Γιατί υπάρχουν απαγορευμένα βιβλία σήμερα;

Δεν υπάρχουν «απαγορευμένα βιβλία», αλλά «απαγορευμένοι άνθρωποι».

Fahrenheit 451 – Ray Bradbury

Διαβάστε επίσης: https://dromospoihshs.gr/2022/07/03/20-of-the-most-well-known-banned-books-in-the-world/

Είναι πολλές οι φορές που η λογοτεχνία μπήκε στο στόχαστρο της λογοκρισίας. Από τότε που «γεννήθηκε» ο γραπτός λόγος, κυβερνήσεις και ηγέτες ανά τον κόσμο έχουν προσπαθήσει πολύ για να κρατήσουν τις ιδέες και τις απόψεις των συγγραφέων υπό έλεγχο.

Πρέπει να πούμε πως η έννοια «απαγόρευση» στο βιβλίο παίρνει πολλές και διαφορετικές μορφές μέσα στα χρόνια. Μιλάμε για συνολική δικαστική απαγόρευση και περαιτέρω για δήμευση και καταστροφή των αντιτύπων, για επιμέρους διώξεις που αφορούν τις ανώμαλες πολιτικά εποχές (δικτατορίες, φονταμεταλισμος, φασισμός, κ.λπ.), για περιστασιακές αναστατώσεις υποκινούμενες από «κύκλους» (θρησκευτικούς, εθνικιστικούς κ.λπ.), για λογοκριτικές επεμβάσεις που αφορούν συγκεκριμένα κεφάλαια και παραγράφους βιβλίων κ.ο.κ.

Υπάρχουν ορισμένα βιβλία, τα οποία αντιμετωπίστηκαν με οργή από τα συντηρητικά κομμάτια μιας κοινωνίας, επειδή «προσέβαλαν» τα ήθη, τις αξίες, το πολιτικό και κοινωνικό status quo, επειδή προκάλεσαν την ηθική. Αλλες πάλι φορές γιατί απλά οι συγγραφείς τους τόλμησαν να γράψουν όσα η κοινωνία δεν μπορούσε καν να φανταστεί ή δεν ήθελε να φανταστεί. Είναι πολλοί οι συγγραφείς που είδαν τις σελίδες που συνέγραψαν να καίγονται ολόσχερα.

Continue reading “Γιατί υπάρχουν απαγορευμένα βιβλία σήμερα;”

Η “Ρεβέκκα” του σήμερα και του χθες

Η “Ρεβέκκα”  είναι μία αμερικανική ταινία μυστηρίου. Για πρώτη φορά την απολαύσαμε στη μεγάλη οθόνη, σε σκηνοθεσία Άλφρεντ Χίτσκοκ. Αυτή η παραγωγή του 1940 βραβεύτηκε και με το Όσκαρ καλύτερης ταινίας. Το κινηματογραφικό αυτό έργο, παραγωγής του Ντέιβιντ Ο. Σέλζνικ, αποτελεί μεταφορά του ομώνυμου μυθιστορήματος της Δάφνη Ντι Μωριέ, ενώ στους πρωταγωνιστικούς ρόλους εμφανίζονται οι Λόρενς Ολίβιε, Τζόαν Φοντέιν και Τζούντιθ Άντερσον. Προτάθηκε για 11 βραβεία Όσκαρ, κέρδισε δύο κι αποτελεί τη μοναδική ταινία του Χίτσκοκ που κατάφερε να κερδίσει το πολυπόθητο αγαλματίδιο, καθώς και την πρώτη του σκηνοθετική απόπειρα στο Χόλιγουντ. Ο Χίτσκοκ ήταν για πρώτη φορά στη λίστα των υποψηφίων για το Όσκαρ Σκηνοθεσίας, αλλά το βραβείο πήγε στο Τζον Φορντ για την ταινία Τα σταφύλια της οργής. Ο μετρ της αγωνίας θα υπήρξε άλλες πέντε φορές υποψήφιος, χωρίς επιτυχία και το 1967 η ακαδημία του παραχώρησε το τιμητικό Όσκαρ για την προσφορά του στον κινηματογράφο.

«Ρεβέκκα»: Το σκοτεινό παραμύθι των φαντασμάτων

80 χρόνια μετά, το 2020, η αμερικανική εταιρία Netflix μας χαρίζει το ριμέικ της ταινίας, ένα ακόμη αριστούργημα που δεν έχει να ζηλέψει ( σχεδόν ) τίποτα από το πρωτότυπο έργο. Κι αυτό, διότι το σκηνοθετεί ο Βρετανός Μπεν Γουίτλι, ενώ στους πρωταγωνιστικούς βρίσκονται οι: Λίλι Τζέιμς, Κρίστιν Σκοτ και Άρμι Χάμερ.

Πλοκή

Μια νεαρή συνεσταλμένη γυναίκα, που δεν αναφέρεται ποτέ το όνομά της, η οποία είναι ορφανή και συνοδεύει την πλούσια δεσποτική και καυστική Αμερικανίδα κυρία Βαν Χόπερ στις διακοπές της, στο Μονακό, γνωρίζεται εκεί με τον πλούσιο αριστοκράτη και χήρο Μαξιμίλιαν “Μάξιμ” Ντε Γουίντερ. Η σύζυγος του Μάξιμ, Ρεβέκκα, έχει πεθάνει τον προηγούμενο χρόνο σε ατύχημα στη θάλασσα. Οι δυο τους ερωτεύονται, και όταν η εργοδότρια της αποφασίζει να φύγουν από το Μονακό, ο Μαξίμ της ζητά κάπως βεβιασμένα να παντρευτούν κι εκείνη δέχεται. Η κυρία Βαν Χόπερ την προειδοποιεί ότι ο Μάξιμ λάτρευε την πρώτη σύζυγό του και της εύχεται καλή τύχη στη νέα ζωή της.

Έτσι φτάνουν μαζί στο Μάντερλεϊ, την έπαυλη του Μάξιμ, όπου η άπειρη δεύτερη σύζυγος προσπαθεί με δυσκολία να προσαρμοστεί στα καθήκοντα της νέας της θέσης και στην πορεία αναπτύσσει έναν φόβο για την κυρία Ντάνβερς, την οικονόμο του σπιτιού και άλλοτε πιστή σύμμαχο της νεκρής Ρεβέκκα, την οποία είχε μεγαλώσει από παιδί. Η νέα κυρία ντε Γουίντερ αρχίζει να πιστεύει ότι η Ρεβέκκα ήταν η τέλεια γυναίκα και ότι ο Μάξιμ τη λάτρευε, κάτι που δεν θα τους αφήσει ποτέ να ευτυχήσουν. Η επίσκεψη του Τζακ Φαβέλ, παρουσιαζόμενου ως ξαδέλφου της Ρεβέκκα, αλλά στην πραγματικότητα εραστή της, κλονίζει την αφηγήτρια και αποφασίζει να πάρει τα ηνία στο σπίτι, δίνοντας εντολή στην κυρία Ντάνβερς να καταστραφούν και να πεταχτούν τα προσωπικά αντικείμενα της Ρεβέκκα, κάτι που εξοργίζει την οικονόμο αλλά το κρύβει.Η σκηνή, όπου η οικονόμος, προκαλεί τη νεαρή γυναίκα να πέσει από το παράθυρο.

Θέλοντας να χαροποιήσει τον σύζυγό της και για να να αποσείσει τη σκιά του παρελθόντος οργανώνει μια γιορτή μεταμφιεσμένων, όπου η κυρία Ντάνβερς την πείθει να φορέσει ένα κοστούμι που εικονίζεται να φορά σε έναν πίνακα η Καρολάιν ντε Γουίντερ, μια πρόγονος του Μάξιμ. Ερήμην της όμως, το κοστούμι αυτό φορούσε και η Ρεβέκκα σε ένα παρόμοιο πάρτι λίγο καιρό πριν πεθάνει και όταν εμφανίζεται στη σάλα με αυτό, ο Μάξιμ οργίζεται και οι καλεσμένοι παγώνουν, οπότε εκείνη συντετριμμένη, αντιμετωπίζει τη κυρία Ντάνβερς για το παιχνίδι που της έπαιξε. Εκείνη της αποκαλύπτει την απέχθεια της και την πεποίθησή της ότι σαν δεύτερη σύζυγος του Μάξιμ προσπαθεί να υποκαταστήσει τη Ρεβέκκα, αλλά είναι ανίκανη για αυτό. Εκμεταλλευόμενη την ψυχολογική κατάσταση της κοπέλας, η οικονόμος την πείθει σχεδόν να αυτοκτονήσει πέφτοντας από το παράθυρο, αλλά διακόπτεται από την σειρήνα ενός πλοίου, που έχει μόλις ναυαγήσει στα βράχια κοντά στην παραλία που γειτονεύει με το Μάντερλεϊ.

Αποκαλύπτεται ότι κοντά στο πλοίο που ναυάγησε βρίσκεται το ναυάγιο ενός άλλου πλοίου, του σκάφους της Ρεβέκκα, και μέσα σε αυτό ένα πτώμα, το πτώμα της Ρεβέκκα. Ο Μάξιμ διηγείται στην αφηγήτρια πως η Ρεβέκκα ήταν μια σκληρή, επιπόλαιη και αδίστακτη εγωίστρια που, αφότου παντρεύτηκαν, του αποκάλυψε το πραγματικό της πρόσωπο και έκαναν μια άτυπη συμφωνία. Εκείνος θα την χρηματοδοτούσε και εκείνη θα κρατούσε το προσωπείο της τέλειας αριστοκρατικής κυρίας, ζώντας παράλληλα τη ζωή που ήθελε και απατώντας τον Μάξιμ κατά συρροή. Όταν του αποκάλυψε ότι είναι έγκυος με παιδί από κάποιον εραστή της και ότι σκόπευε να το μεγαλώσει σαν δικό του, ώστε να κληρονομήσει την περιουσία του, εκείνος όρμησε να τη σκοτώσει αλλά, σκοντάφτοντας κάτω, η Ρεβέκκα πέθανε από ατύχημα. Έτσι έκρυψε το σώμα της στο σκάφος και το βύθισε αναγνωρίζοντας το πτώμα μιας φτωχής γυναίκας ως της Ρεβέκκα και αφήνοντας ένα σημείωμα αυτοκτονίας, που δήθεν έγραψε η Ρεβέκκα.

Η γυναίκα του χαίρεται που δεν αγάπησε ποτέ τη Ρεβέκκα και παρηγορείται για την πιθανότητα να κατηγορηθεί για φόνο ο Μάξιμ. Διενεργούνται ανακρίσεις που με μάρτυρες τον Τζακ Φαβέλ και την κυρία Ντάνβερς προσπαθούν να δείξουν ότι η Ρεβέκκα δολοφονήθηκε. Όμως, ανακαλύπτεται ότι η Ρεβέκκα είχε επισκεφτεί έναν γιατρό ο οποίος της διέγνωσε καρκίνο σε τελικό στάδιο και, αργότερα την ίδια ημέρα, εκείνη ανακοίνωσε δήθεν ότι ήταν έγκυος και προκάλεσε τον Μάξιμ να τη σκοτώσει για να του καταστρέψει τη ζωή, πριν πεθάνει η ίδια. Ο Φαβέλ τηλεφωνεί στην κυρία Ντάνβερς και της αποκαλύπτει ότι η Ρεβέκκα είχε καρκίνο και ότι οι δύο σύζυγοι μπορούν πλέον να ζήσουν ευτυχισμένοι στο Μάντερλεϊ. Εκείνη, έχοντας παρανοήσει, βάζει φωτιά στο Μάντερλεϊ για να μην ζήσουν εκεί ευτυχισμένοι. Η αφηγήτρια σώζεται και συναντά τον Μάξιμ που έχει μόλις φτάσει με αυτοκίνητο, έχοντας δει τις φλόγες από μακριά. Αγκαλιάζονται και η κυρία Ντάνβερς πεθαίνει μέσα στις φλόγες. Η ταινία τελειώνει με ένα κεντητό μονόγραμμα της Ρεβέκκα να καίγεται σε ένα μαξιλάρι.

Η ταινία του 1940

Ο Άλφρεντ Χίτσκοκ, όπως είναι πιθανότατα γνωστό, είχε ένα σύνολο από εξαιρετικά έργα στην περίοδο που βρισκόταν στην Αγγλία. Η τελευταία του μάλιστα ταινία εκεί, «Η Ταβέρνα της Τζαμάικα», ήταν βασισμένη και αυτή, όπως και η «Ρεβέκκα» σ’ ένα βιβλίο της Δάφνης ντι Μωριέ, συγγραφέως που ο σκηνοθέτης επισκέφθηκε ξανά και στα «Πουλιά» του 1963.

Ο Ντέιβιντ Ο’ Σέλζνικ, ο μεγιστάνας παραγωγός που την ίδια χρονιά (1939) ολοκλήρωνε το έπος του «Όσα Παίρνει ο Άνεμος», που θα χαρακτήριζε την φήμη του και θα στιγμάτιζε το μετέπειτα έργο του, κάλεσε τον Χίτσκοκ για μια μεταφορά του τραγικού ναυαγίου του «Τιτανικού». Το σχέδιο όμως “ναυάγησε” και ο Σέλζνικ ζήτησε από τον Χίτσκοκ την «Ρεβέκκα».

Η ταινία, όπως λέει ο ίδιος ο σκηνοθέτης και στην περίφημη συνέντευξή του στον Φρανσουά Τριφό, «δεν είναι ταινία Χίτσκοκ». Εν μέρει έχει δίκιο. Πώς θα ήταν δυνατόν άλλωστε, με τη φήμη του υπερεπεμβατικού Σέλζνικ και των ποταμιαίων μνημονίων του που επέβαλλαν στους σκηνοθέτες «του» από τα σκηνικά και τα κοστούμια, μέχρι την διεύθυνση των ηθοποιών και την τροπή του σεναρίου.

Ωστόσο η «Ρεβέκκα», πέραν της αναπόφευκτης λόγω στούντιο και Χίτσκοκ πληρότητάς της, διέθετε πινελιές εδώ κι εκεί που χαρακτήριζαν το ως τότε έργο του σκηνοθέτη. Πινελιές που στην μετέπειτα πορεία θα αποκρυσταλλώνονταν στο αμίμητο στυλ του.

Η ταινία του 2020

Η επιτυχία του ριμέικ οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη σκηνοθετική δεινότητα του Γουίτλι. Με την αρωγή της τεχνολογίας του 21ου αιώνα, ο ομοεθνής του Χίτσκοκ έδειξε ότι σεβάστηκε τον πρώτο διδάξαντα και ακολούθησε τα βήματά του, ως ένα σημείο. Το χρώμα της εικόνας, δε ζημείωσε καθόλου την πλοκή και το αίσθημα μυστηρίου, αντιθέτως “φώτισε” τις συναισθηματικές διακυμάνσεις των πρωταγωνιστών.

Όσο για τους πρωταγωνιστές, η Κρίστιν Σκοτ Τόμας συναγωνίζεται σε ερμηνευτική ικανότητα την Τζούντιθ Άντερσον, που είχε κερδίσει τότε μια υποψηφιότητα για Όσκαρ Β’ Γυναικείου Ρόλου.

rebecca-04314_r_1.jpg

Η Λίλι Τζέιμς, ακόμη, στον ρόλο της αδέξιας συζύγου, που βυθίζεται στον υποτιθέμενο καλό κόσμο της Βρετανίας του ’30 τα καταφέρνει περίφημα.

Το τέλος της ιστορίας του Χίτσκοκ πιο άμεσο και ποιητικό από το «αμερικανοποιημένο» φινάλε του Γουίτλι, όμως ακόμη κι έτσι το ριμέικ δεν χάνει τη βαρύτητά του έναντι του πρωτότυπου.

Το φάντασμα της Ρεββέκας, η ενσάρκωση δια της απουσίας της του απόλυτου αριστουργήματος, δεν τρόμαξε τον Μπεν Γουίτλι, που έκαψε όπως το «Μάντερλεϊ», τη ρήση της Σύλβιας Πλαθ: «Η τελειότητα είναι τρομερή, δεν μπορεί να κάνει παιδιά»… Και απέδειξε ότι κανείς δεν είναι τέλειος, αλλά όλοι μπορούμε να γίνουμε καλύτεροι. Και η «Ρεββέκα» του, (ίσως όχι καλύτερη από εκείνη του Χίτσκοκ, αλλά…) κατάφερε να σταθεί στο ύψος της!

Πηγές

«Ρεβέκκα»: Το σκοτεινό παραμύθι των φαντασμάτων

Είδαμε τη νέα «Ρεβέκκα» στο Netflix: Ο Μπεν Γουίτλι θάμπωσε τον Άλφρεντ Χίτσκοκ

«Αύγουστος»: το γλαφυρό πορτραίτο μιας βαθιά δυσλειτουργικής και βιτριολικής οικογένειας

Από την πρώτη παρουσίαση του έργου στην Ελλάδα (σε σκηνοθεσία Κ. Μαρκουλάκη, 2016-2018)

Το βραβευμένο με Πούλιτζερ θεατρικό έργο «Αύγουστος» (πρωτότυπος τίτλος: “August: Osage County”, 2007) του αμερικανού ηθοποιού και θεατρικού συγγραφέα Tracy Letts είναι μια από τις μεγαλύτερες θεατρικές επιτυχίες στην Αμερική και την Αγγλία αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο, καθώς έχει παρουσιαστεί σε πάνω από 30 χώρες.

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Tracy Letts - Nordiska - international performing rights agency

Ο συγγραφέας του έργου, Tracy Letts, γεννήθηκε το 1965 στην Οκλαχόμα των ΗΠΑ. Οι γονείς του ήταν ιδιαίτερα καλλιεργημένοι, ο πατέρας του καθηγητής πανεπιστημίου αλλά και ηθοποιός και η μητέρα του συγγραφέας. Ο ένας από τους αδελφούς του είναι συνθέτης και μουσικός της τζαζ.
Ο Tracy Letts ξεκίνησε την καριέρα του ως ηθοποιός την οποία και συνεχίζει με μεγάλη επιτυχία στο θέατρο, στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση. Έχει γράψει θεατρικά έργα και σενάρια κινηματογραφικών ταινιών. Το έργο «Αύγουστος», ο αγγλικός τίτλος «August Osage County», έχει βραβευθεί με το βραβείο Pulitzer το 2008 ενώ ο ίδιος έχει πάρει το βραβείο Tony για τον ρόλο του στο έργο «Who’s Afraid of Virginia Woolf» το 2013. Έργα του έχουν κερδίσει υποψηφιότητες για διάφορα βραβεία.

«Αύγουστος»

τέχνες PLUS - Είδα τον «Αύγουστο» σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη
Από την πρώτη παρουσίαση του έργου στην Ελλάδα (σε σκηνοθεσία Κ. Μαρκουλάκη, 2016-2018)

Ο «Αύγουστος» αποτελεί δείγμα κλασσικού αμερικανικού θεάτρου που θυμίζει σε μεγάλο βαθμό πολύ γνωστά έργα (πχ. «Μακρύ ταξίδι της μέρας μέσα στη νύχτα», «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γούλφ» και άλλα). Ο ίδιος ο συγγραφέας παραδέχεται πως έχει επηρεαστεί από τους: Eugene O’Neill, Tennessee Williams, Edward Albee, William Faulkner και άλλα ιερά τέρατα του αμερικάνικου θεάτρου αλλά και του παγκόσμιου. Πράγματι, στο έργο πνέει ένας αέρας από όλους αυτούς τους συγγραφείς.

Το έργο ξεκινά με τον αλκοολικό ποιητή Μπέβερλι Γουέστον να αφηγείται τις μέρες του μαζί με την καρκινοπαθή γυναίκα του, Βάιολετ. «Η γυναίκα μου παίρνει χάπια και εγώ πίνω», μονολογεί στην Ινδιάνα υπηρέτρια που τον ακούει προσεκτικά, δίνοντας μας τα πρώτα στοιχεία που μέλλει να καθορίσουν την εξέλιξη της παράστασης. Η πλοκή ξεκινά όταν, μια μέρα του Αυγούστου, ο Μπέβερλι εξαφανίζεται. Έντρομες μια-μια οι κόρες του ζεύγους επιστρέφουν στο σπίτι μαζί με τις δικές τους δυσλειτουργικές οικογένειες. Η Άιβ που ζούσε χρόνια με τους γονείς της, δεχόμενη συστηματικά τις επικρίσεις της μητέρας της. Η Μπάρμπαρα, μια δυναμική καθηγήτρια που μοιάζει διαβολικά στη συμπεριφορά με την μητέρα της και τέλος, η Κάρεν που μοιάζει  ως η «λιγότερο σημαντική» της οικογένειας, αφού λόγω της αφέλειάς της κανείς δε της δίνει ιδιαίτερη σημασία . Όλες κουβαλούν μαζί τους τα μυστικά μιας ολόκληρης ζωής.

Αύγουστος» στην ΕΡΤ2 - ert.gr
Από την κινηματογραφική μεταφορά του έργου (2013)

Η απαρχή του δράματος γίνεται με την αποκάλυψη της αυτοκτονίας του πατέρα που οδηγεί τις οικογενειακές σχέσεις στα άκρα. Η Βάιολετ όμως, δεν είναι από τις γυναίκες που αφήνουν κάποιον άλλο να τους κάνει κουμάντο, καθώς η σοβαρή αρρώστια της και η εξάρτησή της από τα χάπια ενισχύουν τα βιτριολικά της ξεσπάσματα προς τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας. Σε ένα κρεσέντο κυνισμού ξεσπά εναντίον των παιδιών της που «ποτέ τους δεν είχαν πραγματικά προβλήματα». Μετά το ξέσπασμα, η Μπάρμπαρα σαν άλλη Βάιολετ (μέχρι και τα ίδια ρούχα φορούν από ένα σημείο και πέρα) αναλαμβάνει με αυταρχικότητα και μεγαλομανία τα ηνία του σπιτιού, ως τη στιγμή που όλα τα οικογενειακά πάθη θα έρθουν στην επιφάνεια.

Αυτόπτες μάρτυρες της μοναδικής ικανότητας των Γουέστον να αλληλοκατασπαράζονται, η νεαρή ινδιάνα οικονόμος, Τζόνα και η αδερφή της Βάιολετ, η Μάττυ Φέη – η οποία κατέχει εξίσου καλά την τέχνη της σκληρότητας –   και που καταφτάνει με την δική της οικογένεια.

Συν & Πλην: Αυγουστος του Tracy Letts στο Θέατρο Δημήτρης Χόρν - Monopoli.gr
Από την πρώτη παρουσίαση του έργου στην Ελλάδα (σε σκηνοθεσία Κ. Μαρκουλάκη, 2016-2018)

Το οικογενειακό τραπέζι στρώνεται, η οικογένεια συγκεντρώνεται και η μάχη αρχίζει: καλά κρυμμένα μυστικά αποκαλύπτονται, ανομολόγητα πάθη αναζωπυρώνονται, παλιές έχθρες βγαίνουν στην επιφάνεια, προσβολές ανταλλάσσονται και απειλές εκτοξεύονται. Ένα τυπικό οικογενειακό τραπέζι στο σπίτι των Γουέστον.

Ο «Αύγουστος» έχει κερδίσει το βραβείο Pulitzer, 3 βραβεία Tony, 2 Drama Desk Awards και έχει συγκεντρώσει διθυραμβικές κριτικές από τον ξένο Τύπο που επαίνεσε την ικανότητα του Tracy Letts να ισορροπεί ανάμεσα στο δράμα και την κωμωδία. Ο καταιγισμός αστείων διαλόγων, η εξαιρετική σκιαγράφηση των βιτριολικών χαρακτήρων και η εκρηκτική παρουσίαση των οικογενειακών συναισθηματικών συγκρούσεων επιβεβαιώνουν την άποψη των New York Times ότι, «καμιά οικογένεια δεν υπήρξε τόσο δυστυχισμένη για τόσους διαφορετικούς λόγους και με τόσο διασκεδαστικό τρόπο, όσο οι Γουέστον στον “Αύγουστο”».

Αύγουστος» του Tracy Letts στο θέατρο Χορν | Documento
Από την πρώτη παρουσίαση του έργου στην Ελλάδα (σε σκηνοθεσία Κ. Μαρκουλάκη, 2016-2018)

Την ίδια επιτυχία γνώρισε και η κινηματογραφική μεταφορά του έργου, με πρωταγωνιστές τους Meryl Streep, Julia Roberts, Ewan McGregor, Benedict Cumberbatch, Juliette Lewis κ.α.  το 2013, που έφτασε μέχρι τα Όσκαρ.

Η παράσταση ανέβηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα από τα Αθηναϊκά Θέατρα την θεατρική σεζόν 2016-17 και 2017-18 και σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη και με πρωταγωνιστές την -έμιδα Μπαζάκα, Μαρία Πρωτόπαππα, Βίκυ Βολιώτη, Μάνο Βακούση κ.ά. Ιδιαίτερα, η Θέμις Μπαζάκα υπήρξε εξαιρετική στον ρόλο της Βάιολετ. Με την πείρα και τη γνώση που διαθέτει κατόρθωσε να ζωντανέψει πάρα πολύ σωστά την κεντρική ηρωίδα του έργου.

Οικογενειακές σχέσεις καίγονται τον «Αύγουστο» | Athens Voice
Θέμις Μπαζάκα, από την πρώτη παρουσίαση του έργου στην Ελλάδα (σε σκηνοθεσία Κ. Μαρκουλάκη, 2016-2018)

Το έργο του Tracy Letts αφορά την πάλη του ανθρώπου εσωτερική και εξωτερική στο πλαίσιο της οικογένειας. Κατά συνέπεια, την ψυχική αγωνία και προσωπική φθορά, τα ξεσπάσματα και τις αλληλοκατηγορίες, τα καλά κρυμμένα μυστικά, τα πάθη, τις έχθρες, τις ίντριγκες. Όλα μέσω της διάδρασης των μελών της οικογένειας μεταξύ τους. Έτσι, λοιπόν, βλέπουμε επί σκηνής τους ηθοποιούς να φωνάζουν και να φέρονται ο ένας εναντίον του άλλου. Ο λόγος και οι αντιδράσεις της Βάιολετ, ίσως φαίνονται λίγο υπερβολικοί στα πρώτα λεπτά του έργου, ωστόσο γρήγορα γίνεται αντιληπτό πως ο ρόλος της είναι τέτοιας φύσεως που επιβάλλει ένταση. Ο ρόλος της Μπάρμπαρα κινούμενος στο ίδιο μήκος κύματος με εκείνον της Βάιολετ, ενώ οι ρόλοι της Άιβ και της Κάρεν είναι σαφώς πιο «ήπιοι», χωρίς στοιχεία δυναμισμού ή αυταρχικότητας.

Εξαρτησιογόνες ουσίες, απιστία, παιδεραστία, αλκοολισμός, αυτοχειρία, όλα υπάρχουν σε αυτό το αποτυχημένο μοντέλο της αμερικανικής οικογένειας, του αμερικάνικου ονείρου, που θέλει να δείξει ο συγγραφέας.

Αύγουστος
Από την πρώτη παρουσίαση του έργου στην Ελλάδα (σε σκηνοθεσία Κ. Μαρκουλάκη, 2016-2018)

Συνολικά, ο «Αύγουστος» αποτελεί το γλαφυρό πορτρέτο μιας βαθιά δυσλειτουργικής οικογένειας. Ένα έργο σκληρό αλλά και αστείο, πικρόχολο αλλά και τρυφερό, δραματικό αλλά συγχρόνως διασκεδαστικό. Σχοινοβατώντας ανάμεσα στη τραγωδία και το μαύρο χιούμορ, ο «Αύγουστος» συνιστά μια απόπειρα απόλυτα ρεαλιστικής ψυχογράφησης μιας κλασικής οικογένειας του αμερικανικού νότου που δοκιμάζεται από τις σχέσεις μάνας με κόρη, αδελφής με αδελφή, γυναίκας με σύζυγο.

Παρακάτω μπορείτε να παρακολουθήσετε το τρέιλερ από την κινηματογραφική μεταφορά του έργου το 2013:

ΠΗΓΕΣ: http://www.mixgrill.gr/ar55792el-aygoystos-i-istoria-mias-oikogeneiakis-tragwdias.html , https://www.mytheatro.gr/aygoustos-tou-tracy-letts-kritiki/ , https://www.news247.gr/psixagogia/theatro/to-aristoyrgimatiko-theatriko-ergo-aygoystos-toy-tracy-letts-synechizetai-gia-2i-chronia-sto-theatro-dimitris-chorn.6518357.html

Brooklyn: ένα μεταναστευτικό δράμα εποχής

Ένα όμορφο, καλοφτιαγμένο ρομαντικό δράμα ενηλικίωσης, που φαίνεται να αγγίζει προσωπικά και την εξαιρετική νεαρή πρωταγωνίστρια Saoirse Ronan, η οποία ωριμάζει υποκριτικά όπως ακριβώς ωριμάζει συναισθηματικά και η ηρωίδα την οποία υποδύεται.

Η Eilis Lacey (Saoirse Ronan) μεταναστεύει από την Ιρλανδία στο Brooklyn της Αμερικής τη δεκαετία του ’50 για ένα καλύτερο μέλλον. Αρχικά τα πράγματα δεν πάνε και τόσο καλά καθώς η νεαρή Eilis νιώθει νοσταλγία για την πατρίδα και την οικογένειά της. Σύντομα όμως θα γνωρίσει και θα ερωτευτεί τον Tony (Emory Cohen), θα προσαρμοστεί και θα αρχίσει να χτίζει μια καλή ζωή. Όταν όμως το παρελθόν της την καλεί πίσω στην Ιρλανδία, θα αναγκαστεί να ξανασκεφτεί τι είναι αυτό που πραγματικά θέλει και να επιλέξει ανάμεσα σε δυο χώρες και δυο πιθανές ζωές. Μόλις φτάσει εκεί πρέπει να επιλέξει: θα μείνει από φόβο και τύψεις στα οικεία, ή θα διασχίσει ξανά ωκεανούς απαιτώντας, όχι την επιβίωση, αλλά την ευτυχία;

Where is really our “home”? Τις παραμέτρους αυτής της γλυκόπικρης ερώτησης επιχειρούν να εξερευνήσουν η σκηνοθεσία του John Crowley και το σενάριο του Nick Hornby. Βασισμένοι στο ομότιτλο βιβλίο του Colm Toibin αυτό το δίδυμο μας κοινωνεί σε μία ιστορία που μπορεί να αγγίξει σχεδόν τον καθένα μας. Αυτό οφείλεται ως επί το πλείστον στο σοβαρό, χωρίς υπέρογκους μελοδραματισμούς σενάριο, που ασχολείται αποκλειστικά με τα πανανθρώπινα συναισθήματα και την ψυχοσύνθεση ενός μετανάστη της εποχής στις ΗΠΑ. Η αίσθηση πως η πατρίδα σου δε μπορεί πλέον να σου προσφέρει τίποτα, η επώδυνη περίοδος που προσπαθείς να εγκλιματιστείς στο νέο σου τόπο, η συνειδητοποίηση πως πλέον έχεις μια καινούρια ζωή και, όσο κι αν η επιστροφή επί καλύτερων όρων μοιάζει θελκτική, η θύμηση των παθογενειών που σ’έκαναν να φύγεις εξ’αρχής.Προκειμένου να το καταφέρουν αυτό, έστησαν μια όμορφη ιστορία για μια χαμηλών τόνων νεαρή Ιρλανδή που προσπαθεί να απδεχτεί ως σπίτι της το Brooklyn. Οι δυσκολίες και οι ευκολίες εναλλάσσονται διαρκώς και μέσα από αυτές η Eilis μεταμορφώνεται από πλάνο σε πλάνο. Από συνεσταλμένο και ντροπαλό κορίτσι της επαρχίας, μετατρέπεται σε μια δυναμική Αμερικανίδα! Τα πάντα επάνω της μαρτυρούν την εντυπωσιακή αλλαγή. Η εμφάνισή της, οι κινήσεις της, ακόμα και ο τρόπος που μιλάει και ο αέρας που αποπνέει. Για  όλα αυτά βέβαια αξίζει να δώσουμε εύσημα σε τεράστιο βαθμό και στην ερμηνεία της ανερχόμενης Saoirse Ronan, η οποία φαίνεται πως έχει αρχίσει να διαγράφει την δική της πορεία στον χώρο της έβδομης τέχνης.

Τα σκηνικά και τα κοστούμια που επιστράτευσαν οι δημιουργοί της ταινίας έχουν μια μυρωδιά από 50’s και οι χαρακτήρες περιδιαβαίνουν μέσα σ’ αυτά σαν να μην γεννήθηκαν στην πραγματικότητα σχεδόν μισό αιώνα αργότερα. Αυτό προσδίδει μια μοναδική αληθοφάνεια σε αυτήν την υπέροχη ταινία εποχής.

Είναι μοναδική η ωριμότητα και η σοβαρότητα με την οποία προσεγγίζει το ρόλο της, καταφέρνοντας να ισορροπήσει περίφημα τα αντικρουόμενα συναισθήματα μέσα της. Ενδεχόμενη υποψηφιότητα της για Όσκαρ, θα κρινόταν ως απόλυτα επιβεβλημένη. Προκύπτει ένα πλάσμα ωχρό αλλά ατσάλινο, ντροπαλό αλλά θαρραλέο, σοβαρό αλλά απολαυστικά απρόβλεπτο. Ο σκηνοθέτης κοιτά την πρωταγωνίστριά του με προστατευτικότητα, αλλά ποτέ χειραγωγικά – αντιθέτως, με θαυμασμό. Όλοι οι δευτερογενείς χαρακτήρες (ειδικά ο αυτός της μεγάλης αδελφής) δημιουργούν ένα πλέγμα κατανόησης, αναγνώρισης, ενσυναίσθησης. Σπουδαία η χημεία της και με τον συμπρωταγωνιστή της, Emory Cohen (The Place Beyond the Pines). Όσον αφορά τη μικρή παρουσία του Domnhall Gleeson, έχουμε πολλάκις αναφερθεί στον Ιρλανδό, πως πρόκειται για ίσως τον πιο ενδιαφέροντα ηθοποιό της γενιάς του. Στους υπόλοιπους ρόλους, θα ξεχωρίσουμε δύο «βετεράνους» δυσθεώρητης ποιότητας, στα πρόσωπα των Jim Broadbent και Julie Walters. Μαζί με την εκπληκτική μουσική του Michael Brook (The Perks of Being a Wallflower), το “Brooklyn” δίνει νέα πνοή στο μεταναστευτικό δράμα εποχής. Ο Κρόουλι κοιτά την πρωταγωνίστριά του με προστατευτικότητα, αλλά ποτέ χειραγωγικά – αντιθέτως, με θαυμασμό. Ολοι οι δευτεροχαρακτήρες (ειδικά ο αυτός της μεγάλης αδελφής) δημιουργούν ένα πλέγμα κατανόησης, αναγνώρισης, ενσυναίσθησης, ενώ ο συμπρωταγωνιστής Εμορι Κοέν (στο ρόλο του Τόνι) είναι μία πραγματική, γοητευτική αποκάλυψη.

Τελικά, η απάντηση του “Brooklyn” είναι: “Home is where you decide to build your life”. Και όσα μέσα χρησιμοποιεί στην πορεία για να ενισχύσει αυτό το μήνυμα (σενάριο, σκηνοθεσία, σκηνογραφία-κοστούμια, ερμηνείες, φωτογραφία) είναι τελικά τα συστατικά για ένα νοσταλγικό, όμορφο και καλοστημένο κινηματογραφικό πιάτο που μοσχοβολάει με το άρωμα των 50’s.

Κάπως έτσι αποφεύγονται οι παγίδες μίας υπογραμμισμένης φορσέ συγκίνησης, ενός βαρύγδουπου μελοδράματος για την ξενιτιά και την απώλεια. Γιατί ο Crowley, ακόμα κι όταν δεν αποφεύγει τον καλλιγραφικό ακαδημαϊσμό του είδους, ποτέ δεν υποκύπτει στη νοσταλγία – κοιτά σύγχρονα και δυναμικά. Η Eilis θα μπορούσε να ζει σήμερα στην Ελλάδα, η μητέρα της να την εκβίαζε με την εύθραυστη υγεία της, το μέλλον στο μίνι μάρκετ της γειτονιάς και το βαρύ σύννεφο της κρίσης να έμοιαζε μονόδρομος. Να μια ταινία όμως που ανοίγει το παράθυρο στη μοναδική ζωή που έχουμε, φυσά φρέσκο αέρα κουπαστής και μας καλεί να κοιτάξουμε κατάματα τα επιβλητικά υπερωκεάνια προς το άγνωστο, ή τις συμβιβασμένες, μη-τρομαχτικές, θυματοποιημένες μοίρες μας.

Πηγή:

https://flix.gr/cinema/brooklyn-review.html

Μικρές Κυρίες: Ένα μεγάλο έργο

Οι Μικρές κυρίες μας μεταφέρουν στην εποχή του αμερικανικού εμφυλίου πολέμου. Είναι η ιστορία της οικογένειας του πάστορα Μαρτς ο οποίος κατατάχτηκε στο στρατό των Βορείων και άφησε πίσω του γυναίκα και τέσσερις κόρες να τα βγάλουν πέρα ενώσω λείπει μακριά.

Η Λουίζα Μέυ Άλκοτ (1832-1888) γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Πενσυλβανία. Επειδή ο πατέρας της ήταν παιδαγωγός και διαφωνούσε με την παιδαγωγική που ακολουθούσαν στον καιρό του, η Λουίζα Μέυ διδάχτηκε κατ’ οίκον από τον ίδιο και φίλους διανοούμενους της οικογένειας με ‘σχολικά’ εγχειρίδια τα βιβλία των Χένρι Νταίηβιντ Θορώ, Ναθάνιελ Χόθορν και άλλων. Κριτική εκείνων των παιδαγωγικών απόψεων διαβάζουμε στο κεφ. 7 όταν η Έιμυ, η μικρότερη αδελφή, εγκαταλείπει το σχολείο εξαιτίας της ταπείνωσης που υπέστη από τον δάσκαλό της όταν μοίρασε τα απαγορευμένα γλειφιτζούρια στις συμμαθήτριές της. Η θέση της συγγραφέως για την εκπαίδευση είναι, όπως και το γεγονός ότι αναγκάστηκε μαζί με τις αδελφές της να εργαστεί λόγω των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε η οικογένεια, παραδείγματα που τεκμηριώνουν την άποψη των μελετητών ότι το έργο της Άλκοτ περιέχει πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία.

Οι Μικρές κυρίες θεωρήθηκαν το κατ’ εξοχήν κοριτσίστικο ανάγνωσμα της αμερικανικής εθνικής λογοτεχνίας καθώς πρόβαλε την επιθυμητή εικόνα της αμερικανίδας της εποχής της: το ρόλο της στην κοινωνία και τις αρετές που όφειλε να διαθέτει κάθε γυναίκα (ηθική ακεραιότητα, αυταπάρνηση, γενναιοδωρία, ατομική στάση, δημόσια παρουσία).Όλα τα παραπάνω αποτυπώνονται καθαρά στις ταυτότητες των αδελφών Μαρτς.

Οι τέσσερις αδελφές

Η Μεγκ, η μεγαλύτερη, έχει θέση μητέρας για τις μικρότερες. Τις διαπαιδαγωγεί ώστε να γίνουν πραγματικές ‘μικρές κυρίες’ και αντιπροσωπεύει όσα ορίζουν την εύρυθμη λειτουργία της οικογενειακής εστίας.Η Τζο είναι ατίθαση, ένα αγοροκόριτσο που ήθελε να είναι αγόρι- ο γιος μου, όπως έλεγε ο πατέρας της. Είναι εκείνη που παίρνει πρωτοβουλίες για βελτιωθούν τα οικονομικά της οικογένειας: πουλάει τα γραπτά της και τα μαλλιά της σε μια συμβολική κίνηση άρνησης να υποταχτεί στο στερεότυπο του φύλου της. Μας παρουσιάζεται, όπως έχει επισημανθεί, ως ένας χαρακτήρας με πρώιμη φεμινιστική συνείδηση.Η Μπεθ, η μουσικόφιλη, γλυκιά και μαζεμένη, είναι η ειρηνοποιός της οικογένειας χάρη στην έμφυτη πραότητα που διαθέτει.Η Έιμυ, η μικρότερη, μια κούκλα με ξανθά μαλλιά και γαλανά μάτια, είναι η εγωκεντρική καλλιτέχνης που αντιδρά στην οικογενειακή γραμμή περί του λιτού βίου. Είναι αυτή που περισσότερο απ’ όλες νοιάζεται για τα ωραία πράγματα και αντιπαθεί τη φτώχια.

Το άθροισμά τους είναι η γυναίκα που ονειρευόμασταν στη δεκαετία του ʼ70: ένα ατρόμητο πλάσμα γεμάτο αρετές και φιλοδοξίες, εξαιρετικά ευφυές, αλλά και εύθραυστο κατά περίπτωση, μια κοπέλα που δεν δέχεται τη μοίρα της αδιαπραγμάτευτα, αλλά ταξιδεύει, ερωτεύεται, γράφει θεατρικά έργα – και ξέρει κιόλας να μαντάρει μια κάλτσα αν χρειαστεί. Είναι η γυναίκα που θα ικανοποιούσε όχι μόνο εμάς, αλλά και τις μητέρες μας. Μια καλλιτέχνης της ζωής, με το κεφάλι στα σύννεφα και τα πόδια στη γη.

Η γοητεία που άσκησαν αυτά τα μυθιστορήματα στα κορίτσια όλου του κόσμου –από το 1868 που γράφτηκε το πρώτο ώς το 1960 όπου άρχισαν να απασχολούν συνολικά τις δυτικές κοινωνίες τα πολύπλοκα ζητήματα φύλου– οφείλεται στην παραπληρωματικότητα των αδερφών Μαρτς. Τι μαγνητική έλξη ασκεί πάνω μας το πρότυπο μιας γυναίκας που τα κάνει όλα με πάθος: υποφέρει, συγχωρεί, αρρωσταίνει, μάχεται, δημιουργεί, αναζητά και… δεν βρίσκει!

Το ανοιχτό τέλος των Μικρών κυριών (το γεύμα των παντρεμένων πια κοριτσιών, μετα συζύγων και τέκνων, για τα εξήντα χρόνια της μητέρας Μαρτς) είναι ένα εύρημα που μόλις σήμερα συνειδητοποιώ ότι χρησιμοποίησα κι εγώ στο πρώτο μου μυθιστόρημα Γιάντες. Δεν αποκλείεται οι πηγές της έμπνευσης να βρίσκονται στο βιβλίο της Λουίζας Μέι Άλκοτ.

Οι διασκευές

Το μυθιστόρημα της Άλκοτ, όπως πολλά κλασικά μυθιστορήματα, κυκλοφορεί στα ελληνικά ως επί το πλείστον διασκευασμένο για παιδιά.Ήδη από τον 19ο αιώνα, διασκεύαζαν παλαιότερα έργα τα οποία θεωρούνταν κατάλληλα για νεαρές ηλικίες. Το ίδιο συμβαίνει και τώρα: η λεγόμενη κλασική λογοτεχνία είναι μια πηγή προσιτή και ο οποιοσδήποτε μπορεί να διασκευάσει και να γράψει, επί της ουσίας, ένα καινούργιο έργο. Το θέμα των διασκευών για παιδιά είναι παλιό και γνωστό, είτε αφορά έργα γραμμένα αρχικά για ενηλίκους είτε για παιδιά της εποχής κατά την οποία γράφτηκε το έργο. Οι Μικρές κυρίες ανήκουν στη δεύτερη κατηγορία.

Σύμφωνα με τον γάλλο μελετητή της παιδικής λογοτεχνίας Marc Soriano, υπάρχουν δυο αντικρουόμενες απόψεις για τις διασκευές, εξίσου έγκυρες και βάσιμες.Η πρώτη θεωρεί ότι οι αναγνώστες πρέπει να διαβάζουν το πρωτότυπο έργο όταν είναι σε θέση να το κατανοήσουν και να το εκτιμήσουν και όχι μια περίληψη της πλοκής του.Η δεύτερη, εμπεριέχει δύο σκέλη:Το πρώτο θεωρεί ότι με τις διασκευές δίνεται η δυνατότητα στα παλαιά λογοτεχνικά έργα να προσεγγίσουν στα πλαίσια της κοινής μας λογοτεχνικής κληρονομιάς το σύγχρονο κοινό.Το δεύτερο ότι οι αναγνώστες οδηγούνται, και συνηθίζουν λόγω των απλοποιήσεων, συντομεύσεων, κ.ά., στην παθητική ανάγνωση. Για να αποφευχθεί αυτό το δεύτερο, ο Soriano θέτει μία προϋπόθεση: την ‘ηθική’ δέσμευση απέναντι στο έργο ώστε να μην προδίδεται ο χαρακτήρας του. Αλλά και πάλι αυτό είναι ασαφές με αποτέλεσμα κάθε διασκευαστής να επιλέγει κατά την κρίση του τι θα κρατήσει και τι θα παραλείψει από το πρωτότυπο.

Χαρακτηριστικό των διασκευών είναι ότι αντιμετωπίζουν τα λογοτεχνικά έργα ως έναν καμβά με ήρωες και μύθο και συνοπτικά πλέκουν τα γεγονότα που τους στοιχειοθετούν. Ακολουθώντας αυτή την πρακτική, τίθεται το θέμα του κατά πόσον οι διασκευές προσφέρονται για πολυεπίπεδη ανάγνωση όπως το πρωτότυπο έργο, ή αντίθετα, εξαφανίζοντας την ιστορικότητά του, περιορίζουν το εύρος του.Παραδειγματική είναι η περίπτωση των μυθιστορημάτων του Ιουλίου Βερν. Πριν από εξήντα περίπου χρόνια εκδόθηκε στην Ελλάδα διασκευασμένο σχεδόν το σύνολο του έργο του. Αν συγκρίνουμε τα πρωτότυπα με τις διασκευές τους θα παρατηρήσουμε ότι λείπουν, εκτός από ολόκληρα κεφάλαια, οι παράγραφοι με τις ατελείωτες και λεπτομερείς περιγραφές για τοπία, καταστάσεις, πρόσωπα και πράγματα. Την εποχή που διασκευάστηκε ο Βερν, επικρατούσε η άποψη ότι κουράζουν τον αναγνώστη, κάτι που εν μέρει ισχύει μέχρι σήμερα. Αφαιρέθηκαν λοιπόν όλα εκείνα που μπορούσαν να διαβαστούν σε κάποια εγκυκλοπαίδεια ή, στις μέρες μας, όσα προσφέρει μια περιήγηση στο διαδίκτυο. Ωστόσο παρά την κοπτοραπτική που υπέστησαν, όλοι ως παιδιά χαρήκαμε τα βιβλία του Βερν.Ένας από τους τρόπους για να προσπεραστεί ο σκόπελος της παλαιότητας είναι ο σχολιασμός του πρωτοτύπου και ο εμπλουτισμός του με εικόνες και επεξηγηματικά σχόλια (ιδιαίτερα στη σειρά Κλασική λογοτεχνία, εκδ. Ερευνητές). Η πολυσημία και η ιστορικότητα διατηρούνται και ο αναγνώστης δεν χρειάζεται να ψάξει για να καταλάβει, αφού όλα υπάρχουν στο βιβλίο του.Οι διασκευές ήταν και εξακολουθούν να είναι ένα σίγουρο χαρτί για τους εκδότες γιατί τα έργα είναι γνωστά στο ευρύ κοινό όπως και οι συγγραφείς που τα διασκεύασαν (οι πρώτοι, Καζαντζάκης, Βάρναλης, Τσουκαλάς, Ταρσούλη , οι νεότεροι Ζαραμπούκα, Πούλος, Αγγελίδου, Τασάκου, κ.ά.).

Μικρές κυρίες: μια απογυμνωμένη οικογενειακή ιστορία εποχής

Συγκρίνοντας πέντε ελληνικές εκδόσεις (κυκλοφορούν σύμφωνα με τα στοιχεία της Βιβλιονέτ τουλάχιστον 24 για διαφορετικές ηλικίες) με το αγγλικό πρωτότυπο, έχουμε τις εξής εκδοχές του μυθιστορήματος:1. Στις εκδ. Καστανιώτη κυκλοφορεί η μοναδική πλήρης μετάφραση του 1ου μέρους του μυθιστορήματος, η οποία περιλαμβάνει και τα 23 κεφάλαιά του.2. Στις εκδ. Άγκυρα (ανατύπωση του 2006) μας προτείνεται η μετάφραση του Γ. Τσουκαλά, η οποία στην πραγματικότητα είναι ένα συντομότερο έργο, αφού λείπουν κάποια από τα κεφάλαια του πρωτοτύπου, ενώ παράλληλα υπάρχουν πολλά στρογγυλέματα. Ως παράδειγμα αναφέρουμε το περιστατικό στο σπίτι των Χούμελ (κεφ. 2). Θυμίζουμε ότι οι Χούμελ ήταν μετανάστες γερμανικής καταγωγής και στο πρωτότυπο υπάρχουν φράσεις στα γερμανικά. Στη μετάφραση του Τσουκαλά έχουν αφαιρεθεί, με συνέπεια να χάνεται η πληροφορία ότι οι ΗΠΑ ήταν καταρχήν κράτος μεταναστών. Θα μπορούσαμε ωστόσο να πούμε ότι το κείμενο, αν και στρογγυλεμένο, διατηρεί στοιχεία από το ιδεολογικό πλαίσιο του πρωτοτύπου Ως παράδειγμα αναφέρουμε την ιδέα για τη φιλανθρωπία που ήταν μια από τις αξίες της αστικής τάξης του 19ου αιώνα.

  1. Στις εκδ. Παπαδόπουλος, το έργο απλώνεται σε 8 κεφάλαια που καθένα τους αποτελεί σύμπτυξη και συγχώνευση δύο ή παραπάνω κεφαλαίων. Οι τίτλοι των κεφαλαίων είναι περιγραφικοί. Για παράδειγμα το κεφ. 5 με τίτλο Όπου δυο μυστικά φανερώνονται, ένα τηλεγράφημα φτάνει και η Τζο κόβει τα μαλλιά της συμπυκνώνει τα κεφ. 14- 15 του πρωτοτύπου.
  2. Στις εκδ. Άγκυρα έχουμε 20 κεφάλαια, και ένα, το 21ο , που κάνει γέφυρα με το δεύτερο μέρος του μυθιστορήματος με τίτλο Οι μικρές κυρίες παντρεύονται το οποίο αυτονομήθηκε και εκδόθηκε ως ξεχωριστό βιβλίο.
  3. Στις εκδ. Μίνωας το έργο περιλαμβάνει με αφαιρέσεις και συμπτύξεις 21 κεφάλαια.
  4. Στις Εκδ. Πατάκη περιλαμβάνει επίσης 21 κεφάλαια. Προστίθεται όμως πολύ σωστά το 2ο μέρος που ολοκληρώνει το μυθιστόρημα.

Δύο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε για την εξαφάνισή του από τις υπόλοιπες εκδόσεις: είτε γιατί αυτό το μέρος αναφέρεται στην ενήλικη ζωή των αδελφών και τη θέση της γυναίκας στην οικογένεια και άρα δεν αφορά τις μικρές αναγνώστριες είτε, στην έκδ. του Καστανιώτη, επειδή ακολουθήθηκε η κινηματογραφική ταινία και το βιβλίο εντάχτηκε στη σειρά Το βιβλίο στον κινηματογράφο.

  1. Απ’ όλες τις διασκευές απαλείφθηκε το κεφάλαιο 13ο , ένα κεφάλαιο ‘προτεσταντικής ηθικής’ όπου τα κορίτσια παίζουν τις προσκυνήτριες και δουλεύουν στο ύπαιθρο.

Διαπιστώνουμε ότι στα ‘νέα κείμενα’ των διασκευών οι επεμβάσεις στον κορμό του έργου είναι πολύ δραστικές. Έγκειται λοιπόν στο διασκευαστή να κρατήσει τα στοιχεία που πιστεύει ότι εξακολουθούν να αντέχουν στο χρόνο.Απ’ όλες τις διασκευές του μυθιστορήματος έχει εν μέρει αφαιρεθεί το ιδεολογικό πλαίσιο της εποχής κατά την οποία η Άλκοτ έγραψε το μυθιστόρημά της. Όσα απαλείφθηκαν αφορούν τον προτεσταντισμό (το βιβλίο εκδόθηκε το 1868), την προτεσταντική παιδαγωγική και ηθική, τη θρησκευτικότητα. Απαλείφθηκαν γιατί θεωρήθηκε ότι δεν ενδιαφέρουν αφού είναι μακριά από το σημερινό κοινό, παρόλο που απηχούν το πνεύμα της ‘βαθιάς Αμερικής’ που εξακολουθεί να υφίσταται και να χαρακτηρίζει τους λόγους των αμερικανών προέδρων του 20ου και του 21ου αιώνα.Συχνά οι αφαιρέσεις σχετίζονται με την προσωπικότητα και τη συγγραφική κατεύθυνση του διασκευαστή. Η Μ. Αγγελίδου, για παράδειγμα, (εκδ. Παπαδόπουλος), η οποία υποστηρίζει προγράμματα δημιουργικής γραφής για παιδιά, έκρινε ότι το παιχνίδι των κοριτσιών με τη συγγραφή και την ενασχόληση με τη Λέσχη Πίκγουικ (κεφ. 10 του πρωτοτύπου) είναι σημαντικό στοιχείο του μυθιστορήματος. Έτσι, ενώ δεν μεταφέρει επακριβώς το σχετικό απόσπασμα με τα κείμενα που είχαν συγγράψει οι ηρωίδες, το περιγράφει σε λίγες γραμμές με σκοπό όχι μόνο να δώσει στο σημερινό αναγνώστη την ιστορική πληροφορία για τα παιχνίδια που έπαιζαν εκείνη την εποχή τα παιδιά, αλλά και να του δώσει ένα σχετικό βάρος. Την ίδια επιλογή κάνει ο Κ. Παπαδόπουλος στην εξαιρετική διασκευή των εκδ. Πατάκη. Αντίθετα στις διασκευές των εκδ. Άγκυρα και Μίνωας (κεφ. 8), δεν υπάρχει αναφορά στη Λέσχη και το μόνο που αναφέρεται είναι το περιστατικό με το θάνατο του καναρινιού και την κηδεία του. Δηλαδή έγινε μια προσαρμογή με έμφαση σε κάτι συνηθισμένο και διαχρονικό, αυτό της αμέλειας των παιδιών να φροντίζουν σωστά τα ζωάκια τους.

Τελικά, τι προσλαμβάνουν οι σημερινοί αναγνώστες από τις διασκευασμένες Μικρές κυρίες;

Το ‘κλασικό’ στις Μικρές κυρίες περιορίζεται στα διαχρονικά στοιχεία που θεωρείται ότι διαθέτει: τις όψεις της οικογενειακής ζωής, τον διαπαιδαγωγικό ρόλο που ασκούν οι ενήλικοι στα παιδιά, τις σχέσεις μεταξύ αδελφών, την κοινωνική ζωή, τις φιλίες, τα παιχνίδια, όλα όσα συγκροτούν εν συντομία τη φυσιολογική καθημερινότητα μιας οικογένειας που θα μπορούσε να είναι η δική μας.Στην καλύτερη περίπτωση λοιπόν τα σημερινά παιδιά διαβάζουν ένα ευχάριστο βιβλίο στο οποίο εύκολα μπορούν να αναγνωρίσουν τον εαυτό τους.Από την άλλη, διαβάζουν ένα έργο εν πολλής ‘εκσυγχρονισμένο’ που απέχει πολύ από αυτό που περιλαμβάνεται στον κατάλογο με τα κλασικά της αμερικανικής εθνικής λογοτεχνίας.

Παρά τα όσα επισημάναμε, έχουν ποιότητα οι διασκευές; Τίθεται θέμα πιστότητας; Και ποια εκδοτική επιλογή είναι πιο κοντά στο πρωτότυπο; Η μετάφραση του μέρους ή η διασκευή του πλήρους έργου;Θα λέγαμε ότι εξαρτάται από το αν διακρίνουμε να υπάρχει η, έστω και ασαφής, ηθική δέσμευση του διασκευαστή απέναντι στο έργο στην οποία αναφέρεται ο Marc Soriano. Από κει και πέρα ο αναγνώστης αποφασίζει τι θέλει να διαβάσει!

Πηγές:

Μικρές κυρίες στον κόσμο των διασκευών

https://www.kathimerini.gr/855176/interactive/epikairothta/ta-vivlia-poy-agaphsame/mikres-kyries

Η γλυκόπικρη μικρή μας πόλη

Το έργο


Η Μικρή μας Πόλη (πρωτότυπος τίτλος: Our Town) είναι τρίπρακτο θεατρικό έργο του 1938 του Βορειοαμερικανού συγγραφέα Θόρντον Ουάιλντερ. Όπως λένε χαρακτηριστικά, και χαριτολογώντας, οι Αμερικανοί κριτικοί, κάθε μέρα κάποιοι παρακολουθούν, σε κάποια πόλη της Αμερικής, τη Μικρή μας πόλη. Είναι ένα έργο ιδιαίτερα δημοφιλές ανάμεσα στις ερασιτεχνικές ομάδες και τις δραματικές σχολές. Είναι ενδεικτικό το ότι μόλις επετράπη το ανέβασμά του και από ερασιτέχνες, μέσα σε δύο χρόνια οκτακόσιοι θίασοι σε όλη τη χώρα δοκίμασαν την τύχη τους, εκμεταλλευόμενοι και το γεγονός ότι είναι ένα έργο που κοστίζει ελάχιστα (δεν απαιτεί σκηνικά ή ιδιαίτερο ενδυματολόγιο).
Το αξιοσημείωτο με την παγκόσμια πρώτη του έργου στο πανεπιστήμιο του Πρίνστον είναι ότι ήταν καταστροφική. Δεν άρεσε ούτε στους κριτικούς ούτε στο κοινό. Όπως δεν άρεσε και η δεύτερη δοκιμασία του, στη Βοστώνη. Όμως, ο σκηνοθέτης του, Jed Harris, δεν πτοήθηκε. Πείσμωσε και ρίσκαρε, παίρνοντας την παράσταση στο Broadway, με τον γνωστό ηθοποιό Frank Craven στον ρόλο του Διευθυντή Σκηνής. Εκεί τα πηγαίνει πολύ καλύτερα. Το έργο αρχίζει να κερδίζει τους πρώτους ένθερμους φίλους, οι οποίοι γίνονται πολλαπλάσιοι όταν τέσσερις μήνες αργότερα (το 1938) του απονέμεται το βραβείο Pulitzer, κάνοντας έτσι τον Ουάιλντερ τον μοναδικό Αμερικανό συγγραφέα που κερδίζει Pulitzer, με την ιδιότητα του δραματικού συγγραφέα και την ιδιότητα του πεζογράφου (βλ. The Bridge of San Luis Rey, 1927). Κάποια στιγμή, μάλιστα, όταν είχε αρχίσει να πέφτει η προσέλευση του κοινού, ο Ουάιλντερ θα κληθεί να υποδυθεί για δύο εβδομάδες τον Διευθυντή Σκηνής, ανεβάζοντας κατακόρυφα τη δημοτικότητά της παράστασης. Μέχρι στιγμής υπήρξαν τέσσερις αναβιώσεις του έργου στο Broadway, με πιο γνωστή εκείνη του 2002, όπου στον ρόλο του Διευθυντή Σκηνής ήταν ο Paul Newman.

Τοποθετημένο στη φανταστική Αμερικανική μικρή πόλη Γκρόβερς Κόρνερς μιλάει για την ιστορία των κατοίκων μιας συνηθισμένης πόλης των αρχών του εικοστού αιώνα, όπως απεικονίζεται στην καθημερινή ζωή τους. Παρουσιάζονται σκηνές από την ιστορία της πόλης μεταξύ των ετών 1901 και 1913. To έργο παίζεται σχεδόν χωρίς σκηνικά. Σε όλο το έργο ο Ουάιλντερ χρησιμοποιεί μεταθεατρικές τεχνικές, όπως η αφήγηση από ένα διευθυντή σκηνής.
Μέσα από τη σχέση δύο παιδιών, της Έμιλι και του Τζωρτζ, ο Ουάιλντερ καταγράφει την καθημερινή ζωή σε μια μικρή αμερικανική κοινότητα. Ξημερώματα και νύχτες, έρωτες και γάμοι, γειτονιές και παρέες και βόλτες στο φεγγαρόφωτο αποτελούν κάποιες από τις μικρές ή μεγάλες στιγμές των ηρώων αυτής της πόλης, που θα μπορούσε να είναι οποιαδήποτε πόλη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου. Το πολυβραβευμένο έργο του Ουάιλντερ, δεν είναι μόνο «μια προσπάθεια να αποτιμηθεί το ανεκτίμητο και των πιο μικρών συμβάντων της καθημερινής μας ζωής», όπως έχει δηλώσει ο ίδιος ο συγγραφέας, αλλά αγγίζει με ευαισθησία και τρυφερότητα την πεμπτουσία της Ζωής. Καθημερινές και ασήμαντες στιγμές που ο Χρόνος σβήνει από τη μνήμη με το πέρασμά του φωτίζονται αριστουργηματικά για να αναδείξουν τη μαγεία που κρύβεται πίσω από όλα όσα καθόρισαν σε μικρό ή μεγάλο βαθμό την πορεία και το μέλλον της ανθρώπινης ύπαρξης.
Το έργο δεν ασχολείται με σπουδαία γεγονότα ή ιδιαίτερους χαρακτήρες. Επίκεντρό του είναι οι απολύτως καθημερινοί κάτοικοι αυτής της ήσυχης πόλης και ιδιαίτερα δύο οικογένειες, αυτές του γιατρού και του εκδότη. Ενδιάμεσος μεταξύ σκηνής και πλατείας είναι ένας αφηγητής που δίνει στους θεατές διάφορες πληροφορίες και ενίοτε αναλαμβάνει βοηθητικούς ρόλους στη δράση.
Γενικά, η καλοσύνη των ηρώων του έργου, η κατανόησή τους και η ανυστερόβουλη αλληλεγγύη είναι τόσο έντονα χρωματισμένα, που τους κάνει να φαίνονται εξωπραγματικοί. Πρόκειται για πλάσματα που ούτε καυγαδίζουν, ούτε ποθούν έντονα. Δεν τρέφουν κάποιες ιδιαίτερες σκέψεις για το παρελθόν τους, μα ούτε και για το μέλλον. Oι φιλοδοξίες τους, όπως και οι πράξεις τους, εξαντλούνται στα όρια του μικρόκοσμού τους. Βέβαια, το έργο μπορεί να επενδύει πολλά στην καλοσύνη των ανθρώπων, δεν σημαίνει όμως ότι τα βλέπει όλα ρόδινα. Στη μικρή πόλη υπάρχει και η μελαγχολική όψη της καθημερινότητας. Στη γεωγραφία των δρωμένων η φυλακή, για παράδειγμα, είναι και αυτή παρούσα ως σύμβολο μιας άλλης, διόλου ειδυλλιακής ζωής. Όπως διόλου ρόδινο είναι και το γεγονός ότι ο περισσότερος κόσμος είναι αμόρφωτος. Όπως και το ότι σε αυτόν τον μικρόκοσμο δεν χωράει πουθενά ο καλλιτέχνης με ευαισθησίες, ενώ περισσεύει η ανία, η οποία οδηγεί πολλούς στον αλκοολισμό και στην αυτοκτονία.
Απλώς, όλα αυτά, τα πιο σκοτεινά χρώματα της ζωής, ο συγγραφέας επιλέγει να τα κρατά στις υποσημειώσεις της δράσης, δίνοντας έτσι χώρο να προβληθούν πιο δυναμικά τα αισιόδοξα μηνύματα. Και τούτο γιατί στόχος του είναι να υπογραμμίσει αξίες που να μπορούν να στηρίξουν τον άνθρωπο στον αγώνα της επιβίωσης και της συμβίωσης με άλλους. Και τις βρίσκει, όπως είπαμε, στα πιο μικρά πράγματα, εκείνα που είναι κάθε μέρα δίπλα μας και στην ουσία δεν τα βλέπουμε. O Ουάιλντερ από τη μια κρατά το μικροσκόπιο και από την άλλη το τηλεσκόπιο, από τη μια εστιάζει στο συγκεκριμένο και από την άλλη στο παγκόσμιο. Μας υπενθυμίζει ότι, όπως οι κάτοικοι της μικρής πόλης κάθονται να δειπνήσουν μετά τη δουλειά, το ίδιο έκαναν και οι κάτοικοι της αρχαίας Αθήνας πριν από εκατοντάδες χρόνια, με το δικό τους τρόπο. Και το ίδιο θα κάνουν αυτοί που θα έρθουν. Όπως ξυπνούν να πάνε στις δουλειές τους οι κάτοικοι του Grover’s Corner, έτσι και τ’ αστέρια συνεχίζουν τον δικό τους αιώνιο κύκλο ζωής.
Το αξιοσημείωτο είναι ότι, ενώ η μεγάλη λογοτεχνία καταπιάνεται κατά κανόνα με οριακές καταστάσεις, με μεγάλα πάθη και μεγάλες περιπέτειες, εδώ έχουμε ένα σπάνιο παράδειγμα μεγάλου έργου που καταπιάνεται με ασήμαντες ιστορίες, λεπτομέρειες μιας ασήμαντης καθημερινότητας. Το μήνυμα του συγγραφέα είναι σαφές: ευτυχισμένος είναι ο άνθρωπος εκείνος που μπορεί και κινείται στους ρυθμούς της ζωής, που ξέρει να απολαμβάνει ό,τι του προσφέρει (μια ιδέα που συναντά κανείς και σε πρόσφατες κινηματογραφικές ταινίες όπως The Wizard of Oz και It’s a Wonderful Life).
H βασική διαφορά ανάμεσα στο έργο αυτό και τα περισσότερα αμερικανικά που εμπνέονται από την εγχώρια επαρχία, έγκειται στο γεγονός ότι ο Ουάιλντερ δεν επιχειρεί να πείσει τους δέκτες του ότι αυτό που παρουσιάζει είναι η πραγματικότητα. Eάν επιχειρούσε κάτι τέτοιο με αυτές τις προδιαγραφές και αυτούς τους χαρακτήρες, σίγουρα θα έπεφτε στην παγίδα του γλυκανάλατου συναισθηματισμού και ενοχλητικού πατριωτισμού. Tο γεγονός ότι παρακολουθεί τα δρώμενα από μια θέση παντογνώστη-ελεγκτή, τον βοηθά να τονίσει τη θεατρικότητα του εγχειρήματός του, να εκμεταλλευτεί τις εγγενείς δυνατότητες των θεατρικών σημείων και, κυρίως, να παίξει με τις ποικίλες εκδοχές του χρόνου: του ιστορικού, του θεατρικού (η ώρα της παράστασης), του δραματικού (το χρονοδιάγραμμα της ιστορίας του έργου) και φυσικά του αιώνιου. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, που το έργο αρχίζει με την ανατολή του ήλιου και τελειώνει με τη δύση. Με το χάραμα, που αρχίζει η ζωή στην πόλη, έχουμε και τη (συμβολική) γέννηση ενός παιδιού, και με τη δύση έχουμε την εικόνα της πόλης που πηγαίνει για ύπνο. Και όπως λέει και ο Διευθυντής Σκηνής τους θεατές, «ώρα να πάτε κι εσείς για ύπνο». Άλλωστε είμαστε, κατά κάποιον τρόπο, κι εμείς, οι θεατές, κάτοικοι της μικρής πόλης, μας αφορούν αυτά που γίνονται εκεί. Ο χρόνος μας τέμνεται με τον χρόνο των σκηνικών δεδομένων, ώστε να δημιουργηθεί ένα συμβολικό και πανανθρώπινο όλον.


Η ουσία του έργου βρίσκεται στο ότι μέσα από την απλούστατη υπόθεσή του μιλάει για την ίδια τη ζωή και τον κύκλο της: καθημερινότητα-έρωτας-θάνατος. Στον τελευταίο, δε, αφιερώνει μια συγκινητικότατη τρίτη πράξη –αξίζει να ανακαλύψετε τι κρύβει το συγγραφικό εύρημα– που επισημαίνει την τάση να μην εκτιμούμε τις μικρές, ασήμαντες στιγμές της ζωής, παρά μόνο όταν είναι πια αργά. Σε δεύτερο επίπεδο, που είναι αυτό που το απογειώνει, το έργο αποτελεί ένα ωραίο μεταθεατρικό σχόλιο, καθώς έχει γραφτεί με τη σαφή οδηγία να παιχτεί πάνω σε μια άδεια σκηνή, χωρίς ιδιαίτερα σκηνικά και κοστούμια, ως πρόβα ενός θιάσου και όχι σαν μία τελειωμένη παράσταση.
«Η μικρή μας πόλη» έρχεται και ταράζει την καθημερινότητά μας και μας προκαλεί για μια διαφορετική «ανάγνωση», για μια διαφορετική προσέγγιση και ανάλυση των καθημερινών, ατομικών στιγμών των κατοίκων της αμερικάνικης επαρχίας. Των συμπεριφορών, των σχέσεων, των συνεπειών της ακινησίας σε συλλογικό και ατομικό επίπεδο, του μικρού Γκροβ Κόρνερ.
Η ζωή και ο θάνατος, το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, σε μία ταυτόχρονη αλυσιδωτή αντίδραση – εξίσωση με τίτλο «Καθημερινότητα – Αγάπη και Γάμος – Θάνατος», επιτρέπει την συναισθηματική κορύφωση του έργου και σε μας τους συντελεστές που το αγαπήσαμε και παιδευτήκαμε με αυτό, να προσεγγίσουμε εκτός από το «ευ ζειν» και το αναπόφευκτο θνήσκειν, στολίζοντάς το με το ξόρκι “ευ”.
Η ποίηση του Ουάιλντερ σε πλήρη αναντιστοιχία με το σύνηθες και βαρετό, απογειώνει στο άπειρο την ανεπανάληπτη εμπειρία του να είσαι ζωντανός. Και το δοξαστικό φινάλε μέσα από τα λόγια της Έμιλυ, όταν έχοντας πια περάσει στην «άλλη πλευρά», που αναφωνεί “Όλα αυτά τα ζούσαμε, μα ούτε τα προσέχαμε” θεμελιώνει την άποψη πως στην ζωή τίποτα δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένο αλλά διεκδικητέο. Πρώτη παράσταση στο McCarter Theatre στο Princeton του New Jersey το 1938. Την ίδια χρονιά κέρδισε το βραβείο Πούλιτζερ για το δράμα. Το έργο παραμένει και σήμερα δημοφιλές και είναι συχνά τα ανεβάσματα του.


O συγγραφέας


Eάν ζητούσαν από κοινό και ειδικούς να κατονομάσουν τον κατ’ εξοχήν “Aμερικανό” συγγραφέα της περιόδου 1910-1945, αρκετοί υποθέτω πως θα κατέληγαν στον Θόρντον Ουάιλντερ (Thornton Wilder, 1897-1975), τον γιο του εκδότη και αργότερα διπλωμάτη και κατόχου διδακτορικού από το Πανεπιστήμιο του Γέηλ, Amos Parker Wilder, ο οποίος θα περάσει ένα μεγάλο μέρος της ζωής του στην Άπω Ανατολή, εμπειρία η οποία θα επηρεάσει βαθύτατα και τη θεατρική αισθητική του γιου του, Θόρντον. Η μητέρα, Isabella Niven Wilder, ένα επίσης καλλιεργημένο άτομο και βαθιά θρησκευόμενο, θα εμφυσήσει στα πέντε παιδιά της την αγάπη για τη λογοτεχνία, το θέατρο και κυρίως τη θρησκεία.
Ως φοιτητής στο Γέηλ, ο Ουάιλντερ θα έχει την ευκαιρία να μελετήσει πιο επισταμένα τους Έλληνες και τους Ρωμαίους κλασικούς, η σκέψη των οποίων θα βρει αργότερα τη θέση της στα πιο σημαντικά του έργα. Στο περιοδικό του πανεπιστημίου θα δει να δημοσιεύεται το 1920 το πρώτο του θεατρικό έργο με τον τίτλο The Trumpet Shall Sound (Θα ηχήσει η σάλπιγγα). Το 1935 θα γνωρίσει τη σημαντικότερη εκπρόσωπο του αμερικανικού μοντερνισμού, τη Gertrude Stein, της οποίας το μυθιστόρημα The Making of Americans θα τον επηρεάσει βαθύτατα και, κάποια στιγμή, θα τον οδηγήσει να γράψει τη Μικρή μας πόλη (Our Town)
Τα έργα του Ουάιλντερ, μολονότι εκτυλίσσονται σε χώρους ή στιγμές με πολύ ιδιαίτερες ιδεολογικές και εθνικές προεκτάσεις –όπως μια μικρή επαρχιακή πόλη, κάποιο κατηχητικό σχολείο, η κάποιο οικογενειακό συμβάν την Hμέρα της Aνεξαρτησίας–, δεν χαρακτηρίζονται από δογματικές αγκυλώσεις ούτε αποπνέουν επαρχιωτισμό, υπό την έννοια της περιορισμένης, γεωγραφικά, φιλοσοφικά, και κοινωνικά, εικόνας ή σκέψης. Το σκηνικό τους κάδρο είναι αρκετά έως και πολύ ευρύχωρο ώστε να χωρέσει ο κόσμος όλος. Eάν υπάρχει κάτι που ξεχωρίζει τη γραφή του Ουάιλντερ, είναι η ικανότητά του να μεταμορφώνει το καθημερινό με τέτοιο τρόπο ώστε να ενέχει θέση μύθου, ήτοι να λειτουργεί ως βάση κοινών πιστεύω και στόχων.
Tο όνομά του θα γίνει ευρέως γνωστό μετά τη βράβευσή του με το Pulitzer, για το μυθιστόρημα The Bridge of San Luis Rey [H γέφυρα του Σεν Λούη Pέυ, 1927]. Kαλής υποδοχής θα τύχει και το αμέσως επόμενο μυθιστόρημά του με τον τίτλο The Woman of Andros [H γυναίκα της Άνδρου, 1930]. Στο ενδιάμεσο των δύο αυτών δημοσιεύσεων ο Ουάιλντερ εκδίδει την πρώτη του θεατρική συλλογή με δεκαέξι μονόπρακτα, με τον γενικό τίτλο The Angel that Troubled the Waters [O άγγελος που τάραξε τα νερά, 1928]. Πρόκειται για έργα αρκετά όμοια με τα μεσαιωνικά moralitas, με χαρακτήρες αλληγορικούς που συζητούν για θέματα όπως η ταπεινοφροσύνη, η αγάπη, η πίστη, η ευθύνη. Ανάμεσα στα δρώντα πρόσωπα συναντούμε τον Xριστό, τον Σατανά, τον Iούδα, τον Iωσήφ, τον Γαβριήλ, μια Γαλλίδα χορεύτρια και τον φυματικό της σύζυγο, ένα γαϊδούρι που δεν σταματά να μιλά ενώ κουβαλά στις πλάτες του την Αγία Oικογένεια καθ’ οδόν προς την Aίγυπτο. Eπίσης, συναντούμε μια πολύ γνωστή ηθοποιό και τον εραστή της, μια γοργόνα, και τους καλιτέχνες Ibsen, Shelley, Mozart.


Γενικά, έχουμε να κάνουμε με έργα τα οποία αισθητικά απέχουν πολύ από τις προδιαγραφές του ρεαλισμού, και δη του ψυχολογικού, με τους περιπλεγμένους χαρακτήρες, τις πολύπλοκες εσωτερικές συγκρούσεις και τα σύνθετα σκηνικά. Ο Ουάιλντερ μπορεί να έγραψε ακριβώς μετά τη φροϋδική καταιγίδα, όμως από την αρχή της καριέρας του αρνήθηκε να ακολουθήσει το ρεύμα. Αν και ιδεολογικά δεν ανήκει στον ίδιο χώρο, πιο πολύ ακολούθησε τον Μπρεχτ και τις απόψεις του για το επικό θέατρο, παρά τους ρεαλιστές της εποχής του. Παραπέμπω ενδεικτικά στην εισαγωγή της έκδοσης του τόμου Three Plays, στο σημείο όπου λέει ότι ο κόσμος θεωρεί το θέατρο τέχνη “υποδεέστερη και αδιάφορη παρέκκλιση”, ακριβώς γιατί η μεσαία τάξη στήριξε την καθιέρωση ενός θεάτρου καταπραϋντικού και αυτάρεσκου, ενός θεάτρου που δεν ενοχλεί. Σκέψη με καθαρά μπρεχτικές αποχρώσεις, η οποία εν πολλοίς εξηγεί και την κάπως πιο σκοτεινή πλευρά που εμφανίζουν ορισμένα από τα έξι μονόπρακτα που δημοσιεύει τρία χρόνια αργότερα (το 1931) στον τόμο με τον γενικό τίτλο The Long Christmas Dinner and Other Plays [Tο μακρύ χριστουγεννιάτικο δείπνο και άλλα έργα].

Όπως και στα προηγούμενα πονήματά του, έτσι κι εδώ ο Oυάιλντερ ακροβατεί ανάμεσα στον ρεαλισμό και το μεταθέατρο, το δραματικό και το μεταδραματικό. Κατά την προσφιλή του μέθοδο, ανεβάζει τα δραματικά του πρόσωπα στη σκηνή για να προβάλλουν ανθρώπινα διλήμματα κι όχι να υποστηρίξουν (ή να στρογγυλέψουν) ατομικά χαρακτηριστικά. Και υπ’ αυτήν την έννοια, ό,τι κάνουν δεν είναι σημαντικό αφ’ εαυτού. Mόλις τα ατομικά χαρακτηριστικά τούς εγκαταλείψουν, τα πάθη τους αποδεικνύονται ότι δεν είναι βιωμένα συναισθήματα, αλλά συμπτώματα των τύπων που αντιπροσωπεύουν. Aυτή η άρση της εξατομίκευσης ενθαρρύνει την ανωνυμία, χωρίς τούτο να σημαίνει ότι ο άνθρωπος είναι ασήμαντος. H σημασία του αυξάνεται όταν τον δει κανείς σε σχέση με τη θεϊκή τάξη στην οποία ζει, στις σχέσεις του με την κυκλική κίνηση της Φύσης. O άνθρωπος αξιολογείται με βάση αυτά που αγγίζει και όχι με αυτά που κάνει, μας λέει ο συγγραφέας. Kαι όσο πιο ευρείς είναι οι ορίζοντές του, τόσο πιο ουσιαστικά θα είναι και τα πράγματα που αγγίζει (και εκτιμά).
O Ουάιλντερ έγραψε θέατρο σε μια εποχή κατά την οποία οι καινοτόμοι του εγχώριου μοντερνισμού, όπως ο Eugene O’ Neill, ο Elmer Rice και η Sophie Treadwell, είχαν ήδη προλειάνει το έδαφος για την είσοδο (ευρωπαϊκών κυρίως) προτάσεων πέρα από τα όρια του γνώριμου ρεαλισμού. Ο Ουάιλντερ έγραψε θέατρο ώστε να υμνήσει την αθωότητα λίγο πριν την ενταφιάσει οριστικά η βία του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Xωρίς να συγκλίνει ιδεολογικά με τον Μπρεχτ, χειρίστηκε τα υλικά του με «μπρεχτικό» τρόπο, ώστε να συγκινήσει το κοινό μιας “αταξικής κοινωνίας”, το “κοινό, το ταπεινό και το συγκεκριμένο” όπως γράφει και ο ποιητής Whitman αλλά και ο μεγάλος Melville στο Moby Dick. Tο “υψηλό” στα έργα και στο μυαλό του δεν φορά κοθόρνους. Σε μια μεσοαστική κοινωνία, μας λέει, δεν υπάρχουν ειδικές είσοδοι για τους πλούσιους ούτε ειδική γλώσσα. Όλοι μπαίνουν από την κύρια είσοδο. Eκείνο που δεν έλαβε καθόλου υπόψη είναι ότι μια κοινωνία με λίγους πλούσιους και πάρα πολλούς φτωχούς, όπως ήταν η Aμερική τότε, κάθε άλλο παρά αταξική θα μπορούσε να είναι. Σε κάθε περίπτωση, και πέρα από τις όποιες επιφυλάξεις θα μπορούσε να έχει κάποιος, τόσο Η μικρή μας πόλη όσο και τα υπόλοιπα έργα του, είναι μια συγκινητική ελεγεία αγάπης για τη ζωή στον πλανήτη Γη, δοσμένη με ατόφια θεατρικά υλικά. Εξ ου και η ανθεκτικότητά του στις διαβρωτικές παρενέργειες του χρόνου.

Πηγές: http://savaspatsalidis.blogspot.com/2014/03/blog-post.html
https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%97_%CE%9C%CE%B9%CE%BA%CF%81%CE%AE_%CE%BC%CE%B1%CF%82_%CE%A0%CF%8C%CE%BB%CE%B7
https://www.ntng.gr/default.aspx?lang=el-GR&page=36&newsid=934

Γεράκια της Νύχτας, η “αμερικανική” Μόνα Λίζα

Μια ήσυχη σκηνή που θα μπορούσε να είναι η αρχή ή το τέλος ενός εκατομμυρίου διαφορετικών ιστοριών. Ένας πίνακας που η φήμη του συναγωνίζεται τη Mona Lisa. Η εικόνα αυτή της πιο φημισμένης ζωγραφικής του Έντουαρντ Χόπερ «The Nighthawks» εξάπτει τη φαντασία καθενός. Όσο κοιτάς τον πίνακα νοιώθεις όλο και πιο εξοικειωμένος με αυτό που βλέπεις. Μπορεί να φαίνεται απλό, αλλά αυτή η παραπλανητική απλή εικόνα περιέχει πολλά μυστικά. Στo έργο, τα νυχτοπούλια είναι οι άνθρωποι που ο Έντουαρντ Χόπερ κοιτά από απόσταση, μέσα από τη βιτρίνα ενός κλασικού αμερικάνικου diner, να πίνουν, να καπνίζουν και να τρώνε αμίλητοι, κλεισμένοι στον εαυτό τους. Ο πραγματικός πρωταγωνιστής, όμως, του πίνακα —που είναι και ο πιο διάσημος του Αμερικάνου ζωγράφου— είναι η προοπτική. Ένα χαρακτηριστικό που υπηρετείται άριστα από τη γεωγραφία, με άλλα λόγια, από την κλειστή γωνία του δρόμου όπου τοποθετεί ο Χόπερ το diner του έργου του, μια επιλογή όχι τυχαία μιάς και του επιτρέπει να δώσει στον πίνακα τη συμμετρία και το βάθος που επιθυμεί αλλά και την αίσθηση όχι μόνο του χώρου αλλά και του χρόνου: ο νεοϋορκέζικος δρόμος που φαίνεται έξω από την πίσω βιτρίνα του καταστήματος, πίσω, δηλαδή, από το ζευγάρι που πίνει σκεφτικό τον καφέ του, είναι απόλυτα έρημος γιατί η σκηνή διαδραματίζεται στις μικρές ώρες της νύχτας.

H ακριβής ημερομηνία της ολοκλήρωσης του πίνακα «The Nighthawks» είναι η 21η Ιανουαρίου 1942, σύμφωνα με τη σύζυγο του Χόπερ, Τζοζεφίν. Ένας κλασικός πίνακας που βρίσκεται εδώ και χρόνια στην γκαλερί του Ινστιτούτου Τέχνης του Σικάγο. Είχε αγοραστεί κάποτε για 3.000 δολάρια (κατά σημερινή προσέγγιση περίπου 43.000 δολάρια).

Ενδεχομένως υπάρχει κάποια επιρροή από το «Café At Night» του Van Gogh. Ο τίτλος «The Nighthawks» πιθανολογείται ότι είναι ένα απλό νεύμα ενός από τους προστάτες του εστιατορίου. Ο γνωστός βιογράφος του Χόπερ, Γκάιλ Νέβιν έχει αναφέρει ότι τα «γεράκια» ήταν εμπνευσμένα από τη σύντομη ιστορία του Έρνεστ Χέμινγουεϊ «The Killers» (Οι Δολοφόνοι), την οποία ο Χόπερ διάβασε στο περιοδικό του Scribner και του άρεσε τόσο πολύ που έγραψε στον συγγραφέα ένα ανεπίσημο γράμμα. Ήταν ένα ασυνήθιστο διήγημα που σου δημιουργούσε την αίσθηση ότι κάτι πρόκειται να συμβεί, αλλά δεν συμβαίνει ποτέ.
Το στέκι του πίνακα είναι στο Μανχάτταν της Νέας Υόρκης, και σύμφωνα με τα λόγια του ίδιου του Χόπερ: «την ιδέα μου έδωσε ένα εστιατόριο στο Greenwich Village, εκεί όπου συναντιούνται δύο δρόμοι». Και προσθέτει: «Απλοποίησα σημαντικά το σκηνικό και έκανα το εστιατόριο μεγαλύτερο». Αφοσιωμένοι μελετητές του πίνακα αφιέρωσαν χρόνο, προσπάθεια και πολύ μελάνι στην ανέρευση του εστιατορίου στο οποίο αναφέρεται ο ζωγράφος, αλλά το συμπέρασμα στο οποίο μάλλον ομόφωνα καταλήγουν είναι πως δεν υπήρξε ποτέ τέτοιο γωνιακό κατάστημα στο Greenwich Village, τη γειτονιά όπου έζησε ο Χόπερ, και πάντως σίγουρα όχι την εποχή που φιλοτεχνήθηκε το Nighthawks. Ο Χόπερ όμως ισχυρίστηκε ότι το «Nighthawks» βασίστηκε σε ένα πραγματικό μέρος. Οι ομοιότητες της διάταξης του έργου εντοπίστηκαν στο Classic’s Café στο νούμερο 679 της Greenwich Street που άλλαξε το όνομά του σε «Nighthawks».

Σε κάθε περίπτωση, η γεωγραφία, η αρχιτεκτονική των κτηρίων και το αστικό τοπίο έπαιξε σημαντικό ρόλο στο συνολικό έργο του Χόπερ και ο ίδιος αφιέρωνε πολύ χρόνο στην έρευνα τους και αντλούσε έμπνευση από αυτά, κάτι που προκύπτει από τις εκτεταμένες σημειώσεις του ζωγράφου που αποτελούν μέρος —μαζί με 200 προσχέδια έργων του— μιας ειδικής έκθεσης του Whitney Museum της Νέας Υόρκης με τίτλο Hopper Drawing. Ο Χόπερ μας αποκαλύπτει μέσα από τα προσχέδια και τις σημειώσεις του ίδιου και της συντρόφου του Τζόζεφιν την επίπονη διαδικασία που οδηγούσε στη δημιουργία των ελαιγραφιών του. Τα σχέδια και οι σημειώσεις για το εμβληματικό Nighthawks παρουσιάζουν αναμφισβήτητα το μεγαλύτερο ενδιαφέρον.

Χαρακτηριστικά, η Τζόζεφιν Χόπερ αποκαλύπτει σε σημειώσεις για το έργο πως η μύτη του μελαγχολικού άνδρα που βλέπουμε ανφάς στον πίνακα είναι εσκεμμένα γαμψή σαν ράμφος, υπαινισσόμενη έτσι ένα παιχνίδι με τον τίτλο του πίνακα. Ποια ιδέα γενήθηκε άραγε πρώτη; Μαθαίνουμε ακόμα πως για όλες τις φιγούρες του πίνακα ποζάρησαν οι ίδιοι, ο Χόπερ (κοιτάζοντας τον εαυτό του στον καθρέφτη) και η «Τζο».

Ο ίδιος ο Χόπερ δεν θεωρούσε πως τα σχέδια του είχαν καλλιτεχνική αξία. Για εκείνον ήταν απλά μια διαδικασία προπαρασκευής του έργου και επεξεργασίας της λεπτομέρειας και της ιστορίας που διηγείται. Τα σχέδια για το Nighthawks αποκαλύπτουν με παραστατικότητα πώς χορογράφησε τον πίνακα, όλες τις έμψυχες αλλά και άψυχες εικόνες που τον συνθετουν, τις κοντινές και μακρινές απόψεις του, τις σκιές και το φως που πέφτουν πάνω στις φιγούρες, στο εσωτερικό του χώρου και στα αντικείμενα.

Πολλοί υποστηρίζουν ότι ο πίνακας του Χόπερ επικεντρώνεται στην απομόνωση κατά τη διάρκεια του πολέμου. Οι χαρακτήρες του χωρίζονται από τον έξω κόσμο, από το φως και τα παράθυρα. Δεν υπάρχει καμία πόρτα που να επιτρέπει στον θεατή να φανταστεί την είσοδο στον αυτόνομο νυχτερινό κόσμο. Και ακόμη και στον κοινό τους χώρο, οι χαρακτήρες είναι στενοί χωρίς να αγγίζουν. Ζωγραφίστηκε αμέσως μετά την αμερικανική είσοδο στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, το «Nighthawks» μπορεί να θεωρηθεί ως μια απεικόνιση των ψυχρών αποτελεσμάτων αυτής της παγκόσμιας διαμάχης. Ή ίσως απλά ο Χόπερ αισθανόταν μόνος μέσα στο πλήθος.

Πολλά από τα έργα του Χόπερ αντανακλούσαν την απομόνωση που θα μπορούσε να γίνει αισθητή μέσα στη φασαρία της Νέας Υόρκης. Λέγεται ότι κάποτε ο Χόπερ δήλωσε: «Ασυνείδητα, μάλλον, ζωγράφισα τη μοναξιά μιας μεγάλης πόλης».

Το «Nighthawks» ενέπνευσε πολλούς καλλιτέχνες όπως το αμερικάνικο blues συγκρότημα The Nighthawks που στο δίσκο τους «Open All Night» (1975), το έργο του Χόπερ φιλοτεχνεί το εξώφυλλο του δίσκο. Επίσης τον Tom Waits στο δίσκο του «Nighthawks At The Dinner» (1975), αλλά και τον George Segal στο εικαστικό του έργο The Diner.

Πηγή: ogdoo.gr https://dimartblog.com/2013/08/22/nighthawks/

Το μυστήριο πίσω από το έργο «Αμερικανικό Γκόθικ» του Grant Wood

Το «Αμερικανικό Γκόθικ» αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά έργα του κινήματος του μοντερνισμού και δημιουργήθηκε από τον Grant Wood. Αν, όπως λένε, η Μόνα Λίζα είναι ο πιο αναγνωρίσιμος πίνακας παγκοσμίως, τότε και αυτό είναι το πιο αναγνωρίσιμο έργο της αμερικάνικης ζωγραφικής.

O Grant Wood που γεννιέται σαν σήμερα το 1891, στον πίνακα αυτό που δημιούργησε το 1930, την εποχή που οι ΗΠΑ, έμπαιναν στην περίοδο της Μεγάλης Ύφεσης και έψαχνε για μοντέλα που θα μπορούσαν να τον εμπνεύσουν να συλλάβει την ουσία των σκληρά εργαζόμενων μέσων Αμερικανών.

Για αυτό το λόγο, το έργο απεικονίζει ένα κτηματία με την κόρη του, μπροστά από ένα αγροτόσπιτο, και περιγράφει τους παραδοσιακούς ρόλους των 2 φύλων στην αμερικανική αγροτική κοινωνία. Χαρακτηριστικό είναι το δικράνι στο χέρι του άνδρα, που από τη μια συμβολίζει την χειρωνακτική εργασία με την οποία ασχολούνταν κυρίως οι άνδρες και από την άλλη τον εξουσιαστικό ρόλο που έχει ο πατέρας μέσα στην οικογένεια. Παρά την εσφαλμένη πεποίθηση πολλών ότι πρόκειται για έναν τυχαίο αγρότη και την σύζυγο του, ο Wood, ως μοντέλα για τον πίνακα του αυτόν χρησιμοποίησε την μικρή του αδερφή Nan και τον οικογενειακό τους οδοντογιατρό Byron McKeeby. Και οι δύο ήταν απρόθυμοι στην αρχή αλλά τελικά πόζαραν όταν ο Wood, τους διαβεβαίωσε ότι κανείς δεν θα τους αναγνώριζε. Τα μοντέλα δε στάθηκαν ποτέ μπροστά από ένα σπίτι όπως φαίνεται στον πίνακα. Μάλιστα, τα δύο μοντέλα ούτε καν πόζαραν μαζί. Ενδιαφέρον επίσης έχει το γεγονός ότι υπήρξε συζήτηση για το κατά πόσο τα δύο μοντέλα απεικόνιζαν ένα ζευγάρι.

Πολλοί ειδικοί πιστεύουν ότι ο Wood αρχικά τους ζωγράφισε ως ζευγάρι. Ωστόσο, πολλοί είναι εκείνοι που ισχυρίζονται ότι η Nan Wood βρέθηκε σε πολύ δύσκολη θέση, καθώς ο «σύζυγός» της είχε σχεδόν τα διπλάσιά της χρόνια και έτσι η ίδια έλεγε ότι ο πίνακας απεικόνιζε έναν άνδρα με την κόρη του. Ο ζωγράφος με επιστολή του το 1941, φαίνεται να επιβεβαιώνει τα λεγόμενα της αδερφής του, υποστηρίζοντας ότι η γυναίκα δίπλα στον άνδρα είναι η «μεγάλη του κόρη».

Η Nan Wood Graham, που πέθανε τον Δεκέμβρη του 1990, εργάστηκε για την προβολή και την ιστορική μελέτη του συνολικού έργου του αδερφού της. Επειδή, όπως συμβαίνει με όλα τα διάσημα έργα, πολλοί επιδόθηκαν σε ζωγραφικές παρωδίες του «american gothic», η Nan οδήγησε πολλές από τις υποθέσεις αυτές στα δικαστήρια, μια και πίστευε ότι μέσα από τις παρωδίες αυτές εθίγετο το έργο και η προσωπικότητα του αδερφού της.
Aλλά κανένα δικαστήριο δεν μπορεί να σταματήσει την σάτιρα, κι αυτή την στιγμή το διαδίκτυο είναι γεμάτο από παρωδίες του πίνακα αυτού.

Όπως είπαμε παραπάνω, σε αυτόν τον πίνακα βλέπουμε έναν άντρα και μία γυναίκα να στέκονται μπροστά από ένα μικρό, λευκό σπίτι, όπου παρατηρούμε ένα παράθυρο νεογοτθικού ρυθμού. Στο μικρό , γοτθικού ύφους παράθυρο του αγροτόσπιτου, που προβάλει ανάμεσα στις δύο μορφές, οφείλεται και ο τίτλος του πίνακα.

Το σπίτι αυτό, που χτίστηκε το 1881 στο Eldon της Iowa, και ανακηρύχτηκε ιστορικό εθνικό μνημείο το 1974, δεν είναι ανοιχτό για το κοινό. Οι επισκέπτες όμως μπορούν να το φωτογραφίσουν εξωτερικά, όπως ακριβώς έκανε και ο Wood για να μπορέσει να δουλέψει πιο άνετα τον πίνακά του. Μικρή λεπτομέρεια της όλης ιστορίας είναι ότι, το γοτθικό παράθυρο που ενέπνευσε τον αμερικανό ζωγράφο, φυλάσσεται τώρα στο Boulder του Colorado, κι αυτό που φωτογραφίζουν πια οι τουρίστες είναι ένα νεώτερο αντίγραφό του.

Με τη Μεγάλη Ύφεση να επεκτείνεται σε ολόκληρη την Αμερική, αυτό το έργο αντέδρασε και έδωσε την ελπίδα στους αγωνιζόμενους Αμερικανούς που αναζητούσαν θετικά σύμβολα μέσα στη σκληρή δουλειά τους. Αυτό που γέννησε το έργο, εξηγεί ο επιμελητής Haskell, ήταν ένα βαθύς σεβασμός για τις αξίες της κοινότητας και την αυτοπεποίθηση – θεμελιώδους σημασίας έννοιες για τον εθνική ταυτότητα, που παρουσιάστηκε στις μικρές πόλεις και στις γεωργικές εκμεταλλεύσεις των ΗΠΑ. Η ζωγραφική του Wood τον εξύψωσε σε σχεδόν μυθικό βάθρο. “Είναι ξεκάθαρο ότι η διαρκής δύναμη της τέχνης του Wood οφείλεται τόσο στην ψυχαναγκαστική ασάφεια όσο και στην αρχέτυπη εικόνα του Midwestern”, προσθέτει ο Haskell. “Μια ονειρική σιωπή τρέχει καθ ‘όλη τη δουλειά του, ενωμένη με την φαινομενικά βουκολική κομψότητά του. Η ένταση ανάμεσα στην επιθυμία του Wood να αναπαράγει τον φανταστικό κόσμο της παιδικής ηλικίας του και τα ένστικτά ντροπαλότητας και σεξουαλικής συστολής αποτυπώθηκαν στην τέχνη του, προσδίδοντάς της μια ανατριχιαστική μοναξιά και μια ψυχρή αίσθηση φαντασίας. Με την υποσυνείδητη έκφραση της συγκρουόμενης σχέσης του με την πατρίδα που υποτίθεται ότι λατρεύει, δημιούργησε υπνωτικά έργα που αντιμετωπίζουν τις ανεπίλυτες εντάσεις της αμερικανικής εμπειρίας.
Αυτή η μαγευτική σύγκρουση ενισχυμένων, εξωθημένων συναισθημάτων και στοιχειοθετημένων εννοιών κυριαρχεί στο συνολικό του έργο και στο πίνακα που εξετάσαμε παραπάνω. Το μόνο σίγουρο είναι ότι στη θέασή του μας προκαλείται δέος.

Πηγές: Wikipedia, Forbes, AthensVoice, Mononews