Η Ιστορία πίσω από τον πίνακα: “Κόκκινο Γυμνό” του Μοντιλιάνι

«Υπάρχει μόνο ένας άνθρωπος που ξέρει να ντυθεί στο Παρίσι κι αυτός είναι ο Μοντιλιάνι», έλεγε ο Πικάσο. «Ο αριστοκράτης μας», τον αποκαλούσε ο Ζαν Κοκτό.

Ο Μοντιλιάνι είχε τον τίτλο του «καταραμένου» καλλιτέχνη. Έκανε έκλυτο βίο με καταχρήσεις και αγοραίες γυναίκες. Ίσως επειδή ήξερε ότι θα πεθάνει. Έπασχε από φυματίωση και ήθελε να κρύψει την ασθένεια και να αποφύγει τον στιγματισμό. «Ήταν χαρούμενος, όταν οι άλλοι τον θεωρούσαν μεθύστακα και ναρκομανή. Έτσι, δεν έβλεπαν πάνω του τα σημάδια της φυματίωσης. Οι αλκοολικοί, άλλωστε, ήταν αποδεκτοί. Οι φυματικοί όχι. Το κοινωνικό στίγμα την εποχή εκείνη ήταν μεγάλο και αυτομάτως σε εξόριζε στο περιθώριο της ζωής. Ο Μοντιλιάνι προτίμησε συνειδητά να κρύψει τη θανατηφόρα ασθένειά του απ’ όλους, φίλους και ερωμένες», έγραψε χαρακτηριστικά η Μέριλ Σεκρέστ στη βιογραφία του.

Ζωγράφιζε κυρίως πορτρέτα και γυμνά, τα οποία είχαν ως βασικό χαρακτηριστικό τους τις ασύμμετρες συνθέσεις, τις επιμηκυμένες μορφές, τα μακρόστενα πρόσωπα και την απλή αλλά μεγαλοπρεπή χρήση των γραμμών. Συνήθως έδινε βάση στα χέρια, τα οποία βρίσκονταν σε πλήρη αρμονία με τους ασυνήθιστα μακριούς λαιμούς και τα έντονα χείλη, ενώ πάντα έλειπε ένα τμήμα του σώματος – συνήθως τα πόδια – στα ολόσωμα πορτρέτα του. Τα γυμνά που ζωγράφισε μεταξύ 1916 και 1920 αποτελούν τα πιο αναγνωρίσιμα έργα του.

Ένα από αυτά αποτελεί και το «Κόκκινο Γυμνό», το οποίο εκτέθηκε για πρώτη φορά το 1917 στη μοναδική προσωπική έκθεση του Μοντιλιάνι –όσο βρισκόταν εν ζωή – στην γκαλερί Berthe Weill στο Παρίσι. Η έκθεση θεωρείται διαβόητη στην ιστορία της μοντέρνας τέχνης εξαιτίας της κοσμοσυρροής, αλλά και του σάλου που προκάλεσαν τα γυμνά της, με αποκορύφωμα την τοποθέτηση ενός από αυτά στην κεντρική βιτρίνα της γκαλερί. Η κίνηση αυτή προκάλεσε προσβολή της δημόσιας αιδούς, με αποτέλεσμα η αστυνομία να κλείσει την έκθεση την ημέρα των εγκαινίων της. «Αυτές οι γυναίκες…», αναφώνησαν έκπληκτοι οι αστυνομικοί, «έχουν τρίχωμα του εφηβαίου!». Ωστόσο, η έκθεση συνεχίστηκε, μόλις αφαιρέθηκε από τη βιτρίνα ο πίνακας.

Ποιες ήταν όμως οι μούσες του Μοντιλιάνι, που ενέπνευσαν τα περιβόητα γυμνά του;  Τα μοντέλα που συνήθως πόζαραν γυμνά, προέρχονταν από οίκους ανοχής ή ήταν μερικές από τις πολλές ερωμένες του.

Από τα πιο γνωστά μοντέλα – ερωμένες του ήταν η Ρωσίδα ποιήτρια Anna Akhmatova. Η σχέση τους κράτησε μόνο ένα χρόνο, καθώς ο καλλιτέχνης είχε αρχίσει να βυθίζεται όλο και περισσότερο στο χασίσι και στο αψέντι με αποτέλεσμα η απελπισμένη κοπέλα να γυρίσει στον νόμιμο άντρα της. Επόμενη ήταν η εξωτική πόρνη Elvira, με την οποία σύναψε μία ιδιαίτερα τοξική και βίαιη σχέση. Στην διάρκειά της ο Μοντιλιάνι την είχε σύρει πολλές φορές στον δρόμο από τα μαλλιά, ενώ μια μέρα την πέταξε από ένα παράθυρο του πρώτου ορόφου.

Ο μεγαλύτερος, όμως, έρωτας και πηγή έμπνευσής του ήταν η Γαλλίδα ζωγράφος, Jeanne Hebuterne. Οι δυο τους ξεκίνησαν αμέσως μία παθιασμένη και θυελλώδη σχέση. Κατά τη διάρκεια αυτής της σχέσης, ο Μοντιλιάνι ζωγράφισε τα καλύτερα έργα του, μεταξύ των οποίων και το «Κόκκινο Γυμνό».

Το Νοέμβριο του 1918, η Jeanne γέννησε την κόρη τους, που πήρε το όνομά της. Δεν πήρε όμως το επίθετο του πατέρα της, καθώς ήταν νόθα. Ο χαοτικός και έκλυτος βίος των γονιών της, τους οδήγησε να δώσουν το μωρό σε μία νοσοκόμα. Τελικά, ο Μοντιλιάνι δεν πρόλαβε να γνωρίσει πραγματικά την κόρη του. Τον Ιανουάριο του 1920, πέθανε εξαιτίας επιπλοκών της φυματίωσης που τον βασάνιζε από την παιδική του ηλικία. Στο άκουσμα του θανάτου του η Jeanne αυτοκτόνησε, πέφτοντας από τον πέμπτο όροφο. Ήταν εννιά μηνών έγκυος στο δεύτερο παιδί τους.

Ο πίνακας Nu Couche (Κόκκινο γυμνό) πωλήθηκε το 2015 για 158,8 εκατ. δολάρια σε δημοπρασία του οίκου Christie’s, κερδίζοντας μία θέση στους ακριβότερους πίνακες όλων των εποχών.

Ο πίνακας βρίσκεται στην Πινακοθήκη Giovanni e Marella Agnelli, στο Τορίνο.

Πηγές

Ο «καταραμένος» καλλιτέχνης που εμπνεύστηκε από τις Καρυάτιδες. Όταν έκανε έκθεση η αστυνομία επενέβη επειδή ήταν γυμνές! Ο Μοντιλιάνι που αντάλλαζε πίνακες για ένα πιάτο φαΐ.

Η Ιστορία πίσω από τον Πίνακα: Κόκκινο Γυμνό του Μοντιλιάνι

Κοκκινομάλλα κοπέλα του Μοντιλιάνι: το πορτραίτο της συντρόφου του,Ζαν Εμπιτέρν. Το μοιραίο ζευγάρι που δεν τους χώρισε ούτε ο θάνατος.

Αποτέλεσμα εικόνας για jeanne hebuterne

Τον Ιανουάριο του 1920 ο Αμεντέο Μοντιλιάνι είχε εξαφανιστεί για μέρες από τα μέρη στο Παρίσι όπου σύχναζε, γεγονός που ανησύχησε τον φίλο του και επίσης ζωγράφο Ορτίθ ντε Θάρατε. Όταν τον επισκέφτηκε ήρθε αντιμέτωπος με ένα τρομακτικό θέαμα. Ο Μοντιλιάνι, ο οποίος έπασχε από φυματική μηνιγγίτιδα βρίσκοταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι, παραληρώντας και παραπονούμενος για αφόρητους πονοκεφάλους. Γύρω του ήταν ακουμπισμένα μισοάδεια μπουκάλια κρασιού και κονσέρβες. Σε μια καρέκλα παγωμένη και σιωπηλή, καθόταν η σύντροφος του και επίσης ζωγράφος Ζαν Εμπιτέρν, έγγυος στον ένατο μήνα στο δεύτερό τους παιδί. Ήταν μόλις 22 χρονών και δεν τολμούσε να καλέσει βοήθεια. Ο ντε Θάρατε τον μετέφερε στο νοσοκομείο. Εκεί ο ζωγράφος έπεσε σε κώμα, από το οποίο δε συνήλθε ποτέ. Πέθανε στις 24 Ιανουαρίου. Την επόμενη μέρα η οικογένεια της Εμπιτέρν την έκλεισε στη σοφίτα του σπιτιού, ώστε να φέρει όσο πιο αθόρυβα και απαρατήρητα γινόταν τον καρπό του έρωτά της με τον ζωγράφο. Μια μέρα αργότερα αυτοκτόνησε, πέφτοντας από το παράθυρο της σοφίτας, παρασύροντας στο θάνατο και το αγέννητο παιδί της. Είχε ζητήσει να ταφεί δίπλα στον ζωγράφο, αλλά η τελευταία της επιθυμία δεν έγινε πραγματικότητα, καθώς η οικογένειά της θεωρούσε τον Μοντιλιάνι υπεύθυνο για τον θάνατο της κόρης τους.

Αποτέλεσμα εικόνας για jeanne hebuterne

Πρόκειται για μια γυναίκα με φιλοδοξίες που ξεπερνούσαν τα κοινωνικά στεγανά της εποχής της. Μάθαινε σχέδιο και το ζωγραφικό της έργο ήταν παρά το νεαρό της ηλικίας της, αξιόλογο και τολμηρό. Υπήρξε ένα κορίτσι θαρραλέο και δυναμικό, που δεν δίστασε να αντιταχθεί στις αντιρρήσεις της αυστηρής καθολικής της οικογένειας και να συζεί με έναν ζωγράφο, και μάλιστα εβραϊκής καταγωγής.

Ο Μοντιλιάνι λάξευε αποκλειστικά ανθρώπινα κεφάλια σε ασβεστόλιθο, τον οποίο έκλεβε από οικοδομές. Τα κεφάλια αυτά είναι εξαιρετικά επιμηκυσμένα, με μακριές μύτες, αυστηρά μετωπικά, ενίοτε με αρχαϊκό μειδίαμα στα χείλη.Σε αυτές τις ιδιόρρυθμες μορφές μοιάζει και το πορτραίτο της Ζαν Εμπιτέρν φιλοτεχνήθηκε το 1918, λίγο καιρό μετά την γνωριμία τους. Το πρόσωπο της είναι λεπτεπίλεπτο και κομψό. Τα καστανά μάτια της ( εφεύρημα του καλλιτέχνη, διότι στην πραγματικότητα είχε γαλανά) κοιτάζουν με οικειότητα το ζωγράφο της, αποκαλύπτοντας την άνευ όρων αγάπη της για εκείνον. Η αθωότητα της μορφής της, η απλότητα της ομορφιάς αποτυπώνονται στον πίνακα, καθώς ο ζωγράφος συνδυάζει τα τολμηρά, ζεστά μοντερνιστικά χρώματα , τις πριμιτιβιστικές τάσεις της εποχής του και την ξεχωριστή του καλλιτεχνική ιδιοσυγκρασία.