραγγέλλει στο νεαρό Τηνιακό γλύπτη Γιαννούλη Χαλεπά, επιτύμβιο μνημείο της. Ο Χαλεπάς δουλεύει τότε υπέρ το δέον, κατά μαρτυρία της μητέρας του. Το γύψινο πρόπλασμα είναι έτοιμο το 1878, όταν αρχίζουν και τα πρώτα συμπτώματα μελαγχολίας του γλύπτη.

Ο Γιαννούλης Χαλεπάς την εποχή της Κοιμωμένης

Το γλυπτό

Στο έργο απεικονίζεται σε αρχαιοπρεπή κλίνη η νεαρή κοπέλα ζωντανή, την ώρα που ψυχορραγεί. Το σώμα της κείτεται πάνω στο κρεβάτι, με φυσικότητα και χάρη. Εξαιρετικής κατεργασίας, σαν από ύφασμα και όχι από συμπαγές υλικό, από μάρμαρο, είναι οι πτυχώσεις του σεντονιού που πέφτει και καλύπτει το νεανικό, σφριγηλό κορμί. Αμέσως αισθάνεται κανείς τη θλίψη να τον διαπερνά. Το πρόσωπο της κοπέλας μοιάζει ακόμα ροδαλό.

Ο Χαλεπάς μόλις έχει επιστρέψει από το Μόναχο, όπου συνέχισε και ολοκλήρωσε τις σπουδές του από το 1873 έως το 1876 στη Βασιλική Βαυαρική Ακαδημία Καλών Τεχνών, κοντά στον κλασικιστή Max von Widnmann (1812-1895), με υποτροφία του Πανελληνίου Ιερού Ιδρύματος Ευαγγελιστρίας Τήνου. Είχαν προηγηθεί τα χρόνια της μαθητείας του στην Αθήνα, στο Σχολείο των Τεχνών, από το 1869 έως το 1872, δίπλα στον επίσης κλασικιστή γλύπτη του μεγάρου της Ακαδημίας Αθηνών Λεωνίδα Δρόση (1834-1882).

Tο πρότυπο της Κοιμωμένης ανιχνεύεται στην Κοιμωμένη Αριάδνη, αντίγραφο πρωτοτύπου του 2ου αιώνα π.Χ. Περνά στην Ludovica Albertoni του Gianlorenzo Bernini (1598-1680), έργο του 1671-75, στο παρεκκλήσιο Altieri στον San Francesco a Ripa. Στην Penelope Boothby του Thomas Banks (1735-1805), από το 1793, στο παρεκκλήσιό της στο Ashbourne. Στη Λιπόθυμη Μαγδαληνή του Antonio Canova (1757-1822), από το 1794-96, στο Palazzo Bianco της Γένοβας. Και στο ταφικό μνημείο της βασίλισσας Λουίζας της Πρωσίας, που το φιλοτέχνησε ο Christian Daniel Rauch (1777-1857) το 1818-27, στο Charlottenburg του Βερολίνου.

Λεπτομέρεια της Κοιμωμένης

Η κεκοιμημένη του Χαλεπά θέλει να μείνει στη ζωή! Το μαξιλάρι της είναι ψηλότερα βαλμένο, σαν να το έχει βάλει για να κοιμηθεί ανετότερα. Την όλη χαλάρωση της στάσης της την επιτείνουν τα μισάνοιχτα χείλη της και η μαλακή κάμψη του αριστερού ποδιού της σε λανθάνουσα κίνηση. Μοναδική υπόμνηση του θανάτου της, ο σταυρός που κρατάει με το αριστερό χέρι στο στήθος.

Το μοτίβο της Κοιμωμένης το επεξεργάστηκαν, μετά από τον Χαλεπά –ας σημειωθεί ότι το επανέλαβε το 1935 σε δύο γύψινα έργα του και το 1937 σε άλλα τρία επίσης γύψινα έργα, αλλά και σε σχέδιά του– και άλλοι γλύπτες στο Α’ Κοιμητήριο Αθηνών: οι Ιωάννης Βιτσάρης (1843-1892) το 1885, ο Γεώργιος Μπονάνος (1863-1940) το 1917, ο Γεώργιος Δημητριάδης ο Αθηναίος (1880-1941) και ο Ευάγγελος (Άγγελος) Βρεττός (1890-1942) το 1926. Κανενός όμως η Κοιμωμένη δεν πέρασε στη συνείδηση των απλών ανθρώπων ως Ωραία Κοιμωμένη.

Ο Χαλεπάς και η Κοιμωμένη του

Μόλις το 1913 δύο άλλοι Τηνιακοί γλύπτες, οι Λουκάς Δούκας (1890-1925) και Μήτσος Περάκης (1893-1965), θα σκαλίσουν την Κοιμωμένη. Το 1930 Χαλεπάς και Λάβδας ξαναβρέθηκαν στο σπίτι των ανιψιών του Χαλεπά, του τραπεζικού Βασιλείου (1894-1955) και της συζύγου του Ειρήνης (1894-1987), στην οδό Δαφνομήλη 35, όπου από τον Αύγουστο του 1930 έζησε μέχρι το τέλος του ο γλύπτης.

Στο σπίτι εκτυλίσσονταν καθημερινά σκηνές λαϊκού προσκυνήματος! Ο Χαλεπάς, υπό το κράτος της αναγνώρισής του, φέρεται να είπε στον Λάβδα για την Κοιμωμένη: «Α, ναι, εσύ μου την ξεχόντρισες», εννοώντας δηλαδή ότι ο Λάβδας δούλεψε μόνο σε αρχικό στάδιο το μάρμαρο. Ο άλλος μαρμαρογλύπτης είναι ο Γιώργης Χαμηλός, από το χωριό Πλατειά της Τήνου. Γεννημένος το 1854, είχε γνωριστεί με τον Λάβδα στο μαρμαρογλυφείο του πατέρα του Χαλεπά το 1876-77, όπου δούλευαν μαζί. Ήταν από οικογένεια μαρμαρογλυπτών.

Εργάστηκε στο μαρμάρινο κωδωνοστάσιο του ναού του Αγίου Γεωργίου Λυκαβηττού. Μετέφερε στο μάρμαρο προπλάσματα πολλών συναδέλφων του, χωρίς να τα έχει υπογράψει! Γύρω στο 1898 επέστρεψε στην Τήνο. Από εκεί η Μικρασιατική Καταστροφή τον έφερε στην Αθήνα, στο σπίτι πλούσιου ξαδέλφου του στο Κολωνάκι. Κατέληξε στην Τήνο, όπου και πέθανε.

Καταξίωση του Χαλεπά

Η Κοιμωμένη εντυπωσίασε και εντυπωσιάζει μέχρι σήμερα. Το 1879 η εφημερίδα Παλιγγενεσία την αποκαλεί κάλλιστο από όλα τα έργα του Α’ Κοιμητηρίου. Το 1915 ο λόγιος δημοσιογράφος Θεόδωρος Βελλιανίτης (1863-1933) σημειώνει στην εφημερίδα “Αθήναι” ότι βλέπει κανείς όλη τη σαρκική ευκαμψία, όλη την ανθρώπινη αίσθηση, όλη την εσωτερική έκφραση της ψυχής.

Το 1924 ο ζωγράφος, υφηγητής της Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και λογογράφος Αλέξανδρος Θ. Φιλαδελφεύς (1866-1955) στον ιστορικό, αρχαιολογικό και καλλιτεχνικό οδηγό του Μνημεία Αθηνών, που εκδόθηκε ακόμα στη γαλλική και στην αγγλική γλώσσα, την ονομάζει θαυμασιότατο γλυπτικό έργο των νεωτέρων Αθηνών.

Ακολουθούν οι έπαινοι δημοσιογράφων, όπως του Ζαχαρία Παπαντωνίου (1877-1940), του Μιχαήλ Ροδά (1884-1948), του Νικολάου Γιοκαρίνη (1893-1951), του Κώστα Αθάνατου (1896-1966), καθώς ακόμα και κείμενα ψυχιάτρων, γραφολόγων, αλλά και βιβλιοπωλών-εκδοτών, όπως ο Ρήγας Γαρταγάνης (1903-1966). Την περιέβαλε πλέον ο θρύλος που είχε τυλίξει και τον δημιουργό της. «Η “κοιμωμένη”… δημοσιογραφία των Αθηνών, εξυπνήσασα και τρίβουσα τα μάτια της, είδε πως ο Γιαννούλης Χαλεπάς ζη και βόσκει τα γίδια της αδελφής του. Φοβερόν!», γράφει ο ανήσυχος λόγιος ξυλουργός του Πύργου Τήνου, του χωριού του Χαλεπά, Νικόλαος Χ. Μωραΐτης (1871-1926/7) ως Αβδηρίτης.

Ο Χαλεπάς συγκέντρωνε κάθε προϋπόθεση για να αξιοποιηθεί ως ιδιάζουσα περίπτωση του τύπου του καλλιτέχνη που θα λάτρευε η κοινή γνώμη: εγκλεισμός στο Ψυχιατρείο της Κέρκυρας από το 1888 έως το 1902 και καταστροφή έργων του από το 1918. Κατά τη δεκαετία του 1920 ο γλύπτης ανακαλύπτεται, με επιστέγασμα τη βράβευσή του το 1927 από την Ακαδημία Αθηνών με το Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών. Ο πρόεδρός της, καθηγητής της Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Σίμος Μενάρδος (1871-1933) θα πει: «Εντός δύο ετών έπλασε το περίφημον μνήμα της Σοφίας Αφεντάκη […]». Εντούτοις, η εκτίμηση του Χαλεπά βασίστηκε στα έργα του μετά από το 1920, τα “μεταλογικά”.Ο φωτογράφος διασημοτήτων που μισεί το ρετούς

Ο γλύπτης και καθηγητής στη Σχολή Καλών Τεχνών Θωμάς Θωμόπουλος (1873-1937), που είχε πάει, εντεταλμένος του Υπουργείου Παιδείας και του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου, το 1922 στην Τήνο για να συναντήσει τον γλύπτη, θεωρεί ότι ο Χαλεπάς της δεκαετίας του 1920 «είναι ανώτερος από τον Χαλεπάν που εγνωρίσαμεν».

1930: Ο Χαλεπάς ξαναβλέπει την Κοιμωμένη του, 52 χρόνια μετά από τη δημιουργία της

Το 1930 ο Χαλεπάς επισκέπτεται πάλι την Κοιμωμένη. Τον συνόδευε κόσμος. «Από τον φόβο μη συγκινηθεί, τον πέρασαν πρώτα από άλλα μνημεία. Τ’ αναγνώρισε όλα, τα θυμούνταν με κάθε λεπτομέρεια. Όταν έφθασε μπροστά της, ζήτησε να τ’ ανοίξουν το κιγκλίδωμα και μπήκε. Κοίταξε σιωπηλά το έργο του και τα φευγαλέα κρυφά βλέμματα που ‘ριχνε προς το πλήθος, ενώ έμενε ασκεπής μπροστά στο έργο της νεότητάς του, μαρτυρούσαν πως φοβόνταν μην προδοθεί. Κάποιος τότε του είπε: “Λένε πως την έπλυναν με άκουα-φορτε και χάλασε”. Άπλωσε το χέρι του, θώπευσε τις αρμονικές πτυχές του υφάσματος, γέλασε ζωηρά και είπε, ενώ το χέρι του στηρίζονταν πάνω στο μάρμαρο με τρυφερότητα: “Δεν χαλάει!”» (Στρατή Δούκα, Υποθέσεις και λύσεις πάνω σε προβλήματα της ζωής και του έργου του Γιαννούλη Χαλεπά, Αθήνα 1970).

Το άγαλμα της ήρεμης εν χώρα ζώντων κόρης παραμένει σήμερα στον φυσικό χώρο του, στο Α’ Κοιμητήριο Αθηνών. Τα λουλούδια, ευλαβικό δώρο, πάνω της, εκφράζουν συναισθήματα που εξακολουθεί να εμπνέει η αγέραστη Κοιμωμένη.

ΠΗΓΗ: https://slpress.gr/politismos/i-koimomeni-toy-chalepa-i-istoria-toy-koryfaioy-neoellinikoy-glyptoy/

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *