Αισχύλου Πέρσαι στην Επίδαυρο

Πληροφορίες για το έργο

Το 472 π.Χ. ο Αισχύλος νίκησε με μια τετραλογία που περιελάμβανε τις τραγωδίες Φινεύς, Πέρσαι, Γλαύκος, Ποτνιεύς και το σατυρικό δράμα Προμηθεύς Πυρκαεύς.
Οι Πέρσαι είναι το παλαιότερο σωζόμενο έργο του δραματουργού, ενώ από τα άλλα τέσσερα, μυθολογικού περιεχομένου, δεν διασώζονται παρά μηδαμινά σπαράγματα. Είναι, επομένως, οι Πέρσαι το πρώτο πλήρες δράμα στην ιστορία του θεάτρου και ταυτόχρονα το μόνο δραματικό έργο που διασώζεται με ιστορικό περιεχόμενο. Χρησιμεύει πολύ για τη μελέτη του δράματος, ωστόσο δεν είναι κάτι εντελώς καινούργιο για την εποχή του Αισχύλου. Ο Φρύνιχος είχε παρουσιάσει δύο τουλάχιστον φορές έργα εμπνευσμένα από την ιστορική πραγματικότητα. Για το ένα, μάλιστα, τη Μιλήτου άλωσι, είχε υποχρεωθεί να πληρώσει ο ίδιος και πρόστιμο επειδή είχε υπενθυμίσει στο αθηναϊκό κοινό «οικεία κακά», την καταστροφή δηλαδή της Μιλήτου από τους Πέρσες. Το δε δεύτερο έργο του Φρυνίχου –Φοίνισσαι– έχει ακριβώς το ίδιο θέμα με τους Πέρσες, την καταστροφή των Περσών από τους Έλληνες στη Σαλαμίνα.

Η επιλογή του θέματος αυτού από τον Aισχύλο, όπως άλλωστε και από τον ομότεχνό του Φρύνιχο στις «Φοίνισσές» του, που διδάχτηκαν τέσσερα χρόνια νωρίτερα, με χορηγό το Θεμιστοκλή, δε συνιστά τόσο μεγάλη απομάκρυνση από τη σφαίρα του μύθου, εφόσον είναι ακόμα η εποχή που η ιστορική συνείδηση, όπως την εννοούμε σήμερα, δεν έχει ακόμα αναπτυχθεί και οι Έλληνες πιστεύουν και στων μύθων την ιστορική αξία προκειμένου να προβάλουν ή να ερμηνεύσουν γεγονότα του καιρού τους, καταφεύγουν άνετα στη μυθική τους παράδοση πιστεύοντάς την για ιστορία.
Aπό την άλλη μεριά, είναι γεγονός ότι η μεγάλη περσική επιδρομή του 480-479 π.X. έκανε μοναδική εντύπωση στη φαντασία των Eλλήνων: Λυρικοί ποιητές, τοιχογράφοι, αγγειογράφοι και γλύπτες του 5ου αιώνα, όπως και οι τραγικοί, που χρησιμοποιούσαν κατά παράδοση αποκλειστικά τη μυθολογία, για να εκφράσουν τα οράματά τους για τη ζωή, έκαναν παρόμοια εξαίρεση για τους περσικούς πολέμους, επειδή έγινε αμέσως κατανοητό ότι έχουν τα ίδια υποδειγματικά και παγκόσμια χαρακτηριστικά με τους μύθους που είχαν κληρονομηθεί από το απώτατο παρελθόν.

Στους Πέρσες ο Αισχύλος υιοθετεί εκτός από το θέμα και τη βασική ιδέα του προκατόχου του, την περιγραφή της ελληνικής νίκης από την πλευρά των ηττημένων, προχωρώντας βεβαίως σε μια μεγαλοπρεπή ανύψωση. Ο Αισχύλος υμνήθηκε πολλάκις και δικαίως διότι χάρισε υπερχρονική διάρκεια στις ύψιστες ώρες του λαού του, χωρίς ελάχιστο ίχνος στενόκαρδου μίσους.

Η υπόθεση του έργου  το οποίο διαδραματίζεται στα Σούσα έχει, συνοπτικά, ως εξής:Την είσοδο του Χορού την αποτελούν Πέρσες γέροντες ευγενείς (σύμβουλοι) που εκφράζουν την ανησυχία τους για την τύχη του στρατού που έχει εκστρατεύσει κατά της Ελλάδας, αναφέροντας τα ονόματα των επιφανών Περσών που συμμετέχουν. Ο Χορός περιγράφει το πλήθος του στρατού αλλά και την ιστορία των Περσών όσον αφορά τη στρατιωτική (και ναυτική) επιχείρηση που τώρα έχουν αναλάβει. Στη σκηνή εισέρχεται η Άτοσσα, σύζυγος του νεκρού Δαρείου και μητέρα του αρχηγού της εκστρατείας Ξέρξη. Εμπιστεύεται στον Χορό την ανησυχία που την έχει κυριεύσει και διηγείται το όνειρο που την τάραξε (τη ζεύξη δύο γυναικών, μιας Ελληνίδας και μιας Ασιάτισσας, σε ένα άρμα από τον Ξέρξη), δηλώνοντας επίσης ότι προτίθεται να προσφέρει θυσία στους θεούς.
Φθάνει ο αγγελιαφόρος και αναγγέλλει τη νίκη των Ελλήνων και την καταστροφή των Περσών, πληροφορώντας την Άτοσσα για τη σωτηρία του Ξέρξη ενώ αναφέρεται και ονομαστικά στους Πέρσες που σκοτώθηκαν. Κατόπιν περιγράφει αναλυτικά τη ναυμαχία καθώς και την κακή τύχη του υπόλοιπου στρατού που επιχείρησε να επιστρέψει διά ξηράς.

Η Άτοσσα επιστρέφει στο παλάτι για να ετοιμάσει θυσία. Ο Χορός εν τω μεταξύ θρηνεί για την πανωλεθρία. Η Άτοσσα μαζί με τον Χορό προσφέρουν τιμές στον τάφο του Δαρείου. Ξαφνικά εμφανίζεται το φάντασμα του Δαρείου και μιλάει προς τους Πέρσες και την Άτοσσα. Ο Δαρείος πληροφορείται για τη συμφορά των Περσών και την αποδίδει στην αλαζονεία του γιου του που ξεπέρασε το μέτρο.  Η Σαλαμίνα είναι το πρώτο μέρος της ανταπόδοσης και οι Πλαταιές, όπως προφητεύει ο Δαρείος προτού επιστρέψει στον Κάτω Κόσμο, θα είναι το δεύτερο. Ο Χορός αναπολεί τις επιτυχίες του Δαρείου όσο ήταν ζωντανός. Έρχεται ο Ξέρξης με θρήνους για τη συμφορά  και σε λυρικό διάλογο με τον Χορό μνημονεύει και άλλους επιφανείς Πέρσες που χάθηκαν. Το έργο τελειώνει με λυρικούς θρηνητικούς στίχους που εναλλάσσονται ανάμεσα στον Ξέρξη και στον Χορό.

Η αντίληψη –διαμορφωμένη προφανώς στις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ.– ότι ο ελληνικός και ο ασιατικός  κόσμος χωρίζονται σαφώς από όρια που εκτός από γεωγραφικά είναι επίσης και ηθικά, αισθητικά και ιδεολογικά φαίνεται ολοκάθαρα στο κείμενο του Αισχύλου, σχετιζόμενη άμεσα με τη γνωστή διάκριση «Ελλήνων» και «βαρβάρων».

Στους Πέρσες  η εικόνα της ελληνικής νίκης αναμφισβήτητα τονίζεται, παρουσιάζεται πάντως χωρίς εύκολη θριαμβολογία από χείλη νικητών, αλλά με ανησυχία και οδύνη από πάθη ευγενών ηττημένων. Οι πολιτικές και πολιτιστικές αιχμές του Αισχύλου είναι εμφανείς, με τον υπερτονισμό του στοιχείου της δεσποτικής περσικής μοναρχίας και με την υπενθύμιση των αγαθών που εξασφαλίζει στην ελληνική πλευρά η ελευθερία της βούλησης. Μεγάλο ενδιαφέρον στην τραγωδία αυτήν παρουσιάζει το γεγονός ότι κάποιου τύπου αξιολογική διάκριση ανάμεσα στους δύο αυτούς κόσμους πρέπει να γινόταν αντιληπτή ακουστικά. Στο γλωσσικό επίπεδο, ιδίως στα στάσιμα, φαίνεται να εκφράζεται με τις θρηνητικές εκφράσεις και με την υπερβολική χρήση των επιφωνημάτων.
Και, κάτι άλλο. Μας διαφεύγει, δυστυχώς, η μουσική, το μεγαλύτερο χάσμα που καλούμαστε να ξεπεράσουμε, αφού προσεγγίζουμε το δράμα μόνο οπτικά!

Ένα άλλο γενικό πρόβλημα είναι η θρησκευτική διάσταση της ιδεολογίας στο θέατρο του Αισχύλου. Η διάκριση του ελληνικού και του ασιατικού χώρου ανάγεται σε θρησκευτικό επίπεδο, δηλαδή σε ένα επίπεδο κοινής αποδοχής της εποχής του. Εντοπίζεται στην αποδοκιμασία που εκφράζει ο θεϊκός χώρος  –ο Δίας– μέσω της ελληνικής νίκης απέναντι στην επεκτατική απληστία του παρορμητικού Ξέρξη. Ακούμε για την Άτη και συναντούμε έτσι μία έννοια που στην τραγωδία, την αισχύλεια προ πάντων, είναι ένα βασικό στοιχείο της ερμηνείας του κόσμου. Η γλώσσα μας δεν μπορεί να την εκφράσει με μία λέξη. Από το μέρος των θεών η Άτη είναι το πεπρωμένο που αυτοί το στέλνουν στους ανθρώπους, ενώ από το μέρος των ανθρώπων η Άτη παριστάνεται ως τύφλωση, που στην αρχή έρχεται κοντά τους χαμογελαστή, τους θολώνει όλο και περισσότερο το μυαλό, τους ξεγελάει, και τους αφήνει τέλος να τραβήξουν τον δρόμο της καταστροφής τους. Η εξολόθρευση της περσικής βασιλικής δύναμης παριστάνεται ως συνέπεια εκείνης της αρχικής αμαρτίας που οι Έλληνες ονόμαζαν Ύβρι. Ο άνθρωπος που τον βρήκε η Άτη ξεπερνάει τα σύνορα που του έχουν ορισθεί, κλονίζει την τάξη του κόσμου και πρέπει να πέσει θύμα της δικής του τύφλωσης. Η ζεύγη του Ελλησπόντου –όπως και η ζεύξη των δύο γυναικών στο όνειρο της Άτοσσας– εμφανίζεται ως υβριστική παραβίαση μιας φυσικής τάξης που δεν πρέπει να διαταραχθεί.

Ο Δίας που τιμωρεί το μυαλό που ανεβαίνει πολύ ψηλά είναι μία άποψη που συμμερίζεται όλος ο  αθηναϊκός λαός αλλά υπάρχει και ένας άλλος σκοτεινός λόγος: Λέει ο Αισχύλος: «αλλ’ όταν σπεύδη τις αυτός, χω θεός συνάπτεται» (όταν κάποιος δείχνει βιασύνη, τότε και ο θεός του δίνει ένα χέρι). Ο άνθρωπος ξεκινώντας για την αμαρτία βρίσκει πρόθυμο αρωγό τον θεό, λοιπόν. Μια παράξενη σκέψη για έναν θεό που βοηθάει για το κακό μένει σκοτεινή και μόνο στην Ορέστεια αποκαλύπτεται τελείως η σημασία της.
Εξάλλου, το είδωλο του Δαρείου εκτός από ένα θεατρικό εύρημα έχει και έναν ιδεολογικό πυρήνα που τοποθετεί στις τρεις διαστάσεις του χρόνου, στο παρελθόν, στο παρόν και στο μέλλον, τα όρια της συμβίωσης των δύο κόσμων.

Πληροφορίες για την παράσταση

Είχαμε την τύχη φέτος πάρα τις δύσκολες υγειονομικές συνθήκες είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε στο θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου και στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου του Πέρσες από το Εθνικό Θέατρο  σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Λιγνάδη.

Ένα κείμενο εξαιρετικό σε απόδοση του Θ.Κ. Στεφανόπουλου αναδείκνυε την συνέχεια της ελληνικής γλώσσας και την μαγεία της. Το μέτρο, ο ρυθμός, οι λέξεις συνέθεταν μια υπέροχη ατμόσφαιρα ώστε να ξεδιπλωθεί πάνω του το ταλέντο των συντελεστών της παράστασης. Σε αυτό συνέβαλαν τα υποβλητικά σκηνικά (Αλέγια Παπαγεωργίου), ο εναλλασσόμενος φωτισμός (Χριστίνα Θανάσουλα), τα εξαίσια κουστούμια (Εύα Νάθενα). Τα τελευταία συνοδευόμενα με τις κινήσεις των ηθοποιών σε μια υποβλητική χορογραφία και μουσική υπόκρουση της λύρας (Κωνσταντίνος Ρήγος, Γιώργος Πούλιος, Μελίνα Παιονίδου) χαρακτηριστική του πόνου και της ήττας απέδιδαν μια υπερβατική φύση σε όλη την ατμόσφαιρα.

Ο χορός με τους γέροντές του ήταν μοναδικός και τα λόγια του δυνατά πέρασαν τόσους αιώνες και ακόμα και σήμερα ακούγονταν επίκαιρα και ουσιώδη. Ο Άγγελος (Αργύρης Πανταζάρας) μετέφερε τα αρνητικά μαντάτα με πόνο τρομερό και άφατο. Ομοίως ο Ξέρξης (Αργύρης Ξάφης), γυρνά ατιμωμένος και πληγωμένος, προδομένος από τον ίδιο του τον εαυτό και τις προσδοκίες του. Ο Δαρείος (Νίκος Καραθάνος) από την άλλη που εμφανίζεται σαν είδωλο από τον κάτω κόσμο κατέχει την σοφία και την διορατικότητα των νεκρών. Η Βασίλισσά του (Λυδία Κονιόρδου) είναι το τραγικό πρόσωπο της ιστορίας, αφού σαν μάνα και σαν αρχόντισσα χάνει τα νιάτα της Περσίας και την πίστη της αυτοκρατορίας στον γιο της.

Οι ηθοποιοί ερμήνευσαν με μοναδική μαεστρία και υποκριτική δεινότητα τους ρόλους ενός έργου δύσκολου και απαιτητικό τόσο από σκηνοθετική και χορογραφική άποψη όσο και λόγω κειμένου και ύψιστων νοημάτων. Το έργο αυτό είναι μια ξεκάθαρη απόδειξη πως το θέατρο είναι παντός καιρού και αποτελεί μια ανάγκη πανανθρώπινη που διαπερνά τον χώρο και τον χρόνο, τους Αρχαίους και τους Νεοέλληνες, εμάς και τους Πέρσες. Είναι μια τραγωδία οικουμενική, αντιπολεμική και μια μοναδική εμπειρία θεάματος. Αντί επιλόγου προτιμούμε τα λόγια του σκηνοθέτη Δημήτρη Λιγνάδη:

Μὲ τὴν παράσταση αὐτὴ θέλησα νὰ κλίνω εὐλαβικῶς τὸ γόνυ ἀπέναντι σὲ ἕναν ὕψιστο δημιουργό. Τὸν Αἰσχύλο Εὐφορίωνος. Προσπάθησα νὰ καταστήσω εὔληπτη τὴ Σημαντικὴ τοῦ θείου Λόγου του. Καθιστώντας ταυτόχρονα εὐάγωγους τοὺς αἰσθητηριακοὺς ὑποδοχεῖς τοῦ κοινοῦ, ὥστε νὰ συλλάβει τὴν «παρασημαντική» του. Προσπάθησα, ἐπίσης, νὰ ἀποτυπωθοῦν καὶ νὰ κατανοηθοῦν –λόγω καὶ ἔργω– τὰ ζητήματα ποὺ θέτει τὸ ἔργο. Ρητὰ καὶ ὑπόρρητα. Συλλαβὴ πρὸς συλλαβή, «διαβάσαμε» τὸ αἰσχύλειο μέτρο στὸν στίχο, γιὰ νὰ τὸ ἀποδώσουμε σὲ ἦχο. Στὸ μέτρο τὸ ἀνθρώπινο.

Δὲν θὰ σταθῶ ἐδῶ οὔτε στὴν ὑπόθεση τῶν ΠΕΡΣΩΝ οὔτε στὸν μεγαλειώδη τρόπο τοῦ Αἰσχύλου μὲ τὸν ὁποῖο μετουσιώνει ἕνα μεῖζον ἱστορικὸ Θέμα σὲ ἕνα μέγιστο ποιητικὸ Θέαμα. Θὰ σταθῶ μονάχα στὴ συγκίνηση ποὺ δοκιμάσαμε ὅλοι, σχεδιάζοντας καὶ ἐκτελώντας, ὄχι εὔκολα, τὸ ἐγχείρημα τοῦτο, κατὰ τὴ συγκεκριμένη χρονικὴ στιγμή. Σὲ μία δυστοπική, θεατρικὰ (καὶ ὄχι μόνο) περίοδο, τὸ Ἐθνικὸ Θέατρο φώναξε «παρών». Ἐν ὀνόματι τοῦ κάθε ἀπόντος. Μετὰ ἀπὸ ἕναν ἀναγκαστικὰ νοσηρὸ ἐγκλεισμὸ ἐντὸς καὶ ἐκτός μας, μέσα σὲ ἕναν… πανδημικὸ σκεπτικισμὸ ἀπέναντι σὲ «παλαιὲς» ἀξίες, ὅπου ὅλοι τηροῦμε ἀποστάσεις ἀσφαλείας ἀπὸ… ἥρωες, ἡ σκηνοθετική μου ἀνάγνωση ἐπιχειρεῖ νὰ γεφυρώσει μὲ ἕναν, ἂς τὸν ὀνομάσω ΜΕΤΑΚΛΑΣΙΚΟ τρόπο, τὸ κείμενο μὲ τὴν Σήμερον, τὴν Αὔριον καὶ τὸ Χθές. Εὐχαριστῶ γιὰ τὴ συμπόρευση, τὴν ἀντοχὴ καὶ ἀνοχὴ ὅλων τῶν συνεργατῶν μου.

Τέλος, στοὺς ΠΕΡΣΕΣ ἀκούγεται ὁ στίχος Ἴτε, παῖδες Ἑλλήνων καὶ λίγο μετὰ Ὅταν ἀνθίζει ἡ ὕβρις, μεστώνει τὸ στάχυ τῆς πλάνης καὶ τότε θερίζεις θέρος δακρύων. Σὲ ἕναν τέτοιον ποιητὴ ἐμπιστεύθηκα τὴν κάθε εἴδους ἀνάταση ποὺ ὅλοι μας ἔχουμε ἀνάγκη. – Δημήτρης Λιγνάδης, σκηνοθεσία

Πηγές:

1. Γράμματα Ι: Αρχαϊκή και Κλασική Περίοδος, ΕΑΠ, 2001.

2. Άλβιν Λέσκυ, Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας

3. http://texnografia.blogspot.com/2014/07/blog-post_29.html?m=1

4. https://eapilektoi.blogspot.com/2013/09/blog-post.html?m=1

Brooklyn: ένα μεταναστευτικό δράμα εποχής

Ένα όμορφο, καλοφτιαγμένο ρομαντικό δράμα ενηλικίωσης, που φαίνεται να αγγίζει προσωπικά και την εξαιρετική νεαρή πρωταγωνίστρια Saoirse Ronan, η οποία ωριμάζει υποκριτικά όπως ακριβώς ωριμάζει συναισθηματικά και η ηρωίδα την οποία υποδύεται.

Η Eilis Lacey (Saoirse Ronan) μεταναστεύει από την Ιρλανδία στο Brooklyn της Αμερικής τη δεκαετία του ’50 για ένα καλύτερο μέλλον. Αρχικά τα πράγματα δεν πάνε και τόσο καλά καθώς η νεαρή Eilis νιώθει νοσταλγία για την πατρίδα και την οικογένειά της. Σύντομα όμως θα γνωρίσει και θα ερωτευτεί τον Tony (Emory Cohen), θα προσαρμοστεί και θα αρχίσει να χτίζει μια καλή ζωή. Όταν όμως το παρελθόν της την καλεί πίσω στην Ιρλανδία, θα αναγκαστεί να ξανασκεφτεί τι είναι αυτό που πραγματικά θέλει και να επιλέξει ανάμεσα σε δυο χώρες και δυο πιθανές ζωές. Μόλις φτάσει εκεί πρέπει να επιλέξει: θα μείνει από φόβο και τύψεις στα οικεία, ή θα διασχίσει ξανά ωκεανούς απαιτώντας, όχι την επιβίωση, αλλά την ευτυχία;

Where is really our “home”? Τις παραμέτρους αυτής της γλυκόπικρης ερώτησης επιχειρούν να εξερευνήσουν η σκηνοθεσία του John Crowley και το σενάριο του Nick Hornby. Βασισμένοι στο ομότιτλο βιβλίο του Colm Toibin αυτό το δίδυμο μας κοινωνεί σε μία ιστορία που μπορεί να αγγίξει σχεδόν τον καθένα μας. Αυτό οφείλεται ως επί το πλείστον στο σοβαρό, χωρίς υπέρογκους μελοδραματισμούς σενάριο, που ασχολείται αποκλειστικά με τα πανανθρώπινα συναισθήματα και την ψυχοσύνθεση ενός μετανάστη της εποχής στις ΗΠΑ. Η αίσθηση πως η πατρίδα σου δε μπορεί πλέον να σου προσφέρει τίποτα, η επώδυνη περίοδος που προσπαθείς να εγκλιματιστείς στο νέο σου τόπο, η συνειδητοποίηση πως πλέον έχεις μια καινούρια ζωή και, όσο κι αν η επιστροφή επί καλύτερων όρων μοιάζει θελκτική, η θύμηση των παθογενειών που σ’έκαναν να φύγεις εξ’αρχής.Προκειμένου να το καταφέρουν αυτό, έστησαν μια όμορφη ιστορία για μια χαμηλών τόνων νεαρή Ιρλανδή που προσπαθεί να απδεχτεί ως σπίτι της το Brooklyn. Οι δυσκολίες και οι ευκολίες εναλλάσσονται διαρκώς και μέσα από αυτές η Eilis μεταμορφώνεται από πλάνο σε πλάνο. Από συνεσταλμένο και ντροπαλό κορίτσι της επαρχίας, μετατρέπεται σε μια δυναμική Αμερικανίδα! Τα πάντα επάνω της μαρτυρούν την εντυπωσιακή αλλαγή. Η εμφάνισή της, οι κινήσεις της, ακόμα και ο τρόπος που μιλάει και ο αέρας που αποπνέει. Για  όλα αυτά βέβαια αξίζει να δώσουμε εύσημα σε τεράστιο βαθμό και στην ερμηνεία της ανερχόμενης Saoirse Ronan, η οποία φαίνεται πως έχει αρχίσει να διαγράφει την δική της πορεία στον χώρο της έβδομης τέχνης.

Τα σκηνικά και τα κοστούμια που επιστράτευσαν οι δημιουργοί της ταινίας έχουν μια μυρωδιά από 50’s και οι χαρακτήρες περιδιαβαίνουν μέσα σ’ αυτά σαν να μην γεννήθηκαν στην πραγματικότητα σχεδόν μισό αιώνα αργότερα. Αυτό προσδίδει μια μοναδική αληθοφάνεια σε αυτήν την υπέροχη ταινία εποχής.

Είναι μοναδική η ωριμότητα και η σοβαρότητα με την οποία προσεγγίζει το ρόλο της, καταφέρνοντας να ισορροπήσει περίφημα τα αντικρουόμενα συναισθήματα μέσα της. Ενδεχόμενη υποψηφιότητα της για Όσκαρ, θα κρινόταν ως απόλυτα επιβεβλημένη. Προκύπτει ένα πλάσμα ωχρό αλλά ατσάλινο, ντροπαλό αλλά θαρραλέο, σοβαρό αλλά απολαυστικά απρόβλεπτο. Ο σκηνοθέτης κοιτά την πρωταγωνίστριά του με προστατευτικότητα, αλλά ποτέ χειραγωγικά – αντιθέτως, με θαυμασμό. Όλοι οι δευτερογενείς χαρακτήρες (ειδικά ο αυτός της μεγάλης αδελφής) δημιουργούν ένα πλέγμα κατανόησης, αναγνώρισης, ενσυναίσθησης. Σπουδαία η χημεία της και με τον συμπρωταγωνιστή της, Emory Cohen (The Place Beyond the Pines). Όσον αφορά τη μικρή παρουσία του Domnhall Gleeson, έχουμε πολλάκις αναφερθεί στον Ιρλανδό, πως πρόκειται για ίσως τον πιο ενδιαφέροντα ηθοποιό της γενιάς του. Στους υπόλοιπους ρόλους, θα ξεχωρίσουμε δύο «βετεράνους» δυσθεώρητης ποιότητας, στα πρόσωπα των Jim Broadbent και Julie Walters. Μαζί με την εκπληκτική μουσική του Michael Brook (The Perks of Being a Wallflower), το “Brooklyn” δίνει νέα πνοή στο μεταναστευτικό δράμα εποχής. Ο Κρόουλι κοιτά την πρωταγωνίστριά του με προστατευτικότητα, αλλά ποτέ χειραγωγικά – αντιθέτως, με θαυμασμό. Ολοι οι δευτεροχαρακτήρες (ειδικά ο αυτός της μεγάλης αδελφής) δημιουργούν ένα πλέγμα κατανόησης, αναγνώρισης, ενσυναίσθησης, ενώ ο συμπρωταγωνιστής Εμορι Κοέν (στο ρόλο του Τόνι) είναι μία πραγματική, γοητευτική αποκάλυψη.

Τελικά, η απάντηση του “Brooklyn” είναι: “Home is where you decide to build your life”. Και όσα μέσα χρησιμοποιεί στην πορεία για να ενισχύσει αυτό το μήνυμα (σενάριο, σκηνοθεσία, σκηνογραφία-κοστούμια, ερμηνείες, φωτογραφία) είναι τελικά τα συστατικά για ένα νοσταλγικό, όμορφο και καλοστημένο κινηματογραφικό πιάτο που μοσχοβολάει με το άρωμα των 50’s.

Κάπως έτσι αποφεύγονται οι παγίδες μίας υπογραμμισμένης φορσέ συγκίνησης, ενός βαρύγδουπου μελοδράματος για την ξενιτιά και την απώλεια. Γιατί ο Crowley, ακόμα κι όταν δεν αποφεύγει τον καλλιγραφικό ακαδημαϊσμό του είδους, ποτέ δεν υποκύπτει στη νοσταλγία – κοιτά σύγχρονα και δυναμικά. Η Eilis θα μπορούσε να ζει σήμερα στην Ελλάδα, η μητέρα της να την εκβίαζε με την εύθραυστη υγεία της, το μέλλον στο μίνι μάρκετ της γειτονιάς και το βαρύ σύννεφο της κρίσης να έμοιαζε μονόδρομος. Να μια ταινία όμως που ανοίγει το παράθυρο στη μοναδική ζωή που έχουμε, φυσά φρέσκο αέρα κουπαστής και μας καλεί να κοιτάξουμε κατάματα τα επιβλητικά υπερωκεάνια προς το άγνωστο, ή τις συμβιβασμένες, μη-τρομαχτικές, θυματοποιημένες μοίρες μας.

Πηγή:

https://flix.gr/cinema/brooklyn-review.html