Ο θάνατος στη Χρυσή Ακτή, μια θανάσιμη βιογραφία

Σε μια πρόσφατη επίσκεψή μου στο βιβλιοπωλείο των εκδόσεων Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος εξέφρασα την ανάγκη να διαβάσω ένα λογοτεχνικό έργο σχετικό με τον θάνατο και την φθορά. Το ζήτημα αυτό από αρχής εώς εσχάτων απασχολεί συγγραφείς και ποιητές, θεολόγους, ψυχοθεραπευτές και φιλοσόφους. Προσπαθώντας να το προσεγγίσω σφαιρικά και ορμώμενη από την ψυχιατρική έστρεψα την αναζήτηση στην λογοτεχνία. Η πρόταση ήρθε σχεδόν ακαριαία: “Ο θάνατος στη Χρυσή Ακτή” του μέχρι τότε άγνωστου σε εμένα Ελβετού συγγραφέα Φριτς Τσόρν. Χωρίς δισταγμό ή δεύτερη σκέψη το απέκτησα και σύντομα βυθίστηκα στον σκοτεινό και νευρωτικό κόσμο της “Οργής” (ψευδώνυμο που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας).

Ο συγγραφέας

Πρόκειται για μια βιογραφία, για ένα ντοκουμέντο καταστροφής, για ένα εξομολογητήριο γράμμα, ένα ημερολόγιο θανάτου, μια εξαγνιστική εκμυστήρευση. “Είμαι νέος και πλούσιος και μορφωμένος. Και είμαι δυστυχισμένος και νευρωτικός και μόνος”: αυτή είναι η εναρκτήρια φράση της εξόριστης από την ζωή ζωής του νεαρού Φριτς, που έμελλε να μείνει για πάντα νεαρός, τουλάχιστον ηλικιακά. Ο αφηγητής μας θα φύγει από την ζωή στα 32 του χρόνια, χτυπημένος από τον καρκίνο και την κατάθλιψη, μια μέρα αφού θα πληροφορηθεί την έκδοση του βιβλίου του που τόσο πολύ επιθυμούσε. Ο τίτλος του θα είναι “Άρης” (στα ελληνικά προτιμήθηκε λόγω του περιεχομένου Ο θάνατος στη Χρυσή Ακτή).

Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση ξεκινά από τα παιδικά χρόνια του συγγραφέα, από το πατρικό του σπίτι στο Κ., πλούσιο προάστιο της Ζυρίχης, από την μεγαλοαστική κοινωνία της Χρυσής Ακτής. Θα έλεγε κανείς πως από αυτό ξεκινά και σε αυτό καταλήγει η ιστορία του. Το μικρό αγόρι μεγαλώνει σε ένα αποστειρωμένο περιβάλλον, όπου απολαμβάνει αν και όχι σε υπέρμετρο βαθμό τα υλικά αγαθά και όπου επικρατεί μια οικογενειακή αρμονία. Στο πλαίσιο της τελευταίας, αποφεύγονται οι συζητήσεις βαθύτερων θεμάτων, τα οποία χαρακτηρίζονται ως δύσκολα. Άνθρωποι διαφορετικοί μέμφονται ως γραφικοί ή γελοίοι. Οι απόψεις πνίγονται, όπως και οι αντιδράσεις. Οι επισκέψεις θεωρούνται περιττές, ενώ ο θεός και η πολιτική αποπέμπονται από την καθημερινή συζήτηση. Η κλασική μουσική και η λογοτεχνία εξυμνούνται, αλλά οποιοδήποτε διαφορετικό είδος περιφρονείται. Και όλα όσα παραθέτει δεν συμβαίνουν από καθαρή αδιαφορία αλλά κατ’ επίκληση μιας κατ’ επίφαση ανωτερότητας, ενός αρρωστημένου ελιτισμού που δεν στηρίζεται πουθενά παρά μόνο στην νοσηρή αντίληψη των γονιών για την οικογενειακή γαλήνη, η οποία δεν έπρεπε σε καμία περίπτωση να διαταραχθεί, ακόμα και αν αυτό σήμαινε τον μαρασμό των μελών της οικογένειας. Αυτό δεν περιορίζεται στους τέσσερεις τοίχους που περιφρουρούν το σπίτι των γονιών του, αλλά εξαπλώνεται καθ’ όλο το μήκος της Χρυσής Ακτής, άλλοτε σε μικρότερο και άλλοτε σε μεγαλύτερο βαθμό.

Από τα πρώτα του κιόλας χρόνια, ο Φριτς είναι αιχμάλωτος μιας ασφυκτικής οικογένειας και κοινωνίας. Εντός αυτής δεν πρέπει να ξεχωρίζει, διότι κάτι τέτοια θα οδηγούσε σε διάρρηξη της επιζητούμενης αρμονίας. Προκειμένου να παραμείνει απαρατήρητος και αρμονικός μέσα στην δυσαρμονία δεν έμαθε ποτέ να λέει όχι, να εκφράζει την γνώμη του, να αντιτίθεται, να διαφοροποιείται. Η εκούσια αυτή υποταγή που ήταν βαθιά ριζωμένη στην οικογενειακή και κοινωνική παράδοση δεν είχε εξαρχής αρνητικά αποτελέσματα στον σχολικό του βίο. Ή σωστότερα σε αυτήν την περίοδο της ζωής του δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί τις συνέπειες που μια τέτοια στάση θα του επιφύλασσε για το υπόλοιπο της ζωής του.

Η υποταγμένη στις συμβατικότητες, απογυμνωμένη ολοκληρωτικά από αισθήματα και ευαισθησίες ατμόσφαιρα κάνει αδύνατη ή έστω καθιστά ακόμα πιο δυσχερή την ανάπτυξη της προσωπικότητάς του από τη φύση του ευαίσθητου νεαρού γόνου. Αυτό δε θα αργήσει να φανεί. Μεγαλώνοντας και περνώντας από την παιδικότητα στην εφηβεία και ύστερα στην ενηλικίωση και την φυγή από τα δεσμά του πατρικού σπιτιού, τα χωροταξικά δεσμά, ο Φριτς θα βρεθεί μόνος, ολότελα μόνος. Δεν είχε δημιουργήσει βαθύτερες διαπροσωπικές σχέσεις με άλλους ανθρώπους, παρ’ ότι είχε την φήμη ενός διασκεδαστικού και ευδιάθετου μαθητή και φοιτητή. Δεν είχε φίλους, είχε απλώς γνωστούς, τ ώστε να απαλύνουν ελάχιστα την μοναξιά του, χωρίς όμως να μπορεί να την μοιραστεί μαζί τους. Το σημαντικότερο ήταν πως δεν είχε αισθανθεί έλξη ούτε για το αντίθετο ούτε για το ίδιο φύλο. Δεν είχε ποτέ του ερωτευτεί αλλά ούτε και διεγερθεί σεξουαλικά για κάποιον άνθρωπο. Ήταν ανέραστος και ήταν και μόνος. Δυστυχώς, έτσι ακριβώς, έφυγε από την ζωή. Ωστόσο μέχρι τότε, μεσολάβησε μια πολύ σημαντική συνειδητοποίηση που θα δούμε ακολούθως.

Όταν είχε πια ολοκληρώσει τις σπουδές του, είχε ξεκινήσει να ασκεί το επάγγελμα του καθηγητή Ρομανιστικής, είχε μετακομίσει στην Ζυρίχη όπου ζούσε μόνος του, ήρθε αντιμέτωπος με μια κατάσταση, με μια αλήθεια που πάσχιζε να εκτοπίσει και να σύρει στα έγκατα της σκέψης του. Έπασχε από κατάθλιψη και από νεύρωση. Τα δείγματα ήταν πασιφανή, αλλά αρνούνταν να τα δει, προτιμώντας να παραδοθεί σε έναν σταδιακό μαρασμό. Εξάλλου, ο έρωτας, σαρκικός και πνευματικός, η αγάπη, το πάθος απουσίαζαν εξαρχής από την ζωή του. Το πρόβλημα δεν ήταν μονάχα αυτό. Οποιαδήποτε σπίθα ζωής και ενέργειας απουσίαζε από την ύπαρξή του. Σε αυτή την θλιβερή για τον εξωτερικό παρατηρητή κατάσταση, εμφανίστηκε σαν από μηχανής θεός θα έλεγε κανείς για την συγκεκριμένη περίπτωση ο καρκίνος. Όπως ο ίδιος αναφέρει ένας όγκος ξεπρόβαλλε στον λαιμό του, ένας όγκος που κουβαλούσε όλα εκείνα τα δάκρυα που είχε καταπιεί. Η πορεία της ασθένειάς του είναι ανοδική. Σύντομα ο καρκίνος θα κάνει μετάσταση σε πολλά σημεία του σώματός του καταδικάζοντας σε έναν θάνατο αργό και βασανιστικό.

Την επανάσταση έρχεται να την κάνει ο θάνατός του, ένας θάνατος που πρέπει να καταδείξει το σπέρμα θανάτου που φωλιάζει σε αυτή την κοινωνία, να κάνει ολοφάνερη την θνησιγένειά της και τις αναπόφευκτες συνέπειες μιας καταπίεσης άνευ προηγουμένου. Ο καρκίνος δεν είναι μόνο σωματικός, είναι ψυχικός, κοινωνικός. Στην ουσία, η ζωή του ήταν ο θάνατος και από τη στιγμή που ο καρκίνος εισβάλλει στο σώμα του τον κάνει να συλλάβει την έννοια της ζωής του. Για τον Φριτς, όπως και για τον Ιβάν Ίλιτς στο έργο του Λέοντος Τολστόι ο θάνατος ή έστω το ενδεχόμενο του οδηγούν σε μια αφυπνιστική εμπειρία που στρέφεται στην αλλαγή της ζωής. Αυτήν την ζωή που ο Φριτς θυσίασε στο βωμό της ψευδεπίγραφης αρμονίας και του Δυτικού καθωσπρεπισμού του κίβδηλου αστικού περιγύρου που τον κρατούσε αλυσοδεμένο για πολλά χρόνια. Ο καρκίνος τον μεταμορφώνει ενώ παράλληλα τον καταστρέφει. Μέσα από την καταστροφή αυτή έρχεται η δημιουργία. Όπως λέει ο Κωστής Παλαμάς: “Εγώ είμαι ο γκρεμιστής, γιατί είμ’ εγώ και ο χτίστης […] Και θέλει το γκρέμισμα νου και καρδιά και χέρι. Ο Φριτς αξιοποιεί τις τρεις αυτές ιδιότητες, το αφυπνισμένο μυαλό του, την χωρίς αγάπη και που λαχταρά για αυτήν καρδιά του και την λογοτεχνική επιδεξιότητα, ξαναγεννιέται μέσα από τις στάχτες του και συνθέτει το πρώτο έργο και κύκνειο άσμα του, το ρέκβιεμ μιας ζωής που παίρνει την αληθινή της έννοια μόνο από την στιγμή που η αρρώστια θρονιάζεται στο κορμί και μετατρέπει την γεμάτη δηλητήριο φυσιολογικότητα σε έναν κακοήθη όγκο που κόβει την ανάσα.

Ο συγγραφέας

Θα αξιοποιήσω έναν αφορισμό του Σάρτρ λέγοντας πως δεν έχει πια σημασία τι έκαναν στον άνθρωπο αλλά τι έκανε ο άνθρωπος από αυτό που του έκαναν. Ο Τσορν επέλεξε να καταρτήσει έναν οδηγό επιβίωσης. Η στάση στην οποία θέλουν να τον βλέπουν δεν είναι εκείνη της αθλιότητας, αλλά η στάση της μοναδικής αρετής στην οποία μπορεί να μετατραπεί η αθλιότητα: στη στάση του ανατόμου της προσωπικής του υπόθεσης. Δεν πρόκειται άλλωστε για ένα post mortem αλλά για ένα ante mortem έργο, για μια ανατομία, μια ψυχογραφία. Ο θάνατος παραμονεύει και τα γραπτά είναι ένας αγώνας δρόμου με αντίπαλο τον εξελισσόμενο καρκίνο. Ίσως, το όλο δημιούργημα να είναι μια απάντηση του συγγραφέα στην ζωή που δεν έζησε. Μια τέτοια σκέψη θα αδικούσε την σημασία του βιβλίου αυτού και θα την περιόριζε σε μια εγωιστική ανάγκη για υστεροφημία. Αν και ο Τσορν δεν επιχειρεί να είναι διδακτικός, μοιάζει να προσπαθεί να επιμηκύνει την ζωή του μέσω της τεχνικής των κυματισμών. Πιο αναλυτικά, βαθιά μέσα του επιδιώκει με το έργο αυτό να μην καταδείξει μόνο την δική του μίζερη ύπαρξη αλλά να ταρακουνήσει όλους εκείνους που αρκούνται σε μια τέτοια κατάσταση που δεν την απαρνούνται και δεν επαναστατούν. Απαντά έστω ετεροχρονισμένα με την δική του ασθένεια με τον καρκίνο στο καρκινογενές περιβάλλον εντός του οποίου ανατράφηκε. Κατηγορεί και εκείνο αλλά και τον εαυτό του για την κατάληξη αυτήν και προσδίδει σε αυτό το υποβόσκον κατηγορητήριο μια λογοτεχνική αξία.

Αυτό το όλο πίκρα βιβλίο, η βιογραφία ενός ανθρώπου κλεισμένου στο χρυσό κλουβί της αστικής ευμάρειας και που ανατράφηκε για τον θάνατο είναι για εμένα κάτι περισσότερο από ένα στοχαστικό δοκίμιο. Μπορεί να μην είναι λογοτεχνία με την τυπική και αυστηρή του όρου έννοια. Είναι ένα βιβλίο απόλυτης ειλικρίνειας και ολοκληρωτικής αυθάδειας, ένα δοκίμιο θρηνητικού χιούμορ και πιεστικής λογικής, βιβλίο με γλωσσική μουσικότητα και με κυριαρχία των εκφραστικών μέσων. Σε αυτό είναι συμπυκνωμένο και συγκεντρωμένο ό,τι ισχύει για το κάθε μεμονωμένο άτομο. Η αφήγηση είναι ένα αγχωτικό και συναρπαστικό την ίδια στιγμή ανάγνωσμα. Είναι μια εξιστόρηση αναγκαία τόσο για τον αφηγητή όσο και για εμάς Δεν ξέρουμε και δε θα μάθουμε ποτέ αν η τέχνη κατάφερε να του δώσει αυτά που του στέρησε η ζωή. Αυτό που γνωρίζουμε είναι πως αυτό το γλωσσικά φτωχό σε πρώτο επίπεδο ντοκουμέντο ενός αρρώστου περί ανικανότητας επαφής όσο προχωρά γίνεται μια πιο πυκνή και καθηλωτική πρόζα ενός αληθινού συγγραφέα αλλά κυρίως ενός αληθινού ανθρώπου, αρνητή της ζωής αλλά αποδέκτη του θανάτου.

Πράγματι, αν και η ζωή μου απάδει από εκείνη του Τσορν από πολλές απόψεις, το βιβλίο μπολιάζει ένα πολύ επικίνδυνο μικρόβιο, αυτό της αναγνώρισης και της ταύτισης, Μπορεί να μην έχουμε προσβληθεί και να μην προσβληθούμε ποτέ από κάποιο θανατηφόρο σωματικό ή ψυχικό νόσημα, μπορεί ποτέ να μην ζήσουμε κάποια εμπειρία θανάτου που να μας προκαλέσει αφύπνιση, αλλά σίγουρα σε αυτό το βιβλίο μπορούμε να αναγνωρίσουμε εκείνο που επεσήμανε στον πρόλογο του ο Άντολφ Μούσγκ ότι “σε μια ανίατη κοινωνία ο θάνατος δεν είναι η εξαίρεση αλλά ο κανόνας και ότι θα εξακολουθήσουμε να πεθαίνουμε έτσι, αν εξακολουθήσουμε να ζούμε έτσι. Και ακριβώς σ’ αυτό έγκειται πραγματικά η συγκλονιστικότητα αυτού του βιβλίου”.

Το βιβλίο

Το έργο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος σε μετάφραση της Μαρίας Χατζηγιάννη. Eντός του βιβλίου μπορείτε να βρείτε τις κριτικές ομότεχνων του, και όχι μόνο, από τις οποίες αντλήσαμε το υλικό μας.

Πηγές:

H κριτική για τον Άρη, Peter Ruedi, Die Weltwoche, 1977

Ντοκουμέντο μιας καταστροφής, H. Burger, Lenyburg Seetal, 1977

Σύγκρουση με την Κοινωνία, Martin Kraft, Berner Machrichten, 1977

H οργή του Τσορν, Jurg Ramspeck, Yurl Lou, 1977

Η τεχνική πρόοδος, ένα φοβερό κείμενο του Ε. Παπανούτσου

Όσοι, κουνώντας μελαγχολικά το κεφάλι ή υψώνοντας τη φωνή με οργή, αρνούνται την ηθική πρόοδο του ανθρώπου κατά τους μακρούς αιώνες της ιστορικής του διαδρομής, μιλούν συνήθως με αδιαφορία, ή και με περιφρόνηση, για την αξία της “υλικής” προόδου, των κατακτήσεων δηλαδή της επιστήμης και της τεχνικής, που άλλαξαν στους χρόνους μας τη μορφή του κόσμου.

§Καμιά επιρροή, λέγουν δεν έχουν αυτά τα πολυθρύλητα θαύματα απάνω στον ηθικό βίο του ανθρώπου, στο χαρακτήρα, στην προσωπικότητά του. Άλλη η μια τροχιά, άλλη η άλλη· δεν πηγαίνουν παράλληλα. Ή
Καμιά ουσιαστική αξία, λέγουν, δεν έχουν οι τεχνικές τελειοποιήσεις των μέσων της ζωής, για τις οποίες υπερηφανεύεται ο πολιτισμός μας. Ευτυχέστερος ήταν ο άνθρωπος που ζούσε χωρίς τις σημερινές ανέσεις, σε κοινωνίες απλούστερες, “πρωτόγονες”. Ή
Όχι μόνο δεν καλυτέρεψε, αλλά χειροτέρεψε τον άνθρωπο η πρόοδος της επιστήμης και της τεχνικής. Πολλαπλασίασε και έκανε πιο raffinee τη δύναμη της κακουργίας του . . .
Θα προσπαθήσω να αποδείξω ότι και οι τρεις αυτές υποθέσεις είναι αστήριχτες· βρίσκονται σε ασυμφωνία με εξώφθαλμα γεγονότα.
Πρώτον, είναι πλάνη να νομίζομε ότι η ευημερία δεν επηρεάζει προς το καλύτερο το ήθος των ανθρώπων. Προσοχή: δε λέγω η ευμάρεια, ο πλούτος, η πολυτέλεια· λέγω η ευημερία, δηλαδή η επάρκεια των υλικών μέσων της ζωής, που επιτρέπει τις απαραίτητες για έναν πολιτισμένο άνθρωπο ανέσεις. Τα παραδείγματα αφθονούν, από παρατηρήσεις απάνω και στην ατομική και στη συλλογική ζωή. Η πενία, ως συνώνυμο της πείνας, της αρρώστιας και της αμάθειας, είναι ο χειρότερος σύμβουλος του ανθρώπου και η μεγαλύτερη μάστιγα των κοινωνιών. Άτομα ή λαοί που λιμοκτονούν, δεκατίζονται από αρρώστιες και είναι βυθισμένοι στην αμάθεια, έχουν το βούρκο και τη δυστυχία μέσα στην ψυχή τους. Φθονούν, απεχθάνονται, μισούν όχι μόνον όσους γεύονται άνετα τα αγαθά της ζωής, αλλά και τους ομοίους των. Η εξαθλίωση διηθείται έως τους εσώτερους πόρους της ψυχής τους και τους εξαχρειώνει. Αρετές όπως η αγάπη της ελευθερίας, η αυτοκυριαρχία, η αξιοπρέπεια δεν μπορούν να ριζώσουν σε έδαφος ψυχικό, που το έχουν αποψιλώσει οδυνηρές υλικές στερήσεις. Σκλάβους, ακρατείς, ευτελείς κάνει τους ανθρώπους η αγιάτρευτη φτώχεια. – Αντίθετα η ευημερία, ως συνώνυμο της ευπορίας στα υλικά μέσα της ζωής, της υγείας και της μόρφωσης, επιδρά ευεργετικά απάνω στο χαρακτήρα των ατόμων και των λαών. Τους κάνει φιλελεύθερους, ευπρεπείς, γενναιόψυχους. Τους δίνει τη χαρά της ζωής που κάνει τον άνθρωπο να χαίρεται την ανθρωπιά του. Να υπερηφανεύεται γι’ αυτήν. Να την τιμά, και στο δικό του πρόσωπο και στο πρόσωπο των ομοίων του. “Ευστάθεια” (με όλες τις σημασίες της λέξης) δεν έχουν ούτε τα άτομα ούτε οι κοινωνίες που μαστίζονται από την εξαθλίωση. Και είναι εχθρός του ανθρώπου εκείνος (ο σοφός ή ο πολιτικός) που θεωρεί άσχετες μεταξύ τους την ευημερία με την ευτυχία, την ευτυχία με την αρετή. Χαρά και καλοσύνη (όσο και αν επιχειρούμε να αντισταθμίσομε τις στερήσεις του παρόντος με προσδοκίες του μέλλοντος) δεν μπορεί να έχει ο άνθρωπος ή ο λαός ο εξαθλιωμένος από τα δεινά της πείνας, της αρρώστιας και της αμάθειας. Χορτάσετέ τον, γιατρέψετέ τον, μορφώσετέ τον και θα δημιουργήσετε τις προϋποθέσεις για ν’ αστράψει μέσα του το φως της αλήθειας, της ομορφιάς και της αρετής – με μια λέξη : της ανθρωπιάς.
Δεύτερον, είναι πλάνη να υποθέτομε ότι οι εκπληκτικές κατακτήσεις της επιστήμης και της τεχνικής, για τις οποίες δικαιολογημένα υπερηφανεύεται ο πολιτισμός μας, δεν έχουν καμιάν ουσιαστικήν αξία, επειδή τάχα δεν έκαναν “ευτυχέστερο” τον άνθρωπο – άρα δεν αποτελούν “πρόοδο”. “Άχ! τι ωραία που ζούσαν άλλοτε οι άνθρωποι στις πρωτόγονες κοινωνίες τους, χωρίς το τηλέφωνο, το ραδιόφωνο, το αυτοκίνητο, το αεροπλάνο” . . Δεν πρέπει, νομίζω, να παίρνομε στα σοβαρά αυτό τον ψευτορομαντισμό της υποκριτικής νοσταλγίας του παρελθόντος. Πρώτα – πρώτα γιατί δογματίζει “εκ του ασφαλούς” και “με το αζημίωτο”: δεν εγνώρισα ακόμη κανένα οπαδό του δόγματος να διακόψει το ηλεκτρικό ρεύμα στο σπίτι του για να ζήσει ευτυχέστερος. Και έπειτα, γιατί είναι τουλάχιστο γελοίο να υποστηρίζει κανείς ότι ζούσαν “καλύτερα” οι άνθρωποι τότε που οι γιατροί καίγανε με πυρωμένο σίδερο τις μολυσμένες πληγές (χωρίς φυσικά, να μεταχειρίζονται αναισθητικά ή αναλγικά φάρμακα) ή που πέθαιναν τα μωρά κατά εκατομμύρια από εντερίτιδα . . . ή τότε που σοφοί και υψηλής ευαισθησίας άνθρωποι καταδέχονταν να θεωρούν τη δουλεία αναπόφευκτη, επειδή έπρεπε να μένουν ώρες και δυνάμεις σ’ αυτούς και στους οικείους των ελεύθερες για να διαβάζουν και να ψυχαγωγούνται. . .ή τότε που η ανάγνωση και η γραφή ήταν προνόμιο των ολίγων και των “ισχυρών” και ο μεγάλος αριθμός έπρεπε να πιστεύει μοίρα του αδυσώπητη να μένει εσαεί βυθισμένος στην άγνοια, στη δεισιδαιμονία και στο σκότος. Έχομε άραγε όλοι συνειδητοποιήσει τις τεράστιες προόδους που έχει πραγματοποιήσει στα μέσα και στον τρόπο της ζωής μας αυτός ο πολιτισμός που τον αποκαλούμε με περιφρόνηση “απλώς τεχνικό”; Ιδού μια λεπτομέρεια διατυπωμένη με αριθμούς που αξίζει να τη σκεφτούμε πολύ: Στο Λίβερπουλ (της Μεγ. Βρετανίας) ο μέσος όρος ζωής των κατοίκων το 1846 ήταν το 26ο έτος της ηλικίας· στο Μπόστον (των Ηνωμένων Πολιτειών) ο μέσος όρος ήταν πέρσι το 66,7 της ηλικίας. Και δεν είναι μόνο η διάρκεια που μεγάλωσε· έγινε και το ποιόν της ζωής διαφορετικό. Σήμερα ο άνθρωπος των προχωρημένων στον πολιτισμό χωρών έχει άπειρες ευκαιρίες να “εντείνει” και να “υψώσει” (να ευγενίσει με τα αγαθά της παιδείας) τη ζωή του. Να την εκτιμήσει και να τη χαρεί. Ότι ζει “καλύτερα”, “ανετότερα”, “τελειότερα”, “ανθρωπινότερα”, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Είναι άραγε και ευτυχέστερος; Η απάντηση εξαρτάται από το τι ονομάζεται “ευτυχία”. Θα αναγνωρίσετε πάντως ότι όταν πεθαίνει κανείς πολύ νέος, αφού έχει ζήσει μια περιορισμένη, κουτή και τυραννισμένη ζωή – δεν προλαβαίνει τουλάχιστο να ευτυχήσει . . .
Τρίτο και τελευταίο, είναι πλάνη να υποστηρίζομε ότι η επιστημονική και τεχνική πρόοδος των τελευταίων τριών αιώνων όχι μόνο δεν καλυτέρεψε, αλλά χειροτέρεψε τον άνθρωπο. Το επιχείρημα (που με τόσην ελαφρότητα επαναλαμβάνεται ακόμη και από σοβαρούς συζητητές) ότι οι πιο προοδευμένοι στην επιστήμη και στα γράμματα λαοί φάνηκαν οικτρότεροι και πιο αδίσταχτοι, απάνω στον πυρετό του τελευταίου πολέμου, δεν έχει αποδειχτικήν αξία αναμφισβήτητη, άμα το αναλύσει κανείς περισσότερο. Υπενθυμίζω τη διάκριση, που κάνουν οι Μαθηματικοί, μεταξύ αναγκαίων και επαρκών συνθηκών, γιατί αυτή θα μας δώσει το λογικό σχήμα να βάλομε τα πράγματα στη θέση τους. Να υπάρχουν σε μεγάλη ποσότητα υδρατμοί στην ατμόσφαιρα, είναι μια αναγκαία προϋπόθεση της βροχής – όχι όμως και επαρκής, γιατί αυτή και μόνη (χωρίς πχ μιαν ορισμένη πτώση της θερμοκρασίας) δεν φέρνει τη βροχή.
Αυτό συμβαίνει και στη δική μας περίπτωση. Κανείς δεν θα ισχυριστεί ότι φτάνει μια διδακτορική διατριβή στη Χημεία ή ένα νόμπελ της Φυσικής για να γίνει και ηθικά ανώτερος ένας άνθρωπος· όταν όμως φωτίζεται ο νους του με τη διερεύνηση των νόμων του σύμπαντος και από τούτο το φωτισμό υψώνεται το πνευματικό του βλέμμα έως τη θεώρηση κάποιων ανώτερων αληθειών, δημιουργούνται οι αναγκαίες συνθήκες για να αναπτυχθούν μέσα στην ψυχή του τα σπέρματα του καλού (εάν είναι ζωντανά) και έτσι να γίνει πιο άνθρωπος.
Χωρίς αυτόν τον τελευταίο όρο ( την επαρκή συνθήκη του μαθηματικού) ο επιστήμονας ή ο τεχνικός μας θα καταντήσει ένας τερατώδης νους τόσο προσηλωμένος στις άτεγκτες γενικεύσεις του, ώστε να είναι ικανός για τις μεγαλύτερες θηριωδίες. Και τούτο επειδή έχει μείνει στη μέση του δρόμου: στάθηκε στις γνώσεις· δεν προχώρησε έως τη γνώση. Έως δηλαδή εκείνη την ολοκλήρωση του πνεύματος που δεν ξεχωρίζει πια με στεγανά τοιχώματα από δω την “αλήθεια” από κει την “ομορφιά” και παραπέρα την “αρετή”, αλλά αισθάνεται, κρίνει και τιμά, σα μιαν ακατάλυτη ενότητα, την αρετή μέσα στην ομορφιά της αλήθειας. Η σωστή λοιπόν τοποθέτηση του ζητήματός μας είναι να πούμε ότι η πρόοδος της επιστήμης και της τεχνικής μπορεί να καλυτερέψει τον άνθρωπο (όπως ασφαλώς μπορεί και να τον χειροτερέψει – σαν τον διαρρήκτη που έχει αποκτήσει τελειοποιημένα εργαλεία), αφού δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την πνευματική του απογείωση. Αρκεί να συνεχίσει την πτήση του και να πάει πολύ ψηλά . . . Ας το πάρομε μια για πάντα απόφαση· αφού μπήκαμε στο δρόμο των επιστημονικών και τεχνικών κατακτήσεων, δε γίνεται πια να γυρίσομε πίσω. Αλλά ούτε ωφελεί. Απάρνηση της προόδου σ΄ αυτό τον τομέα σημαίνει επάνοδο στη βαρβαρότητα. Ευτυχέστερη και ηθικότερη θα γίνει η ανθρωπότητα όχι δεσμεύοντας αλλά αφήνοντας πιο ελεύθερο ακόμη το πνεύμα. Η σωτηρία μας είναι όχι λιγότερη, αλλά περισσότερη, πλατύτερη και βαθύτερη μάθηση.

Ένα κείμενο για τους νέους από τον Μανόλη Ανδρόνικο

Ο Mανόλης Aνδρόνικος ήταν ένας από τους σπουδαιότερους Έλληνες αρχαιολόγους. Έφερε στο φως ένα από τα σημαντικότερα αρχαιολογικά μνημεία σε παγκόσμιο επίπεδο.

Γεννήθηκε στην Προύσα στις 23 Οκτωβρίου 1919 και έζησε στη Θεσσαλονίκη.

Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Το 1952 έγινε καθηγητής Kλασικής Aρχαιολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Από το 1954 έως το 1955, θα μετεκπαιδευτεί στην Οξφόρδη δίπλα στον καθηγητή σερ Τζων Μπίζλευ.

Πραγματοποίησε πολλές ανασκαφικές έρευνες στη Βέροια, τη Νάουσα, το Κιλκίς, τη Χαλκιδική, τη Θεσσαλονίκη, αλλά το κύριο ανασκαφικό του έργο συγκεντρώθηκε στη Βεργίνα.

Η κορυφαία στιγμή της καριέρας του θεωρείται η 8η Νοεμβρίου 1977, όταν στη Βεργίνα έφερε στο φως ένα από τα σημαντικότερα αρχαιολογικά μνημεία, τον ασύλητο μακεδονικό τάφο ΙΙ της Μεγάλης Τούμπας, όπου τάφηκε ο Φίλιππος Β΄, βασιλιάς της Μακεδονίας (359-336 π.Χ.). Στο εσωτερικό του τάφου εντυπωσίασαν τα ευρήματα, μεταξύ των οποίων και αξιόλογα έργα τέχνης, τα οποία εκτίθενται στη Μεγάλη Τούμπα της Βεργίνας. Η ταυτότητα του νεκρού παραμένει αμφισβητούμενη για κάποιους.

Το 1992 του απονεμήθηκε ο Μεγαλόσταυρος του Φοίνικος. Πέθανε μια μέρα σαν σήμερα το 1992.

Στο δοκίμιο «Για τους νέους», ο Μανόλης Ανδρόνικος επιχειρεί να προσεγγίσει τους τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι μεγαλύτερης γενιάς συνηθίζουν να σκιαγραφούν τους νέους. Παρότι το κείμενο έχει γραφεί πολλά χρόνια πριν ( το 1967 ) είναι επίκαιρο στο εξής σημείο: Οι άνθρωποι λειτουργούμε με στερεότυπα, κάτι το οποίο είναι σε έναν βαθμό φυσιολογικό. Το πρόβλημα και σε κοινωνικό και σε ατομικό επίπεδο ξεκινά, όταν δεν έχουμε επίγνωση αυτής της πραγματικότητας και πιστεύουμε ότι αυτές οι απόλυτες θέσεις είναι και αληθείς.

Για τους νέους
[…] Το πρόβλημα μένει πάντα ανοιχτό: τι ζητούν σήμερα οι νέοι και τι μπορούμε να τους προσφέρουμε, όσοι έχουμε πια φτάσει στην ώριμη ηλικία; Είμαι δάσκαλος χρόνια πολλά και έχω, νομίζω, δικαίωμα να πω, για μια ακόμη φορά, τη γνώμη μου. Αφετηρία μου η σοφή ρήση του Σπινόζα πως πρέπει να κατανοούμε και όχι να κατηγορούμε ή να περιγελούμε.

Είναι καιρός που μια μεγάλη μερίδα από τους πιο τίμιους και άξιους ανθρώπους αισθάνονται υπόλογοι απέναντι στους νέους. Ένα βαθύτατο «πλέγμα ενοχής» καθορίζει τη στάση τους και τη σκέψη τους απέναντι στη νέα γενιά με την ορμητική αγνότητα και την επαναστατική ειλικρίνεια. Απέναντι στη μακάρια ικανοποίηση του «κατεστημένου» που μυκτηρίζει την ασυδοσία και την ασέβεια των νέων, στέκονται οι άνθρωποι αυτοί με «συντριβή και ταπεινοσύνη», με την πιο σκληρή διάθεση αυτοκριτικής, έτοιμοι να υπερθεματίσουν στα «κατηγορώ» της νέας γενιάς, πρόθυμοι να δικαιολογήσουν και να δικαιώσουν κάθε πράξη της, κάθε λόγο της, κάθε παρεκτροπή της, ακόμη και πράξεις που μπορεί να είναι εγκληματικές. Για όλα αυτά είμαστε υπεύθυνοι εμείς, λένε, οι νέοι αντιδρούν, με όποιο τρόπο μπορούν, σε μια κοινωνία που δεν τους πρόσφερε παρά την υποκρισία και την απάτη, τη βία και τον πόλεμο, τη θεοποίηση του άνομου συμφέροντος.

Φοβούμαι πως και οι κατήγοροι και οι συνήγοροι των νέων αντικρίζουν με πολλή ευκολία το πρόβλημα και κατορθώνουν να απαλλαγούν απ’ αυτό χωρίς μεγάλο κόπο. Είτε ρίξουμε την ευθύνη στους νέους είτε τους απαλλάξουμε ολότελα από κάθε ευθύνη, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: δεν αισθανόμαστε την ανάγκη να τους αντιμετωπίσουμε και να τους βοηθήσουμε. Όταν εκμηδενίσουμε τον ένα από τους δύο παράγοντες, τους νέους ή τους ώριμους, παύει να υπάρχει πρόβλημα συνεργασίας των δύο, συναγωνισμού ή όπως αλλιώς θέλουμε να το ονομάσουμε. Αυτό σημαίνει φυγομαχία και αδιαφορία για τους νέους και όχι ενδιαφέρον και κατανόηση, έστω και αν η στάση αυτών που τους δικαιώνουν απόλυτα ξεκινά από αληθινή αγάπη προς αυτούς.

Πρώτα πρώτα το σχήμα «νέος ώριμος» είναι παραπλανητικό. Ύστερα είναι αμφίβολο αν μπορούμε να συλλάβουμε με πληρότητα, ακρίβεια και διαύγεια τη στάση των νέων, τα αιτήματά τους και τις αντιδράσεις τους. Είμαι σχεδόν βέβαιος πως σ’ αυτό το σημείο δεν μπορούν να μας βοηθήσουν ούτε οι ίδιοι οι νέοι, που αναζητούν τον κόσμο και τον εαυτό τους, όντας γεμάτοι ερωτηματικά και απορίες. Ένα είναι βέβαιο, ο νέος άνθρωπος είναι έτοιμος να ριχτεί στη ζωή με τόλμη και ειλικρίνεια, με γενναιότητα και καθαρές προθέσεις. Συχνά φανταζόμαστε πως οι νέοι είναι ρομαντικοί, ονειροπαρμένοι, απροσγείωτοι. Αν δεν κάνω λάθος, η κρίση οφείλεται σε δική μας παρεξήγηση, σε κακή εκτίμηση των εκδηλώσεών τους. Οι νέοι έχουν, νομίζω, ένα δικό τους ρεαλισμό, κάποτε ωμό και επικίνδυνο, πάντοτε όμως αδιάβρωτο από τις καταχθόνιες διεργασίες της κοινωνικής ιδεολογίας. Οδεύουν ωστόσο με γρήγορο βηματισμό στο δρόμο που θα τους οδηγήσει στην κοινωνία των «ώριμων», στο χώρο όπου ο ανθρώπινος πολιτισμός έχει δημιουργήσει τα θαυμάσια τέρατα που μας συντηρούν και μας πανικοβάλλουν. Η απόλυτη άρνηση του ανθρώπινου πολιτισμού και η επιστροφή στη «φυσική» ζωή αποτελεί απλοϊκή, εύκολη και απραγματοποίητη λύση. Ακόμα και οι «χίπυς», στην πιο ακραία περίπτωση, εγκαταλείποντας την ανθρώπινη κοινωνία έπαιρναν μαζί τους πολλές από τις καταχτήσεις της, περιορίζομαι να αναφέρω μια μονάχα, την κιθάρα. Είτε το θέλουμε είτε όχι είμαστε υποχρεωμένοι να ζήσουμε – και θα είναι υποχρεωμένα και τα παιδιά μας και τα παιδιά των παιδιών μας να ζήσουν σ’ αυτό τον κόσμο, που τον συγκροτούν και τα μηχανικά και τα ανθρώπινα «τέρατα», με όλες τις αρετές και τις κακίες τους. Τίποτε δε θα κερδίσουν αυτά τα παιδιά από τη δική μας εμπειρία μέσα στον κόσμο, όπου θα ζήσουν;

Προτού δώσω εγώ την απόκριση την έχουν δώσει, τη δίνουν κάθε μέρα οι ίδιοι οι νέοι, που διαβάζουν άπληστα, που πηγαίνουν στο θέατρο, που παρακολουθούν ομιλίες. Τι αναζητούν στα βιβλία και στα θεάματα και στα ακροάματα οι νέοι, αν όχι την εμπειρία των παλαιοτέρων, που τους αναγνωρίζουν τη σοφία και τη γνώση της πλουσιότερης εμπειρίας; Αυτή τη γνώση μπορούν να τους τη μεταδώσουν όχι μονάχα οι τεχνίτες και οι σοφοί, αλλά ο καθένας από μας, ο πατέρας, ο φίλος, ο δάσκαλος, με μια προϋπόθεση, καίρια και αποφασιστική: την ειλικρίνεια. Αν ανοίξουμε στα παιδιά την καρδιά μας και τους αποκαλύψουμε γυμνή την αλήθεια για όσα γνωρίσαμε στη ζωή, τις χαρές και τις πίκρες μας, τις καταχτήσεις μας και τις απογοητεύσεις μας, τα όνειρά μας και τα επιτεύγματά μας, τα χτυπήματα και τις πληγές, αλλά και τις πονηριές μας και τις ατιμίες μας, τις αδυναμίες και τις μικρότητες έναν απολογισμό τίμιο και θαρραλέο, όπου χωρίς καμιά λογοκρισία να έχουν αναγραφεί και οι αρετές και οι κακίες μας και τα φωτεινά και τα σκοτεινά σημεία της δράσης μας.

Μια τέτοια εικόνα μπορούμε να δώσουμε όλοι, όμως οι τεχνίτες του λόγου έχουν την ικανότητα, και την υποχρέωση, να μεταφέρουν στους νέους συμπυκνωμένες και ανάγλυφες τις εμπειρίες μας όλες, και των απλών ανθρώπων και των σοφών και των ισχυρών και των αδύναμων και των βασανισμένων και των ευτυχισμένων. Πέρα από τις φιλολογικές και καλλιτεχνικές αναζητήσεις, τις νόμιμες και τις πλαστές, ο λογοτέχνης οφείλει να ανασυνθέσει με αυταπάρνηση και ειλικρίνεια τη μορφή του κόσμου που γνώρισε. Αν με την έμφυτη ικανότητα και την άσκηση κατορθώσει να δώσει στους νέους τα αληθινά προβλήματα που αντιμετώπισε η δική του γενιά, απογυμνωμένα από τις συμβατικές επικαλύψεις και τα εφήμερα πυροτεχνήματα, τις προσδοκίες της δικής του νιότης, τους αγώνες της, τα χτυπήματα, τα κέρδη και τις ζημίες, αν αποκαλύψει τα αληθινά τραύματα και τα γνήσια εύσημα της δικής του γενιάς, αν προχωρώντας εκμυστηρευθεί χωρίς συνειδητή ή ασυνείδητη υποκρισία τα σημερινά του όνειρα ή τη σημερινή του απελπισία, αν κατορθώσει να δείξει στους νέους πως δεν είναι μόνο αυτοί που χάνουν ό,τι αγαπούν, που αναγκάζονται να συμβιώσουν με όσα μισούν, που στέκονται αδέκαστοι και καθαροί, που ξαγρυπνούν για τους καημούς των διπλανών τους, που πονούν για τα αδικοσκοτωμένα παλικάρια των ανόσιων πολέμων, αν δίπλα σ’ όλα τούτα τους πει απερίφραστα και θαρραλέα πως η πείρα του του αποκάλυψε την απλή και γι’ αυτό πολύτιμη αλήθεια του σολωμικού στίχου: «δεν το ‘λπιζα να ‘ν’ η ζωή μέγα καλό και πρώτο!» Αν τους μεταδώσει κάτι τέτοιο, και ο ίδιος θα πρέπει να αισθάνεται ικανοποιημένος για την προσφορά του, αλλά προπάντων οι νέοι κάτι θα έχουν κερδίσει από μας τους «ώριμους». Ίσως να τους γλιτώσουμε από άσκοπες και βασανιστικές περιπλανήσεις στους χώρους, όπου πληγώσαμε και μεις τα νιάτα μας και όπου έχουν απομείνει πολλοί από τους πιο εκλεκτούς συντρόφους μας.

Παιδεία ή υπνοπαιδεία, Αθήνα 1976

Η αλλοτρίωση του καταναλωτισμού, του Ιωάννη Ξηροτύρη

«Σήμερα ο άνθρωπος των βιομηχανικών κοινωνιών ζει τον εαυτό του και τους
άλλους όπως ζει τα πράγματα, τα αντικείμενα, απλώς με τις αισθήσεις και με το νου, αλλά
σύγχρονα χωρίς καμιά καρποφόρα σχέση προς τον εαυτό του και το περιβάλλον, γιατί έχει
αλλοτριώσει τον εαυτό του. Δεν τον αισθάνεται σαν κέντρο και δημιουργό της τεχνικής
του κατασκευής, του κατασκευάσματός του, παρά σαν υπηρέτη του. Όσο πιο πελώριες
είναι οι δυνάμεις που έχει αποδεσμεύσει ο άνθρωπος, τόσο και πιο αδύνατο αισθάνεται
τον εαυτό του σήμερα μέσα στις βιομηχανικές κοινωνίες. Κατέχεται από την ίδια την
δημιουργία του, τη στιγμή που χάνει τον εαυτό του.
(…) Ο σκοπός του σημερινού ανθρώπου, που ζει μέσα στις βιομηχανικές κοινωνίες,
είναι να πουλήσει τον εαυτό του με επιτυχία στην αγορά. Γι’ αυτό και δεν αντλεί τη
συναίσθηση του εαυτού του από την ενεργητικότητά του σαν ένα ον που σκέπτεται και
αγαπά, πάρα από τον κοινωνικό – οικονομικό ρόλο του. Το αίσθημα της αξίας του
εξαρτάται από την επιτυχία, δηλαδή από το αν μπορεί να πουλήσει σε συμφέρουσα τιμή τον
εαυτό του, το σώμα του, τη νόησή του, τη νοητική του ικανότητα, τη δυνατότητα. Και η
ψυχή του ακόμη είναι το κεφάλαιό του!
(…) Ανθρώπινες ιδιότητες, όπως φιλία, ευγένεια, καλοσύνη και άλλα πιο «ιερά»
ακόμη πράγματα αντικρίζονται σαν εμπορεύματα, είδη χρήσιμα, αναγραμμένα επάνω στο
πακέτο της «προσωπικότητας», που βοηθούν στην ανθρώπινη αγορά να επιτευχθούν
υψηλότερες τιμές. Έτσι είναι φανερό πως η εκτίμηση των ίδιων των ικανοτήτων του
ανθρώπου εξαρτάται από παράγοντες που βρίσκονται έξω απ’ αυτόν, βρίσκονται δηλαδή
στην παραπαίουσα κρίση της αγοράς, η οποία αποφασίζει για την αξία του κατά τον ίδιο
τρόπο που κρίνει και αποφασίζει για κάποιο εμπόρευμα, για αντικείμενα δηλαδή και
πράγματα που δεν έχουν οντότητα, εαυτό. Κατ’ αυτόν τον τρόπο οι άνθρωποι του
βιομηχανικού πνεύματος των κοινωνιών μας, που βάζει τη σφραγίδα του επάνω στην
κοινωνική μας οργάνωση, τείνουμε να χάσουμε τον εαυτό μας κάτω από τους πολλούς
ρόλους με τους οποίους ντυνόμαστε, και τις πολλές μάσκες που φορούμε.
(…) Ο άνθρωπος του τεχνικού πολιτισμού μεταβίβασε το καθαυτό «είναι» του,
εκποίησε κατά κάποιο τρόπο τον εαυτό του. Κι έτσι αφαίρεσε τη γνήσια έκφρασή του, τη
συμπίεσε στις συμπληγάδες της η τεχνοκρατία, τον αποξένωσε από τον πλησίον του και
δυστυχώς κι από τον ίδιο τον εαυτό του …»