Μια σύντομη ιστορία του Ιαπωνικού θεάτρου Νο

Αντί προλόγου

Οι ξένες από τη δυτική παράδοση τέχνες του θεάτρου, εμπεριέχουν έναν αλλιώτικο κόσμο, σωματικό, συναισθηματικό, διανοητικό και φιλοσοφικό. Πολύ ξένο είναι το ιαπωνικό θέατρο και στις τρεις μορφές του, το κουκλοθέατρο (μπουρακού), την τραγωδία (Νο) και το μελόδραμα (καμπούκι). Φυσικά το να είναι κάτι ξένο και διαφορετικό, δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να εντυπωσιάζει. Και αυτό κάνει το θέατρο Νο, λίγα λόγια για το οποίο συνελλέξαμε για να σας αφηγηθούμε.

Το θέατρο Νο γεννήθηκε σε μια εποχή (ιαπωνικός μεσαίωνας) που οι τέχνες άνθιζαν στην Ιαπωνία. Η λέξη Νo (οι Δυτικές μεταγραφές της, Νo-Νοο-Νοh, είναι διαφορετικοί τρόποι απόδοσης της μακράς συλλαβής) σημαίνει «ικανότητα, ταλέντο, δεξιοσύνη». Πατέρας του θεάτρου Νο θεωρείται ο Καν’αμι, αλλά ο μεγαλύτερος θεωρητικός, ερευνητής, συγγραφέας και ηθοποιός αναδείχτηκε ο γιός του, Ζεαμι. Η εκπαίδευση στο θέατρο Νο γίνεται μέσα στην οικογένεια. Σήμερα υπάρχουν πέντε σχολές-οικογένειες Νο, οι τέσσερις από τις οποίες υπήρχαν ήδη από το 14ο αιώνα.

Η φιλοσοφία

Η θρησκεία, πρώτη γεννήτρα του θεάτρου σ’ όλο τον κόσμο, στάθηκε και της γιαπωνέζικης θεατρικής έκφρασης η πηγή. Στην Ιαπωνία οι “Ιεροί χοροί” ήρθαν μαζί με τον Βουδισμό απ’ την Κορέα και την Κίνα και υιοθετήθηκαν απ’ τον ντόπιο Σιντοϊσμό. Σταδιακά έλαβε στοιχεία από τον Ιαπωνικό Βουδισμό Ζεν. Πρόκειται για ένα είδος θεάτρου που χρησιμοποιεί πολύ λίγα στοιχεία για να δείξει πολλά. Μοιάζει τόσο απλό, έως αυτή τη «ζεν» στιγμή που θα συνειδητοποιήσεις ότι στην πραγματικότητα είναι πολύ πολύπλοκο. Είναι ένα θεατρικό έργο όπου οι θεατές καλούνται να λειτουργήσουν τη φαντασία τους ενώ το παρακολουθούν να διαδραματίζεται επί σκηνής. Αξίζει να αναφερθεί ότι το θέατρο Νο αποτέλεσε ένα μέσο, ώστε να διασωθεί η παράδοση και ξεκίνησε να παρουσιάζεται σε εξωτερικές συγκεντρώσεις και κοινωνικές γιορτές. Λειτούργησε σαν τρόπος να θυμούνται οι μεγάλοι και να διδάσκονται οι νεότεροι την ιστορία τους, αλλά και να μη χάνουν την επαφή με τη φύση και τους θεούς.

Η θεματολογία

Τα Νo είναι δίπρακτα έργα και, σε σπάνιες περιπτώσεις, μονόπρακτα. Το ρεπερτόριο του Νo περιλαμβάνει έργα τα οποία επικεντρώνονται σε διάφορους τύπους μορφών και συνακόλουθα, κατατάσσονται σε διάφορες κατηγορίες: Ι) έργα θεών (κάμι Νo ή ουάκι Νo), έργα εισαγωγικά της παράστασης, με τελετουργικό ή δοξαστικό χαρακτήρα, 2) έργα μάχης (σούρα-μονό), με ήρωες συνήθως διάσημους πολεμιστές, 3) έργα όπου πρωταγωνιστούν γυναίκες (κάζουρά-μονό , κυριολεκτικά, «έργα περούκας»), 4) έργα ποικίλα (με πολλές διαφορετικές ονομασίες και θέματα, όπως «τρελών γυναικών» (κυoτζο-μονό), «μορφών του παρόντος» (γκεντζάι-μονό) κλπ) και 5) έργα τέλους (κίρι- Νo), έργα με ζωηρό ρυθμό και πρωταγωνιστές συνήθως δαίμονες ή άλλες υπερφυσικές μορφές, που κλείνουν τις παραστάσεις.

Πρόκειται κατ’ ουσίαν για ένα μακροσκελές ποίημα, το δεν ύφος του είναι εμπνευσμένος σε μεγάλο βαθμό από το έπος. Ο θάνατος και ο κόσμος των νεκρών, τα φαντάσματα και τα πνεύματα κυριαρχούν στα έργα του Νο και δημιουργούν μια από τις ωραιότερες λογοτεχνικές φόρμες. Οι ιστορίες του Νο είναι απλές, χωρίς πολύπλοκους χαρακτήρες και συνδεδεμένα γεγονότα και με ένα ηθικό δίδαγμα στο τέλος.

Το Νo επικεντρώθηκε στην περιοχή της ιστορίας και του μύθου, στη συμβολική απεικόνιση γεγονότων και καταστάσεων και, στα έργα του Ζεαμί ειδικότερα, σε μια χρυσή τομή ανάμεσα στο δραματικό στοιχείο και στην υψηλή λυρική ποίηση. Σ’ αυτή την αντίληψη συγκλίνουν και συμβάλλουν όλες οι συνιστώσες του Νo – από τη σκηνή και τα σκηνικά ως την τεχνική των ηθοποιών, τη μουσική, το χορό, ακόμη και τα θέματα των έργων. Στην εκτέλεση των παραστάσεων Νο υπάρχουν διάλογοι και αφηγηματικά μέρη, που τραγουδιούνται από το Χορό ή τους ηθοποιούς. Οι κινήσεις είναι συμβολικές και περιορισμένες. Παίζει μόνο ένας ηθοποιός, ντυμένος με παραδοσιακή ενδυμασία, ο οποίος αλλάζει μάσκες όταν πρόκειται να αλλάξει ρόλο. Δεν υπάρχουν καθόλου σκηνικά, αλλά μόνο μια ζωντανή ρυθμική υπόκρουση (αν και στην παράσταση στα Σκόπια ήταν μαγνητοφωνημένη), η οποία χρησιμεύει για τη διήγηση της ιστορίας στο έργο, ενώ ο ηθοποιός την εκφράζει με το χορό του. Κι αυτό είναι όλο.

Η ερμηνεία

Βασικό χαρακτηριστικό του Νο είναι ότι όλοι οι ρόλοι, ανδρικοί και γυναικείοι, παίζονται από άνδρες και ότι όλοι οι ηθοποιοί, ανεξαρτήτως ρόλου, κρατούν στο χέρι παραδοσιακή βεντάλια. Οι αναδιπλούμενες βεντάλιες χρησιμοποιούνται για να αντιπροσωπεύσουν αντικείμενα ή να εκφράσουν ενέργειες. Τα κοστούμια κουβαλούν ένα θρησκευτικό συμβολισμό και οι περισσότερες μάσκες έχουν μια ουδέτερη έκφραση ώστε ο ηθοποιός μέσω της γλώσσας του σώματος και των χειρονομιών, να μεταδίδει διαφορετικά συναισθήματα. Μόνον ο σιτέ, ο πρωταγωνιστής, φοράει πάντα μάσκα. Συνήθως το κείμενο είναι ένας ιδιαίτερης τεχνοτροπίας διάλογος ανάμεσα στον σιτέ, τον ουάκι και τον τσουρέ και αναφέρεται βασικά στα κατορθώματα ενός ήρωα. Οι περισσότεροι στίχοι εκφέρονται από τον σιτέ και είναι τα λόγια του κεντρικού χαρακτήρα. Ενίοτε ο σιτέ μοιάζει να περιγράφει τις πράξεις του από τη σκοπιά του εξωτερικού παρατηρητή, ενώ συχνά ο Χορός μιλά εξ ονόματος του σιτέ. Επίσης, στο θέατρο Νο δεν είναι τυχαία η σύνθεση του θιάσου. Αν μελετήσουμε, θα δούμε ότι υπάρχουν ρόλοι, οι οποίοι αφηγούνται την ιστορία στο κοινό, αυτοί που επεξηγούν την κατάσταση στον ήρωα και τέλος το κεντρικό πρόσωπο, το οποίο μέσα από μία σειρά δοκιμασιών, μέσα από το δράμα, προσπαθεί να καταλάβει το λόγο και το σκοπό του.

Η μάσκα, τα βαρύτιμα εντυπωσιακά κοστούμια, η μουσική και το λιτό σκηνικό, συμβάλλουν καθοριστικά στο τελετουργικό του. Η χρήση της μάσκας αποτελεί ένα κοινό σημείο με το αρχαίο δράμα. Η δημιουργία της μάσκας στο θέατρο Νο είναι από μόνη της μία τέχνη. Οι μάσκες καλύπτονται από ξύλο, συνήθως κέδρο, και βάφονται με μεγάλη σχολαστικότητα. Η δημιουργία τους περιλαμβάνει ξεχωριστή μαεστρία στη γλυπτική, ώστε να φαίνονται ζωντανές. Είναι πραγματικά πολύ εντυπωσιακή μία μάσκα Νο, γιατί καμία δεν μοιάζει με την άλλη, αφού κάθε ήρωας έχει τη δική του μορφή. Στόχος ενός ηθοποιού είναι να ζωντανέψει τη μάσκα του.

Η μουσική κινείται στον άξονα της ευαισθησίας και το σκηνικό σε αυτόν της λιτότητας. Οι παραστάσεις τελούνται πολλάκις σε εξωτερικούς χώρους και συγκεκριμένα σε εξέδρες που στηρίζονταν σε τέσσερις κίονες. Μάλιστα η σκηνή είναι ανοιχτή από τις τρεις πλευρές της ενώ η τέταρτη είναι ζωγραφισμένη με ένα φυσικό τοπίο. Συνήθως με ένα πεύκο, ένα γέρικο συστραμμένο πεύκο. Ένα βαρύ απομεινάρι μιας περασμένης ζωής.

Σημασία έχει, ακόμα, το ξεχωριστό περπάτημα των ηθοποιών, που σέρνοντας τα πόδια τους πάνω στη σκηνή μοιάζουν με φαντάσματα που γλιστράνε στον αέρα. Έχει ειπωθεί ότι το Νο είναι η τέχνη του βαδίσματος, και ένας σύγχρονος θεωρητικός του Νο, ο Kunio Komparu λέει ότι «μπορεί κανείς να νιώσει ένα έργο Νο απλά παρακολουθώντας τα πόδια των ηθοποιών». Στο χορό του Νο, που λέγεται mai, ο ηθοποιός πατάει βαριά στα πέλματά του σε αντίθεση με το δικό μας μπαλέτο όπου ο χορευτής στέκεται στις μύτες των ποδιών του. Διαφορετικοί κώδικες, διαφορετική αισθητική. Ο χορός odori, όπου ο ηθοποιός τινάζεται ψηλά, έχει λαϊκή προέλευση, σε αντίθεση με τον χορό mai που είναι αριστοκρατικός και γι’ αυτό κυριαρχεί στο Νο. Ο χορός των δύο θεοτήτων και των δύο δαιμόνων ήταν από τα πιο εντυπωσιακά σημεία του έργου.

Η Ελλάδα και το θέατρο Νο

Στη χώρα μας γνωρίσαμε το κλασικό ιαπωνικό θέατρο Νο σε αθηναϊκή παράσταση στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού στο μακρινό 1965. Τότε πολλοί από τους θεατές δεν ήταν σε θέση να αντιληφθούν την αφαιρετική του οπτική και την ιαπωνική κοσμοθεωρία που αυτό κουβαλούσε. Έκτοτε έχουν παρουσιαστεί διάφορα έργα.

Στα ιαπωνικά έργα που μεταφράστηκαν στη γλώσσα μας συγκαταλέγονται μερικά από τα ωραιότερα Νo: Το «Φόρεμα από Φτερά» (Χαγκορόμο, Hagoromo), ο «Μπενκέι στο Πλοίο» (Φουνά Μπενκέι, Funa Benkei), ο «Ποταμός Σουμίντα» (Σουμίντα γκαουά, Sumidagawa), «Αύρα των Πεύκων» (Ματσουκάζε, Matsukaze) κλπ (βλ. πρόγραμμα Ηρωδείου 1965), το «Φιλιατρό του Πηγαδιού» (Ιζούτσου, Izutsu, βλ. έκδοση το Ροδακιό, 1992), Τακασάγκο (Takasago, βλ. περιοδ. Ανακύκληση ΙΙ, 1987) κ.α. Από αυτά, ο «Μπενκέι στο Πλοίο» είναι έργο του Νομπουμίτσου (Kanze Kojir o Nobumitsu , 1435-1516) και ο «Ποταμός Σουμίντα», του Μοτομάσα (Juro Motomasa, 1395-1432). Το έργο “Ματσουκάζε” αναφέρεται ότι γράφηκε από τον Καν’αμί και αναθεωρήθηκε από τον Ζεαμί. Tα υπόλοιπα είναι έργα του Ζεαμί.

Αντί επιλόγου

Το Νο, όπως γενικά το θέατρο της Ασίας, είναι ένα Gesamtkunstwerk, ένα συνολικό καλλιτεχνικό έργο, όπως οραματίστηκε ο Βάγκνερ τις όπερές του, στα πρότυπα της αρχαίας τραγωδίας, όπου δηλαδή οι μορφές τέχνης που απαρτίζουν το έργο εκπροσωπούνται περίπου ισόποσα, χωρίς κάποια από αυτές να έχει την πρωτοκαθεδρία, όπως την έχει ο λόγος στο δυτικό θέατρο. Υπάρχει η εντυπωσιακή ενδυμασία, η μουσική, η όρχηση, ο λόγος φυσικά που στο μεγαλύτερό του μέρος είναι έμμετρος, και το τραγούδι. Με εξαίρεση το λόγο, η γλώσσα του χορού και της μουσικής είναι παγκόσμια, και μπορεί να καθηλώσει και έναν αμύητο θεατή. Πράγματι το πράττει. Και αυτό διότι δεν μεταφέρει απλά μια ιστορία, αλλά μια ολόκληρη φιλοσοφία, αυτή της Άπω Ανατολής, που αν και μακριά γεωγραφικά δεν απέχει πολύ από εκείνη του αρχαίου ελληνικού δράματος.

Πηγές:

Ανθολογία Ιαπωνικής Λογοτεχνίας, μτφρ. Αλεξάνδρα Σωτηρίου, εκδ. Μέδουσα

https://www.gr.emb-japan.go.jp/portal/gr/culture/culture15.htm

https://www.kathimerini.gr/culture/225867/theatro-kampoyki-mageia-kai-istoria/

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.