Γιατί υπάρχουν απαγορευμένα βιβλία σήμερα;

Δεν υπάρχουν «απαγορευμένα βιβλία», αλλά «απαγορευμένοι άνθρωποι».

Fahrenheit 451 – Ray Bradbury

Διαβάστε επίσης: https://dromospoihshs.gr/2022/07/03/20-of-the-most-well-known-banned-books-in-the-world/

Είναι πολλές οι φορές που η λογοτεχνία μπήκε στο στόχαστρο της λογοκρισίας. Από τότε που «γεννήθηκε» ο γραπτός λόγος, κυβερνήσεις και ηγέτες ανά τον κόσμο έχουν προσπαθήσει πολύ για να κρατήσουν τις ιδέες και τις απόψεις των συγγραφέων υπό έλεγχο.

Πρέπει να πούμε πως η έννοια «απαγόρευση» στο βιβλίο παίρνει πολλές και διαφορετικές μορφές μέσα στα χρόνια. Μιλάμε για συνολική δικαστική απαγόρευση και περαιτέρω για δήμευση και καταστροφή των αντιτύπων, για επιμέρους διώξεις που αφορούν τις ανώμαλες πολιτικά εποχές (δικτατορίες, φονταμεταλισμος, φασισμός, κ.λπ.), για περιστασιακές αναστατώσεις υποκινούμενες από «κύκλους» (θρησκευτικούς, εθνικιστικούς κ.λπ.), για λογοκριτικές επεμβάσεις που αφορούν συγκεκριμένα κεφάλαια και παραγράφους βιβλίων κ.ο.κ.

Υπάρχουν ορισμένα βιβλία, τα οποία αντιμετωπίστηκαν με οργή από τα συντηρητικά κομμάτια μιας κοινωνίας, επειδή «προσέβαλαν» τα ήθη, τις αξίες, το πολιτικό και κοινωνικό status quo, επειδή προκάλεσαν την ηθική. Αλλες πάλι φορές γιατί απλά οι συγγραφείς τους τόλμησαν να γράψουν όσα η κοινωνία δεν μπορούσε καν να φανταστεί ή δεν ήθελε να φανταστεί. Είναι πολλοί οι συγγραφείς που είδαν τις σελίδες που συνέγραψαν να καίγονται ολόσχερα.

Continue reading “Γιατί υπάρχουν απαγορευμένα βιβλία σήμερα;”

5+1 Αριστουργήματα του ευρωπαϊκού κινηματογράφου

Ο ευρωπαϊκός κινηματογράφος έχει αποδείξει επανειλημμένα την αξία του. Ταινίες από όλη την Ευρώπη εχουν βραβευτεί πολλές φορές σε παγκόσμια βραβεία, ενώ πολλές από αυτες ξεχωρίζουν για την υψηλή αισθητική τους….

Continue reading “5+1 Αριστουργήματα του ευρωπαϊκού κινηματογράφου”

To Εργοστάσιο: ένα σύγχρονο μυθιστόρημα του Κώστα Πούλιου

Αντί προλόγου

“Το Εργοστάσιο” του Κώστα Πούλιου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ελκυστής είναι ένα μυθιστόρημα της εποχής μας και απλώνεται σε τρεις γενιές και πέντε δεκαετίες. Μια αφήγηση στο πλαίσιο του σεναρίου μιας κινηματογραφικής ταινίας ξεδιπλώνει τις ζωές ανθρώπων που τέμνονται αλλεπάλληλα. Δεν αρκείται όμως σε μια απλή παράθεση γεγονότων και του τρόπου που επηρέασαν τα θιγόμενα πρόσωπα, αλλά επιχειρεί να περάσει μηνύματα για το περιβάλλον, την οικονομική κρίση, τα στερεότυπα, την ελληνική κοινωνία.

Continue reading “To Εργοστάσιο: ένα σύγχρονο μυθιστόρημα του Κώστα Πούλιου”

The Durrells: H βρετανική σειρά που μας ταξιδεύει στην Κέρκυρα

Εισαγωγή

To «The Durrells» είναι βρετανική σειρά εποχής βασισμένη στην τριλογία της Κέρκυρας του Ντάρελ που αποτελείται από τα βιβλία «My Family and Other Animals», «Birds, Beasts and Relatives» και «The Garden of the Gods», που ανάμεσα σε άλλα εξιστορεί και την ιστορία της οικογένειας που εγκαταστάθηκε στο νησί της Κέρκυρας το 1935, όταν η μητέρα των Ντάρελ, Λουίζα αποφάσισε ότι η ζωή της χρειαζόταν επειγόντως μια αλλαγή.

Με τον σύζυγό της να έχει πεθάνει εδώ και χρόνια και τα οικογενειακά χρήματα να πλησιάζουν στο τέλος τους, η Λουίζα «πακετάρει» τα τέσσερα παιδιά της και εγκαταλείπει την χώρα. Ο μεγαλύτερος Λάρι φιλοδοξεί να γίνει συγγραφέας (φυσικά έγινε κι έγραψε μερικά υπέροχα βιβλία όπως το «Αλεξανδρινό Κουαρτέτο», ο Τζέρι είναι 11 και το σχολείο του ετοιμάζεται να τον αποβάλλει ενώ τα δύο μεσαία τέκνα της οικογένειας, βιώνουν με τον χειρότερο τρόπο την «φρίκη της εφηβείας».

Οταν τους ανακοινώνει ότι μετακομίζουν στην Κέρκυρα, κανείς δεν ενθουσιάζεται με την ιδέα, πόσο μάλλον όταν ανακαλύπτουν ότι στο νησί δεν υπάρχει ηλεκτρικό ρεύμα, όμως η ιδέα ενός φτηνού, ζεστού νησιού με υπέροχο καιρό ακούγεται σαν ένα ιδανικό μέρος στο μυαλό της Λουίζα.

Τα πρόσωπα

Γνωρίστε τα μέλη της οικογένειας Ντάρελ και τους πιο κοντινούς τους «φίλους», μια μικρογραφία μιας κοινωνίας που άφησε το δικό της σημάδια σε όλα όσα θεωρούμε σήμερα ως «Ελλάδα» που ανήκει σε όλους.

Η Λουίζα Ντάρελ είναι χήρα εδώ και οκτώ χρόνια, ένα αμάγαλμα των προσωπικοτήτων των παιδιών της, διανοητικά ανήσυχη αλλά όχι και επιτηδευμένη, πεισματάρα αλλά γεμάτη από τη χαρά της ζωής. Φιλόδοξη για ευτυχία, για την ίδια και την οικογένειά της. Περήφανη για τα παιδιά της και συνεχώς τσαντισμένη μαζί τους. Την γνωρίζουμε όταν είναι έτοιμη να αφήσει πίσω της το θάνατο του συζύγου της και να αναζητήσει μια νέα ζωή και ένα νέο άντρα. Την υποδύεται η Κίλι Χόους του «Line of Duty».

Ο Λάρι, αστείος αλλά συχνά και σκληρός είναι 21 ετών. Ο Λάρι νομίζει ότι ξέρει τα πάντα και θέλει να ελέγχει τη ζωή όλων ή όπως το περιγράφει η μαμά του, σαν να βάζεις έναν τρελό υπεύθυνο ενός ασύλου. Στην προσπάθειά του να γίνει ένας ιδιοφυής συγγραφέας (θα γίνει…), ο Λάρι πιστεύει ότι περιτριγυρίζεται από ανόητους. Μιλάει πολύ για το σεξ και είναι αφοσιωμένος στο κορίτσι του, τη Νάνσι με την οποία συνεχώς χωρίζει αλλά δεν μπορεί να ζήσει και μακριά της. Τον υποδύεται ο ανερχόμενος Τζος Ο’ Κόνορ με μικρούς ρόλους στο τηλεοπτικό «Doctor Who», στη «Σταχτοπούτα» του Κένεθ Μπράνα και στο «Florence Foster Jenkins» του Στίβεν Φρίαρς.

Ο Λέσλι Ντάρελ είναι 18 ετών, απροσάρμοστος, εμμονικός με τα όπλα. Μιλάει λίγο, είναι πιο ευτυχισμένος όταν είναι στη θάλασσα ή όταν πυροβολεί στο κενό. Αντιτίθεται σε κάθε δεσμό που μοιάζει να οργανώνει η μητέρα του. Κακοποιείται διανοητικά από τον Λάρι και μπορεί να είναι ταυτόχρονα εκρηκτικός και μελαγχολικός. Πιστεύει ότι τον κυνηγάει η κακή τύχη και μετά την απώλεια της πρώτης του φιλενάδας επιλέγει να ζει στο σκοτάδι. Τον υποδύεται ο πρωτοεμφανιζόμενος Κάλουμ Γουντχάουζ.

Η Μάργκο Ντάρελ στα 17 της, είναι ήδη νευρωτική με την εξωτερική της εμφάνιση και τη θέση της στον κόσμο αλλά ταυτόχρονα και ένας ζωντανός μαγνήτης για τους μάτσο άντρες του νησιού. Η μητέρα της προσπαθεί να την καθοδηγήσει προς μια πιο παραδοσιακή λογική της κοπέλας που περιμένει τον άντρα που θα παντρευτεί, μόνο η Μάργκο γνωρίζει το φεμινισμό τις στιγμές που δεν είναι ερωτευμένη και εντελώς κατεστραμμένη. Την υποδύεται η πρωτοεμφανιζόμενη (με μικρές μόνο συμμετοχές σε ταινίες και τηλεοπτικές σειρές) Ντέιζι Γούοτερστοουν.

Ο 11χρόνος Τζέραλντ είναι ο μικρότερος γιος της Λούιζα, αλλά και ο πιο ώριμος. Τον ενδιαφέρουν περισσότερο τα ζώα από τους ανθρώπους και το πάθος του για τη Φύση είναι η μόνιμη ανησυχία της μητέρας του. Περνάει ώρες χαζεύοντας τα έντομα και έχει μετατρέψει το δωμάτιο του σε ζωολογικό κήπο. Ο πιο οξυδερκής παρατηρήτης όλων των αδυναμιών των μελών της οικογένειάς του. Φυσικά και είναι ο Μίλο Πάρκερ – ο μικρός Ρότζερ στο «Ο Κύριος Χολμς».

Ο Κύριος Χαλκιόπουλος ή σκέτο Σπύρος φτιάχνει ό,τι κι αν έχει χαλάσει σε όλη την Κέρκυρα. Αγαπάει τους Αγγλους, έχει ζήσει πολλά χρόνια στο Σικάγο και επειδή στην πραγματικότητα δουλεύει ως ταξιτζής γνωρίζει τους πάντες και τα πάντα στο νησί. Γενναιόδωρος με το χρόνο του με την οικογένεια των Ντάρελ και ειδικά με την Λουίζα, είναι ανύπαντρος και μάλλον ιδανικό φλερτ για τη χήρα που θέλει να βάλει τέλος στη μοναξιά της. Τον υποδύεται ο Αλέξης Γεωργούλης, εξαργυρώνοντας την προσπάθεια του για μια διεθνή καριέρα, γοητευτικός ακόμη και τώρα που μεγαλώνει τόσο όμορφα.

Ο Τεό (Θεόδωρος) Στεφανίδης ξέρει τα πάντα. Και τους πάντες. Μια σοφή φωνή ακαδημαϊκου, βιολόγου και εραστή της φύσης. Ιδανικός σύντροφος στις εξορμήσεις του μικρού Τζέραλντ, ο Τεό είναι μοναχικός, αφού αντί να αναζητάει κάποιο σύντροφο προτιμά να μελετά τον κόσμο γύρω του. Τον υποδύεται ο Γιώργος Καραμίχος.

Τα βιβλία πίσω από την σειρά

Στο «Άσπρο Σπίτι» ο Λόρενς φιλοξένησε τον Χένρι Μίλερ το 1939, ο οποίος το 1941 έγραψε το βιβλίο του «Ο Κολοσσός του Μαρουσιού», στο οποίο περιγράφει τις εμπειρίες του από την παραμονή του στην Ελλάδα. Τη ζωή του στο νησί ο Λόρενς Ντάρελ θα την αφηγηθεί το 1945 στο ταξιδιωτικό του βιβλίο «Η σπηλιά του Πρόσπερου», όπου περιγράφει την Κέρκυρα ως «αυτό το λαμπερό κομματάκι νησιού στο Ιόνιο» με νερά «σαν τον χτύπο της καρδιάς του ίδιου του κόσμου». Συγκρίνοντας τα βιβλία που έγραψαν τα δύο αδέλφια για τη ζωή τους στην Κέρκυρα, εντοπίζει κανείς αρκετές διαφορές. Ο Τζέραλντ δεν κάνει καμία αναφορά στη σύζυγο του Λόρενς, Νάνσυ, ενώ ο Λόρενς δεν αναφέρει την παρουσία της μητέρας του στο νησί – όσο για τα αδέλφια του, μιλά μόνο για ένα από αυτά, τον Λέσλι. Υπάρχουν, ωστόσο, πρόσωπα στα οποία αναφέρονται και οι δύο, όπως ο Θεόδωρος Στεφανίδης και ο Κερκυραίος ταξιτζής Σπύρος Αμερικάνος. Στο «Η οικογένειά μου κι άλλα ζώα» που κυκλοφόρησε το 1956 ο Τζέραλντ Ντάρελ περιγράφει τον Αμερικάνο ως έναν «μεγάλο, καφέ, άσχημο άγγελο». Ο ταξιτζής είναι αυτός που θα πάρει κάτω από τις φτερούγες του την οικογένεια και θα σταθεί οδηγός, μεταφραστής, προστάτης και φίλος – θα καταφέρει να τους βρει ακόμη και σπίτι με αποχωρητήριο, που για την εποχή εκείνη ήταν μεγάλη πολυτέλεια.

Το ελληνικό τοπίο

Η σειρά έκανε το μεγάλο βήμα και γυρίστηκε στο μέρος που όντως λαμβάνουν χώρα όλα τα γεγονότα των βιβλίων, στην πανέμορφη Κέρκυρα. Το ελληνικό τοπίο δεσπόζει καθ’ όλη την διάρκεια της σειράς, καθώς και οι άνθρωποι του νησιού, με τις παραξενιές και τις ιδιαιτερότητές τους.

Η κοσμοπολίτικη πόλη της Κέρκυρας, με τα πλακόστρωτα σοκάκια και τα πολύχρωμα κτίρια με ενετικές, γαλλικές και βρετανικές επιρροές, είναι μία από τις τοποθεσίες γυρισμάτων της σειράς. Νότια της πόλης βρίσκεται η έπαυλη που κτίστηκε την περίοδο της Αγγλικής κυριαρχίας από τον Ύπατο Αρμοστή των Ιονίων Νήσων Sir Frederick Adam και στη σειρά αποτελεί την κατοικία της Κόμισσας Μαυροδάκη. Η έπαυλη, η οποία από το 2001 στεγάζει το Μουσείο Παλαιόπολης- Mon Repos, άνηκε για έναν αιώνα περίπου στην πρώην βασιλική οικογένεια της Ελλάδας και είναι ο τόπος γέννησης του πρίγκηπα Φίλιππου, Δούκα του Εδιμβούργου και συζύγου της Βασίλισσας Ελισάβετ Β’ της Αγγλίας.

Στα βόρεια της πόλης της Κέρκυρας, στη Γουβιά, βρίσκεται η έπαυλη που στη σειρά αποτελεί την κατοικία της οικογένειας Ντάρελ. Καθώς το εσωτερικό της έχει υποστεί ανεπανόρθωτες φθορές στο πέρασμα των χρόνων, στη σειρά εμφανίζεται μόνο το εξωτερικό της και τα εσωτερικά γυρίσματα πραγματοποιούνται στο Λονδίνο. Δίπλα στην έπαυλη βρίσκεται η Βίλα Ανεμογιάννη, το πραγματικό σπίτι των Ντάρελ, το οποίο παραδόξως δεν χρησιμοποιήθηκε ως τόπος γυρισμάτων.

Ακόμα μία τοποθεσία που εμφανίζεται συχνά στη σειρά είναι το χωριό Δανίλια, γνωστό και ως χωριό του Μπούα, το οποίο βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του νησιού. Πρόκειται για μια ιδιαίτερη τοποθεσία, καθώς τη δεκαετία του ‘70 ένας εκ των αδελφών Μπουά αποφάσισε να ανακατασκευάσει το χωριό, δημιουργώντας ένα παραδοσιακό θεματικό πάρκο. Εκτός από τη σειρά The Durrells, το χωριό Δανίλια έχει εμφανιστεί και στην ταινία Τζέιμς Μποντ: Για τα μάτια σου μόνο που γυρίστηκε το 1981.

Επίσης, εμφανίζονται τα λιμανάκια Ερημίτης και Άγιος Στέφανος, τα οποία είναι προσβάσιμα μόνο με τα πόδια ή από τη θάλασσα και ήταν αγαπημένες τοποθεσίες όχι μόνο του Τζέραλντ Ντάρελ αλλά και του συγγραφέα Έντουαρντ Ληρ. Το σπίτι όπου ο Λόρενς, ο μεγαλύτερος γιος της οικογένειας Ντάρελ, έμενε με τη σύζυγό του Νάνσι και βρισκόταν στον παραθαλάσσιο οικισμό Καλάμι στη σειρά εμφανίζεται βορειότερα, στην περιοχή της Κουλούρας. Εκεί, η μικρή ταβέρνα με θαλασσινά θα φιλοξενήσει το πικ νικ της τηλεοπτικής οικογένειας των Ντάρελ και των φίλων τους. Στη συνέχεια της σεζόν εμφανίζονται οι ακτές Μπουκάρη και Χαλικούνας και οι περιοχές Σιναράδες και Κουραμάδες.

Η πραγματική ιστορία (μετά την Κέρκυρα)

Η μητέρα, μετά την περιπέτεια της Κέρκυρας, εγκαταστάθηκε στο Bournemouth μέχρι το τέλος της ζωής της το 1964, έζησε στην ίδια πόλη με την κόρη της Μαργαρίτα.

Ο μεγαλύτερος αδελφός ήταν έξυπνος με έναν ανήσυχο χαρακτήρα, ήταν σπουδαίος λογοτέχνης, έγινε διπλωμάτης και σπουδαίος συγγραφέας, τα βιβλία του γνώρισαν τεράστια επιτυχία, ταξίδευε σε όλο τον κόσμο και έμεινε σε πολλά μέρη, επίσης παντρεύτηκε 4 φορές και πέθανε στο Sommières της Γαλλίας το 1990.

Ερωτηματικά προκαλεί το γεγονός ότι δεν ξαναπάτησε το πόδι του στην Κέρκυρα.

Ο δεύτερος μεγαλύτερος αδελφός και το λιγότερο γνωστό μέλος της οικογένειας, είχε μεγάλο ενδιαφέρον για τα όπλα, το κυνήγι και την ιστιοπλοΐα, αλλά και τη ζωγραφική, έκανε αρκετές επιχειρηματικές προσπάθειες, μία από αυτές ήταν να οργανώσει ένα αγρόκτημα στην Κένυα, αλλά όλες οι απόπειρες ήταν αποτυχημένες, είχε έναν γιο με την Κερκυραία Μαρία Κοντού που τον ακολούθησε στην Αγγλία.

Η Μάργκαρετ, γνωστή ως Margo, έφυγε με τον πιλότο της RAF Jack Breeze στην Νότιο Αφρική, τον παντρεύτηκε το 1940 και έμειναν στη Νότιο Αφρική μέχρι το τέλος του πολέμου και έκαναν μαζί δύο παιδιά, στη συνέχεια μετακόμισαν στο Bournemouth και σύντομα χώρισαν.

Μετά το διαζύγιο πέρασε το υπόλοιπο της ζωής της στο Bournemouth μέχρι το θάνατό της το 2007, ήταν επίσης συγγραφέας και το 1950 έγραψε το βιβλίο “Τι συνέβη στη Margo;” με αναμνήσεις από την εμπειρία της στην Κέρκυρα, το βιβλίο δημοσιεύθηκε 40 χρόνια μετά τη συγγραφή του, μόλις το 1995. Η Μάργκο ήταν πολύ αγαπητή, ευγενική, και ενδιαφέρονταν πολύ για τη μόδα και το σχεδιασμό της. Ήταν όμως και πολύ ανεξάρτητη και δυναμική, μετά το χωρισμό με τον πιλότο μεγάλωσε μόνη της τα δύο της παιδιά.

Ο Τζέραλντ, ο νεότερος αδελφός έγινε πολύ επιτυχημένος, ήταν ένας δημοφιλής φυσιοδίφης, οικονομολόγος, τηλεοπτικός παρουσιαστής και συγγραφέας, με το έργο του επαναπροσδιόρισε τον ρόλο και το πρότυπο του σύγχρονου ζωολογικού κήπου. Επίσης διέθετε πολύ χιούμορ, όταν κάποτε τον ρώτησαν ποιο ζώο του αρέσει περισσότερο απάντησε: “εννοείτε, εκτός από τη γυναίκα μου;”

Λάτρευε τα ζώα που από μικρός του άρεσε να τα μελετάει και να τα προστατεύει, στο τέλος ίδρυσε το Κέντρο Προστασίας Άγριας Ζωής στο Τζέρσεϊ, που το διευθύνει μέχρι σήμερα η τελευταία του σύζυγος, η Λι Ντάρελ. Η τελευταία έχει επισκεφτεί πολλές φορές την Κέρκυρα και μάλιστα έχει τοποθετηθεί με δηλώσεις και παρεμβάσεις της και σε διεθνείς οργανισμούς, εναντίον της εκποίησης του Ερημίτη από το ΤΑΥΠΕΔ που θα έχει σαν αποτέλεσμα την καταστροφή αυτού του πολύτιμου οικοσυστήματος, αυτό το κάνει όπως λέει σαν φόρο τιμής στη μνήμη του αείμνηστου Τζέρυ.

Επίλογος

Μαγευτικά τοπία, εξαιρετικές ερμηνείες και μια πολύ γλυκιά ιστορία ενηλικίωσης, επιβίωσης και γνωριμίας διαφορετικών κουλτούρων ξετυλίγονται μέσα από αυτό το τηλεοπτικό εγχείρημα που λάτρεψαν οι Βρετανοί και που πρέπει να γνωρίσουμε οι Έλληνες! Πέρα από το σκηνικό της Κέρκυρας που κρύβεται σε κάθε γωνιά του έργου, θα αγαπήσετε σίγουρα τους μοναδικούς και αληθοφανείς χαρακτήρες και την ενδιαφέρουσα ζωή τους που κυλά παράλληλα με την ιστορία της Κέρκυρας. Ένας ύμνος στην ομορφιά της φύσης, των ανθρώπων και της διαφορετικότητας!

Πηγές:

https://flix.gr/news/the-durrels-family.html

https://www.lifo.gr/articles/tv_articles/96460

ΕΙΚΟΝΕΣ: Η βρετανική σειρά The Durrells μας ξεναγεί στο νησί της Κέρκυρας

Ο πρίγκιπας της ελληνικής Ροκ, Παύλος Σιδηρόπουλος

Κοντεύουν 30 χρόνια από το θάνατο του αγαπημένου καλλιτέχνη Παύλου Σιδηρόπουλου, κι εμείς ετοιμάσαμε ένα μικρό αφιέρωμαστον «Πρίγκηπα της ελληνικής Ροκ».

Γεννήθηκε στην Αθήνααπό ευκατάστατη οικογένεια, ωστόσο μέχρι τα έξι έτη του διέμενε στη Θεσσαλονίκη. Θεία του ήταν η γνωστή λογοτέχνις Έλλη Αλεξίου.

Υπήρξε καλός μαθητής και ξεκίνησε τις σπουδές του ως Μαθηματικός στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, τις οποίες δεν ολοκλήρωσε, καθώς την περίοδο της χούντας κατέβηκε στην Αθήνα. Στο μεταξύ, ήδη από τα εφηβικά του χρόνια, είχε έρθει σε επαφή με τη ροκ μουσική.

Έχοντας ήδη συνεργαστεί μουσικά, ως φοιτητής, με το Βαγγέλη Γερμανό, το 1969 γνώρισε τον Παντελή Δεληγιαννίδη και μαζί κατέβηκαν στην Αθήνα, συγκροτώντας το σχήμα «Δάμων και Φιντίας». Οι πρώτες δισκογραφικές δουλειές του Σιδηρόπουλου έγιναν στα πλαίσια του σχήματος αυτού, στη δισκογραφική εταιρεία «Λύρα».

Λίγο πριν το τέλος της Δικτατορίας, ο Σιδηρόπουλος μαζί με τον Δεληγιαννίδη έγινε μέλος του σχήματος «Τα Μπουρμπούλια». Πραγματοποίησαν ζωντανές εμφανίσεις σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη και έβγαλαν ένα δίσκο , ωστόσο στις αρχές του ‘74, το συγκρότημα διαλύθηκε, μην έχοντας ευκαιρία κυκλοφορίας δίσκου μεγάλης διαρκείας, ούτε επαρκείς πόρους από τις εμφανίσεις τους.

Επιστρέφοντας στην Αθήνα, ο καλλιτέχνης συνεργάστηκε με μια από τις σημαντικότερες μορφές του ελληνικού πολιτικού τραγουδιού, το Γιάννη Μαρκόπουλο. Συνεργάστηκαν δυο φορές, με διαφορα είκοσι ετών, παράγοντας σημαντικό καλλιτεχνικό έργο. Ωστόσο ο Σιδηρόπουλος θεωρούσε την πρώτη περίοδο συνεργασίας τους νεκρή καλλιτεχνική περίοδο για τον ίδιο.

Καθώς η δεκαετία του ‘70 προχωράει, ο Σιδηρόπουλος πραγματοποιεί σποραδικές ηχογραφήσεις και ψάχνει σχήμα για να ηχογραφήσει τις συνθέσεις του. Ο φίλος και συνεργάτης του, Δημήτρης Πουλικάκος, του προτείνει το συγκρότημα Σπυριδουλα. Έτσι, το 1978 ξεκινούν επίσημα τις πρόβες για την ηχογράφηση τους δίσκου «Φλου». Συμμετείχαν επίσης, έμπειροι μουσικοί, τους οποίους γνώριζε ήδη ο Σιδηρόπουλος και οι ηχογραφήσεις έγιναν στα στούντιο της Columbia. Oι πρόβες δεν κυλούσαν ομαλά, καθώς υπήρχαν ζητήματα συνεννόησης, πιθανώς εξαιτίας και του προβλήματος εθισμού του Σιδηρόπουλου (ήταν εθισμένος στην ηρωίνη) και ο δίσκος, που εξελίχθηκε στο σημαντικότερο ίσως άλμπουμ της ελληνικής Ροκ, κυκλοφόρησε με καθυστέρηση το Μάιο του ‘79. Η καταξίωση του δίσκου δεν ήρθε αμέσως, παρόλο που η δουλειά αντιμετωπίστηκε θετικά, αλλά σε βάθος χρόνου, με διαρκείς επανεκδόσεις και διακρίσεις. Αρχικά τα αντίτυπα που πωλήθηκαν ήταν πολύ λίγα (5.000)

Την ίδια περίοδο, ο καλλιτέχνης πραγματοποίησε ορισμένες κινηματογραφικές εμφανίσεις, κοντά στο σκηνοθέτη Ανδρέα Θωμόπουλο. Η πορεία του στην υποκριτική θα συμπεριλάβει, λίγα χρόνια αργότερα και μια τηλεοπτική εμφάνιση, στη σειρα του Κώστα Φέρρη «Οικογένεια Ζαρντή», που προβλήθηκε στην ΕΡΤ-1.

Αναζητώντας νέο συγκρότημα, ο Σιδηρόπουλος θα σχηματίσει την Εταιρία Καλλιτεχνών, ένα σχήμα που διατηρήθηκε με αλλαγές μέχρι το 1980, ωστόσο δεν κυκλοφόρησε δίσκο. Κατόπιν και ως το τέλος της ζωής του, ο μουσικός θα παίζει με τους Απροσάρμοστους, κάνοντας μεγάλη επιτυχία. Παράλληλα θα συνεργαστεί για δεύτερη φορά με το Γιάννη Μαρκόπουλο στο δίσκο «Ηλεκτρικός Θησεας», δίνοντας για δεύτερη δορά μαζί του συναυλία στο Ηρώδειο.

Τελευταία προσωπική δισκογραφική δουλειά του ήταν ο δίσκος «Χωρίς μακιγιάζ», μια ζωντανή ηχογράφηση στο συναυλιακό χώρο του Μετρό. Έχοντας μια διαρκώς επιβαρυνόμενη υγεία -το αριστερό του χέρι άρχιζε να παραλύει το καλοκαίρι του ‘90- , ο Παύλος Σιδηρόπουλος κατέληξε στις 6 Δεκεμβρίου του 1990, έπειτα από υπερβολική δόση ηρωίνης. Το δημοσιευμένο μουσικό του έργο εμπλουτίστηκε μετά το θάνατο του, από ανέκδοτες ηχογραφήσεις, εκτελέσεις συνθέσεων του από άλλους καλλιτέχνες και έργα που δεν πρόλαβε να κυκλοφορήσει ο ίδιος εν ζωή.

ΠΗΓΕΣ:

https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%A0%CE%B1%CF%8D%CE%BB%CE%BF%CF%82_%CE%A3%CE%B9%CE%B4%CE%B7%CF%81%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%82

https://www.sansimera.gr/biographies/26

https://www.alfavita.gr/koinonia/306219_paylos-sidiropoylos-o-prigkipas-tis-ellinikis-rok-skinis

Ένα μουσικό ταξίδι στο χρόνο,αφιερωμένο στα ζώα!

Παγκόσμια Ημέρα Ζώων σήμερα, μια εξαιρετική αφορμή να θυμηθούμε αγαπημένες μουσικές που αντλούν θεματολογία από τα πλάσματα της φύσης. Η σχέση του ανθρώπου με τα ζώα είναι- ή σωστότερα, όσον αφορά τη σύγχρονη εποχή θα έπρεπε να είναι – μια σχέση συμβιωτική. Έχουμε πολλά να μάθουμε από τα ζώα και η ανθρώπινη συνείδηση έχει αποδείξει -στην πορεία της Ιστορίας- ότι το γνωρίζει πολύ καλά αυτό, δημιουργώντας τραγούδια, μύθους, παραμύθια, τραγούδια, ποιήματα, ιστορίες, ακόμα και μυθιστορήματα για εκείνα. Στο πλαίσιο του αφιερώματός μας στην σημαντική αυτή ημέρα και τονίζοντας ότι δεν αρκεί να θυμόμαστε τον σεβασμό, τη στοργή και την φροντίδα που πρέπει να δείχνουμε στα ζώα για μια Παγκόσμια Ημέρα το χρόνο, ας ακούσουμε μερικά τραγούδιααπό διάφορες εποχές και ρεύματα, που είναι αφιερωμένα στα ζώα.

Μια κλασική νότα

Το ταξίδι μας θα αρχίσει με επιλογές κλασικής μουσικής, με αφετηρία τη Μπαρόκ εποχή, γύρω στο 1735, όποτε ο Λουι Κλωντ Ντακέν, Γάλλος συνθέτης, τσεμπαλίστας και οργανίστας, γράφει το πιο γνωστό κομμάτι του, το περίφημο “Le coucou” (Ο Κούκος), ένα έργο για τσέμπαλο, με μοτίβο που μιμείται το τραγούδι του πουλιού.

Συνεχίζουμε με ένα απόσπασμα από το «Καρναβάλι των ζώων», έργο Ρομαντικής εποχής , του συνθέτη Camille Saint-Saëns, σε 14 μέρη, το καθένα από τα οποία περιγράφει ένα ζώο. Το Καρναβάλι των ζώων κυκλοφόρησε αποσπασματικα, μετά από επιλογή του συνθέτη, ο οποίος το θεωρούσε ένα έργο ανώριμο και απλοϊκό. Τελικά, ωστόσο καταξιώθηκε από το ενήλικο κοινό και θεωρείται από τις πιο εμβληματικές συνθέσεις του Γάλλου μουσικού. Το συγκεκριμένο απόσπασμα είναι «Το ενυδρείο».

Φτανοντας στον 20ο αιώνα, από τη λίστα μας δε θα μπορούσε να λείπει το «Πέταγμα της μέλισσας», του Ρώσου συνθέτη Νικολάι Ρίμσκυ Κόρσακοφ. Το έργο μπορεί να χαρακτηριστεί προγραμματικό, ο τίτλος του δηλαδή περιγράφει το περιεχόμενο του, και από τεχνικής άποψης ιδιαίτερα δεξιοτεχνικό.

Αφήνουμε την κλασική μουσική με ένα φανταστικό ζώο από το μπαλέτο «Το πουλί της φωτιάς» , σε μουσική του μοντέρνου συνθέτη Ιγκορ Στραβίνσκι, ενός από τους πιο πρωτοποριακούς της εποχής του. Το έργο αυτό σηματοδότησε την αρχή της παγκόσμιας αναγνώρισης του Στραβίνσκι, καθώς και τη συνεργασία του με τα διάσημα μπαλέτα Ντιάγκιλεφ, που οδήγησε στην δημιουργία ιστορικών για τη σύγχρονη μουσική και το σύγχρονο χορό, παραγωγών.

New century jazzing

Μεταφερόμαστε στην Αμερική της δεκαετίας του ‘20, ακούγοντας μπάντζο στο κομμάτι «The cat and the dog” γραμμένο από τον Harry Reser, έναν από τους γνωστότερους ερμηνευτές και συνθέτες για το Μπάντζο.

Ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς τίτλους τζαζ μουσικής που έχει εμπνευστεί από τα ζώα είναι το “Tiger rag”, του διάσημου τρομπετίστα Λούις Άρμστρονγκ. Το κομμάτι αυτό κυκλοφόρησε το 1917 και είναι ένα από τα πιο πολυ-ηχογραφημένα τζαζ μουσικά έργα.

Ροκ και όχι μόνο…

Αφήνοντας μερικές δεκαετίες, αφού είναι αδύνατο να καλύψουμε με λεπτομέρεια όλη την πορεία της μουσικής σε ένα άρθρο, ας σταθούμε στη δεκαετία του ‘60 και ‘70 σε τίτλους Ροκ, τεράστια κατηγορία με τραγούδια που αποδεικνύουν τη διαχρονικότητα τους στο πέρασμα των χρόνων, αλλά και Χέβι Μέταλ κομμάτια που καταξιώσαν τους δημιουργούς τους.

Για αρχή ένα κομμάτι των Beatles, όχι αποκλειστικά ροκ, αλλά και με τέτοια στοιχεία, αφού το συγκρότημα συνδύασε διαφορα είδη στη μουσική του. Ακούμε το Blackbird, του 1968.

Συνεχίζουμε με τους Black Sabbath και το «War pigs”, ένα κομμάτι με εκπληκτική σόλο κιθάρα, που αξιολογήθηκε ως ένα από τα καλύτερα καθαριστικά σόλο της ροκ μουσικής και έντονα αντιπολεμικό μήνυμα. Το «War pigs” οποίο θεωρείται ένα από τα τρία καλύτερα τραγούδια του συγκροτήματος.

Κλείνουμε το κομμάτι της ροκ, πριν προχωρήσουμε στην ελληνική μουσική, που αξίξει την ιδιαίτερη προσοχή μας, με το γνωστό και μη εξαιρετέο “Eye of the tiger”, των Survivor. Βρισκόμαστε πλέον στη δεκαετία του ‘80, συγκεκριμένα το 1982. Το τραγούδι κυκλοφορεί ως single μια μέρα μετά την ταινία Rocky 3 και γίνεται πλατινένιος δίσκος.

Στην Ελλάδα…

Τελευταίος σταθμός μας η Ελλάδα της δεκαετίας του ‘60 και έπειτα. Κινηματογράφος, τραγούδια πολιτικά και ελληνική ροκ ή έντεχνη μουσική….

«Ένα χρυσόψαρο μέσα στη γυάλα», 1960, αντικατοπτρίζει μια ολόκληρη εποχή, αφού γράφτηκε από τον μεγάλο Χατζιδακι για τον ελληνικό κινηματογράφο στην περίοδο της άνθισής του, για την ταινία «Το κοροϊδάκι της δεσποινίδος» και τραγουδήθηκε από τη Τζένη Καρέζη και τον Ντίνα Ηλιόπουλο.

Προχωρώντας σταματάμε στο 1974, μια χρόνια που η πολιτική κατάσταση της χώρας «βράζει». Ο Μάνος Λοΐζος , ένας καλλιτέχνης που δε φοβήθηκε να μιλήσει ανοικτά για τις ιδέες του σε καιρό λογοκρισίας και φίμωσης της τέχνης, γράφει το «Μέρμηγκα», ένα τραγούδι-αλληγορία της πολιτικής κατάστασης της χώρας.

Ένα χρόνο αργότερα θα κυκλοφορήσει ένα ακόμη τραγούδι με θέμα τα ζώα, επίσης χαρακτηριστικό της δεκαετίας του ‘70, γραμμένο από τον Γρηγόρη Μπιθικώτση. «Ένα όμορφο αμάξι με δυο άλογα», λαϊκό και αγαπημένο, με στίχους λυρικούς, συγκεντρώνει την απογοήτευση δυο γενεών.

Φτάνοντας στο τέλος του 20ου αιώνα , το ελληνικό έντεχνο τραγούδι έχει εδώ και αρκετά χρόνια μια σταθερή παρουσία, με φωνές δουλεμένες και μοναδικές χροιές. Οι στίχοι και η μουσική γράφονται από ονόματα που έχουν θέσει σταθερές βάσεις και συνεχίζουν να ανοίγουν δρόμους στην ελληνική μουσική παραγωγή. Ένας από τους αγαπημένους μας καλλιτέχνες είναι ο Μίλτος Πασχαλίδης, γι αυτό και σας αφιερώνουμε το τραγούδι «Ο Παπαγάλος», μια μελοποίηση του ποιήματος του Ζαχαρία Παπαντωνίου.

Κλείνουμε το μουσικό αφιέρωμά μας στην Παγκόσμια Ημέρα των ζώων με Λαυρέντη Μαχαιρίτσα, έναν σπουδαίο μουσικό που χάσαμε νωρίς και πρόσφατα, ο οποίος μας άφησε ωστόσο τραγούδια αγαπημένα, με ποιότητα και νόημα, για όλες τις περιστάσεις, που έγιναν αναπόσπαστο κομμάτι των ακουσμάτων μας! Ας ακούσουμε το «Ένας Τούρκος στο Παρίσι»…

Αλέξης Ακριθάκης, ένας σύγχρονος μποέμ καλλιτέχνης

Το σημερινό άρθρο της φίλης μας θα αφιερώσουμε στον Αλέξη Ακριθάκη, ένα σύγχρονο έλληνα ζωγράφο, που έζησε μια περιπετειώδη μποέμ, όπως θα τη χαρακτηρίζαμε, ζωή .

Ο Αλέξης Ακριθάκης γεννήθηκε στην Αθήνα, από μια ευκατάστατη οικογένεια που ζούσε στο Κολωνάκι. Υπήρξε ιδιαίτερα αντιδραστικός ως μαθητής και είχε αποβληθεί από κάθε σχολείο όπου φοίτησε!

Τα πρώτα του σχέδια έκανε στο ιστορικό καφενείο Βυζάντιο, το οποίο βρισκόταν στην πλατεία Κολωνακίου και φιλοξενούσε κύκλους αντισυμβατικών διανοούμενων. Όπως ο ίδιος έχει αναφέρει, Κυριότερη πηγή έμπνευσης του αποτελούσε η λογοτεχνία και η ποίηση, ιδιαιτέρως ο Μακρής και ο Ταχτσής.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’50 αποφασίζει να φύγει με μια μοτοσικλέτα για να ζήσει στο Παρίσι. Στη γαλλική πρωτεύουσα θα παραμείνει για τρία περίπου χρόνια, αρνούμενος κάθε συμβατικότητα στον τρόπο ζωής του. Επιστρέφοντας στην Αθήνα το 1960 πραγματοποιεί έκθεση των έργων του στην Θεσσαλονίκη και αργότερα, στο γαλλικό ινστιτούτο Αθηνών στήνει την πρώτη σημαντική ατομική του έκθεση. Παράλληλα ασχολείται με την εικονογράφηση, για παραδειγμα με έργα που έκανε για το περιοδικό “Πάλι” του Νάνου Βαλαωρίτη, και την σκηνογραφία.

Το 1968, ο Ακριθάκης λάμβανε υποτροφία από το γερμανικό κράτος και εγκαθίσταται στο Βερολίνο. Στα επόμενα χρόνια η ζωή και η εργασία του Λαμβάνουν χώρα μεταξύ Γερμανίας και Ελλάδας και αποκτά διεθνή φήμη.

Το καλλιτεχνικό του στυλ είναι έντονα αφηγηματικό, Χρησιμοποιεί συμβολικά μοτίβα και έντονα χρώματα. Σε πολλά έργα του διακρίνουμε και στοιχεία μιας πυκνής γραφής, ως επιρροή από τη λογοτεχνία. Εκτός από πίνακες δημιουργεί κολλάζ, εργα εικονογράφησης, σκηνικά και σχέδια αντικειμένων. Στις επιρροές του μπορεί να συμπεριληφθεί και το κίνημα του φωβισμού. Ο ίδιος ανέφερε ότι δεν επιθυμούσε να ενταχθεί καλλιτεχνικά σε κανένα κίνημα, αναζητώντας διαρκώς μία προσωπική γλώσσα στη ζωγραφική του.

Η οριστική επιστροφή του Αλέκου Ακριθάκης στην πατρίδα θα γίνει το 1984, με τη υγεία του να βρίσκεται σε κρίσιμη κατάσταση. Η σχέση του με το αλκοόλ και τα ναρκωτικά συνέβαλε κατα κύριο λόγο σε αυτή την επιδείνωση. Ο καλλιτέχνης έφυγε από τη ζωή το 1994 σε ηλικία 55 ετών, αφήνοντας ημιτελή την τελευταία συλλογή με έργα του, εμπνευσμένα από τους τροφίμους του Δρομοκαΐτειου, όπου νοσηλεύθηκε για αποτοξίνωση.

Ο μοντερνιστής γλύπτης Χένρυ Μουρ, το ελληνικό φως κι οι θεωρίες συνωμοσίας

Ο Χένρι Μουρ, Βρετανός γλύπτης, από τους σημαντικότερους δημιουργούς του προηγούμενου αιώνα, γεννήθηκε στις 30 Ιούλη 1898. Ήταν το έβδομο από τα οκτώ παιδιά ενός μηχανικού εξόρυξης. Από το σχολείο ακόμη, εμπνευσμένος από τον Μιχαήλ Άγγελο, αρχίζει να δημιουργεί με πηλό και ξύλο. Συγκρούεται έντονα με τον πατέρα του όταν επιλέγει να ασχοληθεί με τη γλυπτική γιατί δεν ήθελε ο γιος του να έχει μια χειρωνακτική εργασία, όπως ο ίδιος.

Το 1919 εγγράφηκε στη Σχολή Καλών Τεχνών του Λιντς και ήταν ο πρώτος σπουδαστής γλυπτικής. Ακολούθως με υποτροφία θα παρακολουθήσει μαθήματα για δυο χρόνια στο Royal College of Art του Λονδίνου. Εκεί περνά πολύ χρόνο στο Βρετανικό Μουσείο μελετώντας τις εθνογραφικές συλλογές. Η επιρροή τους εκφράστηκε έντονα στα μεταγενέστερα μνημειώδη έργα του. Το 1924 για έξι μήνες περιόδευσε την Ιταλία και τη Γαλλία, όπου εντυπωσιάστηκε από την τέχνη των Τζόττο, Μαζάτσο και Μιχαήλ Άγγελου.

Μετά την επιστροφή του στο Παρίσι, παρακολούθησε μαθήματα στο Λούβρο. Στο Παρίσι, στο Musée d’ Ethnographie, μέσα από τα Chacmool γλυπτά συναντά τη γλυπτική των Αζτέκων από το 900-1000 μ.Χ., που θα επηρεάσει αποφασιστικά την πρώιμη δουλειά του. Ενισχύεται έτσι η τάση του να δημιουργήσει άμεσες σκαλισμένες, μοναδικές φιγούρες που επικεντρώνονται στη μάζα και τη μορφή τους.

Με την ολοκλήρωση της εκπαίδευσής του, αποδέχεται επταετή θέση διδασκαλίας στο Royal College of Art στο Λονδίνο και το 1932 γίνεται επικεφαλής του Τμήματος Γλυπτικής στην Σχολή Τέχνης της Τσέλσι. Μαζί με τη ζωγράφο σύζυγό του Ιρίνα Ράντεσκι κι άλλους μοντερνιστές καλλιτέχνες κυριαρχούν στο κίνημα «Seven and Five Society». Επισκέπτονται τακτικά το Παρίσι για να δουν τις δουλειές του Πάμπλο Πικάσο, του Ζωρζ Μπρακ και του Αλμπέρτο Τζακομέττι. Το ενδιαφέρον του για το σουρεαλισμό διαρκεί μέχρι και το 1936.

Με την έναρξη του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου αναγκάζεται να παραιτηθεί από τη θέση διδασκαλίας που κατείχε. Κατά τη διάρκεια του πολέμου δημιουργεί μια σειρά από σχέδια, κυρίως ανθρώπων σε καταφύγια και σε πλατφόρμες των σταθμών του μετρό.

Το 1946, ταξιδεύει για πρώτη φορά στην Αμερική για την αναδρομική του έκθεση στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης στη Νέα Υόρκη. Παράλληλα, με τη γέννηση της κόρης του Μαρίας και το θάνατο της μητέρας του, το έργο του το οποίο ήταν συνήθως μια φιγούρα, μετασχηματίζεται, για να αντικατοπτρίζει τώρα τη νέα δομή της οικογένειάς του. Αρχίζει τώρα να ενδιαφέρεται για το μοτίβο «μητέρας και παιδιού». Ωστόσο, το έργο του γίνεται ακόμη πιο αφηρημένο.

Ταξίδι στην Ελλάδα
Το 1951 παρουσιάζεται στο Ζάππειο Μέγαρο η διετής ευρωπαϊκή περιοδεύουσα έκθεση που ξεκίνησε το 1949. Ο ίδιος παραβρίσκεται σε αυτή και επισκέπτεται πολλές πόλεις με αρχαιολογικό ενδιαφέρον: Μυκήνες, Κόρινθο, Δελφούς και Ολυμπία.

Την επιρροή που είχε στα έργα του η κυκλαδική, η αρχαϊκή και η κλασική τέχνη, συνόψισε ο ίδιος ο Χένρι Μουρ, μετά το ταξίδι του στην Ελλάδα:

«Το ελληνικό φως είναι, όπως λένε όλοι, κάτι που δεν μπορείς να το φανταστείς προτού το βιώσεις. Στην Αγγλία, το μισό φως, κατά κάποιον τρόπο, απορροφάται μέσα στο αντικείμενο, όμως στην Ελλάδα το αντικείμενο μοιάζει να αναδίδει φως σα να φωτίζεται το ίδιο από μέσα».

Κατά τη δεκαετία του 1950, τα δημόσια έργα του Μουρ ήταν σε σταθερή ζήτηση. Οι τιμές για τα έργα του αυξήθηκαν σημαντικά και το προφίλ του ως διεθνής καλλιτέχνης ενισχύθηκε. Μέχρι τη δεκαετία του 1970, γίνονταν πάνω από 40 εκθέσεις έργων του το χρόνο και ήταν ένας από τους πιο οικονομικά επιτυχημένους καλλιτέχνες εν ζωή.

Κατά τη διάρκεια της ζωής του, το όνομά του ήταν συνώνυμο με τη σύγχρονη γλυπτική και σχεδόν συνώνυμο με τους παγκόσμιους οργανισμούς έξω από τους οποίους βρίσκονται τα μεγαλοπρεπή γλυπτά του, μέσω των οποίων προσπάθησε να αποδώσει την ανθρωπιστική τους αποστολή. Αναμφισβήτητα είχε μεγάλη επίδραση στη γενιά γλυπτών που τον ακολούθησε, όπως ο Εντουάρντο Παολόζι, ο Ουίλιαμ Τέρονμπουλ, Άνθονι Κάρο και Φίλιπ Κίνγκ.

Το καλοκαίρι του 2000, το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Άνδρου παρουσίασε την έκθεση «Henry Moore: Υπό το Φως της Ελλάδος». Στόχος της θεματικής έκθεσης ήταν να προσεγγίσει συγκεκριμένες πτυχές του έργου του μεγάλου βρετανού γλύπτη, να αναζητήσει και να αναδείξει ορατές ή αδιόρατες επιρροές που δέχθηκε από την αρχαία ελληνική τέχνη. Μια τέχνη που ο Μουρ στην αρχή της σταδιοδρομίας του, απέρριψε σθεναρά και ύστερα, περίπου τρεις δεκαετίες αργότερα, την ενστερνίστηκε εξίσου σθεναρά.

Ο Μουρ ήταν γνώστης της Ιστορίας της Τέχνης. Το ενδιαφέρον του προσέλκυε και η γλυπτική γοτθικού ρυθμού. Μελέτησε τη σχέση μεταξύ μητέρας και παιδιού όπως εδώ στο έργο «Αποκαθήλωση» του 1420. Αποτύπωσε την εγγύτητα και τον πόνο της απώλειας στα σχέδια του. Η αγάπη του για το ανθρώπινο σώμα και για τις μορφές έκφρασης τον συνόδευαν σε όλη του τη ζωή.
Ο Μουρ ήταν γνώ­στης της Ιστο­ρί­ας της Τέ­χνης. Το εν­δια­φέ­ρον του προ­σέλ­κυε και η γλυ­πτι­κή γοτ­θι­κού ρυθ­μού. Με­λέ­τη­σε τη σχέση με­τα­ξύ μη­τέ­ρας και παι­διού όπως εδώ στο έργο «Απο­κα­θή­λω­ση» του 1420. Απο­τύ­πω­σε την εγ­γύ­τη­τα και τον πόνο της απώ­λειας στα σχέ­δια του. Η αγάπη του για το αν­θρώ­πι­νο σώμα και για τις μορ­φές έκ­φρα­σης τον συ­νό­δευαν σε όλη του τη ζωή.

Στη δεκαετία του 1920 τα έργα του χαρακτηρίζονται από τις επιδράσεις των καλλιτεχνών της Αναγέννησης Μαζάτσο, Πιζάνο και του Μικελάντζελο αλλά και άλλων όπως του Ρουμάνου γλύπτη που εργαζόταν στη Γαλλία Κονσταντίν Μπρανκούζι. Δέχτηκε επίσης έμπνευση από την προκολομβιανή τέχνη της Αμερικής του Μεξικού (Ίνκας). Άρχισε να γίνεται γνωστός μετά τον πόλεμο.

Στη δεκαετία του 1930 δέχτηκε επιδράσεις από τον Πικάσο και τα γλυπτά του εκείνης της περιόδου είναι κυρίως από ξύλο, με απλές μορφές και γραμμές με τρύπες και με οδοντώσεις και με καλύμματα λεπτά σιδερένια.

Η μεγαλύτερη επίδραση στο έργο του προέρχεται όμως από την παρατήρηση των μορφών που υπάρχουν στη φύση, όπως ομολογεί και ο ίδιος. Στα ώριμα έργα του ο Μουρ αναπαριστά μορφές που καθρεφτίζονται από μορφές που υπάρχουν στην φύση, κυρίως με σχήματα που έχουν καμπύλες.

Τα αγαπημένα του θέματα είναι μητέρες με μωρά στην αγκαλιά, οικογένειες, πεσμένοι στρατιώτες και κυρίως μια φιγούρα ανθρώπου πλαγιαστού, που την έφτιαξε σε ξύλο, πέτρα και μπρούντζο και στο τέλος με μάρμαρο. Τα έργα του είναι από ρεαλιστικά μέχρι αφηρημένα.

Εκτός από τα γλυπτά ο Μουρ έφτιαξε και σχέδια, κυρίως ανθρώπων σε καταφύγια στη διάρκεια του β’ παγκοσμίου πολέμου. Στα σχέδια αυτά φαίνεται η επίδραση του πολέμου στα αθώα και ανυπεράσπιστα πρόσωπα των ηρώων του.

Στα έργα του, κα­τά­φε­ρε να συν­δυά­σει ετε­ρό­κλη­τα υλικά, όπως η πέτρα και ο χαλ­κός και να πα­ρου­σιά­σει αρι­στουρ­γή­μα­τα, που εκ­προ­σω­πούν τις κα­λύ­τε­ρες αν­θρω­πι­στι­κές πα­ρα­δό­σεις στην τέχνη. Πολλά έργα του θε­ω­ρού­νται ήδη μνη­μεια­κά. Μια από τις με­γα­λύ­τε­ρες συλ­λο­γές γλυ­πτών του Μουρ, όπως και σχε­δί­ων, αλλά και υλι­κών που χρη­σι­μο­ποιού­σε βρί­σκε­ται στο Μου­σείο Σύγ­χρο­νης Τέ­χνης του Το­ρό­ντο του Κα­να­δά. Ορι­σμέ­να από τα πιο φη­μι­σμέ­να γλυ­πτά του βρί­σκο­νται έξω από την έδρα της ΟΥ­ΝΕ­ΣΚΟ, στο Πα­ρί­σι (1958), στο Κέ­ντρο Λίν­κολν στη Νέα Υόρκη (1965), ενώ με δικά του σχέ­δια έγινε η ανα­το­λι­κή πτέ­ρυ­γα του Μου­σεί­ου Τέ­χνης στην Ουά­σιγ­κτον.

Οπως αποκαλύπτεται στις σελίδες των ημερολογίων του ιστορικού και επί 26 χρόνια επικεφαλής της Tate, Τζον Ροθενστέϊν, το 1945 το διοικητικό συμβούλιο του μουσείου σκεφτόταν να προχωρήσει στην αγορά ξύλινου γλυπτού το οποίο είχε δημιουργήσει η Μπάρμπαρα Χέπγουορθ. Ο Μουρ, μέλος τότε του ΔΣ της Tate, μπλόκαρε ωστόσο τη διαδικασία της αγοράς εκμηδενίζοντας την αξία του έργου της καλλιτέχνιδος.

Υπήρχε σχέδιο από το οποίο φυσικά θα έβγαινε κερδισμένος ο Μουρ: με την απόρριψη της αγοράς του έργου της Χέπγορτ, αγοράστηκαν επτά γλυπτά του Μουρ.

Τα πλούσια σε αποκαλύψεις ημερολόγια του Ροθενστέϊν είχαν μείνει για πολλά χρόνια θαμμένα στα αρχεία του μουσείου μέχρι που η κόρη του γνωστοποίησε το περιεχόμενό τους στον ιστορικό Αντριαν Κλαρκ, ο οποίος έγραψε βιβλίο για τον πατέρα της.

Στο βιβλίο του υποστηρίζει ότι το γλυπτό της Χέπγουορθ, για το οποίο ο Μουρ είχε χρησιμοποιήσει εξαιρετικά υποτιμητικούς χαρακτηρισμούς, θα ήταν ένα πολύτιμο απόκτημα. Πρόκειται ένα έργο αξίας εκατομμυρίων, όπως υπολογίζεται, λιρών.

Ο Μουρ όμως δεν ήταν τότε ο μόνος ισχυρός αντίπαλος της Χέπγουορθ. Και ο Τζον Πάιπερ, ο οποίος διαφωνούσε με την αγορά έργων των Πάμπλο Πικάσο και Ανρί Ματίς και τασσόταν υπέρ της προώθησης της βρετανικής Τέχνης, βρισκόταν επίσης στο αντίπαλο στρατόπεδο.

«Ηταν τόσο υποκριτές. Η Tate θεωρούσε ότι ήταν μεγάλη υπόθεση το να τοποθετεί καλλιτέχνες αντί για αριστοκράτες στο διοικητικό συμβούλιο».

Στο βιβλίο του, πάντως, ο Κλαρκ διαπιστώνει πολλές ομοιότητες ανάμεσα στην όχι και τόσο υγιή λογική της εποχής του Μουρ και σε εκείνη του 21ου αιώνα, βάσει της οποίας λειτουργούσε η Tate.

Η Charity Commision (Επιτροπή Φιλανθρωπιών -βρετανικός θεσμός στήριξης ευγενών σκοπών) άσκησε, μάλιστα, κριτική πριν από μια δεκαετία στο μουσείο για την αγορά έργων με αποκλειστικό σκοπό την ικανοποίηση συμφερόντων μελών του ΔΣ. Η αγορά έργου του Κρις Οφίλι για 600.000 λίρες μαρτυρά τη διάθεσή αυτή του μουσείου.

Ο Κλαρκ υποστηρίζει, επίσης, ότι ο Μουρ δεν ήταν ανοικτός στη σύγχρονη τέχνη, αντίθετα αντιμετώπιζε με μεγάλη ανασφάλεια του καλλιτέχνες του είδους του. Ο Ροθενστέϊν δεν ανήκει, όμως, στο ίδιο ρεύμα καθώς προωθούσε τα ποιοτικά έργα της σύγχρονης τέχνης.

Το χειρότερο ήταν, πάντως, ότι ο Μουρ δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι υπήρχε σύγχρονος καλλιτέχνης αντάξιός του…

Πηγές:http://www.katiousa.gr/politismos/chenri-mour-elliniko-fos-einai-kati-pou-den-mporeis-na-fantasteis-protou-vioseis/

Χένρι Μουρ, κορυφαίος γλύπτης του 20ού αιώνα

https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%A7%CE%AD%CE%BD%CF%81%CF%85_%CE%9C%CE%BF%CF%85%CF%81

Ευγένιος Ντελακρουά, ο επαναστάτης φιλέλληνας του Γαλλικού Ρομαντισμού

Σαν σήμερα,  στις 13 Αυγούστου 1863, πεθαίνει στο Παρίσι ο Ευγένιος Ντελακρουά. Λίγοι καλλιτέχνες είχαν την ίδια επίδραση και διαρκή επιρροή όπως ο σπουδαίος ρομαντικός ζωγράφος. Ήταν ο πιο γνωστός και αμφιλεγόμενος Γάλλος ζωγράφος του πρώτου μισού του 19ου αιώνα και ένας από τους πρώτους μεγάλους καλλιτέχνες της μοντέρνας τέχνης. Κάθε νέο έργο του που παρουσιαζόταν συνάρπαζε τους σύγχρονούς του, ανάμεσα στους οποίους συμπεριλαμβάνονταν ο Courbet, ο Chassériau και ο ποιητής και κριτικός Σαρλ Μπωντλαίρ, ο οποίος τον χαρακτηρίζει ως τον τελευταίο ζωγράφο της Αναγέννησης και τον πρώτο μοντέρνο. Μετά τον θάνατό του, γενιές καλλιτεχνών στρέφονται συνεχώς σε αυτόν, προκειμένου να βρουν νέες κατευθύνσεις για την τέχνη τους. Παρόλο που λατρεύτηκε ως πρωτοπόρος από καλλιτέχνες όπως ο Μανέ, ο Σεζάν, ο Ρενουάρ, ο Βαν Γκογκ και ο Ματίς, σε αντίθεση με τα δικά τους, το όνομά του δεν είναι τόσο οικείο σήμερα.

Γεννήθηκε στις 26 Απριλίου 1798 στο Σαρεντόν-Σαιν-Μορίς  και ήταν το τέταρτο παιδί του Σαρλ Ντελακρουά, υπουργού Εξωτερικών του Διευθυντηρίου αν και εικάζεται ότι ο πραγματικός του πατέρας ήταν ο Ταλλεϋράνδος, διάσημος διπλωμάτης στον οποίο ο Ευγένιος έμοιαζε στην εμφάνιση και το χαρακτήρα.

Η θεματική των έργων του Ντελακρουά αποτελούνταν κυρίως από ιστορικά ή σύγχρονα γεγονότα της εποχής, από τη λογοτεχνία καθώς και πιο εξωτικά θέματα τα οποία άντλησε μετά από επίσκεψη του στο Μαρόκο.

«Ο Δάντης και ο Βιργίλιος στην Κόλαση», Ευγ. Ντελακρουά

Το καλλιτεχνικό ντεμπούτο του Ντελακρουά πραγματοποιήθηκε, το 1822, στην έκθεση ζωγραφικής «Σαλόν» στο Παρίσι, όπου και παρουσίασε το πρώτο του έργο «Ο Δάντης και ο Βιργίλιος στην Κόλαση», εμπνευσμένο από την «Θεία Κωμωδία» του Δάντη, πίνακα ορόσημο του γαλλικού ρομαντισμού του 19ου αιώνα. Το 1824 σε ηλικία 24 ετών παρουσίασε ξανά πίνακές του στο Παρίσι. Πηγή έμπνευσης ήταν η σφαγή χιλιάδων Ελλήνων της Χίου από τους Οθωμανούς, που είχε γίνει δύο χρόνια νωρίτερα ως αντίποινα για τον ξεσηκωμό τους. 

Στους πίνακες του Ντελακρουά, το πρόσωπο των Τούρκων συμβόλιζε την τυφλή, βίαιη δύναμη και το πρόσωπο των Ελλήνων την ελευθερία και τον πολιτισμό. Όπως ανέφερε στο Ημερολόγιο του το 1822 «Όταν οι Τούρκοι προφταίνουν τους λαβωμένους στο πεδίο της μάχης, η ακόμη και τους αιχμαλώτους τους λένε: Μη φοβάσαι και τους χτυπούν στο πρόσωπο με τη λαβή του σπαθιού τους για να τους κάνουν να σκύψουν το κεφάλι: τους το παίρνουν με μια σπαθιά!…»

Ντελακρουά
«Ο θάνατος του Σαρδανάπαλου» , Ευγ. Ντελακρουά

Ο Ντελακρουά έφυγε για το Λονδίνο το 1825, όπου και μαθήτευσε κοντά στους Κόνσταμπλ, Ουίλιαμ Τέρνερ και Σερ Τόμας Λόρενς. Επιστρέφει στο Παρίσι το 1827 και έως το 1832 ήταν η πιο δημιουργική περίοδος του ζωγράφου. Στην περίοδο αυτή ανήκουν τα «Ο θάνατος του Σαρδανάπαλου» και το «Μάχη του Γκιαούρη και του Χασάν» αντλούν τη θεματική τους από τη βυρωνική ποίηση. Το ποίημα «Ο Γκιαούρης», που έγραψε ο Λόρδος Μπάιρον, ενέπνευσε τον Ντελακρουά να ζωγραφίσει τη «Μάχη του Γκιαούρη και του Χασάν». Απεικόνιζε τη σκηνή εκδίκησης του Γκιαούρη για τον θάνατο της αγαπημένης του από τον Τούρκο Χασάν και συμβόλιζε την μάχη των δύο κόσμων, την ένταση του αγώνα και τη σφοδρότητα με την οποία πολεμούσαν Έλληνες και Τούρκοι.

Ντελακρουά
«Μάχη του Γκιαούρη και του Χασάν» , Ευγ. Ντελακρουά

Τρία ακόμη, το «Η Εκτέλεση του δόγη Μαρίνου Φαλιέρου», το «The Battle of Nancy» και το «Battle of Poitiers», έχουν μεσαιωνική προέλευση. Επίσης, την περίοδο εκείνη, ο Ντελακρουά έφτιαξε ένα σετ λιθογραφιών, στο οποίο απεικόνιζε τη γαλλική έκδοση του «Φάουστ», του Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε.

Ντελακρουά
«Η Εκτέλεση του δόγη Μαρίνου Φαλιέρου» , Ευγ. Ντελακρουά

Η ηρωική έξοδος των Μεσολογγιτών το 1826 και ο θάνατος του αγαπημένου του Λόρδου Μπάιρον στο Μεσολόγγι συγκλονίζουν τον Ντελακρουά. Ζωγραφίζει έναν ακόμη εντυπωσιακό πίνακα, με τίτλο «Η Ελλάδα ξεψυχώντας στα ερείπια του Μεσολογγίου» και τον εκθέτει στην γκαλερί Λεμπρέν «προς όφελος των Ελλήνων». Η Ελλάδα παρουσιάζεται απελπισμένη να στέκεται πάνω στα πτώματα των αγωνιστών και πίσω της να στέκεται ο εχθρός που υψώνει τη σημαία.

Eugène Ferdinand Victor Delacroix 017.jpg
«Η Ελλάδα ξεψυχώντας στα ερείπια του Μεσολογγίου» , Ευγ. Ντελακρουά

Ο Ντελακρουά εντυπωσίασε και πάλι το κοινό με το σημαντικότερο και τελευταίο ρομαντικό έργο του, το «Η Ελευθερία οδηγεί το Λαό» (διαβάστε το αφιέρωμά μας εδώ), εμπνευσμένο από την Γαλλική επανάσταση του 1830. Ο πίνακας αγοράστηκε και αυτός από την Γαλλική κυβέρνηση αλλά χάρη στην αντίδραση κάποιων αξιωματούχων που θεωρούσαν την προώθηση της ιδέας της ελευθερίας ανατρεπτική, αποσύρθηκε από την κοινή θέα.

Ντελακρουά
«Η Ελευθερία οδηγεί το Λαό» , Ευγ. Ντελακρουά

Από τον Ιανουάριο έως τον Ιούλιο του 1832, ο Ντελακρουά έκανε μια σειρά από ταξίδια που περιελάμβαναν την Ισπανία, το Μαρόκο και την Αλγερία. Εκεί, εντυπωσιάστηκε ιδιαίτερα από την ομορφιά του φυσικού περιβάλλοντος και των αλόγων καθώς και από τους Άραβες και την εξωτική κουλτούρα τους. Σε αυτήν την περίοδο, το καλλιτεχνικό του στυλ έγινε πιο απελευθερωμένο, κάτι που φαίνεται και στην πολυτέλεια των χρωμάτων που έβαλε στους πίνακες του για τους οποίους χρησιμοποίησε την εικονική εμπειρία του από αυτό το ταξίδι. Σημαντικά έργα που ήταν οι καρποί αυτής της περιπέτειας είναι τα «Women of Algiers in Their Apartment», «Fanatics of Tangier», «Jewish Wedding» και «Arab Fantasia».

Ντελακρουά
«Jewish Wedding» , Ευγ. Ντελακρουά

Στο τελευταίο κομμάτι της πολυετούς καλλιτεχνικής του καριέρας, την περίοδος 1833 έως το τέλος της ζωής του, ανατέθηκε στον Ντελακρουά η διακόσμηση πολλών κυβερνητικών κτιρίων, όπως, το Παλάτι των Βουρβόνων, το Λούβρο, το Μουσείο Ιστορίας των Βερσαλλίων και πολλά άλλα. Οι τοιχογραφίες του, που κοσμούσαν τα κτίρια αυτά, αποτελούν την τελευταία μεγάλη προσπάθεια τέτοιου είδους των Μπαρόκ ζωγράφων οροφής. Οι τελευταίοι πίνακες του Ντελακρουά αντλούν την θεματολογία τους από την Αραβική κουλτούρα, την θρησκεία και την άγρια φύση. Μερικά από αυτά έργα είναι τα «The Entombment of Christ», «Arab Horses Fighting in a Stable», «Bouquet of Flowers», «Lion Rending Apart a Corpse» και «Lion Hunt».

Ντελακρουά
«Lion Rending Apart a Corpse» , Ευγ. Ντελακρουά

Το 1855 εξέθεσε 48 πίνακες στην Διεθνή Έκθεση Παρισιού και έγινε δεκτός στην Ακαδημία μετά από την όγδοη αίτησή του. Κάνοντας τοιχογραφίες πολλές ώρες όρθιος επάνω σε σκαλωσιές μισοτελειωμένων κτιρίων, αρρώστησε και αποσύρθηκε.

Πέθανε στις 13 Αυγούστου 1863 στο Παρίσι. Ωστόσο, η παρακαταθήκη του στις επόμενες γενιές καλλιτεχνών θα είναι τεράστια, καθώς θα αφήσει πίσω του πάνω από 9.000 έργα τέχνης. Οι τολμηρές του τεχνικές καινοτομίες στην ζωγραφική θα συμβάλλουν ιδιαίτερα στην ανάπτυξη του ιμπρεσσιονισμού και άλλων μοντέρνων ρευμάτων. Η απεικόνιση της ενέργειας, της κίνησης, των έντονων σκηνών βίας και καταστροφής μαζί και με την αισθητική ζωντάνια των χρωμάτων στα έργα του, τον κατατάσσουν, χωρίς καμία αμφιβολία, ανάμεσα στους πιο περίπλοκους καλλιτέχνες του 19ου αιώνα.

Μέσα από τα έργα του εκφράζονται ξεκάθαρα οι αξίες και τα αιτήματα του Ρομαντισμού: η αγάπη για την ελευθερία, το πατριωτικό καθήκον, η ανακάλυψη της αξίας του λαού, του έθνους, της ιστορίας, η απελευθέρωση από τα σφιχτά δεσμά της λογικής και η έκφραση του συναισθήματος σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο.

ΠΗΓΕΣ: http://urbanlife.gr/editors/eygenios-ntelakroya-enas-filellinas-zografos/ , https://www.maxmag.gr/politismos/prosopa/eygenios-ntelakroya/

Η ελληνική συνεισφορά στον Δυτικό Κόσμο, απόσπασμα της Έντιθ Χάμιλτον

Πολιτισμός…Πόσο έχει κακοπάθει η λέξη στα χρόνια μας! Πόσο καμιά φορά την μπλέκουμε και την συγχέουμε, με τα τηλέφωνα και τα ραδιόφωνα και τις πλυστικές μηχανές!

Κι όμως, ο αληθινός πολιτισμός βασίζεται σ άξιες αφηρημένες: στην ηδονή του νου, στη λατρεία της ομορφιάς, της χαράς, της ευγένειας. Όταν σ αυτά τα ιδανικά βασίζεται ο πολιτισμός, χωρίς, παράλληλα, να χάνει τίποτα απ τη θετική του δραστηριότητα, τότε η ανθρώπινη ζωή έχει φτάσει σε κορφή, πού ίσως ποτέ να μη μπορεί να ξεπεράσει. Σπάνια είναι τα άτομα πού επέτυχαν αυτή την τέλεια ισορροπία σπανιότερες είναι ακόμα οι ιστορικές εποχές όπου, τέτοια άτομα αποτελούσαν την πλειοψηφία

Μα η εποχή του Περικλή ήτανε τέτοια εποχή. «Φιλοκαλούμεν μετ ευτελείας και φιλοσοφούμε άνευ μαλακίας», λέει ο Θουκυδίδης.

Δεν χρειάζεται νʼ αναζητήσουμε μακριά την απόδειξη, πώς οι Αθηναίοι ήταν άντρες σωστοί, γεροί, σφριγηλοί, και τίποτα δεν είχαν χάσει απ τον ανδρισμό τους, με τούτες τις αισθητικές και φιλοσοφικές αναζητήσεις. Μιλούν γι αυτούς οι Μαραθώνες, οι Θερμοπύλες, οι Σαλαμίνες, ονόματα γραμμένα πια στις δέλτους της ιστορίας, σαν σύμβολα μιας νίκης ενάντια σε πολυαριθμότερο εχθρό. Ανδρείοι και γενναίοι ήταν οι σύγχρονοι του Περικλή. Διαλεκτικοί συνάμα και καπεταναίοι.

Τέτοια και τα παιδιά τους, τέτοια και τα εγγόνια τους: δίναν τη μάχη τους, αλλά λάτρευαν την Ιδέα.

Όταν ο Σοφοκλής είχε πια φτάσει στα βαθιά γεράματα, ο γιος του τον έσυρε στο δικαστήριο, με την κατηγορία πώς ήταν πια ξεμωραμένος και δε μπορούσε να φροντίσει τα του οίκου του. Ψύχραιμος, ο γέρος τραγικός, στάθηκε αντίκρυ στους δικαστές του και απάγγειλε ένα κομμάτι από μια τραγωδία που μόλις είχε τελειώσει. Και οι δικαστές κατάλαβαν και σώπασαν: και έπεσε η αγωγή από μόνη της. Ποια άλλη χώρα, ποια άλλη εποχή θα είχε τέτοιους δικαστές;

Ύστερα ήρθε o χαλασμός.

Πλακώσανε οι Σπαρτιάτες, μπήκανε στην πόλη της Αθήνας, και το ίδιο βράδυ έστησαν γερό τσιμπούσι, γύρω στα μνημεία, να πάρουν δύναμη, να καρδαμώσουνε, να ξεχυθούν με την αυγή να τα κάνουν όλα ρημαδιό.

Μα o υπεύθυνος για την ποιητική τους ψυχαγωγία, ακόμα και οι Σπαρτιάτες, στα συμπόσια, αναζητούσανε την ποίηση διάλεξε να τούς απαγγείλει ένα χωρίο τού Ευριπίδη, και οι άτεγκτοι αυτοί πολεμιστές, στον οργασμό της νίκης τους, μαλάκωσαν κι είπαν ότι μια πόλη πού βγάζει τέτοιον ποιητή, θα έπρεπε άθικτη να μείνει.

Είναι φανερό πώς άλλες άξιες είχαν οι Έλληνες απʼ αυτές πού έχουμε εμείς, στη σύγχρονη εποχή μας. Μας είναι κιόλας δύσκολο, συχνά ακατόρθωτο, να συνταιριάξουμε τα όσα ξέρουμε γιʼ αυτούς. Υπάρχουν εκφάνσεις πού μοιάζουν να συγκρούονται, και νʼ αντικρούουν η μια την άλλη. Πώς είναι δυνατόν, αναρωτιόμαστε, να είναι οι Έλληνες ιδεαλιστές μαζί και ρεαλιστές, ονειροπόλοι και προσγειωμένοι, φιλόσοφοι καλοί και συνάμα καλοί κατακτητές;

Το μυστικό, το αποκαλύπτει η γλυπτική τους, η ποίησή τους, η γραμματεία τους: «Παν μέτρον άριστον».

Ρωμαίος ήταν εκείνος πού είπε πώς είναι γλυκό να πεθαίνει κανένας για την πατρίδα του. Οι Έλληνες ποτέ δεν είπαν πώς είναι γλυκό να πεθαίνει κανένας για οτιδήποτε. Τέτοια μεγάλα ψέματα δεν τα ευνοούσαν. Πέθαιναν γιατί έπρεπε …

Διαφορετικός είναι ο «Επιτάφιος του Περικλεούς» απʼ ότι όμοιο έχει να δείξει η παγκόσμια ρητορική. Τίποτα το ηρωικό, τίποτα το υπερβολικό, δεν περικλείει. Eivαι ένας λόγος άμεσος, διαυγής, αληθινός. Ο ρήτωρ, πρώτα απʼ όλα, λέει, σʼ αυτούς πού τον ακούνε, να εύχονται ποτέ να μην τούς τύχη να πεθάνουνε, όπως πεθάνανε εκείνοι πού εξυμνεί. Ούτε τού έρχεται στο νου να συμβουλεύσει τούς πονεμένους γονιούς να ‘θεωρούνται ευτυχείς γιατί τα παιδιά τους χάθηκαν για χάρη της Αθήνας. Το ξέρει πώς ευτυχισμένος δε μπορεί να ναι ο γονιός στο πένθος του και στιγμή δεν σκέπτεται νʼ αλλάξει την αλήθεια.

Τα λόγια του προσφέρουν παρηγοριά, μα παρηγοριά αληθινή:

«Καρτερεΐν δε χρή καί άλλων παίδων έλπίδι ους έτι

ηλικία τέκνωσιν ποιείσθε.

Όσοι δʼ αυ παρηβήκατε, τον τε πλείονα κέρδος ον

ευτυχείτε

βίον ηγείσθε καί τόνδε βράχον έσεσθαι, καί τή τώνδε

ηλικία

κουφίζεσθε.»

Λόγια άπλα, σοβαρά, προσγειωμένα. Πώς να μην τα συγκρίνει κανένας με τα τόσα πού ακούγονταν, καθώς περνούν τα χρόνια, μπροστά στο μνημείο τού αγνώστου Στρατιώτη, σε πολλές απʼ τις χώρες της γης;

Το ίδιο λιτό και σοβαρό, είναι το επιτύμβιο για τούς Σπαρτιάτες πού έπεσαν στις Θερμοπύλες. «ʼΏ ξεϊν, άγγέλλειν Λακεδαιμονίου ότι τήδε κείμεθα τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι»

Επαναστατεί σχεδόν ή σύγχρονη ψυχή μας. Σίγουρα κάτι πιο πολύ, κάτι καλύτερο, λέμε άξιζε σε κείνα τα παιδιά. Μα για τούς Έλληνες, αυτό ήταν αρκετό. Ο Θάνατος για την Πατρίδα δεν χρειαζότανε διακοσμήσεις.

Ακόμα και στις τραγωδίες είναι φορές που η λιτότατης μας φαίνεται σκληρή κι απάνθρωπη, σαν κάτι να της λείπει. Δεν της λείπει τίποτα, εμείς είμαστε εκείνοι που έχουμε παραγεμίσει τη ζωή μας. Όταν ο Οιδίπους εμφανίζεται για τελευταία φορά και μιλάει για τη μεγάλη δυστυχία του, όλο πού οι φίλοι του έχουνε να του πούνε είναι:

«Έτσι είνʼ αλήθεια, όπως το λες.»

Κι όταν τους λέει πως προτιμούσε να ʼχε πεθάνει στα μικράτα του, πάλι απλή είναι ή συμπόνια και λιτή:

«Έτσι θα το ʼθελα κι εγώ.»

Αν μας φανεί σκληρή μια τέτοια απάντηση, θα πρέπει να θυμόμαστε πώς οι Έλληνες όχι μονάχα κοίταζαν κατάματα τα γεγονότα, μα και δεν το θεωρούσανε σωστό νʼ αποστρέψουν τα μάτια απ την αλήθεια.

Όταν η Ιφιγένεια λέει ότι για να ελευθερωθεί ο Πυλάδης πρέπει να πεθάνει ο Ορέστης, τούτος αρνιέται φυσικά, μα όχι μονάχα γιατί αγαπά το φίλο του. Φοβάται κιόλας την κατακραυγή τού λαού, της κοινωνίας:

«Θα ψιθυρίζει λέει, «ο κόσμος και θα με κατακρίνει πού άφησα το φίλο μου έτσι να πεθάνει, αγάπη σου έχω, μα και την καταφρόνια του κόσμου τη φοβάμαι».

Μουσική και μαθηματική μάθαιναν τʼ αρχαία Ελληνόπουλα στο σχολείο. Για να μπορούν και το ωραίο να χαίρονται και το σωστό να ζυγίζουν:

«Ότι μπορώ να φτάσω, να πασχίζω

κι ότι είναι ωραίο να το αγαπά,

κάνε, θεέ…»’

λέει ο Πίνδαρος.

Edith Hamilton – Αθάνατη Ελλάδα: η ελληνική συνεισφορά στον δυτικό κόσμο