Επιτάφιος του Γιάννη Ρίτσου

(Θεσσαλονίκη. Μάης τοῦ 1936. Μιὰ μάνα, καταμεσὶς τοῦ δρόμου,
μοιρολογάει τὸ σκοτωμένο παιδί της. Γύρω της καὶ πάνω της,
βουΐζουν καὶ σπάζουν τὰ κύματα τῶν διαδηλωτῶν – τῶν ἀπερ-
γῶν καπνεργατῶν. Ἐκείνη συνεχίζει τὸ θρῆνο της):

Continue reading “Επιτάφιος του Γιάννη Ρίτσου”

Νύχτωσε του Γιάννη Ρίτσου

Νύχτωσε

Ακόμη ένας χρόνος… είπε·
Ένας χρόνος περισσότερο στο χρόνο του
Ένας χρόνος λιγότερο απ’ το χρόνο του. Απ’ το παράθυρο είδαμε
Βαρέθηκε τα ποιήματα,
Βαρέθηκε τη μουσική.
Τ’ αγάλματα κωφάλαλα.
Να πιω τον καφέ μου – είπε.
Να καπνίσω το τσιγάρο μου.
Να είμαι, να μην είμαι
Διπλά
Μέσα σ’ αυτή την ησυχία,
Μέσα σ’ αυτό το θαύμα-τίποτα.


Ο μελαγχολικός εξομολογητικός τόνος ενός ηλικιωμένου Ρίτσου, πλησιάζοντας τον θάνατο, μετατρέπεται στη δεύτερη, διορθωμένη, καθαρή γραφή σε ποίημα δραματοποιημένης αποστασιοποίησης από την αρχική συγκίνηση:

Κι η αποψινή γιορτή αναβλήθηκε.
Κι ούτε που ξέραμε καθόλου
Τι θα πενθούσαν, τι θα γιόρταζαν.
Μεμιάς ανάψανε τα φώτα κι έσβησαν.
Απ’ το παράθυρο είδαμε τους μουσικούς·
Πέρασαν άφωνοι τη λεωφόρο
Εχοντας στους ώμους τους
Τεράστια χάλκινα όργανα.
Μείνε, λοιπόν, εδώ,
Κάπνισε το τσιγάρο σου
Μέσα σ’ αυτή τη μεγάλη ησυχία
Μέσα σ’ αυτό το θαύμα-τίποτα.
Κωφάλαλα τ’ αγάλματα.
Κωφάλαλα και τα ποιήματα. Νύχτωσε

“Νύχτωσε”, Γιάννης Ρίτσος

Ακούστε το εδώ:

Σχήματα της Απουσίας ΙΙ του Γιάννη Ρίτσου

Ποτέ δε φεύγουν τα νεκρά παιδιά απ΄τα σπίτια τους,
τριγυρίζουν εκεί,
μπλέκονται στα φουστάνια της μητέρας τους
την ώρα που εκείνη ετοιμάζει το φαΐ
κι ακούει το νερό να κοχλάζει
σα να σπουδάζει τον ατμό και τον χρόνο.
Πάντα εκεί.
Και το σπίτι παίρνει ένα άλλο στένεμα και πλάτεμα
σάμπως να πιάνει σιγαλή βροχή, καταμεσής καλοκαιριού,
στα ερημικά χωράφια.
Δε φεύγουν τα νεκρά παιδιά.
Μένουν στο σπίτι
κι έχουν μια ξεχωριστή προτίμηση να παίζουν
στον κλεισμένο διάδρομο
και κάθε μέρα μεγαλώνουν μέσα στην καρδιά μας,
τόσο που ο πόνος κάτω απ΄τα πλευρά μας δεν είναι πια απ΄τη στέρηση
μα από την αύξηση.
Κι αν κάποτε οι γυναίκες βγάζουν μια κραυγή στον ύπνο τους,
είναι που τα κοιλοπονάνε πάλι.

Πηγή: Γιάννης Ρίτσος, Ποιήματα ,Τόμος Β’, εκδ. Κέδρος

Ακούστε το εδώ:

17 Νοέμβρη από το “Ημερολόγιο μιας εβδομάδας του Πολυτεχνείου” του Γιάννη Ρίτσου

Βαρειά σιωπή, διάτρητη απ’ τους πυροβολισμούς,
πικρή πολιτεία,
αίμα, φωτιά, η πεσμένη πόρτα, ο καπνός, το ξύδι-
ποιος θα πει : περιμένω απ’ το μέσα μαύρο;
Μικροί σκοινοβάτες με τα μεγάλα παπούτσια
μ΄ έναν επίδεσμο φωτιά στο κούτελο
κόκκινο σύρμα, κόκκινο πουλί,
και το μοναχικό σκυλί στ’ αποκλεισμένα προάστια
ενώ χαράζει η χλωμότερη μέρα πίσω
απ’ τα καπνισμένα αγάλματα
κι ακούγεται ακόμη η τελευταία κραυγή διαλυμένη
στις λεωφόρους.
Πάνω απ’ τα τανκς, μέσα στους σκόρπιους πυροβολισμούς
πώς μπορείτε λοιπόν να κοιμάστε;

Ακούστε το ποίημα εδώ:

Ειρήνη του Γιάννη Ρίτσου

Ειρήνη

Τ᾿ ὄνειρο τοῦ παιδιοῦ εἶναι ἡ εἰρήνη
Τ᾿ ὄνειρο τῆς μάνας εἶναι ἡ εἰρήνη
Τὰ λόγια τῆς ἀγάπης κάτω ἀπ᾿ τὰ δέντρα
εἶναι ἡ εἰρήνη.
Ὁ πατέρας ποὺ γυρνάει τ᾿ ἀπόβραδο
μ᾿ ἕνα φαρδὺ χαμόγελο στὰ μάτια
μ᾿ ἕνα ζεμπίλι στὰ χέρια του γεμάτο φροῦτα
καὶ οἱ σταγόνες τοῦ ἱδρώτα στὸ μέτωπό του
εἶναι ὅπως οἱ σταγόνες τοῦ σταμνιοῦ
ποὺ παγώνει τὸ νερὸ στὸ παράθυρο,
εἶναι ἡ εἰρήνη.

Ὅταν οἱ οὐλὲς ἀπ᾿ τὶς λαβωματιὲς
κλείνουν στὸ πρόσωπο τοῦ κόσμου
καὶ μὲς στοὺς λάκκους ποὔσκαψαν οἱ ὀβίδες
φυτεύουμε δέντρα
καὶ στὶς καρδιὲς ποὔκαψε ἡ πυρκαγιὰ
δένει τὰ πρῶτα της μπουμπούκια ἡ ἐλπίδα
κι οἱ νεκροὶ μποροῦν νὰ γείρουν στὸν πλευρό τους
καὶ νὰ κοιμηθοῦν δίχως παράπονο
ξέροντας πὼς δὲν πῆγε τὸ αἷμα τους τοῦ κάκου,
εἶναι ἡ εἰρήνη.

Εἰρήνη εἶναι ἡ μυρουδιὰ τοῦ φαγητοῦ τὸ βράδυ,
τότε ποὺ τὸ σταμάτημα τοῦ αὐτοκινήτου στὸ δρόμο
δὲν εἶναι φόβος,
τότε ποὺ τὸ χτύπημα στὴν πόρτα
σημαίνει φίλος,
καὶ τὸ ἄνοιγμα τοῦ παραθύρου κάθε ὥρα
σημαίνει οὐρανός,
γιορτάζοντας τὰ μάτια μας
μὲ τὶς μακρινὲς καμπάνες τῶν χρωμάτων του,
εἶναι εἰρήνη.

Εἰρήνη εἶναι ἕνα ποτήρι ζεστὸ γάλα
κι ἕνα βιβλίο μπροστὰ στὸ παιδὶ ποὺ ξυπνάει,
τότε ποὺ τὰ στάχυα γέρνουν τό ῾να στ᾿ ἄλλο λέγοντας:
τὸ φῶς, τὸ φῶς
καὶ ξεχειλάει ἡ στεφάνη τοῦ ὁρίζοντα φῶς,
εἶναι ἡ εἰρήνη.

Τότε ποὺ οἱ φυλακὲς ἐπισκευάζονται νὰ γίνουν βιβλιοθῆκες,
τότε ποὺ ἕνα τραγούδι ἀνεβαίνει ἀπὸ κατώφλι σὲ κατώφλι τὴ νύχτα,
τότε ποὺ τ᾿ ἀνοιξιάτικο φεγγάρι βγαίνει ἀπ᾿ τὸ σύγνεφο
ὅπως βγαίνει ἀπ᾿ τὸ κουρεῖο τῆς συνοικίας
φρεσκοξυρισμένος ὁ ἐργάτης τὸ Σαββατόβραδο,
εἶναι ἡ εἰρήνη.

Τότε ποὺ ἡ μέρα ποὺ πέρασε,
δὲν εἶναι μιὰ μέρα ποὺ χάθηκε,
μὰ εἶναι ἡ ρίζα ποὺ ἀνεβάζει τὰ φύλλα τῆς χαρᾶς μέσα στὸ βράδυ
κι εἶναι μιὰ κερδισμένη μέρα κι ἕνας δίκαιος ὕπνος,
ποὺ νιώθεις πάλι ὁ ἥλιος νὰ δένει βιαστικὰ τὰ κορδόνια του
νὰ κυνηγήσει τὴ λύπη ἀπ᾿ τὶς γωνιὲς τοῦ χρόνου,
εἶναι ἡ εἰρήνη.

Εἰρήνη εἶναι οἱ θημωνιὲς τῶν ἀχτίνων στοὺς κάμπους τοῦ καλοκαιριοῦ
εἶναι τ᾿ ἀλφαβητάρι τῆς καλοσύνης στὰ γόνατα τῆς αὐγῆς.
Ὅταν λές: ἀδελφές μου, – ὅταν λέμε: αὔριο θὰ χτίσουμε.
ὅταν χτίζουμε καὶ τραγουδᾶμε,
εἶναι ἡ εἰρήνη.

Ἡ εἰρήνη εἶναι τὰ σφιγμένα χέρια τῶν ἀνθρώπων
εἶναι τὸ ζεστὸ ψωμὶ στὸ τραπέζι τοῦ κόσμου
εἶναι τὸ χαμόγελο τῆς μάνας
Τίποτ᾿ ἄλλο δὲν εἶναι ἡ εἰρήνη.
Καὶ τ᾿ ἀλέτρια ποὺ χαράζουν βαθιὲς αὐλακιὲς σ᾿ ὅλη τὴ γῆ,
ἕνα ὄνομα μονάχα γράφουν:
Εἰρήνη.
Τίποτ᾿ ἄλλο. Εἰρήνη.

Πάνω στὶς ράγες τῶν στίχων μου
τὸ τραῖνο ποὺ προχωρεῖ στὸ μέλλον
φορτωμένο στάρι καὶ τριαντάφυλλα,
εἶναι ἡ εἰρήνη.

Ἀδέρφια,
μὲς στὴν εἰρήνη διάπλατα ἀνασαίνει ὅλος ὁ κόσμος
μὲ ὅλα τὰ ὄνειρά μας
Δῶστε τὰ χέρια ἀδέρφια μου,
αὐτό ῾ναι ἡ εἰρήνη.

Ακούστε το εδώ :

Γυμνό σώμα του Γιάννη Ρίτσου

Είπε:
ψηφίζω το γαλάζιο.
Εγώ το κόκκινο.
Κ’ εγώ.

Το σώμα σου ωραίο.

Το σώμα σου απέραντο
Χάθηκα στο απέραντο.

Διαστολή της νύχτας.
Διαστολή του σώματος.
Συστολή της ψυχής.

Όσο απομακρύνεσαι
σε πλησιάζω.

Ένα άστρο
έκαψε το σπίτι μου.

Οι νύχτες με στενεύουν
στην απουσία σου.
Σε αναπνέω.

Η γλώσσα μου στο στόμα σου,
η γλώσσα σου στο στόμα μου –
σκοτεινό δάσος….
οι ξυλοκόποι χάθηκαν
και τα πουλιά.

Όπου βρίσκεσαι
υπάρχω.

Τα χείλη μου
περιτρέχουν τ’ αυτί σου.

Τόσο μικρό και τρυφερό
πώς χωράει
όλη τη μουσική;

Ηδονή –
πέρα απ’ τη γέννηση,
πέρα απ΄το θάνατο…
τελικό κ’ αιώνιο
παρόν.

Αγγίζω τα δάχτυλα
των ποδιών σου.
Τι αναρίθμητος ο κόσμος.

Κάτω απ΄όλες τις λέξεις
δύο σώματα ενώνονται
και χωρίζουν.

Μέσα σε λίγες νύχτες
πώς πλάθεται και καταρρέει
όλος ο κόσμος.

Η γλώσσα εγγίζει
βαθύτερα απ’ τα δάχτυλα.
Ενώνεται.

Τώρα
με τη δική σου αναπνοή
ρυθμίζεται το βήμα μου
κι ο σφυγμός μου.

Δυό μήνες που δε σμίξαμε.
Ένας αιώνας
κ’ εννιά δευτερόλεπτα.

Τι να τα κάνω τ’ άστρα
αφού λείπεις;

Με το κόκκινο του αίματος
είμαι.
Είμαι για σένα.

Ακούστε το ποίημα εδώ:

Λίγες λέξεις για τον Ναζίμ Χικμέτ

15 Ιανουαρίου 1902: γεννιέται στη Θεσσαλονίκη ένας από τους μεγαλύτερους Τούρκους λογοτέχνες, ο Ναζίμ Χικμέτ. Παρακάτω θα βρείτε λίγα λόγια για τη ζωή του καθώς και μία υπέροχη μελοποίηση του ποιήματός του “Η πιο όμορφη θάλασσα”, από τον Μάνο Λοίζο.

Ο Ναζίμ – όπως προτιμούν να τον αποκαλούν οι θαυμαστές του – ήταν γόνος εύπορης οικογένειας, η οποία διακατεχόταν και από καλλιτεχνικές ανησυχίες, καθώς η μητέρα του ήταν  καλλιτέχνις και ο παππούς του ποιητής. Μεγάλωσε στην Κωνσταντινούπολη και εξέδωσε τα πρώτα του ποιήματα σε ηλικία 17 ετών. Σπούδασε Οικονομικά και Κοινωνιολογία στη Ρωσία, όπου εγκαταστάθηκε μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Την ίδια περίοδο ήρθε σε επαφή με λογοτέχνες και καλλιτέχνες απ’ όλο τον κόσμο  και γνώρισε τις  κομμουνιστικές ιδέες, οι οποίες επηρέασαν την πορεία και το έργο του. Λίγα χρόνια αργότερα επέστρεψε στην Τουρκία, συνελήφθη όμως επειδή δούλευε σε περιοδικό αριστερής ιδεολογίας και διέφυγε στη Ρωσία, για να γυρίσει ξανά στην πατρίδα του το 1928, αφότου είχε ισχύσει στην Τουρκία γενική αμνηστία. Οι πολιτικές του δράσεις ύστερα από την επιστροφή του έγιναν η αιτία μακρόχρονης φυλάκισής του από τις τουρκικές αρχές, η οποία προκάλεσε παγκόσμια  αντίδραση και κινητοποίηση, με πρωταγωνιστικό ρόλο να λαμβάνουν πρόσωπα όπως ο Ζ.Π. Σαρτρ και ο Π. Πικάσο. Μετά την αποφυλάκισή του εγκατέλειψε την Τουρκία και ως το τέλος της Ζωής παρέμεινε στη Νότια Ευρώπη και τη Σοβιετική Ένωση.

Η ποίησή του διακατέχεται από λυρικότητα και ευαισθησία, είναι νοσταλγική και αισιόδοξη ταυτόχρονα. Στην πιο ώριμη μορφή της, είναι επηρεασμένη από το κίνημα των σοβιετικών Φουτουριστών, καθώς ο Χικμέτ επιδιώξε να «απελευθερώσει» το στίχο του από το μέτρο και χρησιμοποίησε ελεύθερο στίχο.

Ας ακούσουμε την «Πιο όμορφη Θάλασσα» του, από μια υπέροχη μελοποίηση του Μάνου Λοίζου, σε απόδοση Γιάννη Ρίτσου. Και ας σκεφθούμε…

«Η πιο όμορφη θάλασσα είναι αυτή που δεν την αρμενίσαμε ακόμα… Το πιο όμορφο παιδί δε μεγάλωσε ακόμα. Τις πιο όμορφες μέρες, δεν τις ζήσαμε ακόμα.»

Ν. Χικμέτ, Η πιο όμορφη θάλασσα
Στίχοι: Ν. Χικμέτ, μελοποίηση: Μ. Λοϊζος, απόδοση: Γ. Ρίτσος

Πηγές άρθρου:

https://www.poetryfoundation.org/poets/nazim-hikmet

https://www.poets.org/poetsorg/poet/nazim-hikmet

https://en.wikipedia.org/wiki/N%C3%A2z%C4%B1m_Hikmet