10 διάσημοι πίνακες ζωγραφικής εμπνευσμένοι από τη λογοτεχνία

“Η ζωγραφική είναι η σιωπηλή ποίηση και η ποίηση είναι ζωγραφική με το χάρισμα του λόγου.” (Σιμωνίδης ο Κείος)

Η λογοτεχνία και η ζωγραφική ανέκαθεν υπήρξαν δυο αλληλένδετες και παράλληλες μορφές τέχνης. Αρκετές φορές η λογοτεχνία ενέπνευσε τη ζωγραφική και  το αντίστροφο. Παρακάτω ακολουθούν κάποια χαρακτηριστικά παραδείγματα:

«Ο Ερωτόκριτος και η Αρετούσα» είναι ένα από τα πιο γνωστά έργα του Θεόφιλου, βασισμένο στο εκπληκτικό ποίημα με μεγάλη λογοτεχνική αξία που δημιουργήθηκε από τον Βιτσένζο Κορνάρο στη Κρήτη τον 17ο αιώνα.Εδώ παρουσιάζεται μια κρυφή συνάντηση των δύο ερωτευμένων. Η Αρετούσα ανταποκρίνεται στον έρωτα του Ερωτόκριτου, ο οποίος έχει ανεβεί με σχοινένια σκάλα στο μπαλκόνι της. Το έργο μορφολογικά είναι ενδεικτικό της πριμιτίφ τεχνικής του Θεόφιλου.

H «Οφηλία» του Βρετανού Sir John Everett Millais, ολοκληρώθηκε μεταξύ του 1851 και 1852. Βρίσκεται στην Tate Britain στο Λονδίνο. Απεικονίζει την Οφηλία, ένα πρωταγωνιστικό χαρακτήρα από το έργο του William Shakespeare «Άμλετ» να τραγουδά λίγο πριν πνιγεί. Το έργο εκτέθηκε για πρώτη φορά στη Royal Academy και έχει εκτιμηθεί πάνω από 30.000.000 λίρες. Διαβάστε το δικό μας αφιέρωμα στον πίνακα εδώ.

Το ποίημα «Τα κεριά» του Καβάφη, αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για τη δημιουργία αυτού του πίνακα από τον Χρήστο Μποκόρο.

Κωνσταντίνος Καβάφης «Κεριά»

Του μέλλοντος η μέρες στέκοντ’ εμπροστά μας
σα μια σειρά κεράκια αναμένα —
χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.

Η περασμένες μέρες πίσω μένουν,
μια θλιβερή γραμμή κεριών σβυσμένων•
τα πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη,
κρύα κεριά, λυωμένα, και κυρτά.

Δεν θέλω να τα βλέπω• με λυπεί η μορφή των,
και με λυπεί το πρώτο φως των να θυμούμαι.
Εμπρός κυττάζω τ’ αναμένα μου κεριά.

Δεν θέλω να γυρίσω να μη διω και φρίξω
τι γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει,
τι γρήγορα που τα σβυστά κεριά πληθαίνουν.

Εικονογράφηση για το ποίημα του Καβάφη «Ωραία λουλούδια και άσπρα που ταίριαζαν πολύ» , το 1964 του Γιάννη Τσαρούχη.

Κωνσταντίνος Καβάφης, «Ωραία λουλούδια και άσπρα που ταίριαζαν πολύ»

Μπήκε στο καφενείο          όπου επήγαιναν μαζύ. –
Ο φίλος του εδώ          προ τριώ μηνών του είπε,
«Δεν έχουμε πεντάρα.          Δυο πάμπτωχα παιδιά
είμεθα – ξεπεσμένοι          στα κέντρα τα φθηνά.
Σ’ το λέγω φανερά,          με σένα δεν μπορώ
να περπατώ. Ένας άλλος,          μάθε το, με ζητεί.»
Ο άλλος του είχε τάξει          δυο φορεσιές, και κάτι
μεταξωτά μαντήλια.-          Για να τον ξαναπάρει
εχάλασε τον κόσμο,          και βρήκε είκοσι λίρες.
Ήλθε ξανά μαζύ του          για τες είκοσι λίρες·
μα και, κοντά σ’ αυτές,          για την παληά φιλία,
για την παληάν αγάπη,          για το βαθύ αίσθημά των. –
Ο «άλλος» ήταν ψεύτης,          παληόπαιδο σωστό·
μια φορεσιά μονάχα          του είχε κάμει, και
με το στανιό και τούτην,          με χίλια παρακάλια.

Μα τώρα πια δεν θέλει          μήτε τες φορεσιές,
και μήτε διόλου τα          μεταξωτά μαντήλια,
και μήτε είκοσι λίρες,          και μήτε είκοσι γρόσια.

Την Κυριακή τον θάψαν,          στες δέκα το πρωϊ.
Την Κυριακή τον θάψαν:          πάει εβδομάς σχεδόν.

Στην πτωχική του κάσα          του έβαλε λουλούδια,
ωραία λουλούδια κι άσπρα          ως ταίριαζαν πολύ
στην εμορφιά του και          στα είκοσι δυο του χρόνια.

Όταν το βράδυ επήγεν –          έτυχε μια δουλειά,
μια ανάγκη του ψωμιού του –          στο καφενείον όπου
επήγαιναν μαζύ:          μαχαίρι στην καρδιά του
το μαύρο καφενείο          όπου επήγαιναν μαζύ.

Ο Lord Alfred Tennyson ήταν ένας από τους σημαντικότερους Βρετανούς ποιητές του 19ου αιώνα. Το 1833 έγραψε το ποίημα «The Lady of Shalott», εμπνευσμένο από τους μύθους του Βασιλιά Αρθούρου. Ο John William Waterhouse ζωγραφίζει τη μοναχική γυναίκα το 1888 να είναι στη βάρκα που παρασύρει το ποτάμι με κατεύθυνση το Κάμελοτ, τη μαγική πολιτεία και όνειρο όλων των ανθρώπων του κόσμου. Η καταραμένη Lady of Shalott δεν έφτασε ποτέ στο Κάμελοτ. Πέθανε τραγουδώντας, ενώ την παρέσερνε ο ποταμός.

Αυτός ο πίνακας, ζωγραφισμένος από τον Frank Bernard Dicksee, που ανήκει στους Προραφαηλίτες ζωγράφους, απεικονίζει μια ερωτική σκηνή των πρωταγωνιστών του έργου «Ρωμαίος και Ιουλιέτα», του Ουίλιαμ Σαίξπηρ.

Ο παραπάνω πίνακας του Johann Heinrich Füssli απεικονίζει την αυτοκτονία του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας. Η Ιουλιέτα βρίσκεται στο νεκροκρέβατο της.

Στον πίνακα ο J. W. Waterhouse , γνωστός για τα έργα του με  αιθέριες και μυστηριώδεις γυναικείες μορφές, απεικονίζει τη γλυκύτατη Ιουλιέτα να περπατά θλιμμένη δίπλα σ’ ένα κανάλι της Βενετίας. Φορά ένα υπέροχο αέρινο αναγεννησιακό φόρεμα και αφηρημένη κρατά το μπλε περιδέραιο της (ο πίνακας ονομάζεται και το «μπλε περιδέραιο»). Ο Waterhouse κατατάσσεται στους όψιμους Προραφαηλίτες ζωγράφους.

Το σκίτσο του Δον Κιχώτη, πρωταγωνιστή του ομώνυμου κλασικού έργου  του Ισπανού συγγραφέα Μιγκέλ ντε Θερβάντες Σααβέδρα και του συντρόφου του Σάντσο Πάντσα,ζωγραφισμένο από τον Pablo Picasso, εμφανίστηκε στο γαλλικό εβδομαδιαίο περιοδικό Les Lettres Françaises  το 1955. Πολύ διαφορετικό από τα έργα της μπλε και της ροζ περιόδου του ζωγράφου, καταφέρνει με απλές τολμηρές γραμμές να συλλάβει την αίσθηση του μάταιου της περιπλάνησης των δυο αντρών και την εξάντληση που τους συνοδεύει.

Η σκηνή που απεικονίζεται στον πίνακα του Johann Heinrich Füssli  είναι η τελευταία εμφάνιση της Lady Macbeth, η υπνοβασία της ,από την τραγωδία του Ουίλιαμ Σαίξπηρ «Μάκβεθ».

ΠΗΓΕΣ: http://cavafis.compupress.gr/kavgr181.htm , https://latistor.blogspot.com/2010/09/blog-post_1183.html , https://frapress.gr/2018/05/diasimoi-pinakes-zografikis-empneysmenoi-apo-tin-logotechnia/

Ο δημιουργός του Ερωτόκριτου, Βιτσέντζος Κορνάρος

Αποτέλεσμα εικόνας για βιτσεντζος κορναρος

Σαν σήμερα εικάζεται ότι γεννήθηκε ο Κρητικός ποιητής Βιτσέντζος Κορνάρος, ένα από τα λαμπρότερα πνεύματα του ελληνισμού του 17ου αι. Το σημαντικότερο έργο του, ο Ερωτόκριτος, ένα έμμετρο επικό ερωτικό δράμα, θεωρείται από τα κορυφαία έργα της εποχής και αποτελεί κλασικό λυρικό έργο, εξαιρετικής ομορφιάς, με πλήθος κρητικών ιδιωματισμών. Στον Βιτσέντζο Κορνάρο αποδίδεται επίσης το θρησκευτικό δράμα Η θυσία του Αβραάμ.

Η ζωή του

Σύμφωνα με τις τελευταίες έρευνες, ο ποιητής του Ερωτόκριτου ταυτίζεται με έναν βενετοκρητικό Βιτσέντζο Κορνάρο, που γεννήθηκε στις 26 Μαρτίου του 1553 στην Τραπεζόντα της Σητείας, γιος του Ιάκωβου Κορνάρου καί της Ζαμπέτας Ντεμέτζο. Ήταν γόνος εξελληνισμένης και αρχοντικής βενετσιάνικης οικογένειας, πιθανότατα με μεγάλη περιουσία. Ο αδερφός του, Ανδρέας Κορνάρος, είχε γράψει μια Ιστορία της Κρήτης που δεν εκδόθηκε ποτέ. Έζησε στη Σητεία περίπου μέχρι το 1580 ενώ αργότερα εγκαταστάθηκε στον Χάνδακα (σημερινό Ηράκλειο). Εκεί έλαβε χώρα ο γάμος του με την Μαριέτα Ζένο, με την οποία απέκτησε και δύο κόρες, την Ελένη και την Κατερίνα.

Οι πιο ασφαλείς πληροφορίες για την καταγωγή του Κορνάρου είναι αυτές που δίνει ο ποιητής στο τέλος του έργου του: αναφέρει το όνομα Βιτσέντζος, το οικογενειακό όνομα Κορνάρος, τόπο γέννησης τη Σητεία και το Κάστρο (Ηράκλειο), όπου παντρεύτηκε:

«Κ’ εγώ δε θε να κουρφευτώ κι αγνώριστο να μ’ έχου
μα θέλω να φανερωθώ, κι όλοι να με κατέχου
Βιτσέντζος είν’ ο ποιητής και στη γενιά Κορνάρος
που να βρεθή ακριμάτιστος, σα θα τον πάρη ο Χάρος.
Στη Στείαν εγεννήθηκε, στη Στείαν ενεθράφη,
εκεί ‘καμε κι εκόπιασεν ετούτα που σας γράφει.
Στο Κάστρον επαντρέυτηκε σαν αρμηνεύγει η φύση,
το τέλος του έχει να γενή όπου ο Θεός ορίση
»

Από το 1591 φέρεται να ανέλαβε διοικητικά αξιώματα, ενώ κατά την διάρκεια της πανούκλας του 1591 -1593 ανέλαβε καθήκοντα υγειονομικού επόπτη. Ο ποιητής υπήρξε επίσης μέλος του λογοτεχνικού συλλόγου της Ακαδημίας των Παράξενων, που είχε ιδρύσει ο αδελφός του Ανδρέας, επίσης συγγραφέας – έργο του μια Ιστορία της Κρήτης, η οποία δεν εκδόθηκε ποτέ. Πέθανε στον Χάνδακα το 1613 ή το 1614 από άγνωστη αιτία και θάφτηκε στο μοναστήρι του Αγίου Φραγκίσκου. Αυτή η άποψη έχει γίνει αποδεκτή από τους περισσότερους μελετητές.

Η θυσία του Αβράαμ

Η Θυσία του Αβράαμ, ένα θρησκευτικό δράμα που αποτελείται από 1154 δεκαπεντασύλλαβους στίχους φέρεται να εκδόθηκε το 1635, ενώ πρότυπο του φέρεται να αποτέλεσε το έργο του Ιταλού Λ. Γκρότο, Ισαάκ.

Αποτέλεσμα εικόνας για η θυσια του αβρααμ

Ερωτόκριτος

Σχετική εικόνα

Η υπόθεση του μυθιστορήματος εκτυλίσσεται σε μια εποχή αόριστη ιστορικά, όπως όλα τα παραμύθια, και σε τόπους φανταστικούς που ανήκουν επίσης σε έναν κόσμο συμβατικό. Ο Ερωτόκριτος ερωτεύεται την Αρετούσα, κόρη του βασιλιά της Αθήνας. Η Αρετούσα γοητεύεται από τα τραγούδια που της λέει ο νέος κάτω από το παράθυρό της και τον ερωτεύεται για πάντα, κρυφά από τους γονείς τους. Ο βασιλιάς, για να τη βγάλει από τη μελαγχολία όπου έχει περιπέσει, οργανώνει ένα κονταροχτύπημα· στον νικητή θα δώσει την κόρη του. Ο Ερωτόκριτος νικά και ζητά το χέρι της, αλλά ο βασιλιάς αγανακτισμένος για το θράσος του θα τον εξορίσει. Η βασιλοπούλα αρνείται να παντρευτεί τον πρίγκιπα του Βυζαντίου και τιμωρείται με εγκλεισμό, παρέα με τη νένα της (πόσοι διάλογοι και αναστεναγμοί, λόγοι παρηγορητικοί κι ελπίδες ακούγονται σε εκείνο το ερημητήριο). Στο μεταξύ ο εχθρός πολιορκεί το βασίλειο κι ένας μοναδικός ήρωας επιτυγχάνει την απελευθέρωσή του: ο Ερωτόκριτος, που έχει αλλάξει όψη χάρη σε ένα μαγικό φίλτρο. Ο άγνωστος ζητάει το χέρι της Αρετούσας, ο βασιλιάς τού το παραχωρεί αλλά η Αρετούσα, που δεν μαντεύει την ταυτότητα του νικητή και δεν μπορεί να απαρνηθεί τον έρωτά της, δεν δέχεται. Ο Ερωτόκριτος τη βάζει σε δοκιμασία, αποκαλύπτει ποιος είναι, αγκαλιάζονται, παντρεύονται και όλοι ζουν καλά και ευτυχισμένα.

Α' έκδοση, Βενετία, «Εις Τυπογραφίαν Αντωνίου του Βόρτολι» 1713.

Το κορυφαίο έργο του αναγεννησιακού δημιουργού, Ερωτόκριτος, γραμμένο στην κρητική διάλεκτο, υπήρξε πολύ δημοφιλές και κυκλοφορούσε κατά τη διάρκεια του 17ου αιώνα σε χειρόγραφα. Η μυθιστορία του Ερωτόκριτου εκτείνεται σε 10.000 δεκαπεντασύλλαβους στίχους, ενώ πρότυπο του έργου φέρεται να είναι η γαλλική δημοφιλής μεσαιωνική μυθιστορία Paris et Vienne του Pierre de la Cypède, η οποία τυπώθηκε το 1487 και το οποίο διαδόθηκε μεταφρασμένο σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες. Ο Ερωτόκριτος είχε μεγάλη απήχηση, πέρασε σε μαντινάδες, παροιμίες, ενώ τα ονόματα των ηρώων δόθηκαν σε πολλά βρέφη. Ο Ερωτόκριτος πέρασε στην ελληνική λαϊκή παράδοση, εμπνέοντας ζωγράφους και μουσικούς μέχρι και τον 20ο αι. Τον Ερωτόκριτο και την Αρετούσα έχει ζωγραφίσει και ο σπουδαίος λαϊκός ζωγράφος Θεόφιλος, ενώ το κείμενο του Κορνάρου μελοποίησε μια από τις σπουδαιότερες φωνές της Ελλάδας και της παραδοσιακής μουσικής της χώρας, ο Νίκος Ξυλούρης.

Αν εξαιρέσουμε τον Αδαμάντιο Κοραή που θεωρούσε τον Ερωτόκριτο ως «εξάμβλωμα» και ορισμένους άλλους που τον κατέταξαν άκριτα στα αναγνώσματα θεραπαινίδων, όλοι οι άλλοι, λόγιοι και πολιτικοί (ο Ελευθέριος Βενιζέλος επί παραδείγματι) και το σημαντικότερο, ο λαός αγάπησαν το γαλήνιο και ηρωικό ποίημα του Κορνάρου. Ο Ερωτόκριτος στάθηκε θεματικό, υφικό και στιχουργικό πρότυπο τόσο για το κρητικό δίστιχο, τη μαντινάδα, όσο και για μείζονες δημιουργούς όπως ο Διονύσιος Σολωμός, ο Γιάννης Ρίτσος, ο Παντελής Πρεβελάκης και ο Γιώργος Σεφέρης, ο οποίος μάλιστα συνέθεσε μια βωμολοχική παρωδία με θέμα τη συνεύρεση των δύο ερωτευμένων. Το έργο επίσης μεταγράφτηκε στη φαναριώτικη καθαρεύουσα και μεταφράστηκε σε ξένες γλώσσες. Στους σκοτεινούς αιώνες της σκλαβιάς ο Ερωτόκριτος, ιδιαίτερα για τους Κρητικούς, ήταν ακρόαμα που αναπτέρωνε το εθνικό φρόνημα.

ΠΟΙΗΤΗΣ
Tου Κύκλου τα γυρίσματα, που ανεβοκατεβαίνουν,
και του Τροχού, που ώρες ψηλά κι ώρες στα βάθη πηαίνουν·
και του Καιρού τα πράματα, που αναπαημό δεν έχουν,
μα στο Kαλό κ’ εις το Kακό περιπατούν και τρέχουν·
και των Αρμάτω οι ταραχές, όχθρητες, και τα βάρη,
του Έρωτος οι μπόρεσες και τση Φιλιάς η χάρη·
αυτάνα μ’ εκινήσασι τη σήμερον ημέραν,
ν’ αναθιβάλω και να πω τά κάμαν και τά φέραν
σ’ μιά Κόρη κ’ έναν ’γουρο, που μπερδευτήκα ομάδι
σε μιά Φιλιάν αμάλαγη, με δίχως ασκημάδι.
[…]
Ήρχισε και μεγάλωνε το δροσερό κλωνάρι,
και πλήθαινε στην ομορφιά, στη γνώση, και στη χάρη.
Eγίνηκεν τόσο γλυκειά, που πάντοθ’ εγρικήθη
πως για να το ’χου θάμασμα στον Kόσμον εγεννήθη.
Kαι τ’ όνομά τση το γλυκύ το λέγαν Aρετούσα,
οι ομορφιές τση ή[σα]ν πολλές, τα κάλλη τση ήσαν πλούσα.
Xαριτωμένο θηλυκό τως το ’καμεν η Φύση,
και σαν αυτή δεν ήτονε σ’ Aνατολή και Δύση.
Όλες τσι χάρες κι αρετές ήτονε στολισμένη,
ευγενική και τακτική, πολλά χαριτωμένη.
[…]
Ήτονε δεκοκτώ χρονών, μα ’χε γερόντου γνώση,
οι λόγοι του ήσανε θροφή, κ’ η ερμηνειά του βρώση.
Kαι τ’ όνομά του το γλυκύ Pωτόκριτον ελέγα,
ήτονε τσ’ αρετής πηγή και τσ’ αρχοντιάς η φλέγα

κι όλες τσι χάρες π’ Oυρανοί και τα ’στρη εγεννήσαν,
μ’ όλες τον εμοιράνασι, μ’ όλες τον εστολίσαν.


Ο Ερωτόκριτος και στη ζωγραφική

Ο Ερωτόκριτος του Βιντσέζου Κορνάρου είναι σίγουρα μαζί με την Ερωφίλη ένα έργο της Κρητικής λογοτεχνίας που επηρέασε τον κόσμο της τέχνης. Ασυγκίνητοι δεν μπόρεσαν να μείνουν και οι ζωγράφοι που η ιστορία του έρωτα των δύο νέων αγγίζει τις ευαίσθητες πτυχές τους και τους τροφοδότεισαι με έμπνευση, η οποία μετουσιώθηκε σε δημιουργία. Τα αποτελέσματα είναι οι πίνακες που θα εξετάσουμε στο παρόν αφιέρωμα για το έργο τέχνης της ημέρας. Μόνο που αυτή την φορά πρόκειται για έργα, τα οποία είναι μοναδικά μεν, στην ίδια θεματολογία δε, τον Ερωτόκριτο.

Το πρώτο έργο δε θα μπορούσε να είναι άλλο από τον Ερωτόκριτο του Θεόφιλου, ένα από τα πιο δημοφιλή του έργα. Ζωγραφισμένο στην συνήθη τεχνοτροπία του, με τα ζωντανά χρώματα και τις εξίσου έντονες μορφές βλέπουμε τον Ερωτόκριτο να σκαρφαλώνει στο μπαλκόνι της Αρετούσας και αυτή να τον δέχεται εγκάρδια στην αγκαλιά της. Τα πρόσωπα του πίνακα, καθαρά, ελληνικά. Ωστόσο στο βάθος τα σπίτια που φαίνονται δεν μοιάζουν να ταυτίζονται με αυτά της εποχής του Ερωτόκριτου, αλλά με εκείνα της εποχής του Θεόφιλου. Κατά κάποιο τρόπο, οι ήρωες είναι τοποθετημένοι στο περιβάλλον που έζησε ο καλλιτέχνης, το χρόνο που έζησε. Παρ’ όλα αυτά, η εικόνα ιδιαίτερη όπως είναι και γεμάτη χρώμα και λογοτεχνικό υπόβαθρο συγκλονίζει τον θεατή.

Συνεχίζουμε με μια διάχυτη ελληνικότητα και στον Ερωτόκριτο του Τσαρούχη. Ο νεαρός μοιάζει με τους διάσημους ναύτες που αγαπούσε να ζωγραφίζει ο καλλιτέχνης. Ένα πρόσωπο με γωνίες και αποχρώσεις, με βαθύ βλέμμα, ήρεμο όμως και ίσως και θλιμμένο. Σε αυτό δε θυμίζει την έκφραση των ναυτων που συνήθως κοιτούν απευθείας τον θεατή, γιατί το δικό του βλέμμα πλανιέται αλλού. Μπορούμε να υποθέσουμε στην Αρετούσα. Φορά στολή, πολεμιστή ίσως, πάντως σίγουρα εντοπίζουμε πάνω της τον Παρθενώνα, το σύμβολο της Αθήνας. Πρόκειται για ένα πορτρέτο που καθηλώνει οποιοδήποτε σταθεί να το κοιτάξει.

Στο ίδιο πνεύμα συνεχίζουμε με τις βυζαντινές μορφές του Κόντογλου που δε θα μπορούσε να μην λάβει κάποιο ερέθισμα από το κρητικό άσμα ως γνήσιος λάτρης της παράδοσης και να το αποδώσει με τον καλύτερο τρόπο. Ο Ερωτόκριτος εμφανίζεται εδώ ως πολεμιστής και πάνω στο άλογο του θυμίζει σίγουρα την εικόνα του Αγίου Γεωργίου ή του Αγίου Δημητρίου, κάτι αναμενόμενο εφόσον ο Κόντογλου είναι βαθιά επηρεασμένος από την εκκλησιαστική παράδοση και τη βυζαντινή τέχνη. Μια άλλη προσέγγιση που μας φανερώνει ακόμα μια πτυχή του έργου του Βιτσέντζου Κορνάρου πετυχαίνει ο Κόντογλου με αυτό το όμορφο έργο.

Χέρι χέρι ο Ερωτόκριτος με την Αρετούσα σε έναν ειδυλλιακό κήπο επέλεγε να τους τοποθετήσει ο Μποστ, που σχεδίασε τους δύο πρωταγωνιστές αγαπημένους, ντυμένους βασιλικά. Απόδειξη ότι η αγάπη τους νίκησε και οι δύο τους βρίσκονται μαζί σε έναν τόπο παραδεισένιο που το αγαλματάκι στο βάθος προδίδει πως είναι ένα μέρος έρωτα. Οι εκφράσεις γαλήνιες, οι μορφές βέβαια κάπως σκληρά τοποθετημένες. Τα χρώματα κινούνται γύρω από τους ίδιους τόνους με εξαίρεση τον Ερωτόκριτο που πορφυρός ξεχωρίζει.

Πορφυρά ντυμένος και στο έργο του Εγγονόπουλου ο Ερωτόκριτο και η Αρετούσα είναι δύο ανδρείκελα το ένα τοποθετημένο δίπλα στο άλλο. Και εδώ η Αρετούσα ντυμένη στα γαλάζια. Η αντίθεση αυτή ανάμεσα στα χρώματα θα μπορούσε να είναι μια διαφοροποίηση ανάμεσα στους χαρακτήρες των ηρώων. Από τη μια το γαλήνιο και καρτερικό γαλάζιο για την Αρετούσα που επέμεινε τον εγκλεισμό για τον έρωτά της και κόκκινο για τον Ερωτόκριτο που δυναμικός και χειμαρρώδης καθώς ήταν κατάφερε και νίκησε τον Άριστο. Η Αρετούσα προσπαθεί να τον αγγίζει, να πιάσει το πάθος που συμβολίζει ο Ερωτόκριτος με το κόκκινο του ένδυμα. Αφηρημένη τέχνη, τα πρόσωπα λείπουν αλλά η σκηνή μας ταξιδεύει σίγουρα στο ποίημα του Κορνάρου.

Ελπίζουμε το ίδιο να πετύχουμε με το αφιέρωμά μας. Κλείνουμε με στίχους από το ποιητικό αυτό δημιούργημα: Όλα τα πλούτη κι οι αφεντιές εσβήνουν και χαλούσι
και μεταλλάσσουν, κι οι καιροί συχνιά τα καταλούσι,
μα η γνώση εκεί που βρίσκεται και τσ’ ευγενιάς τα δώρα
ξάζου άλλο παρά βασιλειά, παρά χωριά και χώρα·
ουδ’ ο τροχός δεν έχει εξάν, ως θέλει να γυρίσει,
τη γνώση και την αρετή ποτέ να καταλύσει.