Blackbird: ένα γλυκόπικρο ταξίδι προς την ωριμότητα

ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ

Το μυθιστόρημα Blackbird του Matthias Brandt είναι μία από τις νεότερες κυκλοφορίες των εκδόσεων Ελκυστής, την οποία το κοινό δεν άργησε να αγκαλιάσει. Με πολύ ωραίο χιούμορ και μια ματιά εφηβική και φρέσκια ο συγγραφέας μάς ταξιδεύει σε όσα συνταράσσουν τον “πρωτόγνωρο” κόσμο του νεαρού ήρωά του, Μότε. «Η εφηβική νιότη παραμένει πάντα και για τους πάντες –άσχετα αν θέλουμε να το αγνοούμε ή όχι– μια συνθήκη επώδυνη, ακατανόητη, μα συνάμα τόσο όμορφη, επειδή τα πάντα συμβαίνουν πρώτη φορά». Είναι ακριβώς η καταλληλότερη επιλογή για όσους αναζητούν ένα ανάγνωσμα ανάλαφρο, απρόσμενα ευχάριστο, μα και πολύ ουσιαστικό ταυτόχρονα.

Continue reading “Blackbird: ένα γλυκόπικρο ταξίδι προς την ωριμότητα”

Silentium: μια σιωπηλή ωδή στον έρωτα

Αντί προλόγου

Είναι αλήθεια πως η ποίηση ουκ ολίγες φορές έχει εξυμνήσει τον έρωτα. Ταυτόχρονα, όμως, άλλες τόσες τον έχει καταραστεί, αφορίσει και απαρνηθεί. Μια σιωπηλή παράκληση τον θεό Έρωτα με την υπογραφή του Αντώνη Φιλιππαίου έρχεται να υπηρετήσει την πρώτη ροπή της ποιητικής τέχνης. Άλλοτε ψάλλοντας σιωπηλά και άλλοτε δέοντας με δύναμη και ένταση, με τρόπο που γνωρίζει να κάνει μονάχα εκείνη και η μουσική. Κάνουμε λόγο για την ποιητική συλλογή “Silentium/ Εις το όνομα της Σιωπής” του Αντνώνη Φιλιππαίου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κάκτος.

Continue reading “Silentium: μια σιωπηλή ωδή στον έρωτα”

Απολογία Δεύτερη του Γιώργου Τριανταφυλλόπουλου

Αντί προλόγου

Είχαμε την τύχη αυτές τις μέρες να απαντήσουμε στον ποιητικό μας διάβα μια συλλογή συνολικά 48 ποιημάτων. Η συνάντηση αυτή ήταν ιδιαίτερα ευχάριστη, επαναστατική, ερωτική, ακόμα και αν ήταν μια συνάντηση γνωριμίας με τον καλλιτέχνη. Μετά την “Απολογία Πρώτη”, ο Αιγιώτης ποιητής, Γιώργος Τριανταφυλλόπουλος μας συστήνεται σε άλλους ξανά και σε άλλους, μεταξύ των οποίων και εμείς, για πρώτη, ίσως, φορά μέσα από τη συλλογή με τίτλο “Απολογία Δεύτερη” που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ηδύφωνο. Τί αποκομίσαμε, λοιπόν, από αυτή την διασταύρωση;

Continue reading “Απολογία Δεύτερη του Γιώργου Τριανταφυλλόπουλου”

10 μεγάλοι λογοτεχνικοί έρωτες

Με αφορμή την γιορτή των ερωτευμένων αναζητήσαμε και καταλήξαμε σε δέκα λογοτεχνικά έργα που εξύμνησαν μοναδικά και με διαφορετικό το καθένα τους τρόπο τον έρωτα. Έρωτες παθιασμένοι, καταστροφικοί, με διάρκεια και βάθος, έντονοι, ανικανοποίητοι και αγνοί. Στην λίστα που ετοιμάσαμε θα τους συναντήσετε όλους.

Continue reading “10 μεγάλοι λογοτεχνικοί έρωτες”

Ένα ξεχωριστό ανθολόγιο του έρωτα και της αγάπης

Αντί προλόγου

Η ποίηση, περισσότερο ίσως από κάθε άλλη μορφή λογοτεχνίας έχει εξυμνήσει και έχει υπηρετήσει τον έρωτα. Τον έρωτα σε όλες τις μορφές και τις διαστάσεις του. Τον έρωτα τον ανικανοποίητο, τον αδελφικό, τον έρωτα προς το θείο, τον πλατωνικό, τον σαρκικό. Έχει μάλιστα, ουκ ολίγες φορές αντιπαραβάλλει τον έρωτα, σαν πηγή της ζωής απέναντι στον θάνατο, αναδεικνύοντάς τον νικητή της άνισης αυτής αρένας. Πλάι στον έρωτα στέκει σαν μια νοητή του συνέχεια, σαν την άλλη όψη του ίδιου νομίσματος που ολοένα βαθαίνει και απλώνεται η αγάπη. Εξαγνιστική, εξιδανικευμένη, σχεδόν αγγελική ξεπροβάλλει μέσα από τις λέξεις και τους στίχους που ξεκινούν από την αρχαιότητα και αγγίζουν το σήμερα, μέσα από τα λόγια Ελλήνων και ξένων ποιητών. Ο Στρατής Πασχάλης στο ανθολόγιο “του έρωτα και της αγάπης” που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, επέλεξε να συμπεριλάβει ποιήματα που απέδωσε στην ελληνική και άλλα Ελλήνων λογοτεχνών διαφόρων εποχών και ρευμάτων, προσφέροντάς μας ένα ποιητικό ερωτικό πανόραμα.

Continue reading “Ένα ξεχωριστό ανθολόγιο του έρωτα και της αγάπης”

«Όφις και Κρίνο», το πρωτόλειο του Νίκου Καζαντζάκη

Το έργο «Όφις και Κρίνο» είναι το πρώτο έργο του Νίκου Καζαντζάκη. Φέρεται να γράφτηκε γύρω στο 1905, ενώ δημοσιεύτηκε την επόμενη χρονιά. Το γεγονός ότι ως έτος κυκλοφορίας αναγράφεται το 1907 οφείλεται σε μια παλιά συνήθεια, σύμφωνα με την οποία όσα βιβλία τυπώνονταν στο τέλος ενός έτους έφεραν την ημερομηνία του ερχόμενου. Εκείνη την περίοδο, ο Καζαντζάκης τελείωσε τις νομικές σπουδές του λαμβάνοντας και διδακτορικό τίτλο με άριστα. Δεν κυκλοφόρησε βέβαια με το όνομά του, αλλά με το ψευδώνυμο που χρησιμοποίησε, δηλαδή Κάρμας Νιρβασάμης. Εκτός από αυτό υπέγραφε ως Ακρίτας ή ως Ν..

Το βιβλίο γραμμένο σαν ημερολόγιο αφηγείται έναν ολόκληρο σχεδόν χρόνο ενός ερωτευμένου καλλιτέχνη που πάλλεται ανάμεσα στην αγάπη και το σαρκικό πάθος. Τι δίπολο που ανάγεται στο κεντρικό θέμα του έργου αποτυπώνεται ήδη στον τίτλο του. Περιττό να αναφερθούν οι επιμέρους συμβολισμοί. Το πλατωνικό, παρθενικό συναίσθημα αντιπαραβάλλεται με την λαγνεία, τη ηδονολατρεία όπως και η ζωή με τον θάνατο. Κι όλα αυτά συμβαίνουν στα πλαίσια μιας προσωπικής εξομολόγησης που θα έμοιαζε και με ερωτική επιστολή, με προσευχή ή με ιεροτελεστία. Ο λόγος γλαφυρός, άλλοτε στάζει μέλι άλλοτε φαρμάκι με ελάχιστο κρητικό ιδίωμα. Οι λεκτικοί συνδυασμοί που αξιοποιεί ο συγγραφέας είναι μοναδικοί, αξεπέραστοι και από την αρχή κατακτούν τον αναγνώστη, πετυχαίνοντας να τον μεταφέρουν στα άδυτα του ανθρώπινου ψυχισμού.
Σ’ όλο το ανάγνωσμα είναι εμφανέστατη η ευρυμάθεια του Καζαντζάκη που απλώνεται από την ελληνική μυθολογία εώς την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, την ελληνική παράδοση αλλά και μυθολογίες άλλων χωρών (χαρακτηριστική η αναφορά της Λορελάης, πλάσματος της γερμανικής μυθολογικής παράδοσης που ο Χάινριχ Χάινε σε ένα ποίημα του μεταφέρει στον λογοτεχνικό κόσμο).

Οι περιγραφές είναι συγκλονιστικές και από την αρχή κιόλας ο αναγνώστης παρασύρεται από τον ερωτικό χείμαρρο και μαγεύεται από την διάχυτα παθιασμένη ατμόσφαιρα. Άλλωστε, το βιβλίο προσφέρεται για αυτούς τους λόγους και δεν προσιδιάζει το μεταγενέστερο συγγραφικό έργο του Καζαντζάκη. Ήδη κανείς , βέβαια, σε κάποια σημεία διακρίνει πρώιμα στίγματα της φιλοσοφίας του, αλλά όχι ιδιαίτερα ευαγή. Αν και ο ίδιος είχε κάψει όσα αντίτυπα διατηρούσε από το βιβλίο αυτό, ζητώντας προηγουμένως την μεταφορά τους από την Αίγινα στην Νότια Γαλλία, όπου ζούσε, το συμπεριέλαβε στην λίστα που υπέβαλε στα βραβεία Νόμπελ όσο και στην Ακαδημία Αθηνών. Μάλιστα, το βιβλίο αυτό είχε δωρίσει τόσο στον Παλαμά όσο και στον Ψυχάρη, ο οποίος το είχε μελετήσει σε βάθος, όπως διακρίνει κανείς από τις σημειώσεις του.

Μυστήριο μένει η γυναίκα στην οποία είναι αφιερωμένο το έργο, διότι η αφιέρωση «Στη Τοτώ μου» δεν αρκούσε για να ξεκαθαρίσει το τοπίο. Πολλοί, επηρεασμένοι από την αναφορά στην θεά Γαλάτεια, πίστεψαν πως αφορούσε την πρώτη σύζυγό του. Ωστόσο, κάτι τέτοιο θα ήταν αδύνατο, αφού κατά τη συγγραφή του δεν είχαν ακόμα γνωριστεί και ακόμα και να είχαν, δεν είχαν συνάψει ερωτικές σχέσεις, αφού η Γαλάτεια ήταν σε αρκετά νεαρή ηλικία. Επικρατέστερη είναι η εικασία που κάνει λόγο για μια Ιρλανδή ονόματι Kathleen Fordbild, δασκάλα Αγγλικών στο Ηράκλειο και κόρη πάστορα, με την οποία ο συγγραφέας είχε σχέσεις από το καλοκαίρι προτού ξεκινήσει τις σπουδές του εώς ένα καλοκαίρι πριν αποφοιτήσει, ήτοι για τέσσερα περίπου έτη. Οι υποθέσεις αυτές βασίζονται και σε όσα ο ίδιος εκμυστηρεύεται στην «Αναφορά στον Γκρέκο». Το τέλος της σχέσης του μένει άγνωστο. Κατά μια άποψη, εκείνη φαίνεται να εξαφανίστηκε. Κατά άλλη, αυτός τερμάτισε την επαφή τους. Σε κάθε περίπτωση, ένας έρωτας τέτοιος μας χάρισε αυτό το μικρό αριστούργημα που αν και δεν ανήκει στα κορυφαία έργα του Κρητικού, έχει σίγουρα την δική του λογοτεχνική αξία.

Διαβάζεται εύκολα, γρήγορα και σε οδηγεί να ερωτευτείς την ιδέα του έρωτα είτε αυτή συνεπάγεται την δημιουργία είτε την αυτοκαταστροφή. Αν δεν το έχετε στα αναγνωριστικά πλάνα σας, είναι καιρός να το εντάξετε!

Χρόνης Μίσσιος: Αφιέρωμα στον συγγραφέα που μας δίδαξε την αξία της ζωής, του έρωτα και της επανάστασης

Ο Χρόνης Μίσσιος αγαπήθηκε όσο λίγοι Έλληνες λογοτέχνες. Υπήρξε αντιστασιακός και ακτιβιστής. Τον θυμόμαστε κυρίως μέσα από τα βιβλίο του «Χαμογέλα ρε, τι σου ζητάνε;» και «Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς»…

η ζωη και η πολιτικη του δραση

Γεννήθηκε το 1930 στην Καβάλα και από νεαρή ηλικία ακολούθησε το επάγγελμα των γονέων του και εργάστηκε ως καπνεργάτης. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά δούλεψε ως μικροπωλητής στη Θεσσαλονίκη, ενώ λίγο αργότερα στέλνεται από τον Ερυθρό Σταυρό στα Γιαννιτσά μαζί με άλλα παιδιά, για να γλιτώσουν την πείνα της Κατοχής. Λόγω ανέχειας δεν κατάφερε να τελειώσει ούτε το Δημοτικό, σταμάτησε στη δεύτερη τάξη του.Το 1944 σε ηλικία 14 ετών διετέλεσε σύνδεσμος του 16ου συντάγματος του ΕΛΑΣ. Την περίοδο μετά την Απελευθέρωση, έμενε στη Βέροια όπου ήταν σύνδεσμος για τους καταδιωκόμενους ΕΑΜίτες και εντάχθηκε ως στέλεχος στην ΕΠΟΝ. Το 1947 συλλαμβάνεται, ανήλικος ακόμη, βασανίζεται και καταδικάζεται σε θάνατο για τη συμμετοχή του στον εμφύλιο πόλεμο ως μέλος του ΔΣΕ πόλεων (ομάδα Μαζική Λαϊκή Αυτοάμυνα).

Φυλακίζεται ως το 1953 και από το 1962 ζει εξόριστος στη Μακρόνησο και τον Αϊ-Στράτη. Βασανίστηκε πολλές φορές χωρίς να αποκηρύξει την ιδεολογία του, για αυτό τον περισσότερο χρόνο τον πέρασε στην απομόνωση των κρατητηρίων σε άθλιες συνθήκες κράτησης. Μετά την αποφυλάκιση του διετέλεσε επαγγελματικό στέλεχος της νεολαίας της ΕΔΑ, μέλος του παράνομου ΚΚΕ, μέλος της πενταμελούς γραμματείας της Νεολαίας Λαμπράκη και ιδρυτικό μέλος του ΠΑΜ. Στη δικτατορία φυλακίστηκε (Φυλακές Αβέρωφ, Κέρκυρας, Κορυδαλλού). Αυτή τη περίοδο της φυλακίσεως του έμαθε ουσιαστικά ανάγνωση και γραφή. Αποφυλακίζεται τον Αύγουστο του 1973.

Συμμετείχε σε ενέργειες προστασίας του περιβάλλοντος, ενώ δημιούργησε τηλεοπτικές εκπομπές με θέμα την προστασία της ελληνικής πανίδας στην ΕΡΤ την περίοδο 1994-1996 (εκπομπή Το Βλέμμα). Τα τελευταία χρόνια ζούσε στο Καπανδρίτι με τη σύζυγό του Ρηνιώ Παπατσαρούχα – Μίσσιου (πρώην στέλεχος της ΕΔΑ) και τα σκυλιά τους σε αγροτόσπιτο. Υπήρξε μία από τις ηγετικές φυσιογνωμίες της αριστεράς.

Πέθανε σε ηλικία 82 ετών σε ιδιωτικό νοσηλευτήριο της Αθήνας, έχοντας χάσει τη μάχη με την επάρατο νόσο.

Χρονης Μισσιος και Λογοτεχνια

Με τη λογοτεχνία ασχολήθηκε σε ώριμη ηλικία. Με το πρώτο του βιβλίο το 1985 (“Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς“), αυτοβιογραφικό κείμενο γραμμένο σε συνειρμική και λαϊκή γλώσσα που εντάσσεται στην παράδοση της απομνημονευματογραφίας, καθιερώθηκε από τους πρώτους μήνες της κυκλοφορίας του ως συγγραφέας στη συνείδηση κριτικής και κοινού.

Ο Μίσσιος υπήρξε εμπνευστής μιας λογοτεχνίας που παρά τον σκληρό κόσμο τον οποίο απεικονίζει, δεν χάνει ποτέ την αισιοδοξία και την πίστη της στις δημιουργικές δυνάμεις του ανθρώπου, ο οποίος είναι ικανός υπό συνθήκες ελευθερίας να ζήσει σε μια δημοκρατία που θα εγγυάται τόσο τα ατομικά δικαιώματα όσο και την ευδαιμονία της κοινότητας.

τΙ ΕΙΧΕ ΠΕΙ ΓΙΑ:

Σε μια από τις τελευταίες του συνεντεύξεις είχε δηλώσει:

“Για πρώτη φορά ζω σε μια κοινωνία που δείχνει να έχει πάθει εγκεφαλικό. Δεν αντιδρά με τίποτα”.

Την κρίση :

“είναι πολυεπίπεδη, δεν είναι μονάχα οικονομική. Ουσιαστικά είναι κρίση αξιών και χρεοκοπίας του λογοκρατούμενου και τεχνοκρατικού πολιτισμού μας”.

Την οικολογία και την πράσινη ανάπτυξη:

“Είναι δυνατόν να μιλάμε για οικολογία και πράσινη ανάπτυξη και να έχουμε την εκμετάλλευση του ανθρώπου από άνθρωπο;”.

Την παιδεία:

“Μη γελιόμαστε. Υπάρχει εκπαίδευση. Άλλο πράγμα η παιδεία και άλλο πράγμα η εκπαίδευση. Σήμερα, λοιπόν τα παιδιά εκπαιδεύονται. Γιατί; Για να βρούνε τη μηχανή του κέρδους”.

Τους εμπνευσμένους ηγέτες:

“Πιστεύω πολύ ότι σε μια κοινότητα, η συλλογική μνήμη είναι πολύ πιο ασφαλής και πιο ισχυρή από οποιονδήποτε ηγέτη”.

Την εξουσία:

“Είναι το χειρότερο, το πιο τρομακτικό εφεύρημα του ανθρώπου. Στην πορεία τής ανθρώπινης ιστορίας, οι μόνοι που έσωσαν την αθωότητα τους ήταν αυτοί που σκοτώθηκαν νωρίς, πριν γίνουν εξουσία”.

Τα βιβλία του

Καλα, εσυ σκοτωθηκες νωρις” (1985)

Στο πρώτο βιβλίο του, μετέτρεψε την οδυνηρή πολιτική του εμπειρία σε ζωντανό λογοτεχνικό μύθο, καταγγέλλοντας τόσο τα βασανιστήρια και τους βασανιστές του όσο και τους κομματικούς γραφειοκράτες της Αριστεράς και τον δογματισμό τους. Η αμεσότητα του προφορικού του λόγου, που προδίδει μια γνήσια λαϊκή αφήγηση, όπως και η γεμάτη εκπλήξεις πλοκή του, θα επιτρέψουν στον Μίσσιο να υπερβεί το στενό πλαίσιο του αριστερού απομνημονεύματος και να φιλοτεχνήσει μια μυθιστορηματική αυτοβιογραφία με έντονα πολιτικό λόγο.

Αποσπασμα

[…] Έμενα κάποια φορά σ’ ενός γιατρού. Δεξιός ο άνθρωπος, αλλά δε γούσταρε και τους εθνοσωτήρες. Ήξερε ότι ήμουνα κομμουνιστής, και κάθε βράδυ που έβγαινα για δουλειά, γέμιζε από αισιοδοξία. Ε, κάποτε κανονίστηκε μια γιάφκα, και το βράδυ που θα ’φευγα από το σπίτι του, σαν αποχαιρετιστήριο, κατεβάσαμε κάνα δυο ουίσκι. Δυνατό πράμα, σε φτιάχνει στα σβέλτα. Ήμουνα, που λες, φτιαγμένος και ακοντρολάριστος, που λένε. Την ώρα που έφευγα και με χαιρέταγε, τα μάτια του στάζανε λύπη. Μου λέει, πού θα πας τώρα, ρε Φάνη — εγώ μια ζωή το ίδιο ψευδώνυμο στις παρανομίες. Όπως στεκόμασταν όρθιοι, του λέω, σοβαρά μιλάς, γιατρέ, εμένα λυπάσαι; Ξαφνιάστηκε, μα, μου λέει, φεύγεις έτσι μέσα στη νύχτα, σε κυνηγάνε θεοί και δαίμονες, σκοτώνουν, βασανίζουν, δεν έχεις σπίτι, οικογένεια, δεν έχεις όνομα… Τον κοίταξα. Έπρεπε να τον πληγώσω, δεν είχα άλλο δρόμο. Ήμουνα στριμωγμένος, αν αφηνόμουνα στην παραδοχή της λύπης, ήμουνα χαμένος, γιατί τα αντικειμενικά στοιχεία, όπως τα περιέγραψε ο γιατρός, ήτανε σωστά. Όμως είχα ανάγκη να υπερασπιστώ τη ζωή μου, την ουσία της, απέναντι και στον ίδιο τον εαυτό μου. Σοβαρά, του λέω, γιατρέ, εμένα λυπάσαι; Τα έχασε ελαφρώς. Ήταν πολύ καλός και γλυκός άνθρωπος, αλλά και παλικάρι, για να δεχτεί να κρύψει έναν παράνομο σε μια στιγμή που ούτε η μάνα σου, που λέει ο λόγος, δε σ’ έβαζε μέσα. Όπου το ραδιόφωνο ούρλιαζε ημερήσιες διαταγές, «Πας όστις φιλοξενεί άτομον μη δηλωμένον εις τας Αστυνομικάς Αρχάς, θα παραπέμπεται εις το έκτακτον στροτοδικείον…»

Κοίτα να δεις, του λέω, εγώ κρατάω τη ζωή μου και τη μοίρα μου στα χέρια μου, οι επιλογές είναι δικές μου, όποτε θέλω, περνάω στη δική σου θέση. Αν τώρα κάνω ένα τηλεφώνημα στην ασφάλεια και τους πω ότι παύω να ασχολούμαι με την πολιτική, χωρίς να αποκηρύξω τίποτα και κανέναν, αύριο θα περπατάω και γώ «ελεύθερα» και «ακίνδυνα» όπως εσύ… Εσύ μπορείς να περάσεις στη δική μου θέση; Να τα παρατήσεις όλα, λεφτά, καριέρα, οικογένεια, σπίτια, να δεθείς μ’ ένα όνειρο και να το κυνηγήσεις, ν’ αγαπήσεις με πάθος τους ανθρώπους και την ελευθερία τους, να μπεις στην καρδιά της εποχής σου, και από απλός θεατής να γίνεις δημιουργός της ιστορίας; Και, να σου πω και κάτι ακόμα: είμαστε συνομήλικοι. Αν δεχτούμε ότι αυτό που λέμε ζωή δεν είναι να υπάρχεις σαν το δέντρο, δηλαδή να υπάρχεις μονάχα βιολογικά —δεν ξέρω αν χρησιμοποιώ και σωστά τους όρους, αλλά καταλαβαίνεις τί θέλω να πω— δηλαδή αν τη ζωή μπορούμε να τη μετράμε απλώς με την παραγωγή κάποιων αγαθών και κάποιων υπηρεσιών και με το να καταναλώνουμε κάποια αγαθά και κάποιες υπηρεσίες, τότε πιστεύω πως η ζωή δε θα ’ταν τίποτα άλλο, παρά μια απέραντη πλήξη. Νομίζω πως αυτό που ονομάζουμε ζωή μετριέται μονάχα με τα συναισθήματα που νιώθουμε σαν άνθρωποι, τις συγκινήσεις, τις πίκρες, τις χαρές, τις μικρές ευτυχίες, τις μικρές δυστυχίες, την επιβεβαίωση, τελικά, της ανθρώπινης ουσίας μας. Πόσες φορές στη ζωή σου ένιωσες έντονα συναισθήματα και συγκινήσεις, γιατρέ; Όταν πήρες το πτυχίο σου, όταν ερωτεύτηκες τη γυναίκα σου, όταν έκανες καριέρα, όταν γεννήθηκε η κορούλα σου…

Γύρω απ’ αυτά κλείνει ο κύκλος. Εγώ, τα ίδια χρόνια, έζησα τόσο συμπυκνωμένα συναισθήματα, τόσο έντονα, που εσύ ούτε σε εκατό χρόνια της δικής σου ζωής δεν μπορείς να τα ζήσεις. Πόσες φορές έπαιξα με το θάνατο, όχι για το παιχνίδι, γιατί τότε θα μπορούσα απλώς να κάνω ένα επικίνδυνο νούμερο στο τσίρκο, αλλά συνεπαρμένος από τους μύθους μου, από τα οράματά μου, από την αγάπη μου για τη ζωή, για τον άνθρωπο και τη λευτεριά του. Πόσες φορές τόλμησα, μετρήθηκα με φοβερούς μηχανισμούς, άλλοτε νικώντας, άλλοτε χάνοντας, αλλά πάντα νιώθοντας άνθρωπος και ποτέ αντικείμενο κάποιας μοίρας. Ακόμα, γιατρέ μου, σε σχέση με σένα είμαι πολύ νέος, και να σου πω γιατί; Πράγματα που για σένα θεωρούνται δεδομένα και τα περνάς αδιάφορα, για μένα είναι μικρές και μεγάλες ευτυχίες. Τα θαύματα του κόσμου, που λένε, η όρασή μου με εφήβεια έκπληξη τα ζει και με γεμίζει συναισθήματα. Είμαι βέβαιος πως ένας περίπατος τη νύχτα στους έρημους δρόμους της πόλης, είναι για σένα κάτι πολύ συνηθισμένο, αν όχι βαρετό. Ένας περίπατος στο δάσος, ο θόρυβος της θάλασσας, ένα όμορφο δέντρο, ένα λουλούδι, το κρασί, ο έρωτας…

Η επαφή σου με τα πράγματα είναι τυπική, δεν τα πλουτίζεις, δε σε πλουτίζουν, τα ξεπερνάς, δεν τα ζεις. Για μένα, κάθε πρωινό είναι μια έκπληξη, κάθε δειλινό μια νοσταλγία, κάθε νύχτα ένα μεγάλο μυστήριο, ένα ποτήρι κρασί, ένα φιλί. Αλήθεια, ποιες είναι οι επιθυμίες σου, γιατρέ; Είσαι «πετυχημένος», ό,τι επιθυμείς το έχεις, είσαι κορεσμένος, άρα γέρος, γιατί ταυτόχρονα δεν μπορείς να τα ξεφορτωθείς όλ’ αυτά. Είσαι ταξινομημένος, δεν μπορείς να πετάξεις, να μπεις στον δρόμο των συναισθημάτων, της φαντασίας, του ονείρου, της επιθυμίας, μιας νέας επαφής σου με τα πράγματα και τους ανθρώπους. Κοίτα, ψάξε λίγο, ο δρόμος σου είναι ο δρόμος που μετατρέπει τον άνθρωπο σε αντικείμενο με βιολογικές ανάγκες… Μη με λυπάσαι, σε παρακαλώ, εγώ θα είμαι πάντα με τις μειοψηφίες, έκθετος πάντα, ποτέ ένθετος. Δε θύμωσε, δεν μου είπε ότι λέω μαλακίες. Μ’ αγκάλιασε, μου είπε πως είμαστε περίεργοι άνθρωποι αλλά ωραίοι. Με φίλησε, μου έβαλε και δέκα χιλιάρικα στην τσέπη -μεγάλο ποσό για εκείνη την εποχή- και έφυγα. Το ξέρω πως είπα μεγάλα λόγια γιατί, παρ’ όλα αυτά, είμαι ένθετος, τοποθετημένος και ταξινομημένος σε άλλους μηχανισμούς, σε μιαν άλλη λογική, σε μιαν άλλη τάξη πραγμάτων. […]

[πηγή: Χρόνης Μίσσιος, …καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς, Γράμματα, Αθήνα 1985, σ. 153-155]

Στα επόμενα βιβλία του ο Μίσσιος θα διατηρήσει τη θερμότητα των αισθημάτων του, μεταδίδοντας το ανθρωπιστικό του μήνυμα για έναν καλύτερο και δικαιότερο κόσμο χωρίς καμία ιδεολογική διόπτρα.

«Χαμογέλα, ρε… τι σου ζητάνε» (1988)

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

“…Έτσι, μ’ αυτήν την κωλοεφεύρεση που τη λένε ρολόι, σπρώχνουμε τις ώρες και τις μέρες σα να μας είναι βάρος, και μας είναι βάρος, γιατί δε ζούμε, κατάλαβες; Όλο κοιτάμε το ρολόι, να φύγει κι αυτή η ώρα, να φύγει κι αυτή η μέρα, να έρθει το αύριο, και πάλι φτου κι απ’ την αρχή.

Χωρίσαμε τη μέρα σε πτώματα στιγμών, σε σκοτωμένες ώρες που τις θάβουμε μέσα μας, μέσα στις σπηλιές του είναι μας, στις σπηλιές όπου γεννιέται η ελευθερία της επιθυμίας, και τις μπαζώνουμε με όλων των ειδών τα σκατά και τα σκουπίδια που μας πασάρουν σαν “αξίες”, σαν “ανάγκες”, σαν “ηθική”, σαν “πολιτισμό”.

Κάναμε το σώμα μας ένα απέραντο νεκροταφείο δολοφονημένων επιθυμιών και προσδοκιών, αφήνουμε τα πιο σημαντικά τα πιο ουσιαστικά πράγματα, όπως να παίξουμε και να κουβεντιάσουμε με τα παιδιά και τα ζώα, με τα λουλούδια και τα δέντρα, να παίξουμε και να χαρούμε μεταξύ μας, να κάνουμε έρωτα, ν’ απολαύσουμε τη φύση, τις ομορφιές του ανθρώπινου χεριού και του πνεύματος, να κατέβουμε τρυφερά μέσα μας, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και τον διπλανό μας…

Όλα, όλα, Σαλονικιέ, τ’ αφήνουμε γι’ αυτό το αύριο που δεν θα έρθει ποτέ… Μόνο όταν ο θάνατος χτυπήσει κάποιο αγαπημένο μας πρόσωπο πονάμε, γιατί συνήθως σκεφτόμαστε πως θέλαμε να του πούμε τόσα σημαντικά πράγματα, όπως πόσο τον αγαπούσαμε, πόσο σημαντικός ήταν για εμάς…

Όμως το αφήσαμε για αύριο… Για να πάμε πού; Αφού ανατέλλει, δύει ο ήλιος και δεν πάμε πουθενά αλλού, παρά μόνο στο θάνατο, και ‘μεις οι μαλάκες, αντί να κλαίμε το δειλινό που χάθηκε άλλη μια μέρα απ’ τη ζωή μας, χαιρόμαστε.

Ξέρεις γιατί; Γιατί η μέρα μας είναι φορτωμένη με οδύνη, αντί να είναι μια περιπέτεια, μια σύγκρουση με τα όρια της ελευθερίας μας…”

«Τα κεραμίδια στάζουν» (1991)

αποσπασμα

Τα κόμματα μας τελείωσαν, Μιχάλη. Χωρίστηκαν κι αυτά
σε κεφάλι και κορμί, σε αρχηγούς και οπαδούς.
Μόνο όσοι γουστάρουν να ασκούν εξουσία και να εξουσιάζονται,
όσοι νοιώθουν μοναξιά και ανασφάλεια, ανήκουν πλέον στα κόμματα,
από κοινωνικές εκφράσεις έγιναν κοινωνικά εκτοπλάσματα.
Δεν διακονούν την κοινωνία, δεν την απελευθερώνουν, επιβλήθηκαν
στην κοινωνία και την δολοφονούν. 

Είναι πολύ εύκολο, ξέρεις, και αφάνταστατα ανακουφιστικό, να εκχωρείσαι, να
απαλλάσσεσαι από πάσαν ατομικήν ευθύνην.
Κι εδώ που τα λέμε, τα αδιέξοδα όπου μας οδήγησαν – και
που με κομπασμό τα ονομάζουν «πολιτισμό» – οι επιλογές του ανθρώπου,
εξαντλούνται ανάμεσα στον αφηρημένο λόγο του αρχηγού, που
καλύπτει όλη την τραγικότητα και την κτηνωδία της πραγματικότητας,
στη λατρεία των συμβόλων, στο ανάκλιντρο του ψυχαναλυτή και στο
ζουρλομανδύα… 

Η απόλυτη ταύτιση της εξουσίας -σκοπών, μέσων και μεθόδων –
με μοναδικό σκοπό πως θα κατακτήσουν μεγαλύτερο κομμάτι εξουσίας και
περισσότερους οπαδούς, πως θα βάλουν τις «μάζες» να δουλέψουν
καλύτερα, κατατρώγωντας τα σωθικά τους και δολοφονώντας τη μήτρα που
της γέννησε, είναι η κοινή τους συνισταμένη… 

Το όνειρο εκατομμυρίων ανθρώπων που βίωσαν την πιο βάρβαρη εξουσία
των πιο υψηλών ιδανικών: ένα μπουκάλι κόκα κόλα…
Γεμίσαμε από λέξεις που δεν κοστίζουνε τίποτα πια, μαρμαρωμένες στο
παρελθόν από την κακιά μάγισσα της εξουσίας.
Ποιος θα τις λευτερώσει; ποιος θα τις αναστήσει; ποιός θα
τις καθαρίσει από τον τρόμο, την οδύνη και την απάτη;…
Γεμίσαμε από «επαναστάτες» – είναι της μόδας, βλέπεις, δεν κοστίζει τίποτα.
Μα όταν μια ζωή η μόνη σου έγνοια είναι πως
θα λαδώνεις την προπέλα που σου βάλανε στον κώλο το
σύστημα και οι αρχηγοί, είσαι ένα πια…

Ποιος θα πληρώσει την πίκρα των κομμουνιστών, που
μπροστά στον τάφο, δεν έχουν ένα τοπίο να ακουμπήσουν την
τρυφερότητά τους;… Μερικοί βολεύτηκαν: «Δεν φταίνε οι ιδέες, μα οι συνθήκες».
Μάλιστα. Εν ονόματι του μαρξισμού και του «επιστημονικού σοσιαλισμού».
Καημένε Προυντόν, καημένε Όουεν, καημένε Μπακούνιν και όλοι εσείς που
δεν σας επιτρέψαμε να φέρετε στην επανάσταση το άρωμα της
ευαισθησίας, της φαντασίας και του παραλόγου…
Όχι, δεν ανήκω πουθενά, ούτε ψηφίζω πια.
Δεν έχω να δώσω λόγο σε κανέναν, δε θέλω να
είμαι αρεστός σε κανέναν, μιας και δε θέλω να πείσω κανέναν,
δε θέλω να σώσω κανέναν, δε θέλω καμία νίκη.
Είμαι ευτυχής. Δεν έχω καμία πρόταση, δε φοβάμαι καμία απόρριψη,
παρά μόνον εκείνη στα μάτια των γυναικών…
Μπα, μη θαρρείς πως είμαι λεύτερος. Άλλωστε, ούτε ξέρω πια
τι θα πεί η λέξη που στ’ όνομά της θυσιάστηκαν
τα υψηλότερα συναισθήματα, αλλά που κάθε αγώνας για την
κατάκτησή της παγίωνε την αναίρεσή της, εμπεδώνοντας, όλο και πιο
αποτελεσματικά, όλο και πιο πλατιά, την εξουσία μέσα στην κοινωνία.
Θαρρώ πως δεν μπορούμε να μιλάμε πια για ελευθερία,
αλλά για μια απελευθέρωση… Ναί… πρέπει να αποκαταστήσουμε τη
ζωή μέσα μας.
Χωρίς μια βαθιά επανάσταση του είναι μας, αν δεν
ξεράσουμε όλη τη φιλοσοφική και ιδεολογική σαβούρα που
μας τάϊσε ο «πολιτισμός», δεν πρόκειται να πετάξουμε προς πουθενά…
Μην περιμένεις, σου είπα, δεν έχω καμία πρόταση, ούτε γλώσσα
να σου μιλήσω.
Ένα νεκροταφείο ο λόγος, οι λέξεις με προδίδουν, με παραπέμπουν
ξανά στο παρελθόν, στις λογικές κατασκευές του οράματος.
Αλλά εμείς ποτέ δεν υπήρξαμε «λογικοί», ποτέ δεν ήμασταν ωφελιμιστές.
Γιατί, τότε, τι σκατά ζητάγαμε στα μπουντρούμια, στα βασανιστίρια και
στα εκτελεστικά αποσπάσματα, χωρίς να πιστεύουμε στο ουρί του παραδείσου;
Εμείς, οι υπερασπιστές της ευτυχίας και λάτρεις της ζωής και της
ελευθερίας;
Γιατί δεν κάναμε και μείς τον κοριό, ώσπου να ‘ρθει
η μέρα να μας θάψουνε να ησυχάσουμε;…

Όχι! Εμείς που φτάσαμε ως τα έσχατα, πρέπει να ζορίσουμε
το μυαλό και το κορμί μας να φτάσει ως την
ύψιστη τρέλα της απόλυτης άρνησης, και μέσα από τη φωτιά
της εσωτερικής μας αντίστασης να αναστήσουμε την αισθαντικότητά μας.
το νόημα και τον αισθησιασμό της ζωής μας…
Μπορούμε να το κάνουμε;
Να επαναπροσδιορίσουμε τις αξίες της ζωής μας;
Ιδού το μέγα φιλοσοφικό ερώτημα της εποχής μας… Χιλιάδες εξεγέρσεις,
επαναστάσεις, πολέμοι, πραξικοπήματα, μεταρρυθμίσεις, τεχνολογικές επαναστάσεις,
και η ζωή μας κατάντησε μια τραγική περιπέτεια μέσα στην κρεατομηχανή
της εξουσίας. Απολέσαμε το «υπαρξιακό μας πρόβλημα», που θα μας βοηθούσε να επαναστατήσουμε ή να τρελαθούμε.
Το αίτημα της ατομικής μας ολοκλήρωσης, της εμπραγμάτωσης,
της αισθησιακής και συναισθηματικής μας αρμονίας, γίνεται όλο και πιο
ανέφικτο, όλο και πιο συρρικνωμένο…
Δεν είναι πια δυνατόν να συνεννοηθούμε με ιδεολογίες, αλλά μέσα από
την ατομική συμπεριφορά και πράξη, τη συλλογική μας συν-κοινωνία,
τη συνεργασία, τη συλλογική μας συν-αρμονία, την ατομική μας
συν-διαφορετικότητα.
Ο λόγος, εσωτερικά φαγωμένος, όπως και η ζωή μας, δεν
είναι πια ικανός για συν-κοινωνία.
Οι λέξεις χωρίς μνήμη και ευθύνη, σέρνονται στην καθημερινότητα, κουρέλια
χωρίς σώμα, που τα παίρνει ο άνεμος, όπως τις ξεσκισμένες
αφίσες των κομμάτων και των σωματείων… Δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε
διαφορετικά, παρά μόνο μέσα από την αγάπη, την τρυφερότητα
του χαδιού, το ερωτικό μας βλέμμα.
Από την επαφή μας με την γη, με τη φύση,
θα ξαναγεννηθεί ο καινούριος λόγος της ατομικής ευθύνης και μνήμης.

– Άρα έχεις πρόταση…

-Όχι, μα θαρρώ πως μια μέρα θα ξανανταμώσουμε και με
τον εαυτό μας, και με τον διπλανό μας, και με τον κόσμο…
Σκέφτομαι πως η κινητήρια δύναμη της ζωής είναι η αναζήτηση
της χαράς, της ηδονής, της απόλαυσης.
Αυτό το βλέπεις με την πρώτη ματιά γύρω στη φύση,
αν τα μάτια σου είναι ακόμα κατοικημένα από τις αισθήσεις.
Ζωή, ηδονή, χαρά θάνατος, είναι μια αδιατάρακτη ταυτότητα,
κι αυτό είναι ένας σημαντικός λόγος αισιοδοξίας…
Το λάθος των επαναστατικών κινημάτων ήταν πως αναζήτησαν τις νέες
πολιτισμικές αξίες σ’ έναν πυρήνα δυστυχίας.
Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνεις, μα θέλω να πώ πως,
αντί να κηρύξουμε την απόλαυση της ζωής, κηρύξαμε την ισότητα
στα καταναλωτικά αγαθά.
Αντί την απελευθερώση από την πολυπλόκαμη εξουσία, την
ελευθερία του συνέρχεσθαι…
Έτσι, από επαναστατικοί καταλύτες γίναμε απόστολοι – εξουσία του κερατά.
Η αναζήτηση αυτής της «ευτυχίας» μας οδήγησε στην ίδια αντίληψη
για τη ζωή, στον ίδιο τρόπο σκέψης και τρόπο ζωής,
με τον καπιταλισμό, που θέλαμε να ανατρέψουμε.
Ήταν φυσικό λοιπόν, ύστερα από μια δραματική και τραγική περιπλάνηση,
να ξανανταμώσουμε με τον καπιταλισμό, και μάλιστα ως υπανάπτυκτοι ή
ξεπεσμένοι πρίγκηπες, αλλά με εκατομμύρια νεκρούς Δον Κιχώτες που, ποιός
ξέρει, ίσως τούτη τη στιγμή τα θαμμένα κοντάρια τους πετάνε
τα πρώτα βλαστάρια τους μέσα στη γη…
Αλλιώς… δες τα, αν αφαιρέσεις τις λέξεις και τα συνθήματα,
όλα τα άλλα είναι απελπιστικά όμοια…
Μα τι περιμένεις, σαν ο Μάρξ, που ήθελε να λευτερώσει
τον κόσμο, δεν μπόρεσε να λευτερώσει τον εαυτό του…
Το ξέρεις δα πως ήταν «μοίχος», γαμούσε κρυφά την υπηρέτριά του,
δηλαδή και ααφεντικό με δούλα και υπόδουλος στην παντρειά…
Μα πώς αλλιώς, αφού στην φιλοσοφική του ανάλυση «ξέχασε» το
«συνουσιάζομαι άρα υπάρχω» και το αντικατέστησε με την μαλακία του
Καρτέσιου: «σκέφτομαι άρα υπάρχω…»
Κι αφού μόνο εμείς «σκεφτόμασταν», εμείς υπήρχαμε, κι όσο σκεφτόμασταν,
τόσο χάναμε την επαφή μας με τη ζωή…»

«Το κλειδί είναι κάτω από το γεράνι» (1996)

αποσπασμα

«[…] όταν είσαι ερωτευμένος, είναι τέτοια η ταραχή του κορμιού και του νου, που πολλές φορές επιστρατεύεις και τη λογική ακόμα για να δικαιολογήσεις τα συναισθήματα εξουσίας που νιώθεις. Πότε με την έγνοια, πότε με το πρέπει και δεν πρέπει. Έτσι, σιγά σιγά κλείνουν οι πόρτες της περιπέτειας και το ζευγάρι χτίζεται, σαν τους Φαραώ, μέσα σε μεγαλοπρεπείς τάφους, φασκιωμένο με πράγματα εντελώς άσχετα με τη ζωή. Χάνουν το κρυφό νόημα των πραγμάτων. Οι αισθήσεις, αντί γι’ ανοιχτό παράθυρο της ψυχής, συλλέκτες συναισθημάτων που ταξιδεύουν στο τοπίο, γίνονται καθρέφτης που αναπαράγει το χτες σαν φωτογραφία της στιγμής».

«Ντομάτα με γεύση μπανάνας» (2001)

αποσπασμα

“Ο άνθρωπος αντί να δει τα όρια της ελευθερίας του στον παράδεισο, τα όρισε στη διεστραμμένη λογική του. Στη σκιά κάθε συναισθήματος καιροφυλακτεί ένας ανταγωνισμός, μια απαγόρευση. Πόσος φτωχοί και ανόητοι είναι εκείνοι που συνδέουν τη μοναξιά με την απουσία του ανθρώπινου πλήθους…” 

8-3 ΙΣΟΝ 11 (2012)

Το τελευταίο του βιβλίο, 8-3 ίσον 11 είναι ένας απολογισμός αγωνιστικής ζωής.

Πηγές

Χρόνης Μίσσιος: Ένας ωραίος αντιεξουσιαστής – “Η ζωή είναι δώρο με ημερομηνία λήξης”

Χρόνης Μίσσιος

Χρόνης Μίσσιος

5 λεπτά του Κώστα Μοναστήρα

«5 λεπτά» του Κώστα Μοναστήρα

Δώσε μου 5 λεπτά
για έρωτα
τόσο λίγα
ούτε ένα καρβέλι ψωμί,
μηδέ ένα ποτήρι κρασί,
μήτε ένα κατέβασμα
του “κουλοχέρη”,
για να γυρίσει η τύχη μου.
Ίσως φτάνουν για ένα φίλημα
5 λεπτά στο χέρι μου,
τόσο λίγα,
τόσα πολλά
για ν’ ακουμπήσω τα χέρια μου
στα χείλη σου μόνο
για το ανέβασμα.

ΠΗΓΗ: Κώστας Μοναστήρα, Υέτιος Στίχος, εκδόσεις Έναστρον

Ακούστε το εδώ:

Οι καλαμιές της Κατερίνας Ραμανδάνη

Οι καλαμιές

Οι καλαμιές της λίμνης φυσάνε έρωτα.

Αλαβάστρινος ο χρόνος

με τα πουλιά για σιωπηλούς μάρτυρες

των άσβεστων πόθων μας

και με τα μοβ ηλιοβασίλεματα κορνίζα

να υφαίνουν τη ζωή μας

πασπαλίζοντας ευτυχία στις ψυχές μας.

Ερωτικά Αποτυπώματα, Ποίηση, εκδόσεις Αγγελάκη, σελ. 20

Ακούστε εδώ:

Μια ταινία για την Χιροσίμα ή και όχι;

Έχοντας χαρακτηριστεί ως ορόσημο του γαλλικού Νέου Κύματος, η πρώτη ταινία μεγάλου μήκους του Αλέν Ρενέ, Χιροσίμα Αγάπη μου, είναι μία από τις σημαντικότερες όλων των εποχών. Η ιστορία περιστρέφεται γύρω από τη γνωριμία και τη σύντομη, αλλά γεμάτη πάθος.

Μία ηθοποιός φτάνει στη Χιροσίμα για να πρωταγωνιστήσει σε μια ταινία με θέμα την ειρήνη. Εκεί, γνωρίζει έναν Ιάπωνα, με τον οποίο γίνονται εραστές. Το ζευγάρι σε μια σειρά συζητήσεων εξομολογείται ο ένας στον άλλον τις σκέψεις και τις επώδυνες αναμνήσεις. Εκείνος, μιλάει για τη ζωή του και επαναλαμβάνει «Δεν έχεις δει τίποτα από τη Χιροσίμα». Εκείνη αναφέρεται στα εφηβικά της χρόνια στη Νεβέρ, κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, για το πως ερωτεύτηκε έναν Γερμανό στρατιώτη αλλά και στην ταπείνωση που υπέστη κατά τη διάρκεια της Απελευθέρωσης.

Οταν ο Ζαν-Λικ Γκοντάρ δήλωνε για το ντεμπούτο του Αλέν Ρενέ πως είναι η πρώτη ταινία στην ιστορία του κινηματογράφου χωρίς καμία κινηματογραφική αναφορά, ήταν μάλλον ο μοναδικός τρόπος για να περιγράψει κάτι που κανείς δεν είχε δει ποτέ πριν στο σινεμά και κάτι που κανείς δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι μπορούσε ποτέ να συμβεί στο σινεμά.

Σαν ένα ημερολόγιο κοσμικής μνήμης, όπου η πραγματικότητα διακόπτει συνεχώς την μυθοπλασία πριν και οι δύο αυτές αντίρροπες καταστάσεις γίνουν ένα, το «Χιροσίμα Αγάπη μου» δεν ανήκει σε κανένα κινηματογραφικό είδος, δεν χωράει ακόμη και στην πιο διευρυμένη ερμηνεία του «ποιητικού σινεμά», ακυρώνει οτιδήποτε ορίζεται ως συμβατική ή ριζοσπαστική κινηματογραφική αφήγηση και εφευρίσκει σε κάθε του πλάνο, λέξη, ήχο ένα νέο τρόπο να κοιτάς την Ιστορία.

Για τον Αλέν Ρενέ, ο χρόνος και ο ιστορικός χρόνος δεν είναι παρά το ίδιο πράγμα, μια ανάμνηση που γεννιέται με το κάθε δευτερόλεπτο που περνάει και που την ίδια στιγμή ακυρώνεται από την επόμενη, σε ένα σχεδόν ερωτικό παιχνίδι του ανθρώπινου μυαλού που προσπαθεί να συγκρατήσει τις εικόνες – όχι πάντα σίγουρο πως αυτές είναι αληθινές και όχι αποκυήματα της φαντασίας.

Οσο Εκείνη θυμάται, Εκείνος αρνείται τις μνήμες της. Οσο Εκείνη προσπαθεί να ξεδιαλύνει όσα είδε στη Χιροσίμα, Εκείνος της επαναλαμβάνει πως «Δεν είδες τίποτα στη Χιροσίμα». Οσο Εκείνη αναπολεί όσα συνέβησαν εκείνη τη μοιράια ημέρα του Αυγούστου του 1945 – μπερδεμένα με όσα αποθηκεύτηκαν στο μουσείο της φρίκης και ζουν εκεί ακόμη και σήμερα, Εκείνος προσπαθεί να αντιληφθεί πόσα απ’ όσα ακούει είναι πράγματα που Εκείνη είδε στ’ αλήθεια ή πράγματα που είδε στα επίκαιρα ή διάβασε σε κάποιο βιβλίο.

Η συνάντηση Εκείνης και Εκείνου θα είναι καθοριστική, όχι μόνο επειδή θα γίνει με φόντο μια Χιροσίμα που προσπαθεί να χτιστεί πάνω από τα θαμμένα πτώματα και τους τόνους τροφής που δηλητηριάστηκαν, αλλά κυρίως γιατί κάθε λέξη, βλέμμα και αγγιγμά τους είναι ποτισμένο από τη μνήμη του πολέμου έτσι όπως Εκείνη θα ανακαλέσει ως μια ερωτική εξομολόγηση, πιο λυτρωτική από τη συγχώρεση και πιο καθαρτική από τη λήθη.

Αντιπαραβάλλοντας την εμβληματική εικόνα των δύο εραστών – με τα μέλη τους ακρωτηριασμένα από την κάμερα να σφίγγουν ο ένας τον άλλον, με αποτρόπαιες εικόνες από όσα φρικτά θα γεννούσε η ρίψη της ατομικής βόμβας στη Χιροσίμα, ο Αλέν Ρενέ πατάει πάνω στο κείμενο της Μαργκερίτ Ντιράς για να φτιάξει το κινηματογραφικό χρονικό της ίδιας της (προσωπικής και ιστορικής) μνήμης, του προυστικού «χαμένου χρόνου», της ανάσας που κάνει το παρελθόν παρόν και μιας άλλης που ορίζεται στο μέλλον. Και της διαπίστωσης πως το να βλέπεις από κοντά τα πράγματα είναι κάτι που μαθαίνεται.

Μέσα στις 36 ώρες που διαδραματίζεται το «Χιροσίμα Αγάπη Μου», o Ρενέ θα αμφισβητήσει τα πάντα: τη χρονολογική αφήγηση, τον ποιητικό λόγο, το ντοκιμαντέρ και τη σχέση του με το φιξιόν, τη θεατρικότητα των σκηνικών, τις θεμελιώδεις ρίζες του flash-back, τα close-up στα πρόσωπα των πρωταγωνιστών του, τον νεο-ρεαλισμό, τον ερωτικό πόθο και τα αντιπολεμικά μηνύματα, τον τρόπο με τον οποίο μέχρι τότε ήξεραν να σκηνοθετούν μια γυναίκα και έναν άντρα που πρέπει να χωρίσουν πριν ακόμη ομολογήσουν ότι είναι ερωτευμένοι, κουβαλώντας στα γυμνά κορμιά τους τις πληγές όλου του κόσμου – ανθρωποι χώρες με ονόματα πόλεων σε μια διαρκή συνάντηση με το πεπρωμένο.

Παρόν και παρελθόν εναλλάσσονται συνεχώς μέσα από την (αν)έφικτη ερωτική επαφή και τη δύσκολη επικοινωνία (δεν μιλούν ο ένας την γλώσσα του άλλου), καθώς και τις περιπλανήσεις τους σε διάφορες τοποθεσίες της Χιροσίμα. Όλα συμβαίνουν στη διάρκεια ενός εικοσιτετραώρου, γιατί η γυναίκα – που δεν μαθαίνουμε ποτέ το όνομά της, όπως ούτε και του Ιάπωνα εραστή της – θα πρέπει να επιστρέψει στη Γαλλία. Θα γυρίσει όμως;

Η ρευστότητα του χρόνου και η υποκειμενικότητα της μνήμης, αποτελούν τον δραματικό άξονα αυτής της αριστουργηματικής ταινίας, καθιστώντας τη θέασή της, μία ανεπανάληπτη κινηματογραφική εμπειρία, μαγνητίζοντας τον θεατή όσες φορές κι αν την παρακολουθήσει. Για την ιστορία να αναφέρουμε ότι το φιλμ κέρδισε το Βραβείο Fipresci στο Φεστιβάλ των Καννών το 1959.

Η ταινία Χιροσίμα, Αγάπη μου προέκυψε μετά από πρόταση που έγινε στον Ρενέ να κάνει ένα ντοκιμαντέρ σχετικά με τη Χιροσίμα και την πυρηνική βόμβα, αντίστοιχο του Nuit et Brouillard, το οποίο είχε μόλις ολοκληρώσει (1955) για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και το Ολοκαύτωμα. Αν και διστακτικός στην αρχή, ο Ρενέ παρακολούθησε, στο πλαίσιο της έρευνάς του, διάφορα ντοκιμαντέρ που είχαν πραγματοποιηθεί μέχρι τότε για τη Χιροσίμα και κατέληξε ότι η μόνη πιθανή νέα προσέγγιση θα ήταν να εξερευνήσει τη καθολικότητα του θέματος. Για αυτό το εγχείρημα θα χρειαζόταν να κάνει γυρίσματα σε όλον τον κόσμο, μια προοπτική που οι συμπαραγωγοί του δεν θα μπορούσαν να σκεφτούν. Ωστόσο, μετά από αρκετούς μήνες προκύπτει η ιδέα το σχέδιο ντοκιμαντέρ για τις καταστροφές της Χιροσίμα να λάβει τη μορφή μιας ταινίας μυθοπλασίας μεγάλου μήκους.

Σύμφωνα με τη σεναριογράφο της ταινίας, Μαργκερίτ Ντυράς, ο Ρενέ προσέγγισε την ταινία σαν μυθιστοριογράφος: «Πριν το γύρισμα ήθελε να γνωρίζει τα πάντα, τόσο την ιστορία που θα έλεγε, όσο και εκείνη που δεν θα έλεγε, την ιστορία δηλαδή των χαρακτήρων. Τον ενδιέφερε να μάθει τα πάντα για αυτούς: τα χρόνια της νιότης τους, τις ζωές τους πριν και μέχρι ενός σημείου, το μέλλον τους μετά την ταινία. Έτσι έγραψα βιογραφίες για κάθε χαρακτήρα. Και από αυτές τις βιογραφίες, ο Ρενέ τους προσέγγισε με την κάμερα σαν να μετέφραζε σε εικόνες τη συνέχιση μιας ταινίας που υπήρχε ήδη σχετικά με τις προηγούμενες ζωές τους».

Αν το «Χιροσίμα Αγάπη Μου» υπήρξε η εμβληματική ταινία της nouvelle vague ή ακόμη περισσότερο η αρχή του μοντέρνου σινεμά όπως το γνωρίζουμε, περισσότερο κι από όλα αυτά υπήρξε μια σπαρακτική προσπάθεια να φυλακιστεί ο χρόνος μέσα σε μπομπίνες από φιλμ – όχι με σκοπό να γίνει ένα ντοκουμέντο για τις γενιές που θα ακολουθούσαν αλλά με τη φιλοδοξία να τον σταματήσει και ξεκινώντας πάλι από την αρχή να απελευθερώσει το σινεμά από κάθε σύμβαση. Και να το ορίσει σαν την πεμπτουσία μιας ανάμνησης που δεν έχει σήμασία αν ανταποκρίνεται στα γεγονότα και ενός ψέματος που όσο κι αν Εκείνος θα επιμένει κάθε φορά που θα του μιλάς, παραμένει η μεγαλύτερη αλήθεια απ’ όλες.

Πενήντα πέντε χρόνια μετά, η αφηγηματική γλώσσα του Ρενέ παραμένει μοναδική, ξεχωριστή, ίσως όχι πάντα κατανοητή αλλά σίγουρα καινοτόμα. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι η ίδια η ταινία είναι η απάντηση του σκηνοθέτη στη δήλωση Εκείνης ότι «τι άλλο μπορεί να γυρίσει κανείς στη Χιροσίμα εκτός από μια ταινία για την ειρήνη;» Το «Χιροσίμα Αγάπη μου» είναι μια ταινία για το παρελθόν και το παρόν, τη μνήμη και το γεγονός, την πραγματικότητα και την επιθυμία, το τραύμα και τις πληγές, τη θολή προσωπικότητα Εκείνης και το ίδιο το πρόσωπο της πόλης. Στο τέλος, δεν μπορεί κανείς να συνειδητοποιήσει αν οι πληγές των θυμάτων τής Χιροσίμα είναι κρισιμότερες από αυτές που προφανώς φέρει μέσα της η ηρωίδα ή αν το τραύμα είναι δυνατόν ποτέ να επουλωθεί, όμως μια καινούργια οπτική έχει ήδη γεννηθεί. Και για αυτό, η «Χιροσίμα» θα παραμένει για πάντα μια ξεχωριστή «αγάπη», όχι μόνο για εκείνους αλλά και για εμάς.

Πηγές:

https://flix.gr/cinema/hiroshima-mon-amour-review.html

https://m.myfilm.gr/15071

https://m.tvxs.gr/mo/i/181537/f/news/sinema/i-lyriki-synthesi-toy-alen-rene-xirosima-agapi-moy.html

ΧΙΡΟΣΙΜΑ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ