“Η Αγάπη άργησε μια μέρα” της Λιλής Ζωγράφου

Ένα από τα πιο ξεχωριστά έργα της Λιλής Ζωγράφου είναι αδιαμφιβήτητα το βιβλίο, “Η αγάπη άργησε μια μέρα”. Η ίδια η συγγραφέας το ξεχώρισε για έναν ιδιαίτερο λόγο, όπως έχει πει. “Από τα 23 βιβλία μου είναι εκείνο που με πόνεσε περισσότερο. Θα το έλεγα ερωτικό αν δεν κυριαρχούσε σε συτό η απάνθρωπη σκληρότητα της πατριαρχικής οικογένειας. Οι βασικοί χαρακτήρες είναι καθωσπρέπει γυναίκες που σπαταλούν τη ζωή τους στις κοινωνικές συμβάσεις και την ερωτική στέρηση.”

Η συγγραφέας

Η Λιλή Ζωγράφου γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης, στις 17 Ιουνίου του 1922, όπου πέρασε τα παιδικά της χρόνια. Ο πατέρας της ήταν εκδότης εφημερίδας με ιδιαίτερα φιλελεύθερες ιδέες για την εποχή του και πάθος για τη δημοσιογραφία. Φοίτησε στο Λύκειο Κοραής και στο Καθολικό Γυμνάσιο των Ουρσουλίνων στη Νάξο. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής φυλακίστηκε για αντιστασιακή δράση ενώ ήταν έγκυος και γέννησε στη φυλακή. Μετά την απελευθέρωση εργάστηκε ως δημοσιογράφος.

Τη διετία 1953-1954 έζησε στο Παρίσι. Από τη θέση της δημοσιογράφου αντιτάχθηκε στη δικτατορία του Παπαδόπουλου.  Μελέτησε όσο κανείς το Νίκο Καζαντζάκη, και έγινε ευρέως γνωστή για το βιβλίο της “Νίκος Καζαντζάκης, ένας τραγικός”, ενώ έκανε την εμφάνισή της στα γράμματα το 1950 με την  συλλογή διηγημάτων “Αγάπη”. 

Ήταν παθιασμένη με τη Λογοτεχνία και κυρίως με την ποίηση του Ελύτη για τον οποίο έγραψε το 1971, η δημιουργός των “Βιογραφία – Άπαντα Μ. Πολυδούρη” (1961), “Και το χρυσάφι των κορμιών τους” (1961), “Οι καταραμένες” (1962), “Οι Εβραίοι κάποτε”(1966), “Ο ηλιοπότης Ελύτης” (1971), “Επάγγελμα: Πόρνη” (1978), “Η γυναίκα σου η αλήτισσα” (1984), “Νύχτωσε αγάπη μου, είναι χθες” (1990), κ.α. Το μυθιστόρημά της “Η αγάπη άργησε μια μέρα” διασκευάστηκε και προβλήθηκε από την ΕΤ-1.

Έφυγε από τη ζωή, στις 2 Οκτωβρίου του 1998 μέτα από εγκεφαλικό επεισόδιο, στη γενέτειρα της. Ο λόγος της υπήρξε αντισυμβατικός και χαρακτηρίστηκε ως η σκοτεινή θεά Εκάτη της λογοτεχνίας μας.

Προς τιμήν της, ο Μίλτος Πασχαλίδης εκτέλεσε το τραγούδι “η Συβυρίτισσα”:

Υπόθεση

Μέσα από το έργο της “Η αγάπη άργησε μια μέρα” (1994) η Λιλή Ζωγράφου τονίζει τη σημασία της απελευθέρωσης από κάθε δεσμό, κάθε δυσκολία που μας καταπιέζει. Με άλλα λόγια, αφηγείται την καταπιεστική συμβίωση μιας πολύτεκνης οικογένειας με πέντε κόρες και δυο γιούς, υπό το ανηπόφορο πατριαρχικό καθεστώς, που ζητά τον κλασσικό καθωσπρεπισμό για τις γυναίκες και την απαιτούμενη αντρική πορεία για τους γιους. Οι χαρακτήρες των κοριτσιών διαφέρουν μεν, εξαναγκάζονται όμως να φοβούνται τον πατέρα και να ακολουθούν το πρότυπο της υποταγμένης μητέρας.

Οι πρώτες τρεις μεγαλύτερες κόρες, η Ασπασία, η Αικατερίνη και η Εργίνη, είναι υποταγμένες σε αυτό το πρότυπο ζωής, έχουν μεγαλώσει με αυστηρούς κανόνες ηθικής, με την πρώτη,την Ασπασία να έχει μετατραπεί σε μια γυναίκα αυστηρή και υπερβολικά πουριτανή. Η μικρότερη αδελφή τους, όμως η Ερατώ, μία έφηβη με όρεξη για ζωή και πολλή αθωότητα, ερωτεύεται έναν Ιταλό νεαρό που κρύβεται από τους Γερμανούς στο υπόγειο του σπιτιού τους. Ο έρωτας αυτός καταδικάζεται σύντομα αφού η Ερατώ μένει έγκυος και διώκεται ως άλλη πόρνη από την οικογένεια, με μέγιστη τιμωρία την απομάκρυνση από το μωρό που μόλις γέννησε.

Η οικογένεια αποφασίζει να μεγαλώσει το παιδί η πρωτότοκη και φυσικά ανύπαντρη, συντηρητική αδερφή της, ως φιλάνθρωπη στα μάτια της κοινωνίας. Αγαπημένο πλάσμα για την Ερατώ μέσα στην οικογένεια, είναι η αδερφή της Πηνελόπη, ένα ιδιαίτερο παιδί με ειδικές ανάγκες, που όμως το ένστικτο του υπερτερεί των υπολοίπων και όνειρό της είναι να δει τη θάλασσα. Η οικογένεια φυσικά θεωρεί την Πηνελόπη “τέρας” αφού διαφέρει του “φυσιολογικού”.

Κρατάμε ως δεδομένο το γεγονός οτι οι γυναίκες ήταν υποχρεωμένες να ακολουθούν τα κοινωνικά στερεότυπα της εποχής και οτιδήποτε παρέκλινε του φυσιολογικού στα μάτια της κοινωνίας, ήταν αποτρεπτικό. Μέσα από πολλές δυσκολίες και κακουχίες που βιώνουν οι διαφορετικές γυναίκες αυτές, η καθεμία καλείται να ξεδιπλώσει τον δικό της χαρακτήρα, που άλλοτε είναι αυστηρός και αυταρχικός, όπως στην περίπτωση της Ασπασίας και άλλοτε είναι γλυκός και στοργικός, όπως στην περίπτωση της Πηνελόπης.

Η σειρά

Το 1997 η ΕΡΤ προβάλλει τη σειρά, βασισμένη στο ομότιτλο βιβλίο. Η σειρά, που γυρίστηκε στην Παλλήνη, την Αρκαδία, τη Βοιωτία, την Εύβοια και στο Γαλαξίδι, στα τηλεοπτικά βραβεία «Πρόσωπα» απέσπασε 11 βραβεία. Πρωταγωνιστούν: Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Τάνια Τρύπη, Νικόλας Φαράν, Πέγκυ Τρικαλιώτη, Αφροδίτη Γρηγοριάδου, Γιώργος Μοσχίδης, Βασίλης Διαμαντόπουλος, Μηνάς Χατζησάββας, Φίλιππος Σοφιανός, Βαλέρια Χριστοδουλίδου, Ζωζώ Ζάρπα, Χριστίνα Κουτσουδάκη, Μαρίνα Ψάλτη, Μαρία Καβουκίδου, Δημήτρης Τζουμάκης, Θανάσης Κουρλαμπάς.

Απόσπασμα από το βιβλίο

Η σιωπή βασίλευε στην περιοχή τόσο που φαινόταν ακατοίκητη μες στο φθινοπωρινό σούρουπο ντυμένο στα ρόδινα ως πορτοκαλιά — αραχνοΰφαντες μουσελίνες που πλέανε στο κενό ξεκολλημένες από τον ουρανό. Τα θεριεμένα δέντρα, θάμνοι και λουλούδια όλα προμηνύματα εγκατάλειψης ακατάστατα φυτρωμένα, δημιουργούσαν έναν φράχτη που απόκοβε τη θλιβερή μουδιασμένη κωμόπολη από το μισοκρυμμένο σιωπηλό σπίτι των Φτενούδων. Παραμερίζοντας την πυκνή πρασινάδα στο μονοπάτι που οδηγούσε στη μισάνοιχτη καγκελένια είσοδο μπορούσες ν’ αντιληφθείς αθέατος δύο ή τρεις σκοτεινές κι αθόρυβες φιγούρες μάλλον γυναικείες να πηγαινοέρχονται με μπαμπακένια βήματα στον εξώστη του σπιτιού. Δεν ήξερες αν ήταν τρεις ή μία και η σκιά της, τόσο ίδιες, παμπάλαιες, σαν ξεθωριασμένες φωτογραφίες κάποιων που δεν ζουν τώρα και δεκαετίες. Μέσα από τη χαμηλοτάβανη κουζίνα του πάλαι ποτέ διώροφου αρχοντικού ακουόταν ο θόρυβος μιας αναπνοής που αγωνιζόταν να επαναληφθεί. Η αχαμνή φωτιά του τζακιού όπου σιγόκαιγαν λιγνά ξυλαράκια και θαμνόκλαδα έδινε εφιαλτικά σχήματα στα αντικείμενα που περιβάλλανε τη γριά που ξεψυχούσε. Το λαμπιόνι των δεκαπέντε κηρίων απαγορευόταν — κατ’ εντολήν της ετοιμοθάνατης — ν’ ανάψει πριν πήξει το σκοτάδι έξω.

Οι τρεις άλλες, ανάστατες, ψιλοκουβέντιαζαν στην αυλή. Ο γιατρός ομολόγησε πριν λίγο λυπημένος στην Εργίνη ότι η κυρία Ασπασία δεν θα ζούσε πέρα από ένα εικοσιτετράωρο το πολύ. «Τα χρόνια, βλέπετε, δεν βοηθούνε».

Η Εργίνη με κοψιά και στήσιμο μόνιμου λοχία τον κεραυνοβόλησε με το βλέμμα για τη διπλή βλασφημία. Πρώτον η Ασπασία είναι δεσποινίς, αλλά και για τον υπαινιγμό της ηλικίας που ήταν απαράδεκτος. Πάει εκείνος ο παλιός οικογενειακός τους γιατρός που σεβότανε τον άγραφο νόμο να αναφέρονται ηλικίες και ημερομηνίες γέννησης γιατί φυσικά ήταν μεγαλύτερος και από τον μακαρίτη τον πατέρα τους. Τι να περιμένεις απ’ αυτούς τους ανίδεους νέους επιστήμονες; Λες κι είναι δυνατό να χαθεί η αδελφή Ασπασία σαν να ’ταν ο πρώτος τυχών. Ποιος θ’ αποφάσιζε για την καθημερινή ζωή των τριών αδελφών και ποιος θα εμφανιζόταν σαν επίσημος εκπρόσωπος της οικογένειας Φτενούδου. Κοίταζε καταθυμωμένη την έξοδο απ’ όπου έφυγε πριν λίγο ο γιατρός, αγανακτισμένη για την ιεροσυλία που ξεστόμισε. Ποια ήταν η Ασπασία για να πεθάνει όπως όλοι; Η Ασπασία που τη σεβόταν όλο το Νεοχώρι και που διετέλεσε μέλος της επιτροπής προστασίας του ιστορικού ναού της Παναγιάς της Φερμαλίνας. Βέβαια τον ίδιο κλονισμό είχαν ζήσει και με το θηριώδη πατέρα πού, αφού αρρώστησε, τις βεβαίωνε τότε η Ασπασία πως ένας Φτενούδος δεν πεθαίνει έτσι έτσι και πως θα νικούσε καθώς κι ο Διγενής το Θάνατο στα μαρμαρένια αλώνια. Ένας άρχοντας Φτενούδος δεν πεθαίνει εύκολα γιατί προσβάλλεται ή Φύση. Και είχε δίκιο γιατί έμεινε μήνες κρεβατωμένος, αλλά κανείς δεν έμαθε από τι έπασχε. Όσες φορές του πρότεινε η μητέρα, μ’ όλο το σεβασμό, να καλέσουν γιατρό, εκείνος γαύγιζε σαν μανιασμένο σκυλί, δείχνοντας μέσ’ από τ’ αγκαθωτά άσπρα γένια του τα βρώμικα κίτρινα δόντια του, «δεν χρειάζομαι κανένα χαραμοφάη να μου παραστήσει τον πολύξερο. Εγώ ξέρω πότε θα σηκωθώ», φώναζε φτύνοντας ματωμένα σάλια.

Δεν σηκώθηκε ωστόσο ποτέ. Οι κόρες του, σίγουρες για την παντοδυναμία του, αναστατώθηκαν όταν φώναξε η μάνα τους, «ο πατέρας σας πέθανε». Έτρεξαν όλες κι έσκυψαν πάνω από το ακίνητο πτώμα, βέβαιες ότι αντίκρυζαν μια ανωμαλία της ζωής. Στα μάτια ολονών τους διάβαζες την ίδια απορία: ώστε πεθαίνει ένας φοβερός Φτενούδος;

Δυσκολεύτηκαν για καιρό να παραδεχτούν το θάνατό του. Όχι συναισθηματικά. Καθόλου. Ούτε τους ζήτησε ποτέ αγάπη ούτε τούς πρόσφερε άλλο από την τρομάρα. Και τώρα τρόμαζαν για την ανατροπή του. Τον ξέρανε πανίσχυρο κι ανάλγητο και πολύ καιρό μετά το θάνατό του κοψοχολιάζανε μπας και κάποια στιγμή εκτιναχτεί από τον τάφο του — καθώς του άναβαν το καντήλι — και τους ζητούσε το λόγο, για το πώς όντας κατώτερές του τολμούσαν να επιζούν με τέτοιο θράσος και υγεία προσβάλλοντας τον ανίκητο πατέρα. Δυσκολεύτηκαν πολύ να συνηθίσουν στην ιδέα πως δεν θα χρειαζόταν να λογοδοτήσουν γιατί επιζούσαν υπερβαίνοντας την εξουσία του αψηφώντας τον.

Ζήλευαν τη μάνα τους την Εριφύλη που αποδέχτηκε νηφάλια το θάνατό του. Φοβότανε σίγουρα και κείνη τη συνάντησή της με τον Θεό για το μεγάλο της αμάρτημα που δεν εξομολογήθηκε ποτέ. Αλλά πίστευε πως οι νεκροί δεν αισθάνονται σαν τους κακόμοιρους τους ζωντανούς και πως η ίδια δεν θα φοβόταν πια τίποτα και κανέναν όσο τον Μιχαήλο Φτενούδο επί σαράντα τρία τόσα χρόνια αγέλαστα και τρομοκρατημένα, με την ψυχή ωστόσο γεμάτη περιφρόνηση κι αφού του γέννησε εννιά παιδιά, τρεις γιους και έξι θυγατέρες σύμφωνα με τα χαρτιά.”


https://www.klik.gr/gr/el/vivlio/i-agapi-argise-mia-mera-i-aristourgimatiki-istoria-tis-lilis-zografou/
https://program.ert.gr/details.asp?pid=3591346&chid=11

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.