«Του Λαζάρου» της Κικής Δημουλά

«Του Λαζάρου»

Nεφοσκεπές ψιλόβροχο ημέρας.
Kάτι μωραί καμπάνες πιτσιλάνε
τον ύπνο του Λαζάρου να εξέλθει.
Kαλά στοκαρισμένο το φως γύρω γύρω.

Eίχα και γω να δεύρο κάποιους έξω
μα δε μου αποκρίθηκαν αν θέλουν.

Continue reading “«Του Λαζάρου» της Κικής Δημουλά”

10+1 Γυναίκες Ελληνίδες Ποιήτριες

Αντί προλόγου

Στην ερώτηση “Ποιους Έλληνες ποιητές γνωρίζεις;” αυτομάτως μας έρχονται στο μυαλό πολύ γνωστοί, πολύ αγαπημένοι μας, υπηρέτες της τέχνης της Ποιήσεως. Κατά πλειονότητα, γένους αρσενικού. Πράγματι, και η λογοτεχνία είναι ένας τομέας κυριαρχίας του αντρικού φύλου. Σκοπός μας, ωστόσο δεν είναι να εμβαθύνουμε στους λόγους του φαινομένου αυτού που είναι συνυφασμένοι αναπόδραστα με το σύνολο της κοινωνίας, αλλά να αναδείξουμε τις γυναικείες εκείνες μορφές που με το έργο τους ξεχώρισαν, απέκτησαν φωνή και αποτέλεσαν πρότυπο. Πολλές φορές κατακρίθηκαν και η ποίησή τους θεωρήθηκε ευεργέτημα της γνωριμίας τους με κάποιον άντρα. Εκείνες όμως συνέχισαν αγέρωχες να γράφουν, να δημιουργούν, να επαναστατούν, να μας εμπνέουν. Ιδού, ενδεικτικά, μερικές από τις γυναικείες ποιητικές μορφές της χώρα μας!

Continue reading “10+1 Γυναίκες Ελληνίδες Ποιήτριες”

Το κοριτσάκι με τα σπίρτα της Κικής Δημουλά


Το κοριτσάκι με τα σπίρτα


Απόγευμα πρωτοχρονιάς

ψυχή στους δρόμους.

Μονάχα κάτι γκρίζο παλαιό

καινούργιου χρόνου.


Τρέμουν από το κρύο

τα σταυροδρόμια και οι γωνίες

σφίγγονται κολλάνε να ζεσταθούν

επάνω σε αλλότριας πατρίδας

πλανόδιους ανθοπώλες


μπουκέτα φασκιωμένα

με αγριωπό χαρτί

και η φτηνή ποιότητα

με τρύπες διανθισμένη γύρω γύρω

από αυτοδίδακτο ψαλίδι καμωμένες


όπως κι εμείς όταν παιδιά

για σχέδια πεινασμένα

σ’ εφημερίδα διπλωμένη

ομοιόμορφαμικρά τετραγωνάκια ψαλιδίζαμε

κι όπως ξεδιπλωνόταν το χαρτί

τι χαρούμενα τι αλλεπάλληλα, τι συμμετρικά

παραθυράκια διάπλατα μάς άνοιγε το μέλλον.


Απόγευμα πρωτοχρονιάς

ψυχή στους δρόμους

μόνο κλειστά μεγάλα γκρίζα παράθυρα

κι ένα φτωχό χιονόνερο που ζητιανεύει χιόνι.

Κική Δημουλά, Το κοριτσάκι με τα σπίρτα, Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως, 2007

Κυριακή απόγευμα της Κικής Δημουλά

Κυριακή απόγευμα

Πολλές φορές σε ζήτησα το απόγευμα:
Όταν με βρήκε πίσω απ’ το παράθυρο
να προφητεύω τις συνεχείς σιωπές σου.
Όταν μια βίαιη σκηνή εκτυλίχτηκε
σ’ εμένα ανάμεσα και στο τετελεσμένο.
Όταν προχώρησα στο διπλανό δωμάτιο
κι αυτό το εκάλεσα «φυγή».
Κι άλλες επίμονες φορές σε φώναξε
μεσ’ από έξι λαϊκά τραγούδια
για πιάνο και για δύσκολο απόγευμα.
Κι ακόμα τρεις θρηνητικές μορφές
όταν τα θέματα σουρούπωναν
κι ονόμασα τα μάτια σου
«καθημερινά απογεύματα»
κι όλον εσένα Κυριακή
που είναι πάντα δύσκολη.

Κική Δημουλά, Ποιήματα, εκδόσεις Ίκαρος

Ακούστε το εδώ:

Κική Δημουλά, Ποιήματα για τη Μεγάλη Εβδομάδα

«Η απαρηγορία» – Μεγάλη Εβδομάδα Οι βιολέτες, όπως ανήσυχα, διορατικά μυρίζουν όταν κάτι δεν πάει καλά, κάτι απογοητεύει πάλι. Η Μεγάλη Εβδομάδα, όπως στάζει κερί και τάμα στη θρησκόληπτη ανάμνηση, στην άθεη απουσία. Η Κυριακή του Νυμφίου, όπως αναστατώνει, βασίζεις δεν βασίζεις το Μεγάλο στις αφίξεις. Οι διάφοροι Νυμφίοι, που κάτι τους τυχαίνει και δεν έρχονται, κάποια διήμερη εκδρομή, κάποια ευκολότερη θρησκεία που την ασπάζονται. Οι πολλαπλασιασμένοι κήποι της Γεθσημανή σε κάθε βήμα, όπως κατασταλάζεις για το έθιμο, έχουν δεν έχουνε ανθίσει οι απορίες. Οι Πατέρες μας, γέροι στο σπίτι, περιμένουν αυγά και τσουρέκι. Οι πολλαπλασιασμένοι κήποι της Γεθσημανή, τα περιστύλια της υπομονής, τα παγκάκια να κάτσεις να περιμένεις τον ετήσιο Ιούδα, που αργεί να ’ρθεί από το ράφτη, από τον κουρέα. Το μεγάλο ποσόν που του δίνεις για να δεχθεί να σε προδίνει ανεξήγητα. Της καμπάνας η Μεγάλη εξάντληση κι η απαρηγορία, ο νηστικός της ήχος όπως λιποθυμάει στα εαρινά αρμόνια των καθολικών απογευμάτων. Οι αργίες, οι αργοπορίες, οι αγριότητες, όπως τις πάμε ως επάνω μόνοι μας. Ο Σίμων, που στο τέλος αδιαφόρησε κι έφτιαξε τη ζωή του. Η Μυροφόρος έλλειψις, που θα σε ψάχνει απόψε να σε ράνει. Η Προηγιασμένη των διαφόρων θρήνων τη Μεγάλη Εβδομάδα και τις διάφορες άλλες εβδομάδες τα ίδια. Η Αγία Επανάληψη, η θαυματουργή, η αχειροποίητος, όπως τη βρήκανε ανυπόγραφη τα πράγματα, θαμμένη, σε κάποια παλαιότητα της μοίρας μας, σε κάποιο πρόγονό μας μέλλον. Όπως την πιστεύω.

«Μεγάλη Πέμπτη» Υπαίθριος καιρός. Κάτι ελιές πάνε να μαζέψουν ανήφορο. Φορτωμένες. Ο καρπός εισακούστηκε το παρελθέτω όχι. Δεν θα εισπράξουν ούτε φέτος πατέρες οι λιποψυχίες μας. Ατελής η ελαιογραφία. Να ξαναδοκιμάσω. Κάτι ελιές πάνε να μαζέψουν ανήφορο. Τα αργύρια φύλλα τους εποφθαλμιά η αστραφτερή τού τοπίου αγνότητα. Φύσει καταδότρια η αθωότης. Αυτή δεν μας παρέδωσε για ελάχιστα ανεκπλήρωτα αργύρια στην απώλειά της; Να τονίσω λίγο Φαρισαίον απέναντι. Τη θάλασσα.

(Από τη συλλογή «Το λίγο του κόσμου», 1971 –συγκεντρωτική έκδοση «Κική Δημουλά, Ποιήματα», εκδ. Ίκαρος, 1998)

«Μεγάλη Πέμπτη» Γοερά το βλέπω ετοιμάζεσαι για την Ανάστασή σου. Την πιστεύω αλλά με θλίβει όπως μάς θλίβουν γοερά και κάτι άλλα θαύματα που επαληθεύτηκαν αλλόκοτα: με το μη μένοντας κοντά μας όπως μη μένοντας από μεθαύριο Εσύ. Να αναστηθείς βεβαίως ποιος νεκρός δεν το θέλει ποιος υποψήφιος. Αλλά να έμενες κάτω, εδώ να μένεις ο πλησίον μας. Όσα μας έταξες το είδες δε γίνονται εκεί πάνω εν μέσω πολυάσχολων ιλίγγων και στροβιλισμών της Αναλήψεώς σου. Θέλουνε γη αυτά τα πράγματα πετρώδη ακανθόσπαρτη γι’ αυτό και την διεξήλθες τόσον αιματηρά ίνα άρεις –Συ είπας– όσα χάσαμε επ’ αυτής. Δε γίνεται τουλάχιστον να μένεις μία βδομάδα εδώ και μιά στο πατρικό σου; Θαύμα μεγάλο είσαι πια μπορείς να επιβληθείς στη διανομή σου. Πώς πηγαινοέρχονται καθημερινά από εδώ εκεί από κει εδώ η ζωή και ο θάνατος. Όχι μη μου μιλάς για τις αόρατες συνεχείς εκείνες παρουσίες. Είδαμε σε τι μαρτύριο ψαύσεως τυφλής μάς υπέβαλαν. Μεγάλωσα όχι θέλω ξεκάθαρους πια ορατούς λογαριασμούς ή σε αγγίζω Ιησού ή Ανασταίνεσαι δια παντός από κοντά μου.

(Από τη συλλογή «Ήχος Απομακρύνσεων», εκδ. Ίκαρος, 2001)

«Συμβουλές της Μεγάλης Παρασκευής» Αδρανείς. Σε παρασύρει η φωτογραφία σου ότι το έχεις δίπορτο όποτε θέλεις είσαι τάχα εδώ κι όποτε θες κατέρχεσαι. Σ’ εξαπατούν επίσης τα φουσκωμένα λόγια της ανοίξεως δήθεν ότι τα άνθη της συμπαρασύρουν σε ανάσταση κι άλλα εσταυρωμένα χώματα. Άκουσέ με, πάρε στα χέρια σου την κύλιση του λίθου. Ας σπρώξει λίγο και το Μεγάλο Σάββατο γεροδεμένο είναι σήκωσε θεία κλοπή ασήκωτη και στα ουράνια μοναχό του την ανέβασε. Μόνο βιάσου γιατί όπου να ’ναι το θαύμα της διαψεύσεως τίθεται επί τάπητος ακάνθινο.

(Από τη συλλογή «Χλόη θερμοκηπίου», εκδ. Ίκαρος, 2005)

«Μεγάλο Σάββατο» Ευχές κροτίδες και φιλήματα ανταλλάσσουν οι άγιες μέρες μεταξύ τους κι εγώ χτυπώ την πόρτα σου όχι για να εισέλθω μολονότι κατάλληλο είναι το σώμα που φορώ με προϋπηρεσία έντιμη μακρά έξωθεν του Νυμφώνος. Βγες άφοβα. Όχι ανταπόκριση απόκριση ζητώ το φίλημα εκείνο που έριξες από το ύψος ευγενέστατης ευχής Καλή Ανάσταση και σφάχτηκε ο λαιμός με το γιακά μου ήταν από τα κέρματα που ρίχνουμε στο δίσκο τού εθίμου; ήταν στο τίμιο ξύλο μου αγκίδα περιγελαστική; ήταν μιά γενναιόδωρη έμπνευση πτωχής αδιαφορίας; Σε ρωτώ γιατί δεν είδα ταμπελίτσα δεν είδα να αναγράφεται το μέγεθος και η σύνθεση της θέρμης ούτε και είδα τυπωμένη τη μάρκα των χειλιών σου πουθενά. Ανώνυμο τελείως λαθραίο δηλαδή το πώς να αισθανθώ.

(Από τη συλλογή «Χλόη θερμοκηπίου», εκδ. Ίκαρος, 2005)