ΡΕΜΠΡΑΝΤ: Η ΛΑΜΨΗ ΚΑΙ Η ΔΙΕΙΣΔΥΤΙΚΗ ΜΑΤΙΑ ΣΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΨΥΧΗ

Η ζωή

Σαν σήμερα, στις 15 Ιουλίου 1606, γεννιέται στο Λέιντεν της Ολλανδίας, ο μεγαλύτερος ζωγράφος της χώρας, που σηματοδότησε την λεγόμενη «χρυσή εποχή» της ολλανδικής ζωγραφικής. Πρόκειται για τον Ρέμπραντ, Ρέμπραντ Χάρμενσοον φαν Ράιν, ο οποίος έμεινε στην ιστορία για το όχι μόνο πλούσιο, αλλά και αντισυμβατικό ζωγραφικό και χαρακτικό του έργο.

Continue reading “ΡΕΜΠΡΑΝΤ: Η ΛΑΜΨΗ ΚΑΙ Η ΔΙΕΙΣΔΥΤΙΚΗ ΜΑΤΙΑ ΣΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΨΥΧΗ”

Ο ποιητής της αναμονής: Μιχάλης Γκανάς

Τα βιώματα

Ο Μιχάλης Γκανάς εγεννήθη μείζων ποιητής κατά τον Σαββίδη στον Τσαμαντά Θεσπρωτίας το 1944. Από το 1962 ζει και εργάζεται στην Αθήνα, όπου ήρθε για να σπουδάσει νομικά. Βιβλιοπώλης για μια δεκαπενταετία, συνεργάστηκε αργότερα με την κρατική τηλεόραση ως επιμελητής λογοτεχνικών εκπομπών και σεναριογράφος. Από το 1989 είναι κειμενογράφος σε διαφημιστική εταιρεία.

Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες, ενώ στίχοι του έχουν μελοποιηθεί από γνωστούς Έλληνες και ξένους συνθέτες: Μ. Θεοδωράκης, Ν. Μαμαγκάκης, Ν. Ξυδάκης, Δ. Παπαδημητρίου, Ν. Κυπουργός, G. Bregovic, A. Dinkjian κ.ά. Μετέφρασε τις “Νεφέλες” του Αριστοφάνη για το Θέατρο Τέχνης – Κάρολος Κουν και τους “Επτά επί Θήβας” του Αισχύλου για το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Πατρών.

Το 1994 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για το βιβλίο του “Παραλογή”. Τον Δεκέμβριο του 2011 τιμήθηκε με το Βραβείο Ποίησης του Ιδρύματος Πέτρου Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών για το σύνολο του έργου του.

«Μεγάλωσα κυρίως με γυναικόπαιδα. Οι άντρες πολεμούσαν στον Εμφύλιο ή είχαν φύγει για τις κωμοπόλεις. Κάποια στιγμή, ο Εθνικός Στρατός εκπόρθησε τη Μουργκάνα και, φεύγοντας, οι αντάρτες τούς πήραν όλους μαζί τους, Αριστερούς και Δεξιούς. Χαρακτηριστικά, του παππού μου, που ήταν με τον Ζέρβα, όπως και όλη η οικογένειά μου, του είπαν «πάμε να φύγουμε, συναγωνιστή». Δεν υπήρχαν εκείνη την ώρα περιθώρια να εξηγήσεις τι και πώς. Φύγαμε για την Ουγγαρία τον Σεπτέμβριο του ’48 και γυρίσαμε τον Φεβρουάριο του ’54, αφήνοντας εκεί δύο νεκρούς: τη γιαγιά μου και τη θεία μου.

Δεν ήμασταν πολιτικοί πρόσφυγες και γι’ αυτόν το λόγο χαρακτηριστήκαμε απαχθέντες απ’ τους αντάρτες. Η φυγή μας στην Ουγγαρία ήταν μια πάρα πολύ δυνατή περιπέτεια. Έχω γράψει κι ένα πεζογράφημα, τη Μητριά Πατρίδα, γι’ αυτό. Όταν φτάσαμε στην Ουγγαρία, μας μοιράσανε σε αστικό και αγροτικό πληθυσμό και χτίσανε το χωριό Μπελογιάννη, ειδικά για μας, τους αγρότες. Ένα απ’ τα πρώτα μέρη στα οποία μας πήγαν ήταν η λίμνη του Μπάλατον, εκεί όπου βρίσκονταν τα πολυτελή θέρετρα των Μαγυάρων, και βιώσαμε το πρώτο πολιτισμικό σοκ.


Στην Ουγγαρία ζούσα μέσα στην οικογένεια, οπότε ήταν δύσκολο να περάσουν τα πολιτικά μηνύματα είτε απ’ το σχολείο είτε απ’ το κομμουνιστικό κράτος. Όταν γυρίσαμε στην Ελλάδα είχα την τύχη να μην πάω στις «Παιδοπόλεις». Εκεί, πολλά παιδιά πήγαν απ’ το άσπρο στο μαύρο και τρελάθηκαν. Μεγάλο πρόβλημα αντιμετώπισα στην Αθήνα, όταν ήρθα για σπουδές, το 1962. Έβραζε τότε ο τόπος από την αδικία που συνέβαινε στην Αριστερά. Εξορίες, πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων και άλλα με οδήγησαν προς τα εκεί. Ήταν ένα ρεύμα. Βέβαια, ένιωθα πολύ άσχημα απέναντι στον πατέρα μου, που του είχαν πάρει όλη την οικογένεια. Στη συνέχεια, μπορώ να πω πως, χωρίς να οργανωθώ στην Αριστερά, ανήκα σε αυτόν το χώρο.

Στο χωριό είναι ζήτημα να υπήρχαν τρία βιβλία. Ένα απ’ αυτά, μάλιστα, ήταν η Σεξολογία του Τσακίρη, που όταν το διαβάζαμε με τον αδερφό μου αρρωσταίναμε. Με τα βιβλία άρχισα να έχω επαφή χάρη στον δάσκαλο του χωριού, και περισσότερο όταν κατέβηκα στους Φιλιάτες, στο Γυμνάσιο. Επειδή ήμουν κλειστό παιδί, βρήκα εκεί πέρα το αποκούμπι μου. Άρχισα να διαβάζω τα σχολικά αναγνώσματα, άλλα βιβλία δεν υπήρχαν. Ήρθαν προς το τέλος του Γυμνασίου από φοιτητές που είχαν κατέβει στην Αθήνα. Το πρώτο εξωσχολικό βιβλίο που διάβασα ήταν τα ποιήματα του Καββαδία στη σειρά του Γαλαξία. Τότε ξεκίνησε και το γράψιμο. Πώς και γιατί, δεν μπορώ να το εξηγήσω. Η επαφή με το δημοτικό τραγούδι ήταν καθοριστική. Στο χωριό μου και στη γύρω περιοχή δεν υπήρχαν μουσικά όργανα. Στους γάμους όλοι τραγούδαγαν α καπέλα. Λέγαμε, μάλιστα, για τους πολύ καλούς τραγουδιστές ότι «αυτός μπορεί να κάνει έναν γάμο μόνος του». Από κει κι έπειτα έρχεται μόνο του: τα πανηγύρια, τα κορίτσια. Αρχίζεις να συγκεντρώνεις κάποιο υλικό.

Το ότι δεν μπόρεσα να μιλήσω για την Αθήνα έχει να κάνει με το γεγονός ότι οι εμπειρίες μου απ’ την Ήπειρο και την Ουγγαρία έκατσαν πολύ βαθιά μέσα μου. Μου έλεγε ο Γιάννης Βαρβέρης: «Ωραία είναι τα ποιήματά σου, αλλά θέλω να δω πώς βλέπεις τα μπαρ, πώς βλέπεις την οδό Πανεπιστημίου, πώς βλέπεις πράγματα της πόλης». Δεν ξέρω τι ακριβώς με βασανίζει. Αυτό που διατύπωσαν άλλοι είναι το ανέφικτο της επιστροφής. Δεν είναι μόνο η Ήπειρος, αλλά αυτό που έχει ο καθένας μέσα του: το αδύνατο της επιστροφής, ένα πράγμα που είναι εξ ορισμού χαμένο. Ένα βαρύ πράγμα, σαν ηπειρώτικο μοιρολόι. Η επιστροφή είναι αδύνατη. Γι’ αυτό υπάρχει αυτή η ένταση. Τελευταία, συμβαίνει το αντίθετο: έχω πιάσει τον εαυτό μου να του λείπει η Αθήνα. Εξημερώθηκα μαζί της μέσω των παιδιών μου, που η Αθήνα είναι η πόλη τους. Πηγαίναμε εκδρομές στην εξοχή και μου έλεγαν πως βρωμάει δεντρίλα.

Το πρώτο μου βιβλίο βγήκε το 1978 απ’ τις εκδόσεις Κείμενα. Ο ποιητής τότε είχε κι εκτίμηση και μέλλον. Βέβαια, πρέπει να σου πω πως, όσο ήμουν στο Γυμνάσιο, δεν ήξερα κανέναν εν ζωή ποιητή, εκτός απ’ τον Καββαδία. Και μιλάμε για το 1962, που έναν χρόνο μετά ο Σεφέρης πήρε Νόμπελ. Αν δει κανείς ψύχραιμα, όμως, τις επιδόσεις των ποιητών και των πεζογράφων, θα καταλάβει πως δεν υπάρχει μεγάλη διαφορά. Κάθε γενιά βγάζει τρεις-τέσσερις σημαντικούς ποιητές. Είναι ένα είδος, όμως, που το φοβάται ο κόσμος. Επειδή έχει αυξηθεί, σήμερα, ο όγκος των αναγνωστών, φαίνεται ότι η ποίηση διαβάζεται λιγότερο, ενώ στην πραγματικότητα διαβάζεται περισσότερο».

Η σχέση του με την ποίηση

«Με τα βιβλία άρχισα να έχω επαφή
χάρη στον δάσκαλο του χωριού. Επειδή ήμουν κλειστό παιδί, βρήκα εκεί το αποκούμπι μου.Άρχισα να διαβάζω τα σχολικά αναγνώσματα.Άλλα βιβλία δεν υπήρχαν.Την ποίηση πρέπει να την βρεις εσύ, δε θα σε βρει αυτή. Το πρώτο εξωσχολικό βιβλίο που διάβασα ήταν τα ποιήματα του Νίκου Καββαδία. Τότε ξεκίνησε και το γράψιμο.Πως και γιατί δε μπορώ να το εξηγήσω.Λένε ότι η ποίηση είναι το πιο δύσκολο είδος. Για μένα είναι το πιο εύκολο.Δε θέλω να πω ότι γράφω καλά αλλά πηγαίνει πιο εύκολα το χέρι μου.Η ποίηση έχει πάντα κάτι να πει αλλά δε βιάζεται να το πει.Δεν προσφέρεται για επείγοντα περιστατικά.Χρειάζεται χρόνο για να μετουσιώσει σε λόγο τα τρέχοντα. Μόνο καλά έχω πάρει από την ποίηση.Καθόλου δε με κούρσεψε αντίθετα με πλούτισε.Μόνο δώρα μου έφερε.Μακάρι να της έδωσα κι εγώ κάτι.Ένα πράσινο φύλλο που λέει ο λόγος.

Περιμένοντας έρχονται τα ποιήματα. Σ’ εμένα τουλάχιστον. Και δε μιλάω για σκόρπια ποιήματα. Αυτά είναι αψιμαχίες. Η επαφή με τον “εχθρό” γίνεται όταν νιώσω το κύμα να φουσκώνει. Τότε ο λόγος ρέει αβίαστα και συνήθως προηγείται ο ρυθμός και ακολουθούν οι λέξεις, δεν ξέρω δηλαδή τι θα πω, υποτάσσομαι στο ρυθμό κι έτσι γράφεται το ποίημα. Η πρώτη γραφή φυσικά. Υπάρχει η άποψη ότι ο ποιητής πρέπει να γράφει έστω και ένα στίχο κάθε μέρα για να κρατιέται στον αφρό. Εμένα μου κάνει καλό η σιωπή. Βρίσκω το λόγο πιο φρέσκο, πιο δυνατό κι εγώ είμαι πιο διψασμένος για έκφραση, μην έχοντας αυτή την καθημερινή τριβή. Γιατί η ποίηση δεν αντέχεται κάθε μέρα. Εγώ δεν την αντέχω, ούτε ως αναγνώστης. Η ποίηση όμως ως στάση ζωής ή ως αίσθηση του κόσμου είναι κάτι άλλο, που δεν το έχιε μόνο ο ποιητής αλλά κάθε άνθρωπος και μακάρι να υπήρχε περισσότερη στη ζωή μας, έστω και εις βάρος της γραπτής ποίησης.

Ντρέπομαι ακόμα όταν γράφω ένα ποίημα. Νιώθω ότι δεν είμαι μέσα στη φάρα μου. Νιώθω ότι μ’ αυτό θα νιώθει αμήχανος ο πατέρας μου. Σαν να ξεστράτισα. Σαν να προοριζόμουν γι’ αλλού κι αλλού να πήγα. Βέβαια, κανείς δεν αποδέχεται το γράψιμο. Ούτε οι αστοί ούτε οι μεγαλοαστοί. Θυμηθείτε πώς αντιμετώπιζαν τον Εμπειρίκο. Τους φοβούνται τους ανθρώπους που παρεκκλίνουν απ’ τις νόρμες.

Στα ποιήματά μου δεν είναι ότι χρησιμοποιώ τους ίδιους ήρωες, αλλά έχω φτιάξει έναν κόσμο. Όπως στα πολυφωνικά ηπειρώτικα τραγούδια, όπου υπάρχουν ρόλοι: υπάρχει ο κεντρικός τραγουδιστής και οι άλλοι βοηθάνε. Οι απλές στιγμές είναι αυτές που παίζουν ιδιαίτερο ρόλο στο έργο μου. Στους γραφιάδες λειτουργεί αυτόματα η παρατήρηση. Πολλές φορές αυτό οδηγεί σε παρεξηγήσεις, όταν βάζεις τα σουσούμια ενός ανθρώπου στο χαρτί. Αισθάνεται προδομένος. Είναι περίεργη η θέση αυτού που γράφει. Απ’ τη μια υπάρχει μια θολή αναγνώριση κι απ’ την άλλη μια επιφύλαξη που λέει «δεν ξέρεις μ’ αυτόν τι μπορεί να γίνει».

Ποτέ δεν ήταν η ποίηση για πολλούς. Ο Καρούζος έβγαζε τα βιβλία του μόνος του σε 200 αντίτυπα και η “Στροφή” του Σεφέρη μπορεί να υπάρχει ακόμα στην αποθήκη. Την ποίηση πρέπει να τη βρεις, δεν θα σε βρει αυτή. Προσωπικά δεν συμφωνώ με την εξωστρέφεια των ποιητών που εκφράζεται με εκδηλώσεις για να περάσει η ποίηση στην κοινωνία. Αυτό είναι αντίθετο στην ουσία της ποίησης, γιατί έτσι η πρόσληψή της γίνεται με λάθος τρόπο, μέσω ενός κοσμικού γεγονότος ή μιας διαμαρτυρίας, παρά ως εσωτερική ανάγκη». Και συμπληρώνει: «Η ποίηση θέλει αφοσίωση, να τρελαίνεσαι με αυτό που διαβάζεις. Είναι η μόνη τέχνη που δεν έχει μπει στο χρηματιστήριο της τέχνης, κανείς εκδότης δεν θα σε πιέσει να γράψεις μπεστ σέλερ».

Η ποιητική του

Τα βασικά εργογραφικά στοιχεία του Μιχάλη Γκανά επιτρέπουν να διακρίνουμε στο έργο του δύο μεγάλους δημιουργικούς κύκλους:
(α) από τη δημοσίευση του πρώτου ποιήματός του το 1966, και έως το 1981, οπότε εκδόθηκε το αυτοβιογραφικό αφήγημα Μητριά Πατρίδα.
(β) από το 1989, οπότε εξεδόθη η ποιητική συλλογή Γυάλινα Γιάννενα, και έως το 1993, οπότε εξεδόθη η ποιητική σύνθεση Παραλογή, η οποία βραβεύτηκε με το πρώτο Κρατικό Βραβείο Ποίησης. ενώ άλλης τάξεως ποιητική κατάθεση συνιστά η έκδοση το 2000 της συλλογής Τα μικρά (1969-1999), όπου έχουμε την αναδρομική αποθησαύριση γνωστών αλλά και άγνωστων “μικρών” ποιημάτων.

Ο πρώτος κύκλος αποτελεί την περίοδο της διαμόρφωσης (Ακάθιστος Δείπνος, 1978), αλλά και της κατάκτησης μιας προσωπικής ποιητικής γλώσσας και μιας ποιητικής ηθικής (Μαύρα Λιθάρια 1980). Αυτής που θεωρεί ως αντίτιμο της την προϋπόθεση ισχυρών συγκινήσεων και επώδυνων εμπειριών.
Ο δεύτερος κύκλος αποτελεί την περίοδο της αποκάλυψης μιας συγκεκριμένης ποιητικής περιοχής (Γυάλινα Γιάννενα), αλλά και της “κατακόρυφης ανύψωσης” (Παραλογή), Στην Παραλογή αναπτύσσονται σ’ ένα πιο σύνθετο ποιητικό σύστημα επιτεύξεις των συλλογών Μαύρα Λιθάρια και Γυάλινα Γιάννενα, καθώς έχουμε τη δημιουργία ενός νέου ποιητικού κόσμου, όπου συνυπάρχουν νεκροί και ζωντανοί, διεκδικώντας ίσο μερίδιο μνήμης και ύπαρξης.

Ποιητής της αναμονής, ο Γκανάς γράφει πάντα μέσα σε κλίμα γνήσιας ποιητικής ευφορίας, αφού καραδοκεί την έλευση της ποιητικής στιγμής και δεν την εκβιάζει εργαστηριακά. Υπ’ αυτή την έννοια, ο τόνος της φωνής του Γκανά, χαρακτηρίζεται από γνήσια συγκινησιακή φόρτιση.
Η ορμητικότητα των παλαιών βιωμάτων που διεκδικούν με δύναμη, θέση μέσα στο ποιητικό παρόν, συνιστά το βασικότερο μηχανισμό της τεχνικής της έμπνευσης του Μιχάλη Γκανά. Έμπνευση που ελέγχεται διαρκώς από μια μνήμη που διεκδικεί μερίδιο στον παρόν και κατορθώνει να εξισώνει παρόν παρελθόν και μέλλον, καταργώντας συμβατικές διακρίσεις όχι μόνο στο επίπεδο του χρόνου, αλλά και σε αυτό της διαλεκτικής σχέσης του πάνω με τον κάτω κόσμο, του έρωτα και του θανάτου.

Ποίηση με ευδιάκριτες ρίζες και δυνατά βιώματα, η ποίηση του Γκανά διαλέγεται μόνιμα και δραστικά κυρίως προς την κατεύθυνση του ελληνικού δημοτικού τραγουδιού, αλλά και με τους βασικότερους νεοέλληνες ποιητές, με πιο ισχυρή τη δημιουργική κλίση προς την ποίηση του Διονυσίου Σολωμού και του Γιώργου Σεφέρη. Ωστόσο, και μολονότι ο διάλογος με την ποιητική παράδοση είναι δεδομένος, η ποιητική του Γκανά διακρίνεται όχι μόνο από τη διαύγεια του ποιητικού της τοπίου, αλλά και από τη συνοχή του οράματος. Σε όλη την έκταση της ποιητικής του παραγωγής διακρίνει κανείς τη στερεότητα των επανερχόμενων θεμάτων και μοτίβων. Σε κάθε ποίημα, ακόμη και στη στιχουργική του παραγωγή, αναγνωρίζονται βασικές σταθερές που εξελίσσονται και μεταμορφώνονται, διατηρώντας ωστόσο τα βασικά χαρακτηριστικά και το ειδικό τους βάρος.

Όπως όλη η μεγάλη ποίηση, έτσι και η ποίηση του Γκανά είναι στην πραγματικότητα ένα ποίημα εν προόδω. Ένα ποίημα που κυκλώνει συνεχώς από διαφορετικές σκοπιές και με διαφορετικούς τρόπους το ίδιο θέμα: αυτό της οριστικά ματαιωμένης επιστροφής σε μιαν στείρα “μητριά πατρίδα”, όπου το μόνιμο αίσθημα του ξένου γίνεται ολοένα και πιο οδυνηρό, καθώς συνδυάζεται με την ανελέητη μνήμη “των κεκοιμημένων” ή με τη στέρηση των ανεκπλήρωτων σκοτεινών ερώτων.

Στην ποίηση του Γκανά δεν υπάρχει κανένα ποίημα ή, καλύτερα, καμία ποιητική φράση, η οποία να ψευτίζει αισθήματα ή να θεατρίζει ιδέες. Γιατί η ποίηση του Γκανά στηρίζεται σε μιαν ατόφια ποιητική φλέβα και προϋποθέτει δυνατές συγκινήσεις. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πρόκειται για ποίηση της άμεσης εξομολόγησης. Απεναντίας, τα αισθήματα και οι αισθήσεις συσσωρεύονται για μακρό διάστημα και, αφού πρώτα διυλιστούν μέσα από τους λεπτούς μηχανισμούς της επιλεκτικής μνήμης, αναδύονται αρτεσιανά στο ποίημα, ξαφνιάζοντας ακόμη και τον ίδιο τον ποιητή.

Οι επιρροές

«Μια πολύ θεμελιώδης για μένα επιρροή είναι σίγουρα ο Σολωμός και έπειτα ο Σεφέρης, ο οποίος είναι ένα ποιητικό μέγεθος στη γλώσσα μας που δεν μπορεί κανείς να τον αγνοήσει. Θετικά ή αρνητικά πρέπει να έχει μαζί του ένα διάλογο. Σαν αυτόν που είχε ο Πάουντ με τον Ουίτμαν. Ο Πάουντ ξεκίνησε επαναστατικά, ριζοσπαστικά και κάποια στιγμή νιώθει την ανάγκη να συμφιλιωθεί με τον παππού του, με τον Ουίτμαν. Λοιπόν είναι ο Σεφέρης και είναι και ο Καρυωτάκης, ο οποίος έχει αυτή την οριακή ρήξη με τον περιβάλλον του. Υπάρχουν και κάποιοι ελάσσονες ποιητές, ο Άγρας, ο Πορφύρας, που βρίσκω σ’ αυτούς μια άλλου είδους μαγεία, γιατί μιλάνε σε χαμηλούς τόνους, για πράγματα πολύ οικεία και καθημερινά, δεν έχουν αυτό τον όγκο που συνήθως έχουν οι μεγάλοι ποιητές».

Τα τραγούδια

«Ο αναγνώστης της ποίησης είναι ασκημένος, ξέρει, καταλαβαίνει τι θέλω να πω. Αντίθετα, το κοινό του τραγουδιού πρέπει να το παίρνεις πάντα υπόψη σου: τι λέμε τώρα και σε ποιον το λέμε. Στο τραγούδι δεν έχει επιστροφή, πρέπει ο ακροατής να το πιάσει με τη μία, ενώ στο ποίημα θα επανέλθει και θα έχει την ευκαιρία να το ξανασκεφτεί. Κακά τα ψέματα, στην ποίηση ο έπαινος της συντεχνίας είναι πολύτιμος, αν σε αποδεχτεί νιώθεις ότι είσαι εντάξει. Στο τραγούδι πρέπει να σε αποδεχτεί ο ακροατής. Δεν είναι διαφορετικό το κουστούμι του στιχουργού, απλώς υπάρχουν κάποιες μικρές διαφορές. Τα τραγούδια που έχω γράψει τ’ αγαπώ πολύ. Όσα πέτυχαν και όσα δεν πέτυχαν. Δούλεψα πολύ με παραγγελιές πάνω σε έτοιμες μελωδίες. Μπορεί να είναι κάποιου είδους ευνουχισμός, αλλά και το «Όλα σε θυμίζουν» γράφτηκε πάνω σε μελωδία. Θα είχα χάσει κάποια απ’ τα καλύτερα τραγούδια μου αν δεν είχα μπει σ’ αυτό το λούκι. Απλώς, γράφοντας στίχους, είχα πάντα στο μυαλό μου ότι ο ακροατής δεν έχει τη δυνατότητα να επανέλθει, όπως ο αναγνώστης. Η γραφή δεν πρέπει να είναι απλοϊκή, αλλά ευθύβολη. Είναι αρχή για μένα, κάτι σαν στρατευμένη τέχνη».

Τα έργα

Ακάθιστος Δείπνος (εκδ. Καστανιώτη)

Η πρώτη συλλογή του ποιητή. Ούτε μια περιττή λέξη στη συλλογή του “Ακάθιστος δείπνος”. Αντίθετα, όλες οι λέξεις είναι ξαναφτιασμένες, καινούργιες, τα επίθετα περασμένα από χίλια φίλτρα πριν χρησιμοποιηθούν, συνδυασμένα έντεχνα με την ηπειρωτική δημοτική παράδοση και τη σύγχρονη πικρή εμπειρία της αβίωτης πρωτεύουσας. Πρόκειται για την πιο ολοκληρωμένη πρώτη ποιητική συλλογή που έχει κυκλοφορήσει στην Ελλάδα μετά το 1950… (Βασίλης Βασιλικός)

Η Μητριά Πατρίδα, εκδ. Μελάνι

«Το πεζό μου, η Μητριά Πατρίδα, είναι εξήντα σελίδες για ένα θέμα για το οποίο ένας κανονικός πεζογράφος θα μπορούσε να γράψει μια τριλογία. Ο Ρένος Αποστολίδης, όταν το είδε, μου είπε «Τι να σου πω; Καλό είναι. Αλλά έχεις τέτοιο υλικό και μου γράφεις εξήντα σελίδες;». Τι να κάνω; Δεν είμαι πεζογράφος».

Η “Μητριά Πατρίδα”, πέρα από τις όποιες πεζογραφικές της αρετές, την αξία της δηλαδή ως αυθύπαρκτης λογοτεχνικής μονάδας, αποτελεί συγχρόνως και ένα καλό βοήθημα για όσους επιθυμούν να προσεγγίσουν την ποίηση του Γκανά… (Μιχάλης Πιερής)

Γυάλινα Γιάννενα, εκδ. Καστανιώτη

Η Τρίτη συλλογή ποιημάτων του, ουσιαστικά, δεν καλύπτει πάνω από 29 σελίδες. Όμως, αν εξαιρέσουμε τις 23 σελίδες ποιητικής ύλης της πρώτης συλλογής του Καβάφη (Ποιήματα, 1904), δεν μπορώ να θυμηθώ άλλη “πλακέτα” που να σου επιβάλλεται έτσι αυθωρεί με την μαστορική λιτότητά της και την ανθρώπινή της γνησιότητα. Και, δεδομένου ότι τούτη η συλλογή συμπεριλαμβάνει ένα νέο – Καρυστακικό πράγμα (σ. 21) που μου είναι αφιερωμένο, θα ήθελα να επικαλεστώ την ιδιωτική μαρτυρία ενός συνομήλικού μου ποιητή, ο οποίος, τις προάλλες, μου έλεγε με συγκινημένο θαυμασμό. “Δεν έτυχε να γνωρίσω τον Γκανά, και διαβάζοντάς τον αναρωτιέμαι πως είναι δυνατόν να υπάρχει την σήμερον ημέρα ποιητής που να γράφει τα Ελληνικά με τέτοιο ήθος…”. (Γ.Π. Σαββίδης )

Υπάρχουν ποιητές που όσο περνάει ο καιρός τόσο βαθαίνουν στα πράγματα, τόσο βαθαίνουν στις λέξεις, τόσο περισσότερο αναζητούν τη εκφραστική τους περιπέτεια μέσα στο Μύθο που μοιάσει απαραίτητος όσο ποτέ σήμερα. Σ’ αυτούς ανήκει και ο Μιχάλης Γκανάς…
Τα Γιάννενα – η γενέθλια πόλη του ποιητή για όσους δεν το γνωρίζουν – δεν είναι παρά η πρόφαση, το σκηνικό για να ακουμπήσει ο Μύθος και να ξεκινήσουν έτσι οι μυθολογικές διαδρομές τις οποίες ακολουθούμε στις περισσότερες σελίδες του βιβλίου… (Έλενα Χουζούρη)

Παράλογη , εκδ. Καστανιώτη

Ο έρωτας και ο θάνατος, η λατρεία της ελληνικής φύσης (που ξεφεύγει από τον ελληνοκεντρισμό και το συναισθηματικό αναμάσημα της γενέθλιας γης με την καθαρώς υπαρξιακή ή αισθησιακή διάσταση την οποία προσλαμβάνει η εικόνα της), η Νέκυα και οι κατάλογοι των οικείων ονομάτων, οι μεγάλες απώλειες και τα μικρά κέρδη των μνημονικών αφιερώσεων: αυτές είναι οι αναντικατάστατες παράμετροι της συλλογής του Γκανά, που παρασύρει αμέσως τον αναγνώστη στον κόσμο της χάρη στην άνεση της συναναστροφής του δημιουργού με τον προγονικό ποιητικό κορμό και τις αξίες του. Συναναστροφή που προδίδει ελευθερία πνεύματος, στέρεη γλωσσική συμπεριφορά και έμπνευση και ταλέντο. (Βαγγέλης Χατζηβασιλείου)

Ανθοδέσμη, εκδ. Άγρα

[…]πρόκειται για ποίηση εσωτερικών αποτιμήσεων, μια που θεματικά αγγίζουν την προσωπική εξομολόγηση.
…Ο Μιχάλης Γκανάς δεν αποφθέγγεται τον πόνο, αλλά μελετάει τον θάνατο – και η ποίηση του εγείρει αξιώσεις αθανασίας.
Ο Μιχάλης Γκανάς έχει μια πολυδύναμη ποιητική φλέβα που υπερακοντίζει την οποιαδήποτε αριθμητική του συμμετοχή. Αλλά και από άποψη μήκους θητείας στην Ποίηση, ο Γκανάς είναι ο δεσπόζων: τυχαίνει άλλωστε να είναι ο ποιητής που ήδη έχει εγγραφεί στην τράπεζα του Μέλλοντος…(Θ.Δ. Φραγκόπουλος)

Τα μικρά, εκδ. Καστανιώτη

Είτε ως αποθησαυρίσματα από παλαιότερα έργα είτε ως λησμονημένα πονήματα που ήρθε η ώρα τους να βγουν από το συρτάρι, τα ποιήματα αυτά περιέχουν μυρωδιές, φωνές και πρόσωπα…

Πάνω απ’ όλα, πρόκειται για μια ποίηση της απώλειας. ίσως γι’ αυτό τονίζονται έντονα στους λίγους στίχους των “Μικρών” η αξία αυτών που χάθηκαν, η πολυτιμότητα ενός χαμένου παράδεισου είτε πρόκειται για τόπο είτε για πρόσωπο -στο βαθμό που ο αγαπημένος τόπος αποκτά μίλια και μάτια δικά του, και αντικριστά, το αγαπημένο πρόσωπο ριζώνει μέσα μας σαν πατρίδα στην οποία επιστρέφουμε διαρκώς. (Ηλίας Μαγκλίνης)

Μαύρα Λιθάρια, εκδ. Κείμενα

Ο Γκανάς συνηθίζει, στο τέλος της συλλογής, να έχει μικρότερα ποιήματα που ονομάζει «ακαριαία» και ακόμη μικρότερα – έναν στίχο – που ονομάζει «μονόξυλα». Στα «Μαύρα λιθάρια» είχε ένα μονόξυλο που έλεγε: «το κλάμα σου γυμνό καλώδιο, το πιάνω με βρεγμένα χέρια». Ο Βλάχος τον φώναξε όταν έστηνε τη σελίδα: «Μαέστρο, έχουμε θέμα» – μαέστρους αποκαλούσε τους ποιητές του. «Αυτό το μονόξυλο γυρίζει αράδα και δεν πρέπει». «Ας γυρίσει», λέει ο Γκανάς. «Αφού είναι μονόξυλο. Δεν πρέπει να γυρίσει. Αλλά πρέπει να το κρατήσουμε, είναι ωραίο».

Άψινθος, εκδ. Μελάνι

«Ο τίτλος αυτής της συλλογής είναι «Αψινθος», δηλαδή η αψιθιά, το φυτό απ’ όπου έβγαινε το αψέντι, αλλά είναι και το αστέρι που πέφτει κατά την Αποκάλυψη του Ιωάννη και δηλητηριάζει τα νερά και τις πηγές. Το βιβλίο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί οικολογικό. Είναι η ανησυχία μου για όσα γίνονται στον πλανήτη, όπως όλων μας.»

Ο ύπνος του καπνιστή, εκδ. Καστανιώτη

«Εχω την εντύπωση ότι έκλεισα έναν κύκλο με τον «Καπνιστή». Ολα τα θέματά μου ανακυκλώθηκαν εκεί, με όλους τους τρόπους και με τα πεζά και με τραγουδάκια και με ελεύθερο στίχο. Επειτα η υποδοχή αυτού του βιβλίου ήταν περίεργη, από την κριτική περισσότερο. Δεν γράφτηκαν πολλά πράγματα. Ερχόμουνα εν τω μεταξύ από μια σιωπή δέκα ετών, είχαν μεσολαβήσει τα τραγούδια, δηλαδή «μεροδούλι μεροφάι στιχουργική». Και σκέφτομαι εκ των υστέρων, τότε δεν το πολυένιωθα, ότι μία είναι η δεξαμενή, από την ίδια βγαίνουν όλα και τα τραγούδια και τα ποιήματα. Μπορεί να έγινε υπεράντληση, κυρίως από τα τραγούδια».

Τα περισσότερα ποιήματα θα τα βρείτε συγκεντρωμένα στα ποιήματα 1978-2012 των εκδόσεων Μελάνι



Πηγές:

lifo. gr
συνέντευξη στον Σταύρο Διοσκουρίδη

tovima. gr
συνέντευξη στον Γιάννη Ν. Μπασκόζο

tameteora. gr
συνέντευξη στην Έφη Δούλη

Περιοδικό ΡΕΥΜΑΤΑ, Αρ. 7.,
Μάιος – Ιούνιος 1992

Μιχάλης Γκανάς: Ο ποιητής είναι κατοστάρης

http://www.tsamantas.com/

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: μια διείσδυση στο σύμπαν του κοσμοκαλόγερου

Ο Μίλαν Κούντερα έγραψε για τον Παπαδιαμάντη πως είναι ο σημαντικότερος Έλληνας πεζογράφος. Εκθειαστικά ήταν επίσης τα λόγια του Ελύτη, του Καβάφη, του Παλαμά, του Πορφύρα και άλλων μεγάλων ονομάτων της ελληνικού πνεύματος.

Ο Σκιαθίτης δημιουργός «δανείστηκε» το φυσικό περιβάλλον του νησιού του, ανέσυρε από τη μνήμη του τα παιδικά του χρόνια και ψυχογραφώντας την ζωή των απλών, ταλαιπωρημένων ανθρώπων, κατάφερε να φέρει στο προσκήνιο το ηθογραφικό μυθιστόρημα.Εζησε μόνος, απένταρος, πιστός στην τέχνη, αδιάφορος για τα χρήματα και την κοινωνική ένταξη, μοίρασε τη ζωή ανάμεσα στα καπηλειά και στις εκκλησίες, σχεδόν ρακένδυτος, υπήρξε πάντα ένας αποσυνάγωγος τεχνίτης της γλώσσας και της αφήγησης. Ενας έλληνας μποέμ.

Σαν σήμερα, 3 Ιανουαρίου του 1911, έφυγε από τη ζώη ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Ο «κοσμοκαλόγερος» της πεζογραφίας μας γεννήθηκε στις 4 Μαρτίου 1851 στη Σκιάθο από πατέρα ιερέα και θεοσεβούμενη μητέρα. Μεγάλωσε ανάμεσα σε εννιά αδέλφια, τα δύο εκ των οποίων πέθαναν σε μικρή ηλικία. Γοητευμένος από τα ξωκλήσια της Σκιάθου, τα συμπεριέλαβε σε πολλά έργα του, ενώ το λογοτεχνικό του έργο είναι ευρύ και από τα σημαντικότερα της νεοελληνικής πεζογραφίας.

Γράφει ο ίδιος σε ένα σύντομο βιογραφικό του: Εγεννήθην εν Σκιάθω, τη 4 Μαρτίου 1851. Εβγήκα απο το ελληνικόν Σχολείον εις τώ 1863, αλλά μόνον τώ 1867 εστάλην εις το Γυμνάσιον Χαλκίδος, όπου ήκουσα την Α΄ και Β΄ τάξιν. Την Γ΄ εμαθήτευσα είς Πειραιά, είτα διέκοψα τας σπουδάς μου και έμεινα είς την πατρίδα. Κατά τον Ιούλιον του 1872 υπήγα είς το Αγιον Ορος χάριν προσκυνήσεως, ‘οπου έμεινα ολίγους μήνας. Τώ 1873 ήλθα εις Αθήνας καί εφοίτησα εiς την Δ΄ του Βαρβακείου. Τώ 1874 ενεγράφην εις την Φιλοσοφικήν Σχολήν, ‘οπου ήκουα κατ’ εκλογήν ολίγα μαθήματα φιλολογικά, κατ’ ιδίαν δε ησχολούμην εις τας ξένας γλώσσας. Μικρός εζωγράφιζα αγίους, είτα έγραφα στίχους, καί εδοκίμαζα να συντάξω κωμωδίας. Τώ 1868 επεχείρησα να γράψω μυθιστόρημα. Τώ 1879 εδημοσιεύθη «Η Μετανάστις» έργον μου εις το περιοδικόν «Σωτήρα». Τώ 1882 εδημοσιεύθη «Οι έμποροι των εθνών» εις τώ «Μη χάνεσαι». Αργότερα έγραψα περί τα εκατόν διηγήματα, δημοσιευθέντα εις διάφορα περιοδικά καί εφημερίδας.

Λόγω της οικονομικής του κατάστασης, δεν κατάφερε να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Τα οικονομικά του Παπαδιαμάντη καλυτέρευσαν όταν άρχισε να απασχολείται στην εφημερίδα «Ακρόπολη», του Βλάση Γαβριηλίδη, με μισθό 250 δραχμών το μήνα, καθώς και να συνεργάζεται και με άλλες εφημερίδες και περιοδικά. Παρόλο που εισέπραττε αρκετά χρήματα που του επέτρεπαν αξιοπρεπή διαβίωση, τα ξόδευε εξ’ ολοκλήρου στην… ταβέρνα του Κεχριμάνη όπου σύχναζε επί 27 συναπτά έτη, έστελνε στη Σκιάθο, μοίραζε στους φτωχούς και ίσα που μπορούσε να καλύψει τα έξοδά του.

Είναι μια γραφική φιγούρα της Αθήνας. Ο συγκαιρινός του Μιλτιάδης Μαλακάσης τον περιγράφει ως «μια σιλουέταμε ακατάστατα γενάκια, απεριποίητη περιβολή, λασπωμένα ή κατασκονισμένα υποδήματα,ξεθωριασμένο ημίψηλο,με μια παπαδίστικη κάννα με ασημένια λαβή, μαύρο κορδόνι γύρω από μια ασιδέρωτη λουρίδα,ένα είδος κολάρου,συγκρατώντας με τα χέρια του ένα πανωφόρι που του έπεφτε λίγο μεγάλο», το οποίο ήταν γνωστό ότι του το είχε στείλει από το Λονδίνο ο Αλέξανδρος Πάλλης. Ο Δ. Χατζόπουλος τον χαρακτηρίζει ιδιόρρυθμο, εκκεντρικό, μποέμ, άνθρωπο των καπηλειών και των τρωγλών, και τον παρομοιάζει με τον φιλόσοφο Μένιππο, τον πνευματώδη Λουκιανό, τον παρατηρητικό Ντίκενς, τον ψυχολόγο Τουργκένιεφ. Ο ίδιος όταν το μάθει θα πει: «Δεν μοιάζω με κανέναν,είμαι ο εαυτός μου». Συχνάζει στο μπακάλικο του Καχριμάνη στου Ψυρρή, αλλά και στη μικρή εκκλησία του Αγίου Ελισαίου, όπου ψάλλει μαζί με τον ξάδελφό του Αλέξανδρο Μωραΐτίδη.

Το 1906 αρχίζει να συχνάζει στη Δεξαμενή Κολωνακίου. Κάθεται στο πιο φτηνό από τα δύο καφενεία, αυτό του Μπαρμπα-Γιάννη, όπου ο καφές είχε μία δεκάρα. Αγοραφοβικός, μακριά από όλους τους πελάτες, σταύρωνε τα χέρια στο στήθος, έγερνε το κεφάλι και ονειροπολούσε. Εκεί τον φωτογράφισε ο Παύλος Νιρβάνας, σε αυτή τη φωτογραφία που τον έχουμε ως σήμερα.Ζούσε φτωχικά σε φτηνά δωμάτια ενώ οι περιγραφές συνθέτουν το προφίλ ενός ανθρώπου σχεδόν κουρελή, εξαρτημένου από το ποτό και το τσιγάρο, ο οποίος βυθιζόταν στη μοναξιά του και είχε ελάχιστους φίλους. Αγαπημένη του συνήθεια να ψάλλει στον Άγιο Ελισαίο στην Πλάκα.

Τον Μάρτιο του 1908 εγκατέλειψε την Αθήνα και επέστρεψε στο αγαπημένο του νησί, εξακολουθώντας να δουλεύει ως μεταφραστής έργων για λογαριασμό του Γιάννη Βλαχογιάννη. Η υγεία του άρχισε να επιδεινώνεται ώσπου στις 3 Ιανουαρίου 1911 άφησε την τελευταία του πνοή και μαζί με αυτήν, έναν λογοτεχνικό θησαυρό αποτελούμενο από 180 διηγήματα, ποιήματα, μελέτες και άρθρα.

Το έργο-σταθμός στην καριέρα του που ενέπνευσε κινηματογραφιστές και σκηνοθέτες ήταν «Η φόνισσα». Παρόλο που γράφτηκε το 1902, μοιάζει τόσο σύγχρονο όσο και διαχρονικό.

Ο Παπαδιαμάντης στράφηκε με τα διηγήματά του προς τους ηττημένους της ζωής, τους άπραγους, τους αλκοολικούς, τους φτωχούς, σ᾿ αυτούς που ζουν παράμερα απά τους «πολιτισμένους» ανθρώπους, συναισθανόμενος τον αγώνα τους κόντρα στην αρρώστια, το θάνατο, τον κοινωνικό αποκλεισμό. Βρήκε το υλικό του στις καρδιές των παιδιών, των γυναικών, των ανίσχυρων γερόντων και το ένωσε με την ομορφιά της θάλασσας και της Σκιάθου, αγκαλιάζοντας στις περιγραφές του όλες τις αμμουδιές, τα λιμανάκια, τις χαράδρες, τα υψώματα και τα «ρόδινα ακρογιάλια» του αγαπημένου του νησιού. Και μπολιάζοντας τις παιδικές του αναμνήσεις με τα θρησκευτικά του βιώματα, τα δικά του βάσανα, την ευαισθησία του και τον ποιητικό του οίστρο, κατάφερε να αναδείξει το ντόπιο ήθος σε αἰσθητικὸ και πνευματικό γεγονός.

Γι᾿ αυτό και διαβάζεται -ἀπ’ όσους διαβάζεται- μέχρι σήμερα. Όχι μόνο επειδὴ είναι σπουδαίος συγγραφέας, αλλά επειδή στο έργο του αποθησαυρίζεται «ο παράξενος τρόπος των Ελλήνων», όπως το έθεσε ο πρόωρα χαμένος Χρήστος Βακαλόπουλος. Επειδή, με άλλα λόγια, στις σελίδες του βρίσκεται το κλειδί της ἐθνικής μας ιδιαιτερότητας, που ακόμα προσπαθούμε να την ορίσουμε, στριμωγμένοι ανάμεσα σε Δύση και Ανατολή.

Η είδηση του θανάτου του γέμισε πένθος όχι μόνο τους συντοπίτες του, αλλά όλη την Ελλάδα. Πολλοί λογοτέχνες, που όσο ήταν εν ζωή δεν είχαν γράψει κουβέντα για το έργο του, συνέθεσαν εγκωμιαστικά κείμενα. Ο εκδοτικός Οίκος Φέξη ξεκίνησε το 1912-1913 την έκδοση 11 τόμων με τα έργα του. Μέχρι τότε, κανένας άλλος οίκος δεν είχε εκδώσει σε βιβλίο τα πεζογραφήματά του και οι αναγνώστες του τα διάβαζαν από τις εφημερίδες και τα περιοδικά.

Ο Παπαδιαμάντης υπήρξε ο πρώτος επαγγελματίας συγγραφέας στην Ελλάδα, με την έννοια ότι έγραφε για να βιοποριστεί. Όσο ζούσε όμως, δεν ευτύχησε να δει ούτε μια μικρή συλλογή διηγημάτων του τυπωμένη σε βιβλίο – ήταν όλα τους διασκορπισμένα σε εφημερίδες και περιοδικά. Σύμφωνα μάλιστα με μαρτυρία του Γ. Δροσίνη, από τη στιγμή που άφηνε κείμενό του σε κάποιο γραφείο, «οὔτε τὸ συλλογίζουνταν πιά, οὔτε ζητοῦσε νὰ μάθει πότε θὰ δημοσιευθεῖ, οὔτε καὶ διορθώσεις ἔβλεπε ἀπὸ τὸ τυπογραφεῖο: τὰ χειρόγραφά του ἦταν ἔκθετα ριγμένα στὴ βρεφοδόχο τοῦ Βρεφοκομείου. Γι᾿ αὐτὸ καὶ πολλὰ κακοτυπώθηκαν ἀπὸ τὴν πρώτη φορά…».



Έτσι εξηγείται και ο ισχυρισμός του Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλου, του χαλκιδαίου φιλολόγου που αφοσιώθηκε στη μελέτη και την ανάδειξη του παπαδιαμαντικού έργου, ότι ποτέ δεν θα είμαστε σε θέση να έχουμε μια πλήρη και ακριβή έκδοση των «Απάντων» του. Η ακρίβεια και η πληρότητα, λέει, είναι αρετές που εξασφαλίζονται όταν ο ίδιος ο συγγραφέας φροντίζει την έκδοση, ή τουλάχιστον όταν έχει διασωθεί όλο του το αρχείο. Εκείνο του Σκιαθίτη όμως, όποιο κι αν ήταν, στο μεγαλύτερο μέρος του έχει χαθεί.

Σήμερα, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης διδάσκεται στα σχολεία, σε πανεπιστήμια και σεμινάρια, ενώ εξακολουθεί να συγκινεί μικρούς και μεγάλους με το μεγαλείο της πένας του. Το έργο του, διεθνώς αναγνωρισμένο, επηρεάστηκε άμεσα από το νησί που γεννήθηκε και πέθανε, τη Σκιάθο, το νησί που αγάπησε και ύμνησε όσο κανένας άλλος, αλλά και από τους ανθρώπους του, τις πραγματικές ιστορίες των οποίων μετέφερε στα έργα του. Ο Αλέξανδρος Παπανδιαμάντης, ο «άγιος των ελληνικών γραμμάτων» όπως συχνά αποκαλείται, υπήρξε ένας άριστος μελετητής της ανθρώπινης ψυχολογίας και των ηθών της εποχής του και έγραψε τα κορυφαία ηθογραφήματα της νεότερης Ελλάδας.

Αποτιμώντας το έργο του ο Άγγελος Μαντάς γράφει: «Τὸ ἔργο τοῦ Ἀλέξανδρου Παπαδιαμάντη κατέχει πρωτεύουσα θέση στὴ νεοελληνικὴ πεζογραφία. Ἡ διηγηματογραφία του διακρίνεται γιὰ τὸ ρεαλισμό της, ποὺ φτάνει πολλὲς φορὲς μέχρι τὸ νατουραλισμό. Ἡ αὐστηρὴ καὶ ἀκριβολόγος θεώρηση τόσο τῆς ἀγροτικῆς κοινωνίας τοῦ νησιοῦ του, ὅσο καὶ τῆς Ἀθηναϊκῆς κοινωνίας τῆς ἐποχῆς του, ἡ βαθιὰ στοχαστικὴ καὶ ἐλεγκτικὴ ματιά του πάνω στὰ κοινωνικὰ δρώμενα, ἡ ἀνάδειξη ὡς κεντρικῶν ἡρώων τοῦ ἔργου του ὄχι συνηθισμένων τύπων, ἀλλὰ ἰδιόρρυθμων καὶ περιθωριακῶν, ἀνθρώπων ναυαγισμέμων κυριολεκτικὰ ἢ μεταφορικά, καὶ ἡ συχνὴ παραπομπὴ στὴ μικρὴ ἀνθρώπινη ὁμάδα, ποὺ ὡς ἐκκλησιαστικὴ κοινότητα ἀποκτᾶ καθολικὲς διαστάσεις, δίνει στὸ ρεαλισμό του ἕνα χαρακτήρα κριτικὸ καὶ θεολογικὸ ταυτόχρονα.

Ἡ ποικιλία τῶν ἀφηγηματικῶν τεχνικῶν καὶ ἡ γλώσσα του παράγουν μίαν ἔντονη ποιητικότητα. Ἡ γλώσσα του εἶναι στὴ βάση της ἡ καθαρεύουσα τῆς ἐποχῆς, ἐμπλουτισμένη ὡστόσο μὲ διαχρονικὰ στοιχεῖα τῆς ἑλληνικῆς, διαποτισμένη ἀπὸ τὴ γλώσσα τῆς Γραφῆς καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ὑμνογραφίας καὶ διανθισμένη, ἰδίως στοὺς διαλόγους, μὲ στοιχεῖα τοῦ σκιαθίτικου ἰδιώματος, «θησαυρισμένη», κατὰ τὸν Ἐλύτη, «ἀπὸ ἀπανωτὰ στρώματα παιδείας». Ἡ ἰδιαιτερότητα αὐτὴ κάνει τὸ παπαδιαμαντικὸ ἔργο νὰ ὑπερβαίνει κατὰ πολὺ τὰ ὅρια τῆς τυπικῆς ἠθογραφίας τῆς ἐποχῆς του καὶ τὸν πεζογράφο Παπαδιαμάντη νὰ ἀναδεικνύεται «ποιητὴς τοῦ πεζοῦ λόγου».

Σε αντίθεση με το δημοσιογραφικό σινάφι, το λογοτεχνικό φάνηκε εξαρχής επιφυλακτικό απέναντί του. Μόνο οι δημοτικιστές τον είδαν με μια κάποια συμπάθεια. Ο ίδιος, πάντως, μόνο του Παλαμά και του Νιρβάνα αξιώθηκε να διαβάσει κριτική. Έπρεπε να πεθάνει για να εγκωμιαστεί. Έκτοτε, δύο ήταν τα θέματα που τέθηκαν στο μικροσκόπιο: η γλωσσική ιδιαιτερότητά του και ο τρόπος με τον οποίο εξέφρασε την εθνική-λαϊκή ψυχή.

Άλλοι χαρακτήρισαν την καθαρεύουσά του προβληματικὴ (βλ. Τερζάκης), σχολαστική ή ξεπερασμένη, κι άλλοι, από τον Τ. Άγρα ως τον Ελύτη και τον Ζήσιμο Λορεντζάτο, ως μία γλώσσα που κουβαλάει πάνω της στρώσεις αιώνων, αφομοιώνοντας αρμονικά στοιχεία αρχαία, βυζαντινά, εκκλησιαστικά και νεοελληνικά. Ούτε όμως ο Νιρβάνας, ούτε ο Παλαμάς, ούτε ο Ξενόπουλος είδαν τα γραπτά του ως φωτογραφικές απεικονίσεις και μόνο της ζωής στον γενέθλιο τόπο του. Η… ρετσινιά της ηθογραφίας ήρθε αργότερα, στη δεκαετία του ᾿40. Κι ενώ σήμερα υπάρχει ομοφωνία ως προς τις ποιητικές διαστάσεις της γλώσσας του (κάτι που αναγνώρισε δημόσια και ο Σεφέρης το 1952, συγκαταλέγοντάς τον στους μεγαλύτερους έλληνες ποιητές), ιδού τι έγραφε στην «Ιστορία» του ο Κ. Θ. Δημαράς: «Ο Παπαδιαμάντης διαβάζεται εύκολα απὸ ανθρώπους που δεν έχουν συνηθίσει στην καλή ποιότητα και δεν απαιτεί κανενός είδους προπαρασκευή. Η γενιά που τιμούσε τον Σουρή για μεγάλο ποιητή, επόμενο ήταν να τιμήσει για μεγάλο πεζογράφο τον Παπαδιαμάντη». Μια αστοχία που μνημονεύεται ακόμη…

Κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα, το παπαδιαμαντικό σύμπαν ταυτίστηκε θετικά με την έννοια της Ορθοδοξίας (βλ. Λορεντζάτος, Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Χρ. Γιανναράς), προσεγγίστηκε με εργαλεία ψυχαναλυτικής κριτικής (βλ. Γκι Σονιέ, Π. Μουλλάς), και έδωσε επιχειρήματα σε μελετητὲς όπως ο Λάκης Προγκίδης για να συγκρίνουν τον δημιουργό του με τους θεμελιωτές του ευρωπαϊκού μυθιστορήματος. Κάθε εποχὴ και με τον Παπαδιαμάντη της.

Έργο με ξεχωριστὴ θέση στο σύμπαν του Παπαδιαμάντη, η «Φόνισσα» κατέχει και τη μερίδα του λέοντος στις μεταφράσεις του στο εξωτερικό. Η νο ιστορία της Φραγκογιαννούς που παραβαίνει το «οὐ φονεύσεις» για καλὸ σκοπὸ -πνίγει με τα χέρια της δύο νεογέννητα κοριτσάκια για να λυτρώσει και τα ίδια και τους γονείς τους απὸ τα βάσανα της κοινωνίας- μία ιστορία που χρεώνει το απόλυτο κακὸ όχι σ᾿ ένα διεστραμμένο τέρας αλλὰ σ᾿ έναν συνηθισμένο άνθρωπο, έχει μεταφραστεί στ᾿ αγγλικά, τα γαλλικά, τα γερμανικά, τα ισπανικὰ και τα ιταλικά, αλλὰ και στα βουλγαρικά, τα ρουμανικά, τα καταλανικά, τα δανέζικα…


Πλήρης κατάλογος με τα μεταφρασμένα διηγήματά του δεν έχει συγκροτηθεί ακόμη. Στο σχετικὸ αρχείο πάντως του ΕΚΕΒΙ, αναφέρονται 41 ξένες εκδόσεις, για το διάστημα 1968-2009. Η πιο πρόσφατη, που ειναι ίσως και η σημαντικότερη, απλώνεται στον συλλογικὸ τόμο «The boundless garden» (ἐκδ. Denise Harvey), όπου συμπράττουν μεταξὺ άλλων μεταφραστὲς όπως ο Πίτερ Μάκριτζ και ο Ντέιβιντ Κόνολι, και όπου χάρη στην κατατοπιστικὴ εισαγωγή του ιερωμένου και διακεκριμένου πανεπιστημιακού στο Μόντρεαλ Λάμπρου Καμπερίδη, παρέχονται όλα τα απαραίτητα κλειδιὰ για την κατανόηση του παπαδιαμαντικού κόσμου στο αγγλοσαξονικὸ κοινό.

Πηγή: https://m.tvxs.gr/mo/i/51224/f/news/%CF%83%CE%B1%CE%BD-%CF%83%CE%AE%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%B1/%CE%B5%CE%BA%CE%B1%CF%84%CF%8C-%CF%87%CF%81%CF%8C%CE%BD%CE%B9%CE%B1-%CE%B1%CF%80%CF%8C-%CF%84%CE%BF-%CE%B8%CE%AC%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%BF-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B1%CE%BB%CE%AD%CE%BE%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%BF%CF%85-%CF%80%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BC%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B7.html

https://m.lifo.gr/articles/book_articles/264982/aleksandros-papadiamantis-o-syggrafeas-poy-apothisayrise-ton-parakseno-tropo-ton-ellinon?utm_medium=Social&utm_source=Facebook#Echobox=1578049720

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ: Ο ΕΛΛΗΝΑΣ ΝΤΟΣΤΟΓΕΦΣΚΙ, Ο ΚΟΣΜΟΚΑΛΟΓΕΡΟΣ

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης Ενας μποέμ κοσμοκαλόγερος

Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου: ένα μουσικό αφιέρωμα σε μια ξεχασμένη δημιουργό

Η Ευτυχία Χατζηγεωργίου-Οικονόμου, αργότερα Νικολαΐδου και τελικά Παπαγιαννοπούλου ήταν Ελληνίδα στιχουργός, μία από τις σημαντικότερες του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού.

Γεννήθηκε στο Αϊδίνι της Μικράς Ασίας το 1893, αναγκάστηκε όμως να έλθει στην Ελλάδα μετά την μικρασιατική καταστροφή. Η εμπειρία του ξεριζωμού υπήρξε δρομοδείκτης στην στιχουργική και στη ζωή της και την σημάδεψε σαν άνθρωπο.

Ζώντας μια έντονη και περιπετειώδη ζωή, στην Ελλάδα αρχικά σταδιοδρόμησε ως ηθοποιός, δασκάλα και ποιήτρια, ενώ αργότερα αναδείχθηκε σε σπουδαία λαϊκή στιχουργό. Γράφει ακατάπαυστα και παντού: σε χαρτοπετσέτες, σε κουτιά από τσιγάρα, σε λογαριασμούς. Ξεκίνησε να γράφει στίχους το 1948 εξαναγκαζόμενη από το δεύτερο προσωπικό της πάθος, την χαρτοπαιξία,(μετά το κάπνισμα) τροφοδοτώντας με αυτό τον τρόπο, έναντι ευτελούς οικονομικής αμοιβής, όλους τους επώνυμους συνθέτες της εποχής της με αριστουργηματικά τραγούδια. Έπαιζε σε παράνομα υπόγεια, σε σαλόνια πολυτελείας. Όλα αυτά την ώρα που ο Τιτσάνης, ο Καλδαράς, ο Χιώτης, ο Ρεπάνης, ο Χατζιδάκις ανταγωνίζονταν για το ποιος θα αγοράσει τα τραγούδια της.

“Η Ευτυχία, παρά τις συνθήκες της ζωής και τα πάθη της, είχε μια αστείρευτη δύναμη να προχωρεί μπροστά σαν ένα ορμητικό ποτάμι που στο πέρασμά του γεννάει και καταστρέφει. Τις αντιφάσεις στη ζωή της της κοιτούσε με κατανόηση, αγάπη και χιούμορ. Από αυτές αντολυοσε έμπνευση για να φτιάξει ένα καλλιτεχνικό έργο καίριο και μοναδικό. Απλό και σοφό. Για αυτό και παραμένει διαχρονικό.” δηλώνει ο σκηνοθέτης Άγγελος Φραντζής της ταινίας ” Ευτυχία” που βγήκε χθες στις αίθουσες.

Ο χαρακτήρας της εκρηκτικός, κατόρθωνε να κάνει το παράλογο να μοιάζει λογικό. Έχει απίστευτο χιούμορ, έτσι μπορεί να βρει μια διέξοδο από τις δύσκολες καταστάσεις που βιώνει αυτή και ο κόσμος μέσα στον οποίο ζει. Βαθύς άνθρωπος, διευσδιτική, δυναμική, με τεράστια εσωτερική δύναμη σπάει τα ταμπού και μετουσιώνει τον πόνο σε τέχνη. Δημιουργεί σε έναν ανδροκρατούμενο κόσμο με μια λεβεντιά αρρενωπή και ελληνική. Δεν την ενδιέφεραν τα χρήματα ούτε η υστεροφημία. Ζούσε για το σήμερα και την παρηγοριά της, τα χαρτιά της.

“Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου ήταν ένας κόσμος μόνη της, ήταν το όλον. Έγραψε σαν άνδρας […]. Κοίταξε κατάματα τον πυρήνα των υπαρξιακών αναζητήσεων με τραχύ τρόπο και τις εξέφρασε μια μια σπάνια λαϊκή ποιητική τέχνη, ακαριαία, δίχως κανένα εκφραστικό τερτίπι. […] Έγραψε βέβαια και γυναικεία. Πως θα μπορούσε να μην γράψει τραγούδια ατόφιου συναισθήματος, τρυφερότητας και απώλειας μια γυναίκα σαν την Παπαγιαννοπούλου! Τραγούδια εύθραυστα, κοριτσίστικα. Αν δεν είχε ζήσει τη ζωή που έζησε, θα τολμούσα να πω πως πρόκειται για στίχους που θα μπορούσαν να κοσμούν κάποιο σχολικό λεύκωμα. […] Ήταν μια μαστόρισσα του απλού που είδε τη σοφία να ξέρει πάντα που ήταν το κέντρο.” παρατηρεί ο Οδυσσέας Ιωάννου.

Πάρα πολλά τραγούδια της έγιναν επιτυχίες. Στίχους της συναντάμε σε πολλές λαϊκές επιτυχίες:

Ηλιοβασιλέματα

Περασμένες μου αγάπες σε μουσική Μανώλη Χιώτη

Δυο πόρτες έχει η ζωή

Φεύγω με πίκρα στα ξένα που τραγούδησε ο Καζαντζίδης


Θα βρω μουρμούρη μπαγλαμά

Όνειρο απατηλό σε μουσική Απόστολου Καλδάρα


Η διπρόσωπη (Σβήσε με κυρά μου), σε μουσική και εκτέλεση Αντώνη Ρεπάνη


Συρματοπλέγματα βαριά σε μουσική Μπάμπη Μπακάλη


Είμαι αϊτός χωρίς φτερά σε μουσική Μάνου Χατζιδάκι


Πετραδάκι, πετραδάκι,και

Του ντερβίση το πιοτό

Τι να σου κάνει μια καρδιά σε μουσική που έγραψε ο Αντώνης Κατινάρης



Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου ήταν μια από τις σπουδαιότερες στιχουργούς, η οποία χάρη στο ταλέντο της τροφοδότησε το ελληνικό λαϊκό τραγούδι με μεγάλο αριθμό εξαίρετων δημιουργιών, μερικές από τις οποίες θα παραμείνουν για πάντα άγνωστες, καθώς μόνο ένα μικρό μέρος αυτών που έγραψε είναι καταχωρημένο στο όνομά της. Η ίδια δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ για την αναγνώριση του έργου της και για την είσπραξη δικαιωμάτων, με αποτέλεσμα, παρά την επιτυχία των τραγουδιών της, να πεθάνει φτωχή, αλλά καθόλου ξεχασμένη. Πολύ από εμάς ακόμη και τώρα σιγοτραγουδάμε κομμάτια από τα τραγούδια της, τη γνωρίζουμε και τη θυμόμαστε. Στόχος μιας “υπενθύμισης” αποτελεί και η ταινία του Φραντζή που έκανε πρεμιέρα χθες. Μια ταινία που μιλά για την πολυτάραχη ζωή της δημιουργού, τα πάθη και τις αδυναμίες της.



Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου είχε δύο κόρες, τη Μαίρη και την Καίτη. Μετά τον θάνατο της κόρης της Μαίρης το 1960, βρήκε μοναδικό ίσως καταφύγιο στη χαρτοπαιξία. Πέθανε σε ηλικία 79 ετών, στις 7 Ιανουαρίου 1972, έχοντας στο πλευρό της εγγονή της, Ρέα, που τη φρόντισε ως τα γεράματά της.

Άνθος του Γιαλού ~Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1906)

Ἐπὶ πολλὰς νύκτας κατὰ συνέχειαν ἔβλεπεν ὁ Μάνος τοῦ Κορωνιοῦ, ἐκεῖ ὅπου ἔδενε τὴν βάρκαν του κάθε βράδυ, κοντὰ στὰ Κοτρώνια τοῦ ἀνατολικοῦ γιαλοῦ, ἀνάμεσα εἰς δύο ὑψηλοὺς βράχους καὶ κάτω ἀπὸ ἕνα παλαιὸν ἐρημόσπιτον κατηρειπωμένον, ―ἐκεῖ ἔστρωνε συνήθως τὴν κάπαν ἐπάνω στὴν πλώρην τῆς βάρκας, κ᾿ ἐκοιμᾶτο χορευτὸν καὶ νανουρισμένον ὕπνον, τρεῖς σπιθαμὲς ὑψηλότερ᾿ ἀπὸ τὸ κῦμα, θεωρῶν τὰ ἄστρα, καὶ μελετῶν τὴν Πούλιαν καὶ ὅλα τὰ μυστήρια τοῦ οὐρανοῦ― ἔβλεπε, λέγω, ἀνοικτὰ εἰς τὸ πέλαγος, ἔξω ἀπὸ τὰ δύο ἀνθισμένα νησάκια, τὰ φυλάττοντα ὡς σκοποὶ τὸ στόμιον τοῦ λιμένος, ἓν μελαγχολικὸν φῶς ―κανδήλι, φανόν, λαμπάδα, ἢ ἄστρον πεσμένον― νὰ τρεμοφέγγῃ, ἐκεῖ μακράν, εἰς τὸ βάθος τῆς μελανωμένης εἰκόνος, ἐπιπολῆς εἰς τὸ κῦμα, καὶ νὰ στέκῃ ἐπὶ ὥρας, φαινόμενον ὡς νὰ ἔπλεε, καὶ μένον ἀκίνητον.

Ὁ Μάνος τοῦ Κορωνιοῦ, λεμβοῦχος ψαράς, ἦτον ἀδύνατος στὰ μυαλὰ ὅπως καὶ πᾶς θνητός. Ἀρκετὸν ἦτο ἤδη ὁποὺ ἔδενε τὴν βάρκαν του κάθε βράδυ ἐκεῖ, δίπλα εἰς τοὺς δύο μαυρισμένους βράχους, κάτω ἀπὸ τὸ ἐρημόσπιτον ἐκεῖνο, τ᾿ ὁλόρθον ἄψυχον φάντασμα, τὸ ὁποῖον εἶχε τὴν φήμην, ὅτι ἦτο στοιχειωμένον, Ἐκαλεῖτο κοινῶς «τῆς Λουλούδως τὸ Καλύβι». Διατί; Κανεὶς δὲν ἤξευρεν. Ἢ ἂν ὑπῆρχον ὀλίγα γραΐδια «λαδικά», ἢ καὶ δύο τρεῖς γέροι, γνωρίζοντες τὰς παλαιὰς ἱστορίας τοῦ τόπου, ὁ Μάνος δὲν ἔτυχεν εὐκαιρίας νὰ τοὺς ἐρωτήσῃ.

Ἔβλεπε, βραδιὲς τώρα, τὸ παράδοξον ἐκεῖνο μεμακρυσμένον φῶς νὰ τρέμῃ καὶ νὰ φέγγῃ ἐκεῖ εἰς τὸ πέλαγος, ἐνῷ ἤξευρεν, ὅτι δὲν ἦτο ἐκεῖ κανεὶς φάρος. Ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχε φροντίσει δι᾿ αὐτὰ τὰ πράγματα εἰς τὰ μικρὰ μέρη, τὰ μὴ ἔχοντα ἰσχυροὺς βουλευτάς.

Τί, λοιπόν, ἦτο τὸ φῶς ἐκεῖνο; ᾘσθάνετο ἐπιθυμίαν, ἐπειδὴ σχεδὸν καθημερινῶς ἐπέρνα μὲ τὴν βάρκαν του ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ πέραμα, ἀνάμεσα εἰς τὰ δύο χλοερὰ νησάκια, καὶ δὲν ἔβλεπε κανὲν ἴχνος ἐκεῖ τὴν ἡμέραν, τὸ ὁποῖον νὰ ἐξηγῇ τὴν παρουσίαν τοῦ φωτὸς τὴν νύκτα, νὰ πλεύσῃ τὰ μεσάνυχτα, διακόπτων τὸν μακάριον ὕπνον του, καὶ τοὺς ρεμβασμούς του πρὸς τ᾿ ἄστρα καὶ τὴν Πούλιαν, νὰ φθάσῃ ἕως ἐκεῖ, νὰ ἰδῇ τί εἶναι, καί, ἐν ἀνάγκῃ, νὰ τὸ κυνηγήσῃ τὸ μυστηριῶδες ἐκεῖνο φέγγος. Ὅθεν ὁ Μάνος, ἐπειδὴ ἦτο ἀσθενὴς ἄνθρωπος, καθὼς εἴπομεν, νέος εἰκοσαετής, ἐκάλεσεν ἐπίκουρον καὶ τὸν Γιαλὴν τῆς Φαφάνας, δέκα ἔτη μεγαλύτερόν του, ἀφοῦ τοῦ διηγήθη τὸ νυκτερινὸν ὅραμά του, διὰ νὰ τοῦ κάμῃ συντροφιὰν εἰς τὴν ἀσυνήθη ἐκδρομήν.

*
* *

Ἐπῆγαν μίαν νύκτα, ὅταν ἡ σελήνη ἦτο ἐννέα ἡμερῶν, κ᾿ ἔμελλε νὰ δύσῃ περὶ τὴν μίαν μετὰ τὰ μεσάνυχτα. Τὸ φῶς ἐφαίνετο ἐκεῖ, ἀκίνητον ὡς καρφωμένον, ἐνῶ ὁ πύρινος κολοβὸς δίσκος κατέβαινεν ἠρέμα πρὸς δυσμὰς κ᾿ ἔμελλε νὰ κρυφθῇ ὀπίσω τοῦ βουνοῦ. Ὅσον ἔπλεαν αὐτοὶ μὲ τὴν βάρκαν, τόσον τοὺς ἔφευγε, χωρὶς νὰ κινῆται ὀφθαλμοφανῶς, ὁ μυστηριώδης πυρσός. Ἔβαλαν δύναμιν εἰς τὰ κουπιά, «ἐξεπλατίσθηκαν». Τὸ φῶς ἐμακρύνετο, ἐφαίνετο ἀπώτερον ὁλονέν. Ἦτο ἄφθαστον. Τέλος ἔγινεν ἄφαντον ἀπὸ τοὺς ὀφθαλμούς των.

Ὁ Μάνος, μαζὶ μὲ τὸν Φαφάναν, ἔκαμαν πολλοὺς σταυρούς. Ἀντήλλαξαν ὀλίγας λέξεις:

― Δὲν εἶναι φανάρι, δὲν εἶναι καΐκι, ὄχι.

― Καὶ τί εἶναι;

― Εἶναι…

Ὁ Γιαλὴς τῆς Φαφάνας δὲν ἤξευρε τί νὰ εἴπῃ.

Τὴν νύκτα τῆς τρίτης ἡμέρας, καὶ πάλιν δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας μετ᾿ αὐτήν, οἱ δύο ναυτίλοι ἐπεχείρησαν ἐκ νέου τὴν ἐκδρομήν. Πάντοτε ἔβλεπαν τὴν μυστηριώδη λάμψιν νὰ χορεύῃ εἰς τὰ κύματα. Εἶτα, ὅσον ἐπλησίαζαν αὐτοί, τόσον τὸ ὅραμα ἔφευγε. Καὶ τέλος ἐγίνετο ἄφαντον. Τί ἆρα ἦτο;

*
* *

Εἷς μόνον γείτων εἶχε παρατηρήσει τὰς ἐπανειλημμένας νυκτερινὰς ἐκδρομὰς τῶν δύο φίλων μὲ τὴν βάρκαν. Ὁ Λίμπος ὁ Κόκοϊας, ἄνθρωπος πενηντάρης, εἶχε διαβάσει πολλὰ παλαιὰ βιβλία μὲ τὰ ὀλίγα κολλυβογράμματα ποὺ ἤξευρε, καὶ εἶχεν ὁμιλήσει μὲ πολλὰς γραίας σοφάς, αἵτινες ὑπῆρξαν τὸ πάλαι. Ἐκάθητο ὅλην τὴν νύκτα, ἀγρυπνῶν, σιμὰ εἰς τὸ παράθυρόν του, βλέπων πρὸς τὴν θάλασσαν, καὶ πότε ἐδιάβαζε τὰ βιβλία του, πότε ἐρρέμβαζε πρὸς τὰ ἄστρα καὶ πρὸς τὰ κύματα. Ἡ καλύβη του, ὅπου ἔρημος καὶ μόνος ἐκατοικοῦσεν, ἔκειτο ὀλίγους βράχους παραπέρα ἀπὸ τὸ σπίτι τῆς Λουλούδως, ὅπου ἔδενε τὴν βάρκαν του ὁ Μάνος, ἀνάμεσα εἰς τὸ σπίτι τῆς Βάσως τοῦ Ραγιᾶ καὶ τῆς Γκαβαλογίνας.

Μίαν νύκτα, ὁ Κορωνιὸς καὶ ὁ ἔγγονος τῆς Φαφάνας ἡτοιμάζοντο νὰ λύσουν τὴν βάρκαν, καὶ νὰ κωπηλατήσουν, τετάρτην φοράν, διὰ νὰ κυνηγήσουν τὸ ἀσύλληπτον θήραμά των.

Ὁ Λίμπος ὁ Κόκοϊας τοὺς εἶδεν, ἐξῆλθεν ἀπὸ τὴν καλύβην του, φορῶν ἄσπρον σκοῦφον καὶ ράσον μακρύ, ὅπως ἐσυνήθιζε κατ᾿ οἶκον, ἐπήδησε δύο τρεῖς βράχους πρὸς τὰ ἐκεῖ, κ᾿ ἔφθασε παραπάνω ἀπὸ τὸ μέρος, ὅπου εὑρίσκοντο οἱ δύο φίλοι.

― Γιὰ ποῦ, ἂν θέλῃ ὁ Θεός, παιδιά; τοὺς ἐφώναξεν. Εἶναι βραδιὲς τώρα ποὺ τρέχετε ἔξω ἀπὸ τὸ λιμάνι, χωρὶς νὰ γιαλεύετε* χωρὶς νὰ πυροφανίζετε ― καὶ τὰ ψάρια σας δὲν τὰ εἴδαμε. Μήπως σᾶς ὠνείρεψε καὶ σκάφτετε πουθενά, γιὰ νὰ βρῆτε τίποτε θησαυρό;

Ὁ Μάνος παρεκάλεσε τὸν Κόκοϊαν νὰ κατεβῇ παρακάτω καὶ νὰ ὁμιλῇ σιγανώτερα. Εἶτα δὲν ἐδίστασε νὰ τοῦ διηγηθῇ τὸ ὅραμά του.

Ὁ Λίμπος ἤκουσε μετὰ προσοχῆς. Εἶτα ἐγέλασε:

―Ἀμ᾿ ποῦ νὰ τὰ ξέρετε αὐτὰ ἐσεῖς, οἱ νέοι, εἶπε, σείων σφοδρῶς τὴν κεφαλήν. Τὸν παλαιὸν καιρὸν τέτοια πράματα, σὰν αὐτὸ ποὺ εἶδες, Μάνο, τὰ ἔβλεπαν ὅσοι ἦταν καθαροί, τώρα τὰ βλέπουν μόνον οἱ ἐλαφροΐσκιωτοι. Ἐγὼ δὲν βλέπω τίποτα!… Τὸ εἶδε κι ὁ Γιαλὴς αὐτὸ ποὺ λὲς πὼς βλέπεις;

Ὁ Γιαλὴς ἠναγκάσθη μὲ συστολὴν κατωτέραν τῆς ἡλικίας του νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι δὲν ἔβλεπε τὸ φῶς, περὶ οὗ ὁ λόγος, ἀλλ᾿ ἐπείθετο εἰς τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ Μάνου, ὅστις ἔλεγεν ὅτι τὸ βλέπει.

Ὁ Κόκοϊας, ἤρχισε τότε νὰ διηγῆται:

― Ἀκοῦστε νὰ σᾶς πῶ, παιδιά. Ἐγὼ ποὺ μὲ βλέπετε, ἔφτασα τὴ γρια-Κοιράνω τοῦ Ραγιᾶ, τὴν μαννοὺ* αὐτῆς τῆς Βάσως τῆς γειτόνισσας, καθὼς καὶ τὴ μάννα τῆς Γκαβαλογίνας, ἀκόμα κι ἄλλες γριές. Μοῦ εἶχαν διηγηθῆ πολλὰ πρωτινά, παλαιικὰ πράματα, καθὼς κι αὐτὸ ποὺ θὰ σᾶς πῶ τώρα:

»Βλέπετε αὐτὸ τὸ χάλασμα, τὸ Καλύβι τῆς Λουλούδως, ποὺ λένε πὼς εἶναι στοιχειωμένο; Ἐδῶ τὸν παλαιὸν καιρὸ ἐκατοικοῦσε μιὰ κόρη, ἡ Λουλούδω, ὁποὺ τὴν εἶχαν ὀνοματίσει γιὰ τὴν ἐμορφιά της, ―ἔλαμπε ὁ ἥλιος, ἔλαμπε κι αὐτή― μαζὶ μὲ τὸν πατέρα της τὸν γερο-Θεριά (ἑλληνικὰ τὸν ἔλεγαν Θηρέα), ὁποὺ ἐκυνηγοῦσε ὅλους τοὺς Δράκους καὶ τὰ Στοιχειά, μὲ τὴν ἀσημένια σαγίτα καὶ μὲ φαρμακωμένα βέλη. Ἕνα Βασιλόπουλο ἀπὸ τὰ ξένα τὴν ἀγάπησε τὴν ὄμορφη Λουλούδω. Τῆς ἔδωκε τὸ δαχτυλίδι του, κ᾿ ἐκίνησε νὰ πάῃ στὸ σεφέρι* καὶ τῆς ἔταξε μὲ ὅρκον ὅτι, ἅμα νικήσῃ τοὺς βαρβάρους, τὴν ἡμέραν ποὺ θὰ γεννηθῇ ὁ Χριστός, θὰ ἔρθῃ νὰ τὴν στεφανωθῇ.

»Ἐπῆγε τὸ Βασιλόπουλο. Ἔμεινεν ἡ Λουλούδω, ρίχνοντας τὰ δάκρυά της στὸ κῦμα, στὸν ἀέρα στέλνοντας τοὺς στεναγμούς της, καὶ τὴν προσευχὴ στὰ οὐράνια, νὰ βγῇ νικητὴς τὸ Βασιλόπουλο, νὰ ἔρθῃ ἡ μέρα ποὺ θὰ γεννηθῇ ὁ Χριστός, νὰ γυρίσῃ ὁ σαστικός* της νὰ τὴν στεφανωθῇ.

»Ἔφτασε ἡ μέρα ποὺ ὁ Χριστὸς γεννᾶται. Ἡ Παναγία μὲ ἀστραφτερὸ πρόσωπο, χωρὶς πόνο, χωρὶς βοήθεια, γέννησε τὸ Βρέφος μὲς στὴ Σπηλιά, τὸ ἐσήκωσε, τὸ ἐσπαργάνωσε μὲ χαρά, καὶ τό ᾽βαλε στὸ παχνί, γιὰ νὰ τὸ κοιμίσῃ. Ἕνα βοϊδάκι κ᾿ ἕνα γαϊδουράκι ἐσίμωσαν τὰ χνῶτά τους στὸ παχνὶ κ᾿ ἐφυσοῦσαν μαλακὰ νὰ ζεστάνουν τὸ θεῖο Βρέφος. Νά, τώρα θὰ ᾽ρθῇ τὸ Βασιλόπουλο, νὰ πάρῃ τὴν Λουλούδω!

»Ἦρθαν οἱ βοσκοί, δυὸ γέροι μὲ μακριὰ ἄσπρα μαλλιά, μὲ τὶς μαγκοῦρές τους, ἕνα βοσκόπουλο μὲ τὴ φλογέρα του, θαμπωμένοι, ξαφνιασμένοι, κ᾿ ἔπεσαν κ᾿ ἐπροσκύνησαν τὸ θεῖο Βρέφος. Εἶχαν ἰδεῖ τὸν Ἄγγελον ἀστραπόμορφον, μὲ χρυσογάλανα λευκὰ φτερά, εἶχαν ἀκούσει τ᾿ ἀγγελούδια ποὺ ἔψαλλαν: Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ! Ἔμειναν γονατιστοί, μ᾿ ἐκστατικὰ μάτια, κάτω ἀπὸ τὸ παχνί, πολλὴν ὥρα, κ᾿ ἐλάτρευαν ἀχόρταγα τὸ θάμα τὸ οὐράνιο. Νά! τώρα θὰ ᾽ρθῇ τὸ Βασιλόπουλο, νὰ πάρῃ τὴν Λουλούδω!

»Ἔφτασαν κ᾿ οἱ τρεῖς Μάγοι, καβάλα στὶς καμῆλές τους. Εἶχαν χρυσὲς μίτρες στὸ κεφάλι, κ᾿ ἐφοροῦσαν μακριὲς γοῦνες μὲ πορφύρα κατακόκκινη. Καὶ τ᾿ ἀστεράκι, ἕνα λαμπρὸ χρυσὸ ἀστέρι, ἐχαμήλωσε κ᾿ ἐκάθισε στὴ σκεπὴ τῆς Σπηλιᾶς, κι ἔλαμπε μὲ γλυκὸ οὐράνιο φῶς, ποὺ παραμέριζε τῆς νύχτας τὸ σκοτάδι. Οἱ τρεῖς βασιλικοὶ γέροι ξεπέζεψαν ἀπ᾿ τὶς καμῆλές τους, ἐμπῆκαν στὸ Σπήλαιο, κ᾿ ἔπεσαν κ᾿ ἐπροσκύνησαν τὸ Παιδί. Ἄνοιξαν τὰ πλούσια τὰ δισάκκια τους, κ᾿ ἐπρόσφεραν δῶρα: χρυσὸν καὶ λίβανον καὶ σμύρναν.

»― Νά! τώρα θὰ ᾽ρθῇ τὸ Βασιλόπουλο, νὰ πάρῃ τὴν Λουλούδω!

»Πέρασαν τὰ Χριστούγεννα, τελειώθηκε τὸ μυστήριο, ἔγινε ἡ σωτηρία, καὶ τὸ Βασιλόπουλο δὲν ἦρθε νὰ πάρῃ τὴν Λουλούδω! Οἱ βάρβαροι εἶχαν πάρει σκλάβο τὸ Βασιλόπουλο. Τὸ φουσᾶτό του εἶχε νικήσει στὴν ἀρχή, τὰ φλάμπουρά του εἶχαν κυριέψει μὲ ἀλαλαγμὸ τὰ κάστρα τῶν βαρβάρων. Τὸ Βασιλόπουλο εἶχε χυμήξει μὲ ἀκράτητην ὁρμή, ἀπάνω στὸ μούστωμα καὶ στὴ μέθη τῆς νίκης. Οἱ βάρβαροι μὲ δόλο τὸν εἶχαν αἰχμαλωτίσει!

»Τὰ δάκρυα τῆς κόρης ἐπίκραναν τὸ κῦμα τ᾿ ἁρμυρό, οἱ ἀναστεναγμοί της ἐδιαλύθηκαν στὸν ἀέρα, κ᾿ ἡ προσευχή της ἔπεσε πίσω στὴ γῆ, χωρὶς νὰ φθάσῃ στὸ θρόνο τοῦ Μεγαλοδύναμου. Ἕνα λουλουδάκι ἀόρατο, μοσχομυρισμένο, φύτρωσε ἀνάμεσα στοὺς δυὸ αὐτοὺς βράχους, ὁποὺ τὸ λὲν Ἄνθος τοῦ Γιαλοῦ, ἀλλὰ μάτι δὲν τὸ βλέπει. Καὶ τὸ Βασιλόπουλο, ποὺ εἶχε πέσει στὰ χέρια τῶν βαρβάρων, ἐπαρακάλεσε νὰ γίνῃ Σπίθα, φωτιὰ τοῦ πελάγους, γιὰ νὰ φτάσῃ ἐγκαίρως, ὣς τὴν ἡμέρα ποὺ γεννᾶται ὁ Χριστός, νὰ φυλάξῃ τὸν ὅρκο του, ποὺ εἶχε δώσει στὴ Λουλούδω.

»Μερικοὶ λένε, πὼς τὸ Ἄνθος τοῦ Γιαλοῦ ἔγινεν ἀνθός, ἀφρὸς τοῦ κύματος. Κ᾿ ἡ Σπίθα ἐκείνη, ἡ φωτιὰ τοῦ πελάγου ποὺ εἶδες, Μάνο, εἶναι ἡ ψυχὴ τοῦ Βασιλόπουλου, ποὺ ἔλυωσε, σβήσθηκε στὰ σίδερα τῆς σκλαβιᾶς, καὶ κανεὶς δὲν τὴν βλέπει πιά, παρὰ μόνον ὅσοι ἦταν καθαροὶ τὸν παλαιὸν καιρόν, καὶ οἱ ἐλαφροΐσκιωτοι στὰ χρόνια μας».

(1906)

Ακούστε το διήγημα στον σύνδεσμο που ακολουθεί. Διαβάζει ο Ανδρέας Χατζηδήμου:

ΠΗΓΗ: Εταιρεία Παπαδιαμαντικών Σπουδών http://papadiamantis.net/%CE%94%CE%B9%CE%B7%CE%B3%CE%AE%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1/%E1%BC%8C%CE%BD%CE%B8%CE%BF%CF%82-%CF%84%CE%BF%E1%BF%A6-%CE%93%CE%B9%CE%B1%CE%BB%CE%BF%E1%BF%A6-1906

Ο πρίγκιπας της ελληνικής Ροκ, Παύλος Σιδηρόπουλος

Κοντεύουν 30 χρόνια από το θάνατο του αγαπημένου καλλιτέχνη Παύλου Σιδηρόπουλου, κι εμείς ετοιμάσαμε ένα μικρό αφιέρωμαστον «Πρίγκηπα της ελληνικής Ροκ».

Γεννήθηκε στην Αθήνααπό ευκατάστατη οικογένεια, ωστόσο μέχρι τα έξι έτη του διέμενε στη Θεσσαλονίκη. Θεία του ήταν η γνωστή λογοτέχνις Έλλη Αλεξίου.

Υπήρξε καλός μαθητής και ξεκίνησε τις σπουδές του ως Μαθηματικός στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, τις οποίες δεν ολοκλήρωσε, καθώς την περίοδο της χούντας κατέβηκε στην Αθήνα. Στο μεταξύ, ήδη από τα εφηβικά του χρόνια, είχε έρθει σε επαφή με τη ροκ μουσική.

Έχοντας ήδη συνεργαστεί μουσικά, ως φοιτητής, με το Βαγγέλη Γερμανό, το 1969 γνώρισε τον Παντελή Δεληγιαννίδη και μαζί κατέβηκαν στην Αθήνα, συγκροτώντας το σχήμα «Δάμων και Φιντίας». Οι πρώτες δισκογραφικές δουλειές του Σιδηρόπουλου έγιναν στα πλαίσια του σχήματος αυτού, στη δισκογραφική εταιρεία «Λύρα».

Λίγο πριν το τέλος της Δικτατορίας, ο Σιδηρόπουλος μαζί με τον Δεληγιαννίδη έγινε μέλος του σχήματος «Τα Μπουρμπούλια». Πραγματοποίησαν ζωντανές εμφανίσεις σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη και έβγαλαν ένα δίσκο , ωστόσο στις αρχές του ‘74, το συγκρότημα διαλύθηκε, μην έχοντας ευκαιρία κυκλοφορίας δίσκου μεγάλης διαρκείας, ούτε επαρκείς πόρους από τις εμφανίσεις τους.

Επιστρέφοντας στην Αθήνα, ο καλλιτέχνης συνεργάστηκε με μια από τις σημαντικότερες μορφές του ελληνικού πολιτικού τραγουδιού, το Γιάννη Μαρκόπουλο. Συνεργάστηκαν δυο φορές, με διαφορα είκοσι ετών, παράγοντας σημαντικό καλλιτεχνικό έργο. Ωστόσο ο Σιδηρόπουλος θεωρούσε την πρώτη περίοδο συνεργασίας τους νεκρή καλλιτεχνική περίοδο για τον ίδιο.

Καθώς η δεκαετία του ‘70 προχωράει, ο Σιδηρόπουλος πραγματοποιεί σποραδικές ηχογραφήσεις και ψάχνει σχήμα για να ηχογραφήσει τις συνθέσεις του. Ο φίλος και συνεργάτης του, Δημήτρης Πουλικάκος, του προτείνει το συγκρότημα Σπυριδουλα. Έτσι, το 1978 ξεκινούν επίσημα τις πρόβες για την ηχογράφηση τους δίσκου «Φλου». Συμμετείχαν επίσης, έμπειροι μουσικοί, τους οποίους γνώριζε ήδη ο Σιδηρόπουλος και οι ηχογραφήσεις έγιναν στα στούντιο της Columbia. Oι πρόβες δεν κυλούσαν ομαλά, καθώς υπήρχαν ζητήματα συνεννόησης, πιθανώς εξαιτίας και του προβλήματος εθισμού του Σιδηρόπουλου (ήταν εθισμένος στην ηρωίνη) και ο δίσκος, που εξελίχθηκε στο σημαντικότερο ίσως άλμπουμ της ελληνικής Ροκ, κυκλοφόρησε με καθυστέρηση το Μάιο του ‘79. Η καταξίωση του δίσκου δεν ήρθε αμέσως, παρόλο που η δουλειά αντιμετωπίστηκε θετικά, αλλά σε βάθος χρόνου, με διαρκείς επανεκδόσεις και διακρίσεις. Αρχικά τα αντίτυπα που πωλήθηκαν ήταν πολύ λίγα (5.000)

Την ίδια περίοδο, ο καλλιτέχνης πραγματοποίησε ορισμένες κινηματογραφικές εμφανίσεις, κοντά στο σκηνοθέτη Ανδρέα Θωμόπουλο. Η πορεία του στην υποκριτική θα συμπεριλάβει, λίγα χρόνια αργότερα και μια τηλεοπτική εμφάνιση, στη σειρα του Κώστα Φέρρη «Οικογένεια Ζαρντή», που προβλήθηκε στην ΕΡΤ-1.

Αναζητώντας νέο συγκρότημα, ο Σιδηρόπουλος θα σχηματίσει την Εταιρία Καλλιτεχνών, ένα σχήμα που διατηρήθηκε με αλλαγές μέχρι το 1980, ωστόσο δεν κυκλοφόρησε δίσκο. Κατόπιν και ως το τέλος της ζωής του, ο μουσικός θα παίζει με τους Απροσάρμοστους, κάνοντας μεγάλη επιτυχία. Παράλληλα θα συνεργαστεί για δεύτερη φορά με το Γιάννη Μαρκόπουλο στο δίσκο «Ηλεκτρικός Θησεας», δίνοντας για δεύτερη δορά μαζί του συναυλία στο Ηρώδειο.

Τελευταία προσωπική δισκογραφική δουλειά του ήταν ο δίσκος «Χωρίς μακιγιάζ», μια ζωντανή ηχογράφηση στο συναυλιακό χώρο του Μετρό. Έχοντας μια διαρκώς επιβαρυνόμενη υγεία -το αριστερό του χέρι άρχιζε να παραλύει το καλοκαίρι του ‘90- , ο Παύλος Σιδηρόπουλος κατέληξε στις 6 Δεκεμβρίου του 1990, έπειτα από υπερβολική δόση ηρωίνης. Το δημοσιευμένο μουσικό του έργο εμπλουτίστηκε μετά το θάνατο του, από ανέκδοτες ηχογραφήσεις, εκτελέσεις συνθέσεων του από άλλους καλλιτέχνες και έργα που δεν πρόλαβε να κυκλοφορήσει ο ίδιος εν ζωή.

ΠΗΓΕΣ:

https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%A0%CE%B1%CF%8D%CE%BB%CE%BF%CF%82_%CE%A3%CE%B9%CE%B4%CE%B7%CF%81%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%82

https://www.sansimera.gr/biographies/26

https://www.alfavita.gr/koinonia/306219_paylos-sidiropoylos-o-prigkipas-tis-ellinikis-rok-skinis

Ένα μουσικό ταξίδι στο χρόνο,αφιερωμένο στα ζώα!

Παγκόσμια Ημέρα Ζώων σήμερα, μια εξαιρετική αφορμή να θυμηθούμε αγαπημένες μουσικές που αντλούν θεματολογία από τα πλάσματα της φύσης. Η σχέση του ανθρώπου με τα ζώα είναι- ή σωστότερα, όσον αφορά τη σύγχρονη εποχή θα έπρεπε να είναι – μια σχέση συμβιωτική. Έχουμε πολλά να μάθουμε από τα ζώα και η ανθρώπινη συνείδηση έχει αποδείξει -στην πορεία της Ιστορίας- ότι το γνωρίζει πολύ καλά αυτό, δημιουργώντας τραγούδια, μύθους, παραμύθια, τραγούδια, ποιήματα, ιστορίες, ακόμα και μυθιστορήματα για εκείνα. Στο πλαίσιο του αφιερώματός μας στην σημαντική αυτή ημέρα και τονίζοντας ότι δεν αρκεί να θυμόμαστε τον σεβασμό, τη στοργή και την φροντίδα που πρέπει να δείχνουμε στα ζώα για μια Παγκόσμια Ημέρα το χρόνο, ας ακούσουμε μερικά τραγούδιααπό διάφορες εποχές και ρεύματα, που είναι αφιερωμένα στα ζώα.

Μια κλασική νότα

Το ταξίδι μας θα αρχίσει με επιλογές κλασικής μουσικής, με αφετηρία τη Μπαρόκ εποχή, γύρω στο 1735, όποτε ο Λουι Κλωντ Ντακέν, Γάλλος συνθέτης, τσεμπαλίστας και οργανίστας, γράφει το πιο γνωστό κομμάτι του, το περίφημο “Le coucou” (Ο Κούκος), ένα έργο για τσέμπαλο, με μοτίβο που μιμείται το τραγούδι του πουλιού.

Συνεχίζουμε με ένα απόσπασμα από το «Καρναβάλι των ζώων», έργο Ρομαντικής εποχής , του συνθέτη Camille Saint-Saëns, σε 14 μέρη, το καθένα από τα οποία περιγράφει ένα ζώο. Το Καρναβάλι των ζώων κυκλοφόρησε αποσπασματικα, μετά από επιλογή του συνθέτη, ο οποίος το θεωρούσε ένα έργο ανώριμο και απλοϊκό. Τελικά, ωστόσο καταξιώθηκε από το ενήλικο κοινό και θεωρείται από τις πιο εμβληματικές συνθέσεις του Γάλλου μουσικού. Το συγκεκριμένο απόσπασμα είναι «Το ενυδρείο».

Φτανοντας στον 20ο αιώνα, από τη λίστα μας δε θα μπορούσε να λείπει το «Πέταγμα της μέλισσας», του Ρώσου συνθέτη Νικολάι Ρίμσκυ Κόρσακοφ. Το έργο μπορεί να χαρακτηριστεί προγραμματικό, ο τίτλος του δηλαδή περιγράφει το περιεχόμενο του, και από τεχνικής άποψης ιδιαίτερα δεξιοτεχνικό.

Αφήνουμε την κλασική μουσική με ένα φανταστικό ζώο από το μπαλέτο «Το πουλί της φωτιάς» , σε μουσική του μοντέρνου συνθέτη Ιγκορ Στραβίνσκι, ενός από τους πιο πρωτοποριακούς της εποχής του. Το έργο αυτό σηματοδότησε την αρχή της παγκόσμιας αναγνώρισης του Στραβίνσκι, καθώς και τη συνεργασία του με τα διάσημα μπαλέτα Ντιάγκιλεφ, που οδήγησε στην δημιουργία ιστορικών για τη σύγχρονη μουσική και το σύγχρονο χορό, παραγωγών.

New century jazzing

Μεταφερόμαστε στην Αμερική της δεκαετίας του ‘20, ακούγοντας μπάντζο στο κομμάτι «The cat and the dog” γραμμένο από τον Harry Reser, έναν από τους γνωστότερους ερμηνευτές και συνθέτες για το Μπάντζο.

Ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς τίτλους τζαζ μουσικής που έχει εμπνευστεί από τα ζώα είναι το “Tiger rag”, του διάσημου τρομπετίστα Λούις Άρμστρονγκ. Το κομμάτι αυτό κυκλοφόρησε το 1917 και είναι ένα από τα πιο πολυ-ηχογραφημένα τζαζ μουσικά έργα.

Ροκ και όχι μόνο…

Αφήνοντας μερικές δεκαετίες, αφού είναι αδύνατο να καλύψουμε με λεπτομέρεια όλη την πορεία της μουσικής σε ένα άρθρο, ας σταθούμε στη δεκαετία του ‘60 και ‘70 σε τίτλους Ροκ, τεράστια κατηγορία με τραγούδια που αποδεικνύουν τη διαχρονικότητα τους στο πέρασμα των χρόνων, αλλά και Χέβι Μέταλ κομμάτια που καταξιώσαν τους δημιουργούς τους.

Για αρχή ένα κομμάτι των Beatles, όχι αποκλειστικά ροκ, αλλά και με τέτοια στοιχεία, αφού το συγκρότημα συνδύασε διαφορα είδη στη μουσική του. Ακούμε το Blackbird, του 1968.

Συνεχίζουμε με τους Black Sabbath και το «War pigs”, ένα κομμάτι με εκπληκτική σόλο κιθάρα, που αξιολογήθηκε ως ένα από τα καλύτερα καθαριστικά σόλο της ροκ μουσικής και έντονα αντιπολεμικό μήνυμα. Το «War pigs” οποίο θεωρείται ένα από τα τρία καλύτερα τραγούδια του συγκροτήματος.

Κλείνουμε το κομμάτι της ροκ, πριν προχωρήσουμε στην ελληνική μουσική, που αξίξει την ιδιαίτερη προσοχή μας, με το γνωστό και μη εξαιρετέο “Eye of the tiger”, των Survivor. Βρισκόμαστε πλέον στη δεκαετία του ‘80, συγκεκριμένα το 1982. Το τραγούδι κυκλοφορεί ως single μια μέρα μετά την ταινία Rocky 3 και γίνεται πλατινένιος δίσκος.

Στην Ελλάδα…

Τελευταίος σταθμός μας η Ελλάδα της δεκαετίας του ‘60 και έπειτα. Κινηματογράφος, τραγούδια πολιτικά και ελληνική ροκ ή έντεχνη μουσική….

«Ένα χρυσόψαρο μέσα στη γυάλα», 1960, αντικατοπτρίζει μια ολόκληρη εποχή, αφού γράφτηκε από τον μεγάλο Χατζιδακι για τον ελληνικό κινηματογράφο στην περίοδο της άνθισής του, για την ταινία «Το κοροϊδάκι της δεσποινίδος» και τραγουδήθηκε από τη Τζένη Καρέζη και τον Ντίνα Ηλιόπουλο.

Προχωρώντας σταματάμε στο 1974, μια χρόνια που η πολιτική κατάσταση της χώρας «βράζει». Ο Μάνος Λοΐζος , ένας καλλιτέχνης που δε φοβήθηκε να μιλήσει ανοικτά για τις ιδέες του σε καιρό λογοκρισίας και φίμωσης της τέχνης, γράφει το «Μέρμηγκα», ένα τραγούδι-αλληγορία της πολιτικής κατάστασης της χώρας.

Ένα χρόνο αργότερα θα κυκλοφορήσει ένα ακόμη τραγούδι με θέμα τα ζώα, επίσης χαρακτηριστικό της δεκαετίας του ‘70, γραμμένο από τον Γρηγόρη Μπιθικώτση. «Ένα όμορφο αμάξι με δυο άλογα», λαϊκό και αγαπημένο, με στίχους λυρικούς, συγκεντρώνει την απογοήτευση δυο γενεών.

Φτάνοντας στο τέλος του 20ου αιώνα , το ελληνικό έντεχνο τραγούδι έχει εδώ και αρκετά χρόνια μια σταθερή παρουσία, με φωνές δουλεμένες και μοναδικές χροιές. Οι στίχοι και η μουσική γράφονται από ονόματα που έχουν θέσει σταθερές βάσεις και συνεχίζουν να ανοίγουν δρόμους στην ελληνική μουσική παραγωγή. Ένας από τους αγαπημένους μας καλλιτέχνες είναι ο Μίλτος Πασχαλίδης, γι αυτό και σας αφιερώνουμε το τραγούδι «Ο Παπαγάλος», μια μελοποίηση του ποιήματος του Ζαχαρία Παπαντωνίου.

Κλείνουμε το μουσικό αφιέρωμά μας στην Παγκόσμια Ημέρα των ζώων με Λαυρέντη Μαχαιρίτσα, έναν σπουδαίο μουσικό που χάσαμε νωρίς και πρόσφατα, ο οποίος μας άφησε ωστόσο τραγούδια αγαπημένα, με ποιότητα και νόημα, για όλες τις περιστάσεις, που έγιναν αναπόσπαστο κομμάτι των ακουσμάτων μας! Ας ακούσουμε το «Ένας Τούρκος στο Παρίσι»…

Τραβάτε γραμμές, νεαρέ μου, χαράζετε γραμμές εκ του φυσικού ή από μνήμης και θα γίνετε καλός καλλιτέχνης – Η ζωή του Εντγκαρ Ντεγκά

Σήμερα θα μιλήσουμε για τον Έντγκαρ Ντεγκά, τον γνωστό Παριζιανο καλλιτέχνη που άφησε ένα βαθιά ανθρώπινο στιγμή στη σύγχρονη ζωγραφική

Η οικογένεια Ντε Γκα

Ο Εντγκαρ Ντε Γκα γεννήθηκε στο Παρίσι στις 19 Ιουλιου του 1834. Καταγόταν από μία πλούσια οικογένεια, με πατέρα Γάλλο-Ίταλό και μητέρα Κρεολή, από τη Νέα Ορλεάνη. Ήταν ο μεγαλύτερος από πέντε αδέλφια. Ο πατέρας του, στο επάγγελμα τραπεζίτης, ήταν ένας άνθρωπος πολύ καλλιεργημένος και ιδιαίτερα φιλόμουσος. Όταν πέθανε η μητέρα του ζωγράφου, στα 13 του χρόνια, την πνευματική του καλλιέργεια ανέλαβε αποκλειστικά ο πατέρας.

Το όνομα

Το πλήρες όνομα του ζωγράφου ήταν Εντγκάρ Ιλαίρ Ζερμαίν ντε Γκα και αντανακλά την πολυπολιτισμικής καταγωγή του. Το επίθετό του, ντε Γκα, διατήρησε ως είχε ως τα σαράντα του έτη, όποτε άρχισε να υπογράφει με εκείνο μονολεκτικά, ως Ντεγκά.

Η κλίση προς τη ζωγραφική

Ο Εντγκάρ Ντεγκά ζωγράφιζε από μικρή ηλικία. Αποφοιτώντας από το λύκειο, με μπακαλορεά στη λογοτεχνία, είχε ήδη μετατρέψει ένα δωμάτιο του σπιτιού σε στούντιο. Ξεκινα να δουλεύει ως αντιγραφέας στο Λούβρο, εμπνέεται από τον Ενγκρ και τους μεγάλους Αναγεννησιακους ζωγράφους, αλλά ο πατέρας του επιμένει να ακολουθήσει νομικές σπουδές. Γράφεται στη νομική σχολή του Παρισιού, αλλά μετά από δύο χρόνια εγκαταλείπει. Σε αυτό συνετέλεσε και η γνωριμία του με τον Ενγκρ.

Τραβάτε γραμμές, νεαρέ μου, χαράζετε γραμμές εκ του φυσικού ή από μνήμης και θα γίνετε καλός καλλιτέχνης

Ντ. Ενγκρ

Αυτά ήταν τα λόγια του μεγάλου Ενγκρ στον Ντεγκά όταν τον πρωτογνώρισε, το 1855. Την ίδια χρόνια, έγινε δεκτός στη Σχολή Καλών Τεχνών του Παρισιού, όπου φοιτησε κοντά στον Λ. ντε Λαμότ, μαθητή του Ενγκρ.

Στην Ιταλία

Το 1858 ο Ντεγκά ταξιδεύει στην Ιταλία. Δεν είναι η πρωτη φορά που πηγαινει εκεί, αλλά είναι η πιο καθοριστική. Ταξιδεύει στη Ρώμη, τη Φλωρεντία, το Βιτερμπο , το Ορβιέτο, στην Περρούτζια και την Ασσιζη. Μελετά τους αναγεννησιακους ζωγράφους, που θα αποτελέσουν μια από τις βασικές επιρροές του και δημιουργεί προσχέδια για το γνωστό του πίνακα «Η οικογένεια Μπελέλλι», που αποτελεί οικογενειακό πορτραίτο. Το αξιοσημείωτο είναι ότι από τους αριστουργηματικούς αναγεννησιακους πίνακες, ο Ντεγκά επιλέγει να μελετήσει λεπτομέρειες και αποσπάσματα που του έκαναν εντύπωση και όχι τη συνολική παράσταση.

Η οικογένεια Μπελέλλι

Αντλώντας θεματολογία από την Ιστορία

Μετά την επιστροφή του στη Γαλλία, περίπου το 1860, επικεντρώνεται σε θέματα ιστορικά. Δίνει μεγάλη έμφαση στη λεπτομέρεια, στο καθαρό σχέδιο. Δίνει περισσότερη σημασία στην απόλυτη απόδοση των ανθρωπίνων χαρακτηριστικών και των εκφράσεων παρά στην απεικόνιση του ιστορικού γεγονότος καθεαυτού. Αυτό φαίνεται πολύ χαρακτηριστικά στον πίνακα του «Νεαροί Σπαρτιάτες», όπου οι μορφές μοιάζουν περισσότερο με Παριζιανους εφήβους από νεανικές συμμορίες της Μονμάρτης, παρά με αρχαίους Έλληνες νέους.

Νεαροί Σπαρτιάτες σε ασκηση
Η Σεμίραμις χτίζοντας τη Βαβυλώνα

Η φιλία με τον Μανέ

Την ίδια χρονική περίοδο, ο Ντεγκά γνωρίζεται με τον Μανέ. Από εκεί και στο εξής θα συνάψουν μία δυνατή φιλιά και αμοιβαία αλληλοεκτίμηση. Ο Μανέ τον γνωρίζει σε ένα κύκλο Ιμπρεσιονιστών καλλιτεχνών, τον φέρνει σε επαφή με προσωπικότητες όπως ο Ζολά, ο Σεζάν, ο Ρενουάρ και ο Μονέ. Σταδιακά αρχίζει μια νέα περίοδος στη ζωγραφική του.

Ένας ιμπρεσσιονισμος της καθημερινότητας

Η τέχνη του Ντεγκά αρχίζει να αντλεί θεματολογία από την καθημερινότητα. Ιπποδρομίες, άνθρωποι στη δουλειά, καπελάδες και πλύστρες, αριστοκράτες και χορεύτριες αρχίζουν να γίνονται κυρία θέματα στους πίνακές του. Απαρνούμενος σταθερά τον Ιμπρεσσιονισμό, τη ζωγραφική στην ύπαιθρο και επιμένοντας να αυτοχαρακτηρίζεται Ρεαλιστής, αποτυπώνει ωστόσο την έμπνευση του με τον ιμπρεσιονιστικό τρόπο. Σκηνές της πόλης, της ρουτίνας, ακόμα και αντικείμενα καθημερινής χρήσης αποδίδονται με ζωντάνια και εξαντλητική λεπτομέρεια.

Οι πλύστρες

Ο Πόλεμος

Με την έναρξη του Γάλλο-πρωσικού πολέμου, το 1870, ο Ντεγκά επιστρατεύεται, όπως και πολλοί συνάδελφοι του στην Εθνοφρουρά. Αυτή είναι και η περίοδος που θα αρχίσει να αντιμετωπίζει προβλήματα όρασης. Η σταδιακή επιδείνωση της κατάστασής του θα τον καταστήσει σχεδόν τυφλό προς το τέλος της ζωής του. Αντίστοιχα θα επηρεάσει και το καλλιτεχνικό του ύφος

Το Φουαγιέ του Χορού και η Σχολή Μπαλέτου

Μετα την ανακωχή, ο ζωγραφος αρχίζει να συχνάζει στα παρασκήνια της όπερας. Η Σχολή Μπαλέτου τον εμπνέει να αρχισει την απεικόνιση σκηνών χορού και μικρών χορευτριών, το θέμα για το οποίο είναι κυρίως γνωστός. Ο πρώτος του πίνακας αυτού του είδους ήταν «Το φουαγιέ του Χορού»

Η Νέα Ορλεάνη

Ο Ντεγκά έζησε για ένα περίπου χρόνο κοντά στο θείο του στη Νέα Ορλεανη. Άντλησε έμπνευση από το εξωτικό -για τα δικά του δεδομένα- στοιχείο, αλλά τα προσχέδια του ως επι το πλείστον δεν κατέληξαν σε πίνακες. Η ξεχωριστή αύρα της Λουϊζιάνα, ωστόσο, αφήνει το ιδιαίτερο στίγμα της στον καλλιτέχνη. Επιστρέφοντας ζωγραφίζει έναν από τους γνωστότερους πίνακες του, την Αγορά του μπαμπακιού, που απεικονίζει τις συναλλαγές στο γραφείο του θείου του.

Η επιστροφή στη Γαλλία

Επιστρέφοντας στη Γαλλία, οι πίνακες του Ντεγκά επιστρέφουν στην ρεαλιστική θεματολογία. Η σύνθεση ωστόσο αποκτά μεγαλύτερη ελευθερία και η παλέτα του γίνεται πιο έντονη και λαμπερή. Μετά το θάνατο του πατέρα του, και τα χρέη που είχε αφήσει ο αδελφός του, εισέρχεται σε μια ιδιαίτερα δημιουργική δεκαετία, κατά την οποία φιλοτεχνεί ορισμενα από τα πιο εμβληματικά έργα του. Εκθέτει τη δουλειά του σε πέντε εκθέσεις μαζί με τους ιμπρεσιονιστές συντρόφους του, συμμετέχοντας και στην οργάνωσή τους, παρά τις αντιθέσεις του προς το Κινημα. Καθώς η οικονομική του κατάσταση βελτιώνεται, στρέφεται και προς τη συλλογή έργων τέχνης, με έμφαση στους αγαπημένους του Ντελακρουά, Ενγκρ και Ντωμιέ.

Ο εφευρέτης της κοινωνικής φωτοσκιάσεως

Η ζωγραφική του Ντεγκά αποκτά όλο και μεγαλύτερη ελευθερία, οι σκηνές γίνονται πιο ρευστές, το φως αξιοποιείται για να διαχωριστούν τα πλάνα, με τέτοιο τρόπο, ώστε στο βάθος να γινεται ένα με τις μορφές. Οι αντανακλάσεις, οι σκιές και οι αποχρώσεις δουλεύοντας με τρόπο πρωτοποριακό και μοναδικό. Αυτή η τεχνική, η οποία έγινε το κύριο μέλημα του ζωγράφου ήταν και ο λόγος που οι φίλοι του τον αποκαλούσαν ειρωνικά «Εφευρέτη της κοινωνικής φωτοσκιάσεως».

Η απομόνωση

Ο Ντεγκά πέρασε τις τελευταίες δεκαετίες της ζωής του σε πλήρη απομόνωση. Οι αντισημιτικές του ιδέες τον απομάκρυναν από μεγάλο μέρος των φίλων του, ενώ η όραση του είχε εξασθενήσει σε πολύ μεγάλο βαθμό. Ζωγράφιζε κυρίως με βάση το νέφτι, το παστέλ η την τέμπερα, δίνοντας όλο και μεγαλύτερη προσοχή στο φως και το χρωμα. Με τη δεξιοτεχνία του δημιούργησε έργα λυρικά, φαντασιακα, συνδυάζοντας τεχνικές. Υπήρξε μάλιστα ο εφευρέτης της μονοτυπίας. Η πιο χαρακτηριστική συλλογή που δημιούργησε με παστέλ ήταν η σιερα των γυναικών που «Λούζονται, πλένονται, χτενίζονται ή τις χτενίζουν»

Ο Εντγκάρ Ντεγκά πέθανε απομονωμένος σε ηλικία 83 ετών σαν σήμερα, το 1917 στο Παρίσι, αφήνοντας μια μεγάλη συλλογή πινάκων, χαρακτικών και γλυπτών, αποτέλεσμα μιας δυναμικής και προοδευτικής καλλιτεχνικής αναζήτησης, μιας έμπνευσης που αξιοποίησε ακόμη και τους φυσικούς περιορισμούς για να μετουσιωθεί σε πρωτότυπο καλλιτεχνικό έργο.

Αλέξης Ακριθάκης, ένας σύγχρονος μποέμ καλλιτέχνης

Το σημερινό άρθρο της φίλης μας θα αφιερώσουμε στον Αλέξη Ακριθάκη, ένα σύγχρονο έλληνα ζωγράφο, που έζησε μια περιπετειώδη μποέμ, όπως θα τη χαρακτηρίζαμε, ζωή .

Ο Αλέξης Ακριθάκης γεννήθηκε στην Αθήνα, από μια ευκατάστατη οικογένεια που ζούσε στο Κολωνάκι. Υπήρξε ιδιαίτερα αντιδραστικός ως μαθητής και είχε αποβληθεί από κάθε σχολείο όπου φοίτησε!

Τα πρώτα του σχέδια έκανε στο ιστορικό καφενείο Βυζάντιο, το οποίο βρισκόταν στην πλατεία Κολωνακίου και φιλοξενούσε κύκλους αντισυμβατικών διανοούμενων. Όπως ο ίδιος έχει αναφέρει, Κυριότερη πηγή έμπνευσης του αποτελούσε η λογοτεχνία και η ποίηση, ιδιαιτέρως ο Μακρής και ο Ταχτσής.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’50 αποφασίζει να φύγει με μια μοτοσικλέτα για να ζήσει στο Παρίσι. Στη γαλλική πρωτεύουσα θα παραμείνει για τρία περίπου χρόνια, αρνούμενος κάθε συμβατικότητα στον τρόπο ζωής του. Επιστρέφοντας στην Αθήνα το 1960 πραγματοποιεί έκθεση των έργων του στην Θεσσαλονίκη και αργότερα, στο γαλλικό ινστιτούτο Αθηνών στήνει την πρώτη σημαντική ατομική του έκθεση. Παράλληλα ασχολείται με την εικονογράφηση, για παραδειγμα με έργα που έκανε για το περιοδικό “Πάλι” του Νάνου Βαλαωρίτη, και την σκηνογραφία.

Το 1968, ο Ακριθάκης λάμβανε υποτροφία από το γερμανικό κράτος και εγκαθίσταται στο Βερολίνο. Στα επόμενα χρόνια η ζωή και η εργασία του Λαμβάνουν χώρα μεταξύ Γερμανίας και Ελλάδας και αποκτά διεθνή φήμη.

Το καλλιτεχνικό του στυλ είναι έντονα αφηγηματικό, Χρησιμοποιεί συμβολικά μοτίβα και έντονα χρώματα. Σε πολλά έργα του διακρίνουμε και στοιχεία μιας πυκνής γραφής, ως επιρροή από τη λογοτεχνία. Εκτός από πίνακες δημιουργεί κολλάζ, εργα εικονογράφησης, σκηνικά και σχέδια αντικειμένων. Στις επιρροές του μπορεί να συμπεριληφθεί και το κίνημα του φωβισμού. Ο ίδιος ανέφερε ότι δεν επιθυμούσε να ενταχθεί καλλιτεχνικά σε κανένα κίνημα, αναζητώντας διαρκώς μία προσωπική γλώσσα στη ζωγραφική του.

Η οριστική επιστροφή του Αλέκου Ακριθάκης στην πατρίδα θα γίνει το 1984, με τη υγεία του να βρίσκεται σε κρίσιμη κατάσταση. Η σχέση του με το αλκοόλ και τα ναρκωτικά συνέβαλε κατα κύριο λόγο σε αυτή την επιδείνωση. Ο καλλιτέχνης έφυγε από τη ζωή το 1994 σε ηλικία 55 ετών, αφήνοντας ημιτελή την τελευταία συλλογή με έργα του, εμπνευσμένα από τους τροφίμους του Δρομοκαΐτειου, όπου νοσηλεύθηκε για αποτοξίνωση.

Γιάννης Τσαρούχης: η Αγιογραφία δίπλα στη σύγχρονη τέχνη και η λαϊκή παράδοση δίπλα στα κλασικά πρότυπα.

20 Ιουλίου του 1989, σε ηλικια 79 ετών, πεθαινει στην Αθήνα ο Γιάννης Τσαρούχης, ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες καλλιτέχνες, υπεύθυνος για τη διάδοση της ελληνικής λαϊκής παράδοσης στο εξωτερικό.

Η καταγωγή του ήταν από τα Ψαρά, αλλά μέχρι τα 17 του χρόνια μεγάλωσε στον Πειραιά και ύστερα μετακόμισε με την οικογένειά του στην Αθήνα. Επρόκειτο για μια ιδιαίτερα ευκατάστατη οικογένεια, με κοσμοπολίτικο αέρα. Η ζωή στον Πειραιά, οι εικόνες από το λιμάνι, τα νεοκλασικά κτίρια -να σημειωθεί ότι ο ζωγράφος είχε περάσει μέρος των παιδικών του χρόνων στην έπαυλη της θείας του, Δέσποινας Μεταξά- αλλά και οι φτωχές λαϊκές συνοικίες και το θέατρο σκιών επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό την ζωγραφική του Τσαρούχη.

Ο ζεϊμπέκικος

Η μετακόμιση του στην Αθήνα συμπίπτει χρονικά με μια πιο εντατική και πιο σοβαρή ενασχόληση με την ακουαρέλα, όπως λέει ο ίδιος ο Τσαρούχης. Σε ηλικία 19 ετών τα πρώτα του έργα εκτίθενται στο άσυλο τέχνης και αυτό γίνεται για να φοιτήσει στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών του Εθνικού Μετσόβιου πολυτεχνείου από το 1929. Καθηγητές του υπήρξαν επιφανείς έλληνες ζωγράφοι όπως ο Ιακωβίδης, ο Βικάτος, ο Θωμόπουλος και ο Παρθένης.

Παράλληλα με τις σπουδές του στη σχολή καλών τεχνών μαθητεύει κοντά στον Φώτη Κόντογλου. Ο τελευταίος παίζει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του ύφους του Τσαρούχη, καθώς τον φέρνει κοντά στην ελληνική και βυζαντινή λαϊκή πνευματική παράδοση και του διδάσκει την τέχνη της αγιογραφίας. Ο Τσαρούχης ενδιαφέρεται επίσης για την παρασημαντική, την οποία διδάσκεται την ίδια εποχή. Είναι πολύ χαρακτηριστικά τα λόγια του μεγάλου αγιογράφου προς τον Τσαρούχη, όταν τον πρωτογνώρισε και είδε τα πρώτα έργα του:

«Μου ‘παν ένα παιδί γεννημένο στον Πειραιά. Νόμιζα ότι ήσουν λαϊκό, παιδί που σχεδιάζει καράβια και καραγκιόζηδες. Και βλέπω ένα πληροφορημένο παιδί που ξεσηκώνει τα φιγουρίνια του Παρισιού».

Οι τέσσερις εποχές

Την ίδια εποχή οι ενασχολήσεις του Γιάννη Τσαρούχη δεν περιλαμβάνουν μόνο την κοσμική ζωγραφική και την αγιογραφία. Ασχολείται επίσης και με το θέατρο, αναλαμβάνοντας αρχικά την σκηνογραφία και την σχεδίαση κοστουμιών. Θα αναπτύξει σταδιακά σπουδαίες συνεργασίες με εξέχοντα πρόσωπα του ελληνικού θεάτρου, όπως η Έλλη Παπαδημητρίου και ο Κάρολος Κουν, αλλά και με θεατρικές παραγωγές στο εξωτερικό. Θα συμμετάσχει και στην ίδρυση της Λαϊκής Σκηνής, το 1934, ενώ το 1977 θα ανέβασει και ο ίδιος μια θεατρική παράσταση, τις Τρωάδες του Ευρυπίδη.

Πορτραίτο της Τζένης Καρέζη, που σήμερα βρίσκεται στον δεύτερο όροφο του κτηρίου της Βουλής των Ελλήνων.

Κοστούμι που σχεδίασε για τη Μαρία Κάλλας, όταν εκείνη υποδύθηκε τη Μήδεια , το 1958

Το καλλιτεχνικό στυλ του Τσαρούχη αφήσει ανεξίτηλο στίγμα στη σκηνοθεσία. Σε εκείνον οφείλεται η παρουσία ναυτών με χορευτικά σε λαϊκά κέντρα, στον ελληνικό κινηματογράφο.

Αφού αποφοίτησε από την Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών ταξίδεψε αρχικά στην Κωσταντινούπολη και ύστερα στην Ιταλία και το Παρίσι. Εκεί ήρθε σε επαφή με τα έργα των αναγεννησιακών ζωγράφων, των ιμπρεσιονιστών και εκπροσώπων νεότερων κινημάτων, όπως Ανρί Ματίς.

Η πρώτη του ατομική έκθεση στην Ελλάδα έγινε το 1938 στην Αθήνα, στο κατάστημα Αλεξοπούλου της οδού Νίκης. Οι κριτικές ήταν διθυραμβικές. Μέσα στα επόμενα χρόνια συνήψε συμβόλαια με γκαλερί του Παρισιού και της νέας Υόρκης, ενώ συνεχίζει την σκηνογραφία και το σχεδιασμό κοστουμιών. Υπήρξε υποψήφιος για το βραβείο Γκούγκενχαϊμ και επίσης συμμετείχε στην έκθεση Μπιενάλε της Βενετίας, μαζί με τον Αντώνη Μόραλη.

Το 1967, σε ηλικία 57 ετών εγκαθίσταται μόνιμα στο Παρίσι και πεθαίνει 22 χρόνια αργότερα στην ελληνική πρωτεύουσας. Το ίδρυμα Γιάννη Τσαρούχη είναι ο θεματοφύλακας της καλλιτεχνικής του παραγωγής, ενώ από το 1981, στο σπίτι του στο Μαρούσι λειτουργεί το μουσείο Γιάννη Τσαρούχη.

ΠΗΓΕΣ:

https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%93%CE%B9%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%82_%CE%A4%CF%83%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%8D%CF%87%CE%B7%CF%82

https://www.mixanitouxronou.gr/giannis-tsarouchis-o-zografos-pou-ithele-na-gini-akrovatis-ke-i-gonis-tou-ton-proorizan-gia-michaniko-i-dikigoro/

http://www.nikias.gr/ell/product/%CE%A4%CF%83%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%8D%CF%87%CE%B7%CF%82-%CE%93%CE%B9%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%82