Devil Judge: ένα ψηφιακό λαϊκό δικαστήριο είναι το μέλλον της δικαιοσύνης;

Αντί Προλόγου

Το 2021, ήταν αναμφίβολα, η χρονιά της κορεατικής μικρής οθόνης, με το “Squid Game” ελληνιστί “Παιχνίδι του Καλαμαριού”, αλλά και άλλες κορεάτικες σειρές να αναρριχώνται στην κορυφή της τηλεθέασης της πλατφόρμας του Netflix (Hometown Cha Cha Cha, Hellbound κ.α.). Δεν πρόκειται, βέβαια, για ένα φαινόμενο μεμονωμένο, αφού το κορεάτικο κύμα (Hanryu ή συνήθως Hallyu) που μεταφράζεται ως η εξαγωγή πολιτιστικού προϊόντος είναι μια πολιτική που η χώρα έχει αγκαλιάσει και ενστερνιστεί βαθύτατα, ως μια προσπάθεια να αυξήσει τα έσοδά της, αλλά και την φωνή της, να εδραιώσει την θέση της μετά την γεμάτη δεινά και δυσχέρειες ιστορία της. Και μοιάζει να το κατορθώνει επιτυχώς. Τα τελευταία χρόνια, η Νότια Κορέα μας έχει χαρίσει κινηματογραφικά διαμάντια που δεν έμειναν απαρατήρητα ούτε από την χολιγουντιανή κινηματογραφική βιομηχανία ούτε από τον δυτικό κόσμο.

Παρόμοια πρόοδο με την μεγάλη οθόνη παρατηρείται και στις, σαφώς, μικρότερου βεληνεκούς τηλεοπτικές σειρές. Δυστυχώς, όσες από αυτές δεν ενδύονται παραγωγή κάποιας μεγάλης γνωστής πλατφόρμας, δύσκολα γίνονται γνωστές έξω από τα όρια της Άπω Ανατολής και των γεωγραφικά γειτονικών χωρών που ανέκαθεν τις υποστήριζαν (Φιλιππίνες, Ταϊλάνδη κ.α.) και ακόμα πιο δύσκολα φτάνουν στον έλληνα τηλεθεατή που ανέκαθεν διακρινόταν από μια κοντόφθαλμη λογική απέναντι στο τόσο μακρινό γλωσσικά, ιδεολογικά και από άποψη κοσμοθεωρίας, όντας θιασώτης των “αμερικανιών” και των σαπουνόπερων ελληνικής, τουρκικής ακόμα και μεξικανικής προέλευσης.

Με την σταδιακή ανάδειξη του Kpop, προωθήθηκε σημαντικά η κορεάτικη γλώσσα και κουλτούρα και μαζί με αυτή και οι σειρές της που στην αργκό των οπαδών τους αποδίδονται ως kdramas. Παρά τις πολύ προσεγμένες ως επί το πλείστον παραγωγές τους, δεν διακρίνονται όλα τα kdramas από εκείνο το βάθος που μας έχει συνηθίσει ο ασιατικός κινηματογράφος. Ωστόσο, πρόκειται ως επί το πλείστον για ιδιαίτερα προσεγμένες παραγωγές, με εξαιρετικό καστ, ενδιαφέρουσα φωτογραφία και καλά δομημένες πλοκές, μέσα από τις οποίες επιχειρείται, σχεδόν, πάντοτε η προσπέλαση ενός μηνύματος στον θεατή.

Λίγα λόγια για την πλοκή

Μια τέτοια σειρά είναι και το The Devil Judge (악마판사 Agmapansa ), ένα mini series 16 επεισοδίων που έκανε πρεμιέρα στο tvN τον Ιούλιο του 2021 και ολοκληρώθηκε τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς. Να σημειώσουμε πως η δομή των 16 μακροσκελών σε γενικές γραμμές (άνω της μιας ώρας) επεισοδίων είναι σχεδόν, με εξαιρέσεις φυσικά, ο κανόνας στα kdramas. Είναι διαθέσιμο, πλέον, σε αρκετές συνδρομητικές πλατφόρμες, και με ελληνικούς υπότιτλους.

Η ιστορία ξεκινά σε μια δυστοπική Νότια Κορέα που έχει βιώσει την επέλαση ενός θανατηφόρου μεταδοτικού ιού που εξελίχθηκε σε πανδημία και μια σοβαρή οικονομική κρίση που οδήγησε σε πολιτικές αναταράξεις. Ένας μεγάλος αριθμός πολιτών ζει κάτω από το όριο της φτώχειας, ενώ ο πλούτος έχει συγκεντρωθεί στα χέρια μιας ελιτίστικης ολιγαρχίας που εξήλθε αλώβητη από αυτό το πανδαιμόνιο. Ο Seo Jeong-hak (Jeong In-gyeom) είναι ο Πρόεδρος του Ιδρύματος Κοινωνικής Ευθύνης, μιας βιτρίνας προκειμένου να αποσπά χρήματα από τους πολίτες και με αυτά να ικανοποιεί την ακόρεστη επιθυμία για κέρδος των Min Yong-sik (Hong Seo-joon) και Park Du-man (Lee Seo-hwan), διεσεκατομμυριούχων επιχειρηματιών που ελέγχουν την αγορά και ΜΜΕ. Την τριάδα αυτή συμπληρώνει η φιλόδοξη Υπουργός Δικαιοσύνης Cha Kyung-hee (Jang Young-nam) και μελλοντική πρόεδρος. Στο πόδι της προς το παρόν βρίσκεται ένας πρώην κωμικός ηθοποιός, γνωστός για τα εθνικιστικά του φρονήματα, ο Heo Joong-se (Baek Hyun-jin). Δεξί χέρι του Προέδρου του Ιδρύματος είναι η Διευθύντρια Jung Sun-ah (Kim Min-jung) που κατόρθωσε να ανέλθει από την πρότερη χαμηλή κοινωνική της θέση και να κατακτήσει μια καρέκλα στο κέντρο λήψης αποφάσεων. Με γνώμονα το κέρδος, οι εξουσιάζοντες, εμφανείς και αφανείς ποδηγετούν την κοινή γνώμη, χαρίζοντας απλόχερα άρτο και θέαμα στους αποχαυνωμένους πολίτες.

Σημαντικό πιόνι στο παιχνίδι τους ο δικαστής Kang Yo-han (Ji Sung) που μαζί με τους παρέδρους του Kim Ga-on (Park Jin-young) και Oh Jin-joo (Kim Jae-kyung) προεδρεύει σε ένα νέο, ψηφιακό, λαϊκό δικαστήριο. Στο νέο δικαστήριο αυτό που μεταδίδεται ζωντανά, οι πολίτες της χώρας που όπως τονίζει ο αρχιδικαστής, είναι αυτοί που φέρουν την πραγματική εξουσία, μπορούν να καταθέτουν την γνώμη τους ως προς την ενοχή ή την αθωότητα του φερόμενου ως κατηγορούμενου. Σαν ένα νέο σώμα ενόρκων, ο πληθυσμός έχει χάρις στο δικαστήριο αυτό την δυνατότητα να συμμετέχει άμεσα στα κοινά, κατά την λήψη μιας δικαστικής απόφασης, αφού ακούσει τα επιχειρήματα και τις προσκομησθείσες αποδείξεις εκατέρωθεν. Βέβαια, την τελική γνώμη φέρει πάντοτε ο αρχιδικαστής και η απόφαση επαφίεται σε εκείνον, με την συνδρομή και την υποστήριξη, βέβαια των πολιτών. Έτσι, ο Kang Yo-han θα φέρει στο ειδώλιο υποθέσεις που τα συμβατικά δικαστήρια θα προσπερνούσαν, θα καταστήσει σαφές εξαρχής πως δεν πιστεύει στην έννοια της δικαιοσύνης και πως σε έναν κόσμο άνισο και άδικο, οι ισχυροί δεν πρέπει να διαφεύγουν των ευθυνών τους. Για να κατορθώσει το όραμά του θα μετέλθει μεθόδων παράνομων που θα προκαλέσουν αναταραχές και θα τον φέρουν αντιμέτωπο με τους ακολούθους του, τους αντιπάλους, αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό.

Λίγα λόγια για τους χαρακτήρες

Μπορεί ο αρχιδικαστής να είναι η κεντρική φιγούρα της ιστορίας, αλλά γύρω του σταδιακά ξεδιπλώνονται τα προσωπικά δράματα όλων των ηρώων. Αν όχι όλοι, οι περισσότεροι μοιάζουν να έχουν δύο πρόσωπα, μια θλιβερή και μια αηδιαστική οπτική, κρύβουν μέσα τους έναν άγγελο αλλά και έναν διάβολο, έναν εν δυνάμει άγιο και ένα εν δυνάμει τέρας. Με αριστοτεχνική υποκριτική η πλειονότητά τους καταφέρνει να αναδείξει αυτή την διπολικότητα που εν τέλει είναι εγγενής της ανθρώπινης φύσης. Εξάλλου, οι Ανατολίτες ήταν οι πρώτοι που μίλησαν για την ύπαρξη μιας σταγόνας καλού σε έναν ωκεανό κακού με τον Γιν και το Γιανγκ τους. Ο θεατής παρακολουθεί με αμείωτο ενδιαφέρον και άλλοτε συμπονεί τους χαρακτήρες, ενίοτε τους μισεί και άλλες στιγμές τους συμπονεί. Ίσως, σε κάποιους από αυτούς να βρίσκει και τον εαυτό του. Αυτή είναι η μαγεία και του θεάματος στην τελική.

Ο Ji Sung αποδεικνύει για άλλη μια φορά πόσο καλός ηθοποιός είναι, αφού μέχρι τέλους μας κάνει να αμφιβάλλουμε για εκείνον, είναι ικανός να αποτυπώνει την ακρότητα των συναισθημάτων, των αντιδράσεων και της στάσης του ήρωα που υποδύεται. Εξαιρετική, επίσης, ως συνήθως η Jung Sun-ah μέσα από την δική της αμφίθυμη και αναποφάσιστη φιγούρα. Αν και όλο συνολικά το καστ αποτελείται από πολύ καλούς ηθοποιούς, από τον πιο ασήμαντο ως τον πιο σημαντικό ρόλο, η ερμηνεία του συμπρωταγωνιστή Park Jin-young αν και σε κάποιες σκηνές κόβει την ανάσα, σε γενικές γραμμές ήταν μάλλον υποδεέστερη σε σχέση με τους συμπρωταγωνιστές του, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν ενσάρκωσε τον νεαρό δικαστή και θύμα μιας εκατέρωθεν σκευωρίας Kim Ga-on με τον τρόπο που του άρμοζε.

Λίγα λόγια για το πλαίσιο της σειράς

Γενικά, τέτοιου σε τέτοιου είδους σειρές δεν εστιάζει κανείς στην σκηνοθεσία, όσο στην ροή της πλοκής και το μήνυμα που επιθυμεί να περάσει. Είναι ένα έργο που αποτελείται από διαρκώς μεταβαλλόμενες καταστάσεις, ασθματικές αλλαγές σκηνών και χαρακτήρων. Επομένως, η γρήγορη σκηνοθεσία του, με τα μουντά κατά κόρον πλάνα, του ταιριάζουν αδιαμφισβήτητα. Ο σκηνοθέτης γνωρίζει πως να εστιάζει εξαρχής σε κάποιες λεπτομέρειες που μέλλει να επηρεάσουν την εξέλιξη της πλοκής του. Όλα δομούνται βάσει της εξέλιξης. Δεν υπάρχουν παύσεις, αχρείαστες επαναλήψεις. Ασυνήθιστα με τα kdramas οι ρυθμοί είναι έντονοι και σε ελάχιστες περιπτώσεις μας αφήνουν περιθώριο περισυλλογής. Είναι μια σειρά που έχει τα γνωρίσματα δικαστικού θρίλερ, αστυνομικού, αγωνίας με μια δόση φιλοσοφικών και ηθικοκοινωνικών ερωτημάτων που θα τα θέσουμε παρακάτω. Ένα ενδιαφέρον στοιχείο είναι η προσεγμένη μουσική της, κυρίως εκείνη που γράφτηκε για την σειρά και συνοδεύει κατάλληλα τα πλάνα και τις σκηνές της, είτε ορχηστρική, είτε με στίχους, κάποτε κορεάτικους και κάποτε αγγλικούς.

Λίγα λόγια για το μήνυμα

Παρά το σύντομο της σειράς και τον αστυνομικό χαρακτήρα της πλοκής της, καταφέρνει με έξυπνο τρόπο και χωρίς να καταντά ένα ανιαρό στοχαστικό δοκίμιο να μας προκαλέσει σκέψη και αμφιβολίες. Ξεκινώντας από την έννοια της δικαιοσύνης, ο τηλεθεατής βρίσκεται να αναρωτιέται τι πραγματικά σημαίνει. Γίνεται η δικαιοσύνη να επιβιώσει σε έναν κόσμο δομημένο πάνω στην αδικία και την ανισότητα, ταξική, φυλετική, λόγω φύλου ή αντιλήψεων. Ποια είναι η σχέση της δικαιοσύνης με την τιμωρία. Είναι πράγματι η σωματική τιμωρία ικανή να επιφέρει τη πρόληψη και να λειτουργήσει ως εκτόνωση της λαϊκής οργής. Μπορούν οι απλοί άνθρωποι, χωρίς ειδικότερες νομικές γνώσεις να συμμετέχουν στην απόδοση της δικαιοσύνης; Ποια είναι η θέση της λαϊκής γνώμης στο τεχνοκρατικά και αυστηρά δομημένο δικαστικό σύστημα; Απέχουμε άραγε πολύ από μια εποχή που όλοι θα κρίνουν τους πάντες είτε από τα κοινωνικά δίκτυα, όπως συμβαίνει σήμερα, είτε από την εφαρμογή “Dike” (Δίκη είναι η θεά της δικαιοσύνης κατά την ελληνική μυθολογία), όπως συμβαίνει στην σειρά; Μια προσέγγιση που φιλοσοφικά ξεκινά από τους Αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους για να καταλήξει στις σκέψεις του Φουκώ.

There is no justice in reality, there is only game.

A dreadful unjust game

Kim yo han

Πέρα από την δικαιοσύνη θίγει και τις έννοιες του καλού και του κακού, αλλά και την θέση της ηθικής στον νόμο, στην εξουσία, στην πολιτική. Αν και στην αρχή μας φαίνεται εύκολο, καθώς προχωρά η πλοκή και οι χαρακτήρες διαφαίνονται ευαγώς μας είναι όλο και πιο δύσκολο να διακρίνουμε το καλό από το κακό, το σωστό από το λάθος, το δίκαιο από το άδικο. Έτσι, δεν είναι εξάλλου και στην καθημερινή μας ζωή; Είναι πιο εύκολο να κατηγορήσουμε, παρά να συγχωρέσουμε, αλλά είναι εξίσου εύκολο μέσα από το πάτημα ενός κουμπιού να αποφασίσουμε για την ζωή μας; Αποκτούμε κάποιου είδους ηθική ανωτερότητα ή μια γεύση εξουσίας όταν από την ασφάλεια του καναπέ μας αποφασίζουμε για το μέλλον ενός ανθρώπου; Υπάρχει κάποια διαβάθμιση ως προς την αξία της ανθρώπινης ζωής; “Όταν συνηθίζουμε το τέρας, αρχίζουμε να του μοιάζουμε” είχε διατυπώσει ο Χατζιδάκις και αυτή η σειρά το επιβεβαιώνει περίτρανα και με καθαρότητα. Όλοι έχουμε μέσα μιας δυνάμεις του καλού και του κακού, εναπόκειται στην ελεύθερή μας βούληση και στις προσωπικές μας επιλογές ποια από τις δύο θα κυριαρχήσει.

Αντί επιλόγου

Όπως καταλάβατε από την ανάλυση που προηγήθηκε, πρόκειται για μια σειρά που στιγματίζει τον τηλεθεατή αν την δει σε βάθος, γιατί του αποκαλύπτει κάποια στοιχεία του εαυτού του και της κοινωνίας εντός της οποίας ζει, τα οποία πολλές φορές επιδιώκει να αποσιωπήσει. Ακόμα, είναι ενόψει της πανδημίας του Covid19, αλλά και του ολοκληρωτικού ψηφιακού μετασχηματισμού, ακόμα και στο επίπεδο της δικαιοσύνης, εξαιρετικά επίκαιρη. Έχει την δυναμική μέσα από μια ενδιαφέρουσα πλοκή να μας προβληματίσει ηθικά, πράγμα που δύσκολα καταφέρνουν σειρές της νέας εποχής της τηλεόρασης. Και αυτό το κάνει δίχως να αναλώνεται σε χιλιοειπωμένα αφηγήματα, με τρόπο απλό και εύληπτο. Αν βαθμολογούσαμε, θα ήταν μια σειρά που θα έπαιρνε 10/10, όχι γιατί δεν είχε σημεία που χανόμασταν ή κομμάτια που φαντάζουν υπερβολικά, αλλά γιατί κατόρθωσε να μιλήσει με παρρησία για την νεωτερική μας κοινωνία και χωρίς αλληγορίες να θέσει ξεκάθαρα κάποια ερωτήματα. Το αν θα την δείτε ή όχι επαφίεται από την θέλησή σας να απαντήσετε στα ερωτήματα αυτά για τον εαυτό σας.

Υπήρξε άραγε διάβολος ο αρχιδικαστής (ένας τίτλος που παραπέμπει σε ιερά εξέταση) ή ήταν ένας κοινωνός της δικαιοσύνης; Είναι σωστός ο τίτλος της σειράς; Ποιος είναι ο πραγματικός διάβολος; Ποιος είναι ο καλός και ποιος ο κακός;

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.