Ευγένιος Ντελακρουά, ο επαναστάτης φιλέλληνας του Γαλλικού Ρομαντισμού

Σαν σήμερα,  στις 13 Αυγούστου 1863, πεθαίνει στο Παρίσι ο Ευγένιος Ντελακρουά. Λίγοι καλλιτέχνες είχαν την ίδια επίδραση και διαρκή επιρροή όπως ο σπουδαίος ρομαντικός ζωγράφος. Ήταν ο πιο γνωστός και αμφιλεγόμενος Γάλλος ζωγράφος του πρώτου μισού του 19ου αιώνα και ένας από τους πρώτους μεγάλους καλλιτέχνες της μοντέρνας τέχνης. Κάθε νέο έργο του που παρουσιαζόταν συνάρπαζε τους σύγχρονούς του, ανάμεσα στους οποίους συμπεριλαμβάνονταν ο Courbet, ο Chassériau και ο ποιητής και κριτικός Σαρλ Μπωντλαίρ, ο οποίος τον χαρακτηρίζει ως τον τελευταίο ζωγράφο της Αναγέννησης και τον πρώτο μοντέρνο. Μετά τον θάνατό του, γενιές καλλιτεχνών στρέφονται συνεχώς σε αυτόν, προκειμένου να βρουν νέες κατευθύνσεις για την τέχνη τους. Παρόλο που λατρεύτηκε ως πρωτοπόρος από καλλιτέχνες όπως ο Μανέ, ο Σεζάν, ο Ρενουάρ, ο Βαν Γκογκ και ο Ματίς, σε αντίθεση με τα δικά τους, το όνομά του δεν είναι τόσο οικείο σήμερα.

Γεννήθηκε στις 26 Απριλίου 1798 στο Σαρεντόν-Σαιν-Μορίς  και ήταν το τέταρτο παιδί του Σαρλ Ντελακρουά, υπουργού Εξωτερικών του Διευθυντηρίου αν και εικάζεται ότι ο πραγματικός του πατέρας ήταν ο Ταλλεϋράνδος, διάσημος διπλωμάτης στον οποίο ο Ευγένιος έμοιαζε στην εμφάνιση και το χαρακτήρα.

Η θεματική των έργων του Ντελακρουά αποτελούνταν κυρίως από ιστορικά ή σύγχρονα γεγονότα της εποχής, από τη λογοτεχνία καθώς και πιο εξωτικά θέματα τα οποία άντλησε μετά από επίσκεψη του στο Μαρόκο.

«Ο Δάντης και ο Βιργίλιος στην Κόλαση», Ευγ. Ντελακρουά

Το καλλιτεχνικό ντεμπούτο του Ντελακρουά πραγματοποιήθηκε, το 1822, στην έκθεση ζωγραφικής «Σαλόν» στο Παρίσι, όπου και παρουσίασε το πρώτο του έργο «Ο Δάντης και ο Βιργίλιος στην Κόλαση», εμπνευσμένο από την «Θεία Κωμωδία» του Δάντη, πίνακα ορόσημο του γαλλικού ρομαντισμού του 19ου αιώνα. Το 1824 σε ηλικία 24 ετών παρουσίασε ξανά πίνακές του στο Παρίσι. Πηγή έμπνευσης ήταν η σφαγή χιλιάδων Ελλήνων της Χίου από τους Οθωμανούς, που είχε γίνει δύο χρόνια νωρίτερα ως αντίποινα για τον ξεσηκωμό τους. 

Στους πίνακες του Ντελακρουά, το πρόσωπο των Τούρκων συμβόλιζε την τυφλή, βίαιη δύναμη και το πρόσωπο των Ελλήνων την ελευθερία και τον πολιτισμό. Όπως ανέφερε στο Ημερολόγιο του το 1822 «Όταν οι Τούρκοι προφταίνουν τους λαβωμένους στο πεδίο της μάχης, η ακόμη και τους αιχμαλώτους τους λένε: Μη φοβάσαι και τους χτυπούν στο πρόσωπο με τη λαβή του σπαθιού τους για να τους κάνουν να σκύψουν το κεφάλι: τους το παίρνουν με μια σπαθιά!…»

Ντελακρουά
«Ο θάνατος του Σαρδανάπαλου» , Ευγ. Ντελακρουά

Ο Ντελακρουά έφυγε για το Λονδίνο το 1825, όπου και μαθήτευσε κοντά στους Κόνσταμπλ, Ουίλιαμ Τέρνερ και Σερ Τόμας Λόρενς. Επιστρέφει στο Παρίσι το 1827 και έως το 1832 ήταν η πιο δημιουργική περίοδος του ζωγράφου. Στην περίοδο αυτή ανήκουν τα «Ο θάνατος του Σαρδανάπαλου» και το «Μάχη του Γκιαούρη και του Χασάν» αντλούν τη θεματική τους από τη βυρωνική ποίηση. Το ποίημα «Ο Γκιαούρης», που έγραψε ο Λόρδος Μπάιρον, ενέπνευσε τον Ντελακρουά να ζωγραφίσει τη «Μάχη του Γκιαούρη και του Χασάν». Απεικόνιζε τη σκηνή εκδίκησης του Γκιαούρη για τον θάνατο της αγαπημένης του από τον Τούρκο Χασάν και συμβόλιζε την μάχη των δύο κόσμων, την ένταση του αγώνα και τη σφοδρότητα με την οποία πολεμούσαν Έλληνες και Τούρκοι.

Ντελακρουά
«Μάχη του Γκιαούρη και του Χασάν» , Ευγ. Ντελακρουά

Τρία ακόμη, το «Η Εκτέλεση του δόγη Μαρίνου Φαλιέρου», το «The Battle of Nancy» και το «Battle of Poitiers», έχουν μεσαιωνική προέλευση. Επίσης, την περίοδο εκείνη, ο Ντελακρουά έφτιαξε ένα σετ λιθογραφιών, στο οποίο απεικόνιζε τη γαλλική έκδοση του «Φάουστ», του Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε.

Ντελακρουά
«Η Εκτέλεση του δόγη Μαρίνου Φαλιέρου» , Ευγ. Ντελακρουά

Η ηρωική έξοδος των Μεσολογγιτών το 1826 και ο θάνατος του αγαπημένου του Λόρδου Μπάιρον στο Μεσολόγγι συγκλονίζουν τον Ντελακρουά. Ζωγραφίζει έναν ακόμη εντυπωσιακό πίνακα, με τίτλο «Η Ελλάδα ξεψυχώντας στα ερείπια του Μεσολογγίου» και τον εκθέτει στην γκαλερί Λεμπρέν «προς όφελος των Ελλήνων». Η Ελλάδα παρουσιάζεται απελπισμένη να στέκεται πάνω στα πτώματα των αγωνιστών και πίσω της να στέκεται ο εχθρός που υψώνει τη σημαία.

Eugène Ferdinand Victor Delacroix 017.jpg
«Η Ελλάδα ξεψυχώντας στα ερείπια του Μεσολογγίου» , Ευγ. Ντελακρουά

Ο Ντελακρουά εντυπωσίασε και πάλι το κοινό με το σημαντικότερο και τελευταίο ρομαντικό έργο του, το «Η Ελευθερία οδηγεί το Λαό» (διαβάστε το αφιέρωμά μας εδώ), εμπνευσμένο από την Γαλλική επανάσταση του 1830. Ο πίνακας αγοράστηκε και αυτός από την Γαλλική κυβέρνηση αλλά χάρη στην αντίδραση κάποιων αξιωματούχων που θεωρούσαν την προώθηση της ιδέας της ελευθερίας ανατρεπτική, αποσύρθηκε από την κοινή θέα.

Ντελακρουά
«Η Ελευθερία οδηγεί το Λαό» , Ευγ. Ντελακρουά

Από τον Ιανουάριο έως τον Ιούλιο του 1832, ο Ντελακρουά έκανε μια σειρά από ταξίδια που περιελάμβαναν την Ισπανία, το Μαρόκο και την Αλγερία. Εκεί, εντυπωσιάστηκε ιδιαίτερα από την ομορφιά του φυσικού περιβάλλοντος και των αλόγων καθώς και από τους Άραβες και την εξωτική κουλτούρα τους. Σε αυτήν την περίοδο, το καλλιτεχνικό του στυλ έγινε πιο απελευθερωμένο, κάτι που φαίνεται και στην πολυτέλεια των χρωμάτων που έβαλε στους πίνακες του για τους οποίους χρησιμοποίησε την εικονική εμπειρία του από αυτό το ταξίδι. Σημαντικά έργα που ήταν οι καρποί αυτής της περιπέτειας είναι τα «Women of Algiers in Their Apartment», «Fanatics of Tangier», «Jewish Wedding» και «Arab Fantasia».

Ντελακρουά
«Jewish Wedding» , Ευγ. Ντελακρουά

Στο τελευταίο κομμάτι της πολυετούς καλλιτεχνικής του καριέρας, την περίοδος 1833 έως το τέλος της ζωής του, ανατέθηκε στον Ντελακρουά η διακόσμηση πολλών κυβερνητικών κτιρίων, όπως, το Παλάτι των Βουρβόνων, το Λούβρο, το Μουσείο Ιστορίας των Βερσαλλίων και πολλά άλλα. Οι τοιχογραφίες του, που κοσμούσαν τα κτίρια αυτά, αποτελούν την τελευταία μεγάλη προσπάθεια τέτοιου είδους των Μπαρόκ ζωγράφων οροφής. Οι τελευταίοι πίνακες του Ντελακρουά αντλούν την θεματολογία τους από την Αραβική κουλτούρα, την θρησκεία και την άγρια φύση. Μερικά από αυτά έργα είναι τα «The Entombment of Christ», «Arab Horses Fighting in a Stable», «Bouquet of Flowers», «Lion Rending Apart a Corpse» και «Lion Hunt».

Ντελακρουά
«Lion Rending Apart a Corpse» , Ευγ. Ντελακρουά

Το 1855 εξέθεσε 48 πίνακες στην Διεθνή Έκθεση Παρισιού και έγινε δεκτός στην Ακαδημία μετά από την όγδοη αίτησή του. Κάνοντας τοιχογραφίες πολλές ώρες όρθιος επάνω σε σκαλωσιές μισοτελειωμένων κτιρίων, αρρώστησε και αποσύρθηκε.

Πέθανε στις 13 Αυγούστου 1863 στο Παρίσι. Ωστόσο, η παρακαταθήκη του στις επόμενες γενιές καλλιτεχνών θα είναι τεράστια, καθώς θα αφήσει πίσω του πάνω από 9.000 έργα τέχνης. Οι τολμηρές του τεχνικές καινοτομίες στην ζωγραφική θα συμβάλλουν ιδιαίτερα στην ανάπτυξη του ιμπρεσσιονισμού και άλλων μοντέρνων ρευμάτων. Η απεικόνιση της ενέργειας, της κίνησης, των έντονων σκηνών βίας και καταστροφής μαζί και με την αισθητική ζωντάνια των χρωμάτων στα έργα του, τον κατατάσσουν, χωρίς καμία αμφιβολία, ανάμεσα στους πιο περίπλοκους καλλιτέχνες του 19ου αιώνα.

Μέσα από τα έργα του εκφράζονται ξεκάθαρα οι αξίες και τα αιτήματα του Ρομαντισμού: η αγάπη για την ελευθερία, το πατριωτικό καθήκον, η ανακάλυψη της αξίας του λαού, του έθνους, της ιστορίας, η απελευθέρωση από τα σφιχτά δεσμά της λογικής και η έκφραση του συναισθήματος σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο.

ΠΗΓΕΣ: http://urbanlife.gr/editors/eygenios-ntelakroya-enas-filellinas-zografos/ , https://www.maxmag.gr/politismos/prosopa/eygenios-ntelakroya/

Η Ελευθερία οδηγεί το λαό, Ευγένιος Ντελακρουά

Ο Ευγένιος Ντελακρουά, μεγάλος καλλιτέχνης του 19ου αιώνα, είχε δώσει έμφαση σε θέματα εθνικολαϊκής επαναστατικότητας, με την Ελληνική Επανάσταση να τον εμπνέει εξαιρετικά, όπως αποδεικνύουν τα έργα του «Η Ελλάδα θρηνεί στα ερείπια του Μεσολογγίου», «Ο Μπότσαρης αιφνιδιάζει τους Τούρκους στο στρατόπεδό τους», «H σφαγή της Χίου, κ.ά., τα οποία μίλησαν στη Δύση για τον αγώνα των Ελλήνων έναντι στον οθωμανικό ζυγό.

Το έργο του Ντελακρουά απεικονίζει τη λαϊκή εξέγερση που ξέσπασε στο Παρίσι στις 26, 27, 28 Ιουλίου 1830, που υποκινήθηκε από την παράταξη των δημοκρατικών φιλελευθέρων εναντίον της κυβέρνηση της Δεύτερης Παλινόρθωσης. Η κατηγορία: παραβίαση του Συντάγματος. Η εξέγερση αυτή έλαβε μεγάλες διαστάσεις και οδήγησε στην πτώση του βασιλιά Καρόλου Ι’, τελευταίου απογόνου των Βουρβόνων και την άνοδο στο θρόνο του Λουδοβίκου Φιλίππου.

Οι Γάλλοι ξεχύθηκαν για να αιτηθούν την ελευθεροτυπία, την οποία βάναυσα παραβίαζε το βασιλικό διάταγμα που επέβαλλε τη λογοκρισία των εντύπων, συγκεκριμένα των εφημερίδων, με απώλεια της άδειας λειτουργίας σε περίπτωση μη συμμόρφωσης. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα πολλοί εργάτες τυπογραφείων να χάσουν τις δουλειές τους.

Οι αστοί διαμαρτυρόμενοι για το Σύνταγμα και οι εργάτες για την ανεργία ενώθηκαν σε έναν κοινό αγώνα. Οι διαφορετικές τάξεις ενώθηκαν και οι νωπές μνήμες της Γαλλικής Επανάστασης αναζοπυρώθηκαν μέσα τους. Αυτή η κατάσταση όμως δεν κράτησε για πολύ.

Οι διανοούμενοι αρνήθηκαν να πάρουν μέρος στην επί τω δρόμω μάχη. Το ίδιο παράδειγμα ακολούθησαν και οι δημοσιογράφοι. Αυτοί που αγωνίστηκαν με αυτοθυσία ήταν οι νέοι που γοητεύτηκαν από το επαναστατικό ιδεώδες. Είχαν στηθεί περίπου 4.000 με 6.000 οδοφράγματα στους δρόμους εκείνο τον Ιούλιο. Κάτι που επαναλαμβάνεται και στη μετέπειτα ιστορία της Γαλλίας.

Ο ζωγράφος ήταν αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων αυτών. Συνεπαρμένος από τα ιδανικά που κατέκλυσαν τις ψυχές των νέων ανδρών τους παρουσιάζει θαρραλέους να πατούν επί πτωμάτων για να επιτεθούν στον εχθρό. Η σκηνή διαδραμάτισε ταξί στην αριστερή όχθη του ποταμού Σηκουάνα, κοντά στην Παναγία των Παρισίων, που διακρίνεται στο δεξί μέρος της σύνθεσης. Πάνω στο ναό κυματίσει η γαλλική σημαία που προκαλεί συγκίνηση στους αγωνιστές. Ωστόσο, η τοποθέτηση των συμβάντων σε αυτό το σημείο αποδίδεται στην φαντασία του καλλιτέχνη και στην ρομαντική διάθεση που θέλει να προσδώσει στο έργο, διότι δεν ανταποκρίνεται στην ιστορική πραγματικότητα.

Στον πίνακα, ο εργάτης με τις τιράντες και το πιστόλι τυλιγμένο στο μαντήλι στέκεται πλάι στον άστο με το ημίψηλο καπέλο και αυτός με τη σειρά του κοντά σε ένα μικρό χαμίνι της εποχής εκείνης που φαίνεται να φέρει όπλο.

Η εξέγερση αυτή αποτέλεσε έμπνευση και για τους Άθλιους του Βίκτωρα Ουγκό. Μάλιστα, υπάρχει μια υποψία ότι στο χαμίνι του Ντελακρουά βασίστηκε ο χαρακτήρας του μικρού Γαβριά που πολέμησε με τους επαναστάτες και έχασε τη ζωή του κατά την ανταλλαγή πυρών.

Στο κέντρο του έργου εμφανίζεται μια γυναίκα με φρυγικό σκούφο, γυμνώστηθη να καθοδηγεί τα πλήθη. Πρόκειται για την αλληγορική μορφή της Ελευθερίας, η οποία αποτέλεσε το υπόδειγμα για τη φιλοτέχνηση μεταγενέστερων συμβολικών τέτοιων μορφών.

Ο πίνακας αυτός πάρα την σημερινή του αναγνωρισημότητα δεν έτυχε θερμής υποδοχής από τους κριτικούς της εποχής εκείνης, οι οποίοι θεώρησαν ατημέλητη την εμφάνιση των εξεγερμένων. Έμεινε στις αποθήκες για 39 περίπου χρόνια και το 1863 εκτέθηκε στο Λούβρο.

Στις 7 Φεβρουαρίου 2013, λίγες εβδομάδες μετά τα εγκαίνια του παραρτήματος του μουσείου του Λούβρου στην πόλη Lens, λίγο πιο έξω από το Παρίσι, μια είδηση έκανε το γύρο του κόσμου. Μια επισκέπτρια έγραψε με μαρκαδόρο πάνω στον πίνακα “ΑΕ911”. Η επιγραφή είχε μήπως περίπου 30 εκατοστά και απλωνόταν στην δεξιά μεριά του πίνακα. Επιβεβαιώθηκαν οι επιφυλάξεις που είχαν εκφράσει πολύ περί μεταφοράς του πίνακα από το Λούβρο του Παρισιού στο νέο παράρτημα. Ευτυχώς μετά από λίγες μέρες αφαιρέθηκε από την επιφάνεια εντελώς και το έργο εκτέθηκε ξανά.

Εκεί, το θαυμάζουν εκατοντάδες επισκέπτες κάθε χρόνο, που τους ενέπνευσε και συνεχίζει να τους εμπνέει. Φέτος, ο πίνακας αυτός παραλλήστηκε με τη φωτογραφία ενός Παλαιστίνιου αγωνιστή που τραβήχτηκε στη Γάζα. Και αυτό αποδεικνύει πως η τέχνη δεν αναλώνεται στις εποχές ούτε στα ιστορικά δρώμενα, αλλά ήταν, είναι και θα είναι..


Πηγή: 32 Ιστορίες Ζωγραφικής, Ελένη Μάργαρη, Εκδόσεις Historical Quest

Όλα, όλα, τ’ αφήνουμε γι’ αυτό το αύριο που δε θα έρθει ποτέ…

Ε, ωραίο είναι, που ζεις ακόμα. Δεν αποφάσισες ακόμα να εκτεθείς, γι’ αυτό δεν ξέρεις τι σου γίνεται… Να εκθέσεις τη μοναδικότητά σου, τη μοναξιά σου και τις προσωπικές σου σκέψεις, όχι αυτές που σου επιβάλλει η κοινωνία αλλά εκείνες τις μυστικές σου, που γεννιούνται τις νύχτες της αγρύπνιας από τις πιο βαθιές σπηλιές του είναι σου…

Δηλαδή, θέλω να πω, να εκθέσεις την ελευθερία σου επί της ουσίας και όχι συμβολικά, κατάλαβες; Δεν μπορούμε ν’ αρνηθούμε την απλή καθημερινή ζωή των ανθρώπων.

Η ζωή μας μια φορά μας δίνεται, άπαξ, που λένε, σα μια μοναδική ευκαιρία. Τουλάχιστον μ’ αυτή την αυτόνομη μορφή της δεν πρόκειται να ξαναϋπάρξουμε ποτέ. Και μεις τι την κάνουμε, ρε, αντί να τη ζήσουμε; Τι την κάνουμε; Τη σέρνουμε από δω κι από κει δολοφονώντας την… Οργανωμένη κοινωνία, οργανωμένες ανθρώπινες σχέσεις. Μα αφού είναι οργανωμένες, πώς είναι σχέσεις; Σχέση σημαίνει συνάντηση, σημαίνει έκπληξη, σημαίνει γέννα συναισθήματα.

Έτσι, μ’ αυτή την κωλοεφεύρεση που τη λένε ρολόι, σμπρώχνουμε τις ώρες και τις μέρες μας σα να μας είναι βάρος, και μας είναι βάρος, γιατί δε ζούμε, κατάλαβες; Όλο κοιτάμε το ρολόι, να φύγει κι αυτή η ώρα, να φύγει κι αυτή η μέρα, να έρθει το αύριο, και πάλι, φτου κι απ’ την αρχή.

Χωρίσαμε τη μέρα σε πτώματα στιγμών, σε σκοτωμένες ώρες που τις θάβουμε μέσα μας, μέσα στις σπηλιές του είναι μας, στις σπηλιές όπου γεννιέται η ελευθερία της επιθυμίας, και τις μπαζώνουμε με όλων των ειδών τα σκατά και τα σκουπίδια που μας πασάρουν σαν «αξίες», σαν «ανάγκες», σαν «ηθική», σαν «πολιτισμό».

Κάναμε το σώμα μας ένα απέραντο νεκροταφείο δολοφονημένων επιθυμιών και προσδοκιών, αφήνουμε τα πιο σημαντικά, τα πιο ουσιαστικά πράγματα, όπως να παίξουμε και να κουβεντιάσουμε με τα παιδιά και τα ζώα, με τα λουλούδια και τα δέντρα, να παίξουμε και να χαρούμε μεταξύ μας, να κάνουμε έρωτα, ν’ απολαύσουμε τη φύση, τις ομορφιές του ανθρώπινου χεριού και του πνεύματος, να κατεβούμε τρυφερά μέσα μας, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και τον διπλανό μας…

Όλα, όλα, τ’ αφήνουμε γι’ αυτό το αύριο που δε θα έρθει ποτέ…

Μόνο όταν ο θάνατος χτυπήσει κάποιο αγαπημένο μας πρόσωπο, πονάμε, γιατί συνήθως σκεφτόμαστε πως θέλαμε να του πούμε τόσα σημαντικά πράγματα, όπως πόσο τον αγαπούσαμε, πόσο σημαντικός ήταν για μας…

Ό­μως τ’ αφήσαμε γι’ αύριο… Για να πάμε πού; Αφού ανατέλλει, δύει ο ήλιος και δεν πάμε πουθενά αλλού, παρά στο θάνατο, και μεις, αντί να κλαίμε το δειλινό γιατί χάθηκε άλλη μια μέρα απ’ τη ζωή μας, χαιρόμαστε.

Ξέρεις γιατί; Γιατί η μέρα μας είναι φορτωμένη με οδύνη, αντί να είναι μια περιπέτεια, μια σύγκρουση με τα όρια της ελευθερίας μας.

Την καταντήσαμε έναν καθημερινό, χωρίς καμιά ελπίδα ανάστασης, θάνατο, διότι αυτός είναι ο θάνατος.

Ο άλλος, όταν γεράσουμε σε αρμονία και ελευθερία με τον εαυτό μας, όταν δηλαδή παραμείνουμε εμείς, δεν είναι θάνατος, είναι μετάβαση, είναι διάσπαση σε μύριες άλλες ζωές, στις οποίες, αν εδώ, σε τούτη τη μορφή ζωής είσαι ζωντανός, αν δε δολοφονήσεις την ουσία σου, εκεί θα δώσεις χάρη και ομορφιά, όπως η Μαρία που φούνταρε προχτές από την ταράτσα για να μην πεθάνει.

Ήρθανε να την πάρου­νε, και η Μαρία είπε το όχι με τον πιο αμετάκλητο τρόπο… Πήγαμε στην κηδεία της και κει άκουσα τον παπά να λέει. «Χους εί και εις χουν απελεύσει», και τότε κατάλαβα πως η Μαρία σώθηκε. Του χρόνου, όλα τα στοιχεία της, που τα κράτησε ζωντανά σε τούτη τη μορφή ζωής, θα γίνουν πανσέ­δες, δέντρα, πουλιά, ποτάμια…

Σ’ αυτό τον τόπο όλα τα πράγματα που πάραξε ο άνθρωπος έχουν μιαν αλαφράδα, μια οικειότητα, στοργή και αγάπη για τη ζωή, άλλο πράμα…

Χρόνης Μίσσιος Απόσπασμα από το “Χαμογέλα, ρε… Τι σου ζητάνε;” Εκδόσεις Γράμματα, 1988