«Έντα Γκάμπλερ»: η πιο αυτοκαταστροφική ηρωίδα του Ερρίκου Ίψεν

 «Επιτέλους, μια πράξη»!

Η ατάκα-κραυγή ανήκει στην πιο μοναχική, αμετακίνητη και αυτοκαταστροφική ηρωίδα του παγκόσμιου ρεπερτορίου, την Έντα Γκάμπλερ.

Φωτο: Αγγελική Κοκκοβέ
Η Ιωάννα Παππά στον ρόλο της Έντας, Φεβρουάριος 2020

Η «Έντα Γκάμπλερ» είναι ένα από τα κορυφαία έργα του Ερρίκου Ίψεν. Έντα Γκάμπλερ είναι το πατρικό ονοματεπώνυμο της πρωταγωνίστριας και ο τίτλος του αριστουργήματος του Ίψεν. Από την πρώτη του παρουσίαση το 1891 στη Γερμανία, μέχρι σήμερα, το πρόσωπο της ηρωίδας του δεν έπαψε να απασχολεί τους μελετητές του θεάτρου, και θεωρείται ένας από τους σπουδαιότερους δραματικούς ρόλους του παγκόσμιου ρεπερτορίου.

Η Μάγκι Σμιθ στο ρόλο της Έντα γκάμπλερ. Εθνικό Θέατρο της Αγγλίας (1970)
Η Μάγκι Σμιθ στο ρόλο της Έντα γκάμπλερ. Εθνικό Θέατρο της Αγγλίας (1970)

Προκειμένου να εξασφαλίσει υλική άνεση και μια έντονη κοινωνική ζωή, η Έντα –η υπερήφανη, απαιτητική και αναμφίβολα γοητευτική μοναχοκόρη του στρατηγού Γκάμπλερ- βρίσκεται εγκλωβισμένη σ’ έναν συμβατικό γάμο με τον σχολαστικό & απλοϊκό μικροαστό -πλην επίδοξο ακαδημαϊκό- Γέργκεν Τέσμαν. Ασφυκτιώντας μέσα σε μια καθημερινότητα που δεν της προκαλεί παρά αδιαφορία και περιφρόνηση, βουλιάζει στην ανία.

Leon Levy BAM Digital Archive: Photograph: [Cate Blanchett as Hedda Gabler  aand Aden Young as Ejlert Lovborg in the Sydney Theatre Company production  of "Hedda Gabler" during BAM Spring Series, 2006] [2006.01860]
Η Κέιτ Μπλάνσετ στον ρόλο της Έντας, Λονδίνο 2004

Η Έντα, ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα πρόσωπα της εποχής της, φλέγεται να ζήσει, αλλά δεν τολμάει. Παγιδευμένη ανάμεσα στη δίψα της για ελευθερία και στην αυστηρή συμμόρφωση στις κοινωνικές συμβάσεις, αρνούμενη να υποταχθεί στη μοίρα της ως γυναίκας, αλλά και δέσμια της δημόσιας εικόνας της, η Έντα δεν μπορεί να αυτοπροσδιοριστεί παρά μόνο αρνητικά: καταστρέφοντας ό,τι δεν μπορεί να αποδεχθεί.

Η Κέιτ Μπλάνσετ στον ρόλο της Έντας, Λονδίνο 2004

Έτσι, όταν ο παλιός της φίλος Έιλερτ Λέβμποργκ -που αποτελεί για εκείνη την ενσάρκωση του ρομαντικού της ιδεώδους, του ελεύθερου και παθιασμένου για ζωή ήρωα- επανεμφανίζεται στο μοναχικό της δρόμο, η Έντα καταλαμβάνεται από την άγρια επιθυμία να δοκιμάσει για άλλη μια φορά τη δύναμή της πάνω του.

Αφού δεν μπορεί να εξουσιάσει τη δική της ζωή, μπορεί τουλάχιστον να εξουσιάσει τη ζωή ενός άλλου, να την σημαδέψει για πάντα. Επιδίδεται έτσι σ’ ένα δαιμόνιο παιχνίδι χειραγώγησης και σε πράξεις συγκλονιστικής σκληρότητας, στήνοντας μια παγίδα στην οποία τελικά, αφού δει όλες τις προσδοκίες της να διαψεύδονται, θα πιαστεί και η ίδια.

Φωτο: Αγγελική Κοκκοβέ
Η Ιωάννα Παππά στον ρόλο της Έντας, Φεβρουάριος 2020

Η Έντα θεωρείται ένας από τους πρώτους πλήρως νευρωτικούς γυναικείους πρωταγωνιστές της λογοτεχνίας. Με αυτό, ο Κρατς εννοεί ότι η Έντα δεν είναι ούτε λογική, ούτε τρελή με την παλιά έννοια του να είναι τυχαία και ανυπόληπτος. Οι στόχοι και τα κίνητρά της έχουν μια μυστική, προσωπική λογική από μόνα τους. Παίρνει αυτό που θέλει, αλλά αυτό που θέλει δεν είναι κάτι που οι φυσιολογικοί άνθρωποι θα παραδέχονταν (τουλάχιστον όχι δημοσίως) ότι τους είναι επιθυμητό. Ένα από τα σημαντικά πράγματα που συνεπάγεται ένας τέτοιος χαρακτήρας, είναι η υπόθεση ότι υπάρχει ένας μυστικός, ενίοτε ασυνείδητος, κόσμος των στόχων και των μεθόδων, ίσως ένα μυστικό σύστημα αξιών που συχνά είναι πολύ πιο σημαντικό από το ορθολογικό και τον κοινώς αποδεκτό σύστημα.

Ο Ερρίκος Ίψεν

Ο Ίψεν ενδιαφερόταν για την τότε πρώιμη επιστήμη της ψυχικής ασθένειας και δεν κατανοούσε πλήρως τα πρότυπα της εποχής του. Οι Βρικόλακες του (διαβάστε το αφιέρωμά μας εδώ) είναι ένα ακόμη τέτοιο παράδειγμα. Παραδείγματα της προβληματικής γυναίκας του 19ου αιώνα μπορεί να περιλαμβάνουν καταπιεσμένους, αλλά “κανονικούς”, εσκεμμένους χαρακτήρες: γυναίκες σε καταχρηστικές ή χωρίς αγάπη σχέσεις, και εκείνες με κάποιο είδος οργανικής νόσου του εγκεφάλου. Ο Ίψεν δεν έχει πρόβλημα να αφήσει τέτοιες εξηγήσεις ανολοκλήρωτες.

Was playwright Henrik Ibsen the first male feminist?
Η Κέιτ Μπλάνσετ στον ρόλο της Έντας, Λονδίνο 2004

Για κανένα άλλο έργο του Ίψεν δεν έχουν διασωθεί τόσες προκαταρκτικές σημειώσεις του συγγραφέα όσες για την Έντα Γκάμπλερ. Μερικές από αυτές είναι οι ακόλουθες:

Αυτή η παντρεμένη γυναίκα φαντάζεται όλο και περισσότερο ότι είναι μια σημαντική προσωπικότητα και αισθάνεται υποχρεωμένη να δημιουργήσει για τον εαυτό της ένα εντυπωσιακό παρελθόν.

Τον μισεί τον άντρα της, γιατί αυτός έχει ένα στόχο, μια αποστολή στη ζωή του

Αισθάνεται τρομερή έλξη για τις καινούργιες τάσεις ων καιρών. Αλλά της λείπει το θάρρος. Οι σκέψεις της παραμένουν θεωρίες, απραγματοποίητα όνειρα.

Η Έντα στην ουσία θα ήθελε να ζήσει τη ζωή της σαν άντρας. Αλλά παρεμβαίνουν οι φόβοι και οι ενδοιασμοί, άλλοι κληρονομημένοι, άλλοι εμφυτευμένοι.

Η Έντα είναι η τυπική γυναίκα ως προς την θέση που βρίσκεται και ως προς τον χαρακτήρα της. Παντρεύεται τον Τέσμαν, αλλά αφιερώνει την φαντασία της στον Λέβμποργκ. Τον φέρνει στα όριά του αλλά κάνει πίσω μόνο με την έννοια του σκανδάλου.

Φωτο: Αγγελική Κοκκοβέ
Η Ιωάννα Παππά στον ρόλο της Έντας, Φεβρουάριος 2020

Το έργο έχει προσαρμοστεί για την οθόνη αρκετές φορές, από την εποχή των σιωπηλών ταινιών και μετά, σε πολλές γλώσσες. Το BBC προέβαλε μια τηλεοπτική παραγωγή του έργου το 1962 με τους Ίνγκριντ Μπέργκμαν, Μάικλ Ρεντγκρέιβ, Ραλφ Ρίτσαρντσον και Τρέβορ Χάουαρντ, ενώ το Play of the Month το 1972 χαρακτήρισε τους Τζάνετ Σουζμάν και Ίαν ΜακΚέλεν στους δύο κύριους άξονες. Μια εκδοχή που παρουσιάστηκε στο εμπορικό δίκτυο ITV της Βρετανίας το 1980 τοποθέτησε την Νταϊάνα Ριγκ στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Η Γκλέντα Τζάκσον ήταν υποψήφια για ένα βραβείο Όσκαρ ως βασική ηθοποιός για το ρόλο της στη βρετανική κινηματογραφική προσαρμογή Hedda (1975) σε σκηνοθεσία Trevor Nunn. Μια ακόμη εκδοχή κυκλοφόρησε για την αυστραλιανή τηλεόραση το 1961.

Η Κέιτ Μπλάνσετ στον ρόλο της Έντας, Λονδίνο 2004

Το 2014, ο Μάθιου Τζον προσάρμοσε επίσης την Hedda Gabler με πρωταγωνιστές τη Ρίτα Ραμνάνι, τον Ντέιβιντ Ρ. Μπάτλερ και τη Σαμάνθα Ε. Χαντ.

Στο θέατρο το ρόλο της Έντα Γκάμπλερ έχουν υποδυθεί μεταξύ άλλων η Μάγκι Σμιθ, η Κέιτ Μπλάνσετ κ.ά. Στην Ελλάδα το έργο του Ίψεν ανέβηκε ξανά τον Φεβρουάριο του 2020 με την Ιωάννα Παππά στον πρωταγωνιστικό ρόλο.

ΠΗΓΕΣ: https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%88%CE%BD%CF%84%CE%B1_%CE%93%CE%BA%CE%AC%CE%BC%CF%80%CE%BB%CE%B5%CF%81 , https://www.elculture.gr/blog/enta-gkampler/ , https://www.monopoli.gr/2020/02/01/showtimes/theatre/344475/i-enta-gkampler-tou-errikou-ipsen-sto-theatro-alma/ , https://www.catisart.gr/eikosi-diachronika-theatrika-erga-poy-prepei-na-doyme-esto-kai-mia-fora-sti-zoi-mas/

Ο Ίψεν και οι «Βρικόλακες» που στοιχειώνουν την ανθρώπινη ύπαρξή μας

Δυστυχώς ο παλμός των ιδεολογικών, κοινωνικών και ψυχολογικών συγκρούσεων δεν μεταδίδεται. Φωτο: Γκέλυ Καλαμπάκα
“Βρικόλακες” σε σκηνοθεσία Δημ. Καραντζά (2019)

Έχοντας συμπληρώσει σχεδόν 140 χρόνια ζωής, οι «Βρικόλακες» του Ερρίκου Ίψεν, θεωρούνται ένα από τα εμβληματικότερα έργα του Νορβηγού συγγραφέα και συνεχίζουν να εμπνέουν σκηνοθέτες, ηθοποιούς και θεατές. Κείμενο βαθιά δραματικό, ψηφιδογραφία μιας σκληρής εποχής, ενός ολόκληρου αιώνα, με πολλές αναγνώσεις και αμφιλογίες.

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Αποτέλεσμα εικόνας για ερρικος ιψεν

Ο Ερρίκος Ίψεν ( 1828-1906) ήταν Νορβηγός δραματικός συγγραφέας και ποιητής, ένας από τους πρωτοπόρους της σύγχρονης ευρωπαϊκής δραματουργίας. Ήταν το δεύτερο παιδί μιας εύπορης οικογένειας εγκαταστημένης στο λιμάνι Skien.Όταν, στα μέσα της δεκαετίας του 1830, ο πατέρας του καταστράφηκε οικονομικά, η οικογένεια Ίψεν μετοίκησε στο Βένστεπ, όπου έμεινε τα επόμενα οκτώ χρόνια. Η χρεοκοπία του έκανε τον πατέρα του, Knud Ibsen, έναν δύσκολο και πικραμένο άντρα, ο οποίος στράφηκε στον αλκοολισμό, και η μητέρα του Marichen στράφηκε στην εκκλησία.Η οικογένεια Ίψεν τελικά μετακόμισε σε ένα σπίτι στην πόλη Snipetorp Η απομάκρυνση από το οικείο του περιβάλλον και το αίσθημα μείωσης που συνόδευε το γεγονός αυτό, οδήγησαν τον ήδη εσωστρεφή νεαρό Ίψεν στην αναζήτηση διεξόδων μέσα στην ονειροπόληση, στο διάβασμα και στο κουκλοθέατρό του. Εντυπώσεις και αναμνήσεις από τα πρώτα αυτά χρόνια της ζωής του βρίσκονται σε πολλά από τα μεταγενέστερα έργα του ( το Σην του έδωσε την κωμόπολη – πλαίσιο, όπου διαδραματίζεται ο «Σύνδεσμος της Νεότητας» ,η σοφίτα στο Βένστεπ ανακλάται στη σοφίτα του Εκντάλ στην Αγριόπαπια ), ενώ τα μέλη της οικογένειας του χρησίμευσαν, πολλές φορές, ως πρότυπα για τη σκιαγράφηση των χαρακτήρων του. Στην ηλικία των δεκαπέντε, ο Ίψεν αναγκάστηκε να αφήσει το σχολείο. Μετακόμισε στην μικρή πόλη Grimstad για να γίνει βοηθός φαρμακοποιού. Προκειμένου να ξεφύγει από την ανιαρή ζωή του Grimstad αρχίζει να διαβάζει και να γράφει.

Το 1846, όταν ο Ερρίκος ήταν σε ηλικία 18 χρονών, απόκτησε ένα νόθο παιδί με μια υπηρέτρια, το οποίο αργότερα αναγνώρισε χωρίς όμως ποτέ να γνωρίσει. Η ιστορία του νόθου γιου του πιθανολογείται πως ήταν και η αιτία που διέκοψε κάθε σχέση με την οικογένεια του, αλλά και μία καλή έμπνευση για την ιστορία του μεταγενέστερου θεατρικού έργου του «Βρικόλακες». Ο Ερρίκος Ίψεν δεν συνάντησε ποτέ ξανά τον πατέρα του, ενώ είδε την μητέρα του μόνο μια φορά ξανά πριν πεθάνει. Διατηρούσε αλληλογραφία μόνο με μία από τις αδελφές του. Παρά το γεγονός ότι ο Ίψεν τιμήθηκε (αλλά και από ορισμένους κύκλους αμαυρώθηκε), κατά τη διάρκεια της ζωής του, ως πηγή εκείνου που ο Μπέρναρντ Σω ονόμασε «ιψενισμό» (δηλαδή, μια κριτική της ηθικής της εποχής του με μορφή θεατρικού έργου), αναγνωρίστηκε κυρίως ως ο δημιουργός του σύγχρονου δραματικού θεάτρου πρόζας.

Αποτέλεσμα εικόνας για βρικολακες ιψεν παξινου
“Βρικόλακες” (Κατίνα Παξινού και Αλέξης Μινωτής στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, Εθνικό Θέατρο, 1958)

Η μεταγενέστερη κριτική εκτιμάει άλλες ιδιότητες στο έργο του: την αξεπέραστη δεξιοτεχνία της τεχνικής του, τη διεισδυτική ψυχολογική του ανάλυση, τον συμβολισμό του και την ποίηση του θεατρικού του λόγου. Τα θεατρικά έργα που έγραψε στα ώριμα χρόνια της ζωής του -έργα με τα οποία διερεύνησε τι σημαίνει πραγματικότητα και τι ψευδαίσθηση, τι είναι πραγματικά αληθινό και τι επίπλαστο μέσα στο άτομο και στην κοινωνία- συνέβαλαν σημαντικά στην εξέλιξη και στον εμπλουτισμό του δραματικού θεάτρου πρόζας γενικότερα.

“ΒΡΙΚΟΛΑΚΕΣ” (“GENGAGERE”)

Το έργο γράφτηκε το φθινόπωρο του 1881 και εκδόθηκε το Δεκέμβρη της ίδιας χρονιάς.Οι «Βρικόλακες, πραγματεύονται, μέσα από τη δραματική περιγραφή της οικογένειας των Άλβινγκ, την κοινωνική υποκρισία, τα φαντάσματα και τους «βρικόλακες» που στοιχειώνουν την ανθρώπινη ύπαρξη και κληρονομούνται από τους αυστηρούς θεσμούς, τους συμβιβασμούς, το «νόμο» και την «τάξη» που υποβάλλουν οι αταίριαστες με την ανθρώπινη ψυχή, συμπεριφορές αλλά και την ασφυκτική πίεση που ασκούν συχνά στον άνθρωπο οι κοινωνικοί κανόνες.

Όταν ο Ίψεν έστειλε αντίγραφα του βιβλίου σε διάφορα θέατρα, για να το ανεβάσουν, συνάντησε και εκεί, απόρριψη. Ακόμα και τα θέατρα με τα οποία είχε πολλές φορές συνεργαστεί ο Ίψεν μέχρι εκείνη τη στιγμή, δεν δέχτηκαν να το ανεβάσουν. Ο συγγραφέας δεν ένιωσε έκπληξη. Περίμενε κάτι τέτοιο, αφού σε ένα γράμμα του προς τον εκδότη, γράφει ότι: “είναι λογικό να περιμένουμε ότι οι Βρικόλακες θα σημάνουν συναγερμό σε μερικούς κύκλους. Αλλά ας γίνει. Αν δεν προκαλούνταν αναστάτωση, δεν θα ήταν και αναγκαίο το γράψιμο τους.” 

Κυριολεκτικά ο τίτλος μεταφράζεται από τα νορβηγικά «Αυτοί που περπατούν ξανά στη γη», ενώ σε άλλες γλώσσες, έχει επικρατήσει ως «Φαντάσματα». Πράγματι, αυτές οι έννοιες είναι διάχυτες, μιας και τα λάθη του παρελθόντος στοιχειώνουν ακόμα τις μέρες και τις ζωές των ηρώων. Με αρχέτυπα από τις ελληνικές τραγωδίες, οι χαρακτήρες δοκιμάζονται σκληρά από τη μοίρα. Μετά την ύβρη, έρχεται η Νέμεσις και οι ατιμώρητες αμαρτίες των νεκρών, μεταβιβάζονται στους ζωντανούς, διαλύοντάς τους, ώστε να επέλθει η αναπόφευκτη κάθαρση.

Ο Ίψεν περιγράφει στους βρικόλακες την ιστορία μιας γυναίκας, που έχει αφιερώσει τη ζωή της στον άντρα της και στο παιδί της. Ο άντρας της καταφεύγει στην αγκαλιά της απείθαρχης υπηρέτριας και η σύζυγός του καθησυχάζει την συνείδηση της ασχολούμενη με την επιχείρησή του.

Μέσα από την ταπείνωση της ανακάλυψης για την απιστία του , η κ. Έλεν Άλβιγκ παρατά το σπίτι της και βρίσκει καταφύγιο στον πρώτο μεγάλο έρωτα της ζωής της , τον πάστορα Μάντερς. Αυτός ως πάστορας , αυστηρών ηθικών και κοινωνικών αρχών με έντονο το στοιχείο του «πρέπει» να διακατέχει κάθε του κίνηση, προσπαθεί την επαναφέρει στα ιδανικά της αξιοπρέπειας και του καθήκοντος. Το μαρτύριό της  Έλεν φτάνει στο τέλος του με το θάνατο του συζύγου της, μέσα στην αυταπάτη μιας «Αγιασμένης Υπόληψης».Η επιστροφή του Όσβαλντ – του γιου της οικογένειας- μετά την πολύχρονη απουσία του στο Παρίσι όπου εργάζεται ως ζωγράφος, (γεγονός το οποίο ο πάστορας θεωρεί πλήρη διαφθορά ηθών) σηματοδοτεί τη σύγκρουση που θα προκύψει.

Η υποταγμένη σύζυγος, κ. Άλβινγκ, έχει ανατρέψει μέσα της όλα όσα πίστευε και σχεδιάζει τώρα μία νέα ζωή, μ’ επίκεντρο το γιο της. Ο πάστορας Μάντερς όμως διαφωνεί με τα «σχέδια» μητέρας- γιου και επεμβαίνει δυναμικά.

“Βρικόλακες” (Κατίνα Παξινού και Αλέξης Μινωτής στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, Εθνικό Θέατρο, 1958)

Την ανατροπή σε κάθε προοπτική θα φέρει η απόφαση του Όσβαλντ που κληρονόμησε από τον πατέρα του την ερωτική ορμή, να παντρευτεί τη Ρεγγίνα, την υπηρέτρια της κ. Άλβινγκ. Ένα βροχερό βράδυ ερωτοτροπεί με την Ρεγγίνα, για την οποία μόνο η μητέρα του γνωρίζει ότι είναι νόθος κόρη του πατέρα του Όσβαλντ, και συνεπώς αδερφή του. Παράλληλα, ο Όσβαλτ εκμυστηρεύεται στην μητέρα του τα σημάδια της τρέλας που του έχουν εκδηλωθεί ως συμπτώματα μίας ασθένειας που θα τον οδηγήσει σταδιακά σε πνευματική ανημπορία. Σημαντική και χαρακτηριστική για το έργο είναι η λέξη που χρησιμοποιεί ο Όσβαλτ, για να ονοματίσει αυτή του την ασθένεια. Την αναφέρει -αναπαράγοντας τα λεγόμενα του Γάλλου γιατρού που τον εξέτασε-  ως «vermoulu», λέξη που στα Γαλλικά σημαίνει σάπιο, σκωληκώδες, υπονοώντας και ασκώντας έντονη κριτική στην κοινωνική σαθρότητα που επικρατεί πίσω από τις ανθρώπινες μάσκες του καθωσπρεπισμού.… 

Εν τέλει ο Όσβαλτ ζητά από την μητέρα του να του υποσχεθεί ότι όταν ξαναπάθει την κρίση της ασθένειας, θα του δώσει το δηλητήριο που έχει πάντα μαζί του και αυτή παρά την αγάπη που του τρέφει και την σχεδόν μοιρολατρική εξάρτησή της από αυτόν, αναλαμβάνει το δραματικό καθήκον να τον απαλλάξει από το μαρτύριο.

Ο τίτλος, αναφέρεται κυρίως στο στοιχείο της κληρονομικότητας που είναι και το κυρίαρχο θέμα του έργου, καθώς και το στοιχείο της «επανάληψης» μίας ιστορίας, που ενώ οι ήρωες πίστευαν ότι είχε θαφτεί στο βάθος των χρόνων και στα πέπλα της λήθης, αυτή «βρυκολακιάζει» και σαν φάντασμα εμφανίζεται ολοζώντανη μπροστά τους. Η πρώτη χρήση της λέξης στο έργο, είναι τη στιγμή που η κυρία Άλβινγκ, βλέπει το γιο της να ερωτοτροπεί με την Ρεγγίνα, την υπηρέτρια, στο ίδιο ακριβώς σημείο και στην ίδια ακριβώς κατάσταση όπου στο παρελθόν είχε δει και τον άντρα της με την μητέρα της Ρεγγίνας.

Σοκαρισμένη και ξαναφέρνοντας στη μνήμη της σκηνές που αγωνιζόταν σκληρά τόσα χρόνια να θάψει, αναφωνεί «Βρικόλακες», προοικονομώντας έτσι την συνέχεια του έργου.

Το έργο έχει επίσης έντονα στοιχεία από προγενέστερα αριστουργήματα της κλασσικής αλλά και αρχαιοελληνικής δραματουργίας.Αρχικά βλέπουμε την έντονη συσχέτιση με την τραγωδία του Σοφοκλή «Οιδίπους Τύραννος», που αντικατοπτρίζεται όχι μόνο, στην σχεδόν παρανοική σχέση του Όσβαλτ με την μητέρα του, αλλά και στη σχέση του Όσβαλτ με τον πατέρα του, ο θάνατος του οποίου τον στοίχειωσε και εν τέλει τον σκότωσε. Σημαντικό κοινό στοιχείο με τον Οιδίποδα είναι η μανία της «αποκάλυψης» και των κρυμμένων μυστικών, που τόσο ο Οιδίποδας όσο και οι ήρωες του Ιψενικού δράματος, προσπαθούν μανιωδώς να διαφωτίσουν, αδιαφορώντας για τις συνέπειες που θα επιφέρει η αποκάλυψή τους αυτή.

Το στοιχείο της ανάγκης για αποκάλυψη, έρχεται σε έντονη αντιδιαστολή με το ίδιο το επάγγελμα του Όσβαλτ, αφού σε αντίθεση με όλους τους άλλους ζωγράφους  που προσπαθούν να καλύψουν και να διορθώσουν τις ατέλειες με τα έργα τους, ο Όσβαλτ νιώθει την ανάγκη να αποκαλύψει αυτές τις ατέλειες και να βγάλει στη φόρα τα λάθη και την σαπίλα που υποβόσκουν.

Η μανία για αποκάλυψη και διαφάνεια, αλλά και η δεδομένη κατάσταση στην οποία βρίσκεται, αναπόφευκτα συνδέει τον νεαρό Όσβαλτ και με τον επιληπτικό πρίγκιπα Μίνσκιν, τον «Ηλίθιο» του Φίοντορ Ντοστογιέφσκι, που γράφτηκε το 1868, 13 περίπου χρόνια πριν την συγγραφή των «Βρικολάκων». Ο πρίγκιπας Μίνσκιν, όπως και ο Όσβαλτ, (με τον οποίο μοιράζεται μία πάθηση νοητικής φύσεως), μετά από μία μακροχρόνια παραμονή στο εξωτερικό επιστρέφει στη γενέτειρά του, όπου γίνεται αντικείμενο προσοχής, ενδιαφέροντος, αλλά και σχολιασμού από τους γύρω του. Σημαντικό είναι επίσης ότι και τα δύο αυτά έργα συνδέονται με τη ζωή των συγγραφέων τους, με τις γήινες αναζητήσεις του Ίψεν, περί κοινωνικών σχέσεων και κληρονομικών ασθενειών και με την επιληψία που ταλάνιζε τον Ντοστογιέφσκι (το 2ο επιληπτικό επεισόδιο του πρίγκιπα Μίνσκιν που έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της δεξίωσης, αποτελεί περιγραφή προσωπικής εμπειρίας του συγγραφέα)Επίσης και στα 2 έργα οι πρωταγωνιστές προβληματίζονται έντονα σχετικά με την εξέλιξη της ασθένειας τους και το φόβο του επικείμενου θανάτου.

Τέλος, το θρησκευτικό στοιχείο που είναι υπαρκτό και καθορίζει το «savoir faire» μίας ολόκληρης κοινωνίας στους Βρικόλακες και αντιπροσωπεύεται από τις νουθεσίες του πάστορα Μάντερς, είναι εξίσου αισθητό και στα έργα του βαθιά θρησκευόμενου Ντοστογιέφσκι. Όπως και άλλα έργα του Ιψεν, οι «Βρυκόλακες» είχαν προκαλέσει αίσθηση στην εποχή τους.

Κανιβαλικές οικογενειακές σχέσεις, υποχθόνια σύνδρομα και αναφορές σε αφροδίσια νοσήματα, σε μια εποχή κατά την οποία και η απλή αναφορά στη σύφιλη εθεωρείτο σκάνδαλο. Ο μεγάλος Νορβηγός συγγραφέας βγάζει στη φόρα τα άπλυτα μιας ολόκληρης εποχής και κοινωνίας με τρόπο επιθετικό, σοκαριστικό για τους συγχρόνους του. Μάλιστα, το 1898, πάνω από δέκα χρόνια μετά την πρεμιέρα του έργου, όταν ο Ίψεν προσκλήθηκε σε δείπνο με τον Οσκαρ Β΄ της Σουηδίας, ο τελευταίος του είπε ότι οι «Βρικόλακες» είναι ένα κακό έργο. Ο Ίψεν έκανε μια παύση και μετά είπε οργισμένα: «Μεγαλειότατε, έπρεπε να γράψω ένα έργο σαν τους “Βρικόλακες”»

Το 1891 το έργο ανέβηκε για μία και μοναδική, ιδιωτική παράσταση στο Λονδίνο, σε μια λέσχη, μέλη της οποίας ήταν οι Χάρντι και Χένρι Τζέιμς. Σήμερα θεωρείται έργο κλασικό, από τα πιο αντιπροσωπευτικά του Νορβηγού δραματουργού. Συνδυάζοντας το καυστικό κοινωνικό σχόλιο με την υπαρξιακή – μεταφυσική αγωνία, το έργο προσφέρεται για διάφορες προσεγγίσεις, αφού τα στοιχεία της διαφθοράς, της κοινωνικής υποκρισίας και της κληρονομικότητας, καθώς και η αιώνια σύγκρουση της ηθικής τάξης και της Θείας Πρόνοιας, με τις γήινες ανάγκες και τα ανθρώπινα «θέλω», είναι στοιχεία υπαρκτά σε όλες τις χρονικές περιόδους και παραμένουν επίκαιρα μέχρι και στις μέρες μας.

Αποτέλεσμα εικόνας για βρικολακες αρβανιτη
“Βρικόλακες” (με την Μπέττυ Αρβανίτη, Θέατρο Οδού Κεφαλληνίας, 2013)

Αν υπάρχουν δέκα ρόλοι-ορόσημα, που αποτελούν ευσεβείς πόθους για κάθε γυναίκα ηθοποιό, η «Έλεν Άλβινγκ» είναι σίγουρα μέσα σε αυτούς. Στην Ελλάδα, αρκετές σημαντικές κυρίες του θεάτρου, έχουν δώσει το στίγμα τους στην ηρωίδα. Οι πιο πολυσυζητημένες ερμηνείες είναι των Κατίνα Παξινού, Ελένη Χατζηαργύρη, Βέρα Ζαβιτσιάνου, Ράνια Οικονομίδου και της Μπέττυς Αρβανίτη.

ΠΗΓΕΣ: https://www.lifo.gr/articles/theater_articles/228793/vrikolakes-toy-ipsen-ston-skoteino-oiko-tis-oikogeneias-alvingk , http://theatrokaioximono.blogspot.com/2012/03/blog-post_30.html , https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%92%CF%81%CF%85%CE%BA%CF%8C%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CE%B5%CF%82_(%CE%8A%CF%88%CE%B5%CE%BD) , https://www.culturenow.gr/theatro-vrikolakes-toy-ipsen-se-skhnothesia-stathh-livathinoy-kefallhnias/