8 λογοτεχνικές ηρωίδες για τις 8 Μαρτίου

Η Ημέρα της Γυναίκας

Το ημερολόγιο έδειχνε 8 Μαρτίου του 1857, όταν στη Νέα Υόρκη εργάτριες υφαντουργείων κατέβηκαν σε απεργία. Ζητούσαν μείωση ωραρίου εργασίας, καθώς εργάζονταν για περισσότερες από 16 ώρες την ημέρα, με βασικά αιτήματα τις πιο ανθρώπινες συνθήκες δουλειάς και μεγαλύτερες απολαβές. 129 εργάτριες στις 8 Μαρτίου του 1908 κάηκαν ζωντανές στο εργοστάσιο κλωστοϋφαντουργίας «Cotton» της Νέας Υόρκης.

Continue reading “8 λογοτεχνικές ηρωίδες για τις 8 Μαρτίου”

Αφιέρωμα στον Λέοντα Τολστόι: ένας αναρχικός χριστιανός

Η ζωή του

Ο Λέων Τολστόι, γεννήθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου 1828 (28 Αυγούστου, με το παλαιό ημερολόγιο) στη Γιάσναγια Πολιάνα της Ρωσίας από αριστοκρατική οικογένεια. Ορφάνεψε, όμως, προτού κλείσει τα δέκα του χρόνια και από πατέρα και από μητέρα. Ο παππούς του, από την πλευρά της μητέρας του, ήταν ο πρίγκηπας Nikolai Volkonsky και πρεσβευτής της Ρωσίας στο Βερολίνο. Ο παππούς του από την πλευρά του πατέρα του, Ilya Tolstoy, ήταν κυβερνήτης της πόλης του Καζάν, ένας τόπος που έχει καταχωρηθεί στη συλλογική μνήμη της Ρωσίας ως η τοποθεσία της ντροπιαστικής ήττας του Ιβάν του τρομερού.

Σπούδασε στο πανεπιστήμιο του Καζάν ανατολικές γλώσσες και νομικά, μα δεν πήρε το πτυχίο του. Ήταν φύση ανήσυχη, γεμάτη σχέδια και αναμορφωτικές ιδέες, επηρεασμένες από τη Γαλλική Επανάσταση. Θέλησε να ανυψώσει τους Ρώσους χωρικούς, αγρότες και να μορφώσει τα παιδιά τους. Ίδρυσε, μάλιστα, και σχολείο και εξέδωσε παιδαγωγικό περιοδικό με τον τίτλο «Γιάσναγια Πολιάνα».

Έχοντας μεγάλα χρέη από τη χαρτοπαιξία, εξαιτίας της οποίας, έχασε ένα μεγάλο κομμάτι της πατρικής περιουσίας του και τον οδήγησε το 1854 στο να πουλήσει για 5000 ρούβλια το αρχοντικό που κληρονόμησε από τον παππού του, αποφάσισε να καταταγεί στο στρατό. Πήρε μέρος στον Κριμαϊκό Πόλεμο (1853-1856), όπου υπηρέτησε ως αξιωματικός πυροβολικού στην περιοχή του Καυκάσου σε διάφορες εκστρατείες. Ο αποτροπιασμός για τις φρικαλεότητες του πολέμου αυτού καθρεφτίστηκε στα «Διηγήματα της Σεβαστούπολης (1855-1859)», ενώ τον ενέπνευσαν να γράψει το μυθιστόρημα “Πόλεμος και Ειρήνη“. Οι λεπτομερείς περιγραφές του για τις στρατιωτικές μάχες, ενισχύονται από τις προσωπικές του εμπειρίες. Στη συνέχεια ταξίδεψε στη Γαλλία, Ελβετία, Ιταλία και Γερμανία.

Γυρίζοντας στη Ρωσία, το 1862, έκανε πρόταση γάμου στη μετέπειτα σύζυγό του Σοφία . Λέγεται πώς αυτό το γεγονός, αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για το διάσημο μυθιστόρημα του, Άννα Καρένινα, όπου η ίδια σκηνή αναπλάθεται αριστουργηματικά ανάμεσα στον Levin και την Kitty. Καθώς ο διάσημος συγγραφέας ήταν αθεράπευτα ντροπαλός και βασανιζόταν από έρωτα έγραψε στη Σοφία τα αρχικά μερικών λέξεων πάνω σε ένα τραπέζι και της ζήτησε να μαντέψει το νόημα τους. Όπως έγραψε η ίδια στο ημερολόγιό της, κατάλαβε αμέσως το περιεχόμενο του κρυφού μηνύματος και δέχτηκε την πρότασή του. Μαζί της έκανε οικογένεια κι έζησε ευτυχισμένος «σαν πατριάρχης», όπως έγραψε ο ίδιος. Απέκτησαν 13 παιδιά.

Παρά την ήρεμη οικογενειακή ζωή, η ανησυχία άρχισε να ταράζει και πάλι τη ζωή του. Είχε τύψεις που ζούσε μέσα στα πλούτη, ενώ τόσοι άλλοι δυστυχούν. Θέλει να τα αφήσει όλα, περιουσία, οικογένεια, δόξα και να ζήσει απλά, σύμφωνα με τις ιδέες του. Αποφασίζει να εγκαταλείψει τα «εγκόσμια», να τα αρνηθεί όλα και να ζήσει μία απλή ζωή μέσα στη φύση. Άφησε τη σύζυγό του να διαχειρίζεται την περιουσία κι εκείνος ζούσε μια λιτή σχεδόν φτωχική ζωή στα κτήματά του, όπου πλήθος άνθρωποι πήγαιναν να τον συναντήσουν και να μοιραστούν τη σοφία του.

Τότε γράφει τα έργα του με τα μεγάλα προβλήματα και τις υψηλές ηθικές αρχές της αγάπης, της καλοσύνης και της συμπόνοιας: «Πάτερ Σέργιος» (1898), «Σονάτα του Κρόιτσερ» (1889), «Κύριος και δούλος» (1895) και «Ανάσταση» (1899). Έγραψε, ακόμα, ένα δραματικό έργο, «Το κράτος του ζόφου» (1886) κι ένα θαυμάσιο μεγάλο διήγημα «Ο θάνατος του Ιβάν Ίλιτς» (1866). Η ιδιότυπη θρησκευτικότητά του τον φέρνει σε αντιδικία με την εκκλησία της Ρωσίας, η οποία τον απέβαλε από τις τάξεις της το 1901.

Στις 20 Νοεμβρίου (7 Νοεμβρίου με το παλαιό ημερολόγιο) του 1910 ο σπουδαίος ρώσος συγγραφέας, «ο γίγας της ρωσικής γης», όπως τον αποκαλούν, άφησε την τελευταία του πνοή στη σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης Αστάκοβο της Ρωσίας. Ο θάνατος του αποτέλεσε σημαντικό γεγονός για τη δημόσια ζωή, καθώς ο μεγάλος συγγραφέας είχε οπαδούς σε ολόκληρο τον κόσμο. Περισσότεροι από τρεις χιλιάδες άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους για να δουν το φέρετρό του να μεταφέρεται πίσω στο Yasnaya Polyana. Επρόκειτο για την πρώτη πολιτική κηδεία στη Ρωσία, καθώς η Εκκλησία τον είχε αφορίσει.

Τα έργα του

Ένας Αναρχικός Χριστιανός

Στο σπίτι του, σύμφωνα με τη γυναίκα του Σοφία, συνωστίζονταν «παράφρονες αριστοκράτες, ζητιάνοι που περηφανεύονται για την ξεπεσμένη θέση τους, ξεδοντιάρες καλόγριες, ιδεολόγοι φοιτητές, επαναστάτες, εγκληματίες, χορτοφάγοι, αλλοδαποί». Ο Γκάντι το συνοψίζει σε μία φράση: «Ο Τολστόι είναι ο μεγαλύτερος απόστολος της μη βίαιης αντίστασης στην εποχή μας».

Ο Λέων Τολστόι είναι ο πιο διάσημος Χριστιανός Αναρχικός και θεωρείται ίσως ο σημαντικότερος εκπρόσωπος του ρεύματος αυτού. Όπως έγραψε «ο χριστιανισμός στην αληθινή του ουσία θέτει ένα τέλος στο Κράτος». Αυτή η πρόταση αποδίδει τη βασική ιδέα που αποτελεί τη βάση του χριστιανικού αναρχισμού…

Αν και ο ίδιος ποτέ δεν αυτοπροσδιορίστηκε ως αναρχικός, η εναντίωσή του στις άδικες κοινωνικές μεταρρυθμίσεις και στην αυταρχικότητα και καταπίεση που ασκούσαν οι ανώτερες κοινωνικές τάξεις στους μουζίκους τον οδήγησαν στην απόρριψη των κρατικών δομών και στην αναζήτηση μιας άλλης μορφής κοινωνικής οργάνωσης και ζωής. Αναπτύσσει τη θεωρία του για μια κοινωνία αντιεξουσιαστική και αντιιεραρχική, πάντα κοντά στη φύση και σε αρμονία με αυτή, όπου ο κάθε άνθρωπος θα μπορέσει να αναπτύξει τα προσωπικά του χαρίσματα και τις δεξιότητες του, που θα εργάζεται ο ίδιος για να εξασφαλίσει την τροφή του χωρίς η εργασία του να γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης:

«…όλες οι υποχρεώσεις προς το κράτος είναι ενάντια στη συνείδηση του Χριστιανού – ο όρκος υποτέλειας, οι φόροι, οι νομικές διαδικασίες, η στρατιωτική θητεία. Και όλη η κυβερνητική ισχύς στηρίζεται πάνω στις υποχρεώσεις αυτές».

Στο δοκίμιο του «Για την αναρχία» γράφει: «Οι Αναρχικοί έχουν δίκιο σε όλα. Kαι στην άρνηση της υπάρχουσας τάξης και στον ισχυρισμό ότι, χωρίς Αρχή, δεν θα μπορούσε να υπάρχει χειρότερη βία από αυτή της Αρχής κάτω από τις τωρινές συνθήκες. Κάνουν λάθος μόνο στο να νομίζουν ότι η Αναρχία μπορεί να ιδρυθεί μέσω επαναστάσεως. Αλλά μπορεί να ιδρυθεί μόνο με το να υπάρχουν όλο και περισσότεροι άνθρωποι οι οποίοι δεν επιζητούν την προστασία της κυβέρνησης… Μπορεί να υπάρξει μόνο μία μόνιμη επανάσταση – μιά ηθική: Η αναγέννηση του εσωτερικού ανθρώπου».

Οι επιρροές του Τολστόι τόσο στους σύγχρονούς του όσο και στις μεταγενέστερες γενιές ήταν ιδιαίτερα σημαντικές και εκφράστηκαν μέσα από κινήματα και κοσμοθεωρίες. Η πιο άμεση επίδραση ήταν αυτή στον Μαχάτμα Γκάντι, με τον οποίο ο Τολστόι διατηρούσε αλληλογραφία, που έγινε πράξη με τον ινδικό εθνικοαπελευθερωτικό, από την βρετανική κυριαρχία, αγώνα ο οποίος και τήρησε στο ακέραιο την τολστοϊκή μη βίαιη αντίσταση στον εχθρό.

Το παιδαγωγικό όραμα του Τολστόι

Σε ώριμη ηλικία, ο Τολστόι πήρε την πρωτοβουλία να ιδρύσει στη Γιασνάγια Παλιάνα σχολεία αντιαυταρχικής, δηλαδή δημοκρατικής εκπαίδευσης. Το παράδειγμά του ακολούθησε πολλά χρόνια αργότερα ο Α.Σ. Νιλ ιδρύοντας το 1921 στο Σάμερχιλ της Αγγλίας το δικό του σχολείο που καταργούσε τα αυταρχικά συστήματα διδασκαλίας.

Οι απόψεις του Τολστόι για την εκπαίδευση ήταν ριζοσπαστικές για την εποχή του και συμβάδιζαν με την όλη κοσμοθεωρία του για τους κοινωνικούς θεσμούς. Οι τρεις κύριες συνιστώσες της παιδαγωγικής του θεώρησης ήταν η ισότητα μαθητή – δασκάλου, η ελευθερία επιλογών και η αρμονία με τη φύση.

Το 1859 ίδρυσε στη γενέτειρά του Γιάσναγια Πολιάνα ένα σχολείο, χρησιμοποιώντας ως χώρο το ίδιο του το σπίτι και το κτήμα του. Η διδασκαλία πραγματοποιούνταν από φοιτητές, τους οποίους ο Τολστόι βρήκε στη Μόσχα, και από τον ίδιο τον Λέοντα. Ακόμη και σήμερα, στο σπίτι του στην Γιάσναγια Πολιάνα, το οποίο λειτουργεί ως μουσείο, μπορεί κανείς να δει εργαλεία, αρκετά σύνθετα για την εποχή τους, όπως ένα μικροσκόπιο. Τα παιδιά μελετούσαν τις τροχιές των ουράνιων σωμάτων, Φυσική, Χημεία, Μαθηματικά και φυσικά, τον σπουδαιότερο ρόλο είχε η Λογοτεχνία.

Ενώ οι απόψεις του Τολστόι αρχικά δεν έβρισκαν υποστήριξη μεταξύ των ανώτερων κυβερνητικών υπαλλήλων, το σχολείο του ασκούσε μεγάλη επιρροή στο λαό. Ως το 1862 υπήρξαν τουλάχιστον δέκα τρία χωριά με αγροτικά σχολεία στην περιοχή του, και οι δάσκαλοί τους ήταν όλοι ενθουσιώδεις υποστηρικτές της παιδαγωγικής προσέγγισης του Τολστόι.

Παρόλο που οι εκπαιδευτικές πρακτικές και οι γραφές του Τολστόι κατά τη διάρκεια της ζωής του αντιμετωπίστηκαν με εχθρότητα, μετά το θάνατό του, υπήρξε μια τάση να χαρακτηριστεί το έργο του σαν λαμπρό και  καινοτόμο και ο ίδιος σαν ένας από τους σημαντικότερους των εκπαιδευτικών μεταρρυθμιστών. Οι μέθοδοί του στο αλφάβητο και την ανάγνωση, η επιμονή του στην αυτάρκεια με την υποχρέωση των σπουδαστών να κάνουν και χειρωνακτική εργασία, και η πεποίθησή του ότι το παιδί πρέπει να έχει την άδεια για όσο το δυνατόν περισσότερη ελευθερία στην τάξη, χαρακτηριστικά γνωρίσματα του συστήματός του, είχαν την επιρροή τους στην προοδευτική εκπαίδευση.

Αποφθέγματα

1. «Ευτυχία δεν είναι να κάνεις πάντα αυτό που θέλεις, αλλά να θέλεις πάντα αυτό που κάνεις»

2. «Όλοι θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο, αλλά κανένας δεν θέλει να αλλάξει τον εαυτό του»

3. «Είναι εκπληκτικό πόσο πλήρης είναι η αυταπάτη ότι η ομορφιά είναι καλοσύνη»

4. «Το λάθος δεν παύει να είναι λάθος επειδή εγκρίνεται από την πλειοψηφία»

5. «Όλη η ποικιλία, όλη η γοητεία, όλη η ομορφιά της ζωής αποτελείται από το φως και τη σκιά»

6. «Ο σεβασμός εφευρέθηκε για να καλύψει την άδεια θέση η οποία έπρεπε να ανήκει στην αγάπη»

7. «Αν αναζητάτε την τελειότητα, δεν θα είστε ποτέ ευχαριστημένοι»

8. «Ένας από τους πιο κοινούς πειρασμούς, ο οποίος όμως οδηγεί στις μεγάλες συμφορές είναι ο πειρασμός των λέξεων: «Όλοι έτσι κάνουν»

9. «Μην ακούτε ποτέ αυτούς που κακολογούν τους άλλους και λένε καλά λόγια για εσάς»

10. «Δεν υπάρχει μεγαλείο εκεί που δεν υπάρχει απλότητα, καλοσύνη και αλήθεια»

11. «Πλήξη: η επιθυμία για επιθυμίες»

12. «Ας συγχωρήσουμε ο ένας τον άλλο – μόνο τότε θα ζήσουμε ειρηνικά»

13. «Να έχεις ένα στόχο για όλη σου τη ζωή, ένα στόχο για ένα μέρος της ζωής σου και ένα στόχο για κάθε χρόνο. Ένα στόχο για κάθε μήνα, ένα στόχο για κάθε εβδομάδα, ένα στόχο για κάθε μέρα, ένα στόχο για κάθε ώρα και κάθε λεπτό. Και να θυσιάζεις το μικρότερο στόχο για το μεγαλύτερο»

14. «Σε αγάπησα από πάντα και αν κάποιος αγαπάει κάποιον, αγαπά ολόκληρο τον άνθρωπο, ακριβώς όπως είναι και όχι όπως κάποιος θα ήθελε να είναι»

15. «Οι δύο πιο ισχυροί πολεμιστές είναι η υπομονή και ο χρόνος. Αυτοί καταφέρνουν τα πάντα»

16. «Ελεύθερα πνεύματα είναι εκείνοι που είναι πρόθυμοι να χρησιμοποιήσουν το μυαλό τους χωρίς προκατάληψη και χωρίς να φοβούνται να καταλάβουν πράγματα που έρχονται σε σύγκρουση με τα δικά τους έθιμα, προνόμια ή πεποιθήσεις. Αυτή η κατάσταση του νου δεν είναι συνηθισμένη, αλλά είναι απαραίτητη για σωστή σκέψη …»

17. «Ο άνθρωπος μοιάζει με κλάσμα όπου ο αριθμητής είναι ο πραγματικός εαυτός του και ο παρονομαστής η ιδέα που έχει για τον εαυτό του. Όσο μεγαλύτερος ο παρονομαστής, τόσο μικρότερη η αξία του κλάσματος. Και όσο ο παρανομαστείς διογκώνεται προς το άπειρο, τόσο το κλάσμα τείνει προς το μηδέν.»

18. «Όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες μοιάζουν μεταξύ τους. Κάθε δυστυχισμένη οικογένεια, όμως, είναι δυστυχισμένη με το δικό της τρόπο.»

19. «Τρία πράγματα χαρακτηρίζουν τον σοφό άνθρωπο: Πρώτον, κάνει ο ίδιος αυτά που συμβουλεύει τους άλλους να κάνουν. Δεύτερον, δεν κάνει τίποτα που να αντιβαίνει στην αλήθεια. Τρίτον, είναι υπομονετικός με τις αδυναμίες των άλλων.»

20. «Μιλούσαν για τις ανομίες της εξουσίας, για τα βάσανα των αναξιοπαθούντων, για τη φτώχεια που μάστιζε το λαό, όμως στα μάτια τους όλη την ώρα της ζωηρής κουβέντας τους πλανιόταν ασταμάτητα ένα βουβό ερώτημα: «Θα μπορούσες να μ’ αγαπήσεις;».»

Πηγές

16 αποφθέγματα του Λέοντα Τολστόι που εξερευνούν όλες τις πλευρές της ζωής

Λέων Τολστόι: 10 πράγματα που πρέπει να ξέρουμε για αυτόν

Λέων Τολστόι: Ο αναρχικός χριστιανός

Αφέντης και δούλος: το αριστούργημα του Τολστόι στην σκηνή

Δεν ήταν πρώτη φορά που ο χριστιανικός ανθρωπισμός του (κόμη) Λέοντος Τολστόι, μεγαλοκτηματία και ιδιοκτήτη της γενέτειράς του Γιάσναγια Πολιάνα –δηλαδή του χωριού ολόκληρου μαζί με τα έμψυχα και άψυχα υπάρχοντά του– ενέπνευσε δημιουργικά τον Γιώργο Νανούρη.

Εδώ, έχουμε τον πλούσιο, εκμεταλλευτή και άπληστο Μπρεχουνόφ να επιμένει καταμεσής ενός χιονιά να ταξιδέψει νύχτα από το χωριό του, Γρίσκινο, στο γειτονικό Γοριάσκινο, για να προλάβει ν’ αγοράσει σ’ εξευτελιστική τιμή ένα δασικό κτήμα. Ξεσηκώνει τον πιο καλόβολο και υποτελή μουζίκο του, Νικίτα, όχι να ζέψει το έλκηθρο στο άλογο (όπως στη νουβέλα) αλλά να γίνει ο ίδιος υποζύγιο, πράγμα που συνήθιζαν όταν η απόσταση δεν ήταν μεγάλη. Μεγάλη όμως είναι η χιονοθύελλα που συναντούν, ο αφέντης πάνω στο έλκηθρο με γούνα, καπέλο, γάντια και μπότες ακριβές κι ο δούλος με σκισμένο σακάκι, τρύπιες μπότες κι ένα σκουφί στο κεφάλι (σκηνικά-κοστούμια Μαίρη Τσαγκάρη) να σέρνει και των δύο το βάρος. Με άφαντα τα σημάδια του δρόμου γρήγορα χάνονται και γυρίζουν γύρω γύρω. Δεν μένει άλλο από το να διανυκτερεύσουν στη θανατερή παγωνιά της ρωσικής στέπας. Κάποια στιγμή ο αφέντης παρατάει τον Νικίτα στη τύχη του και πάει να σώσει το τομάρι του. Περιπλανώμενος μέσα στο χιόνι, ξαναγυρίζει απ’ όπου ξεκίνησε, βρίσκει το έλκηθρο αναποδογυρισμένο και τον Νικίτα μισοπαγωμένο αλλά ακόμη ζωντανό.

Είναι τότε ακριβώς που γίνεται η μεταστροφή του Μπρεχουνόφ. Αυτός, που θεωρούσε τον χαμό ενός μουζίκου ασήμαντο, νιώθει ξαφνικά υπεύθυνος για τη ζωή εκείνου, που διαρκώς προσφέρει στους άλλους ενώ ο ίδιος σωρεύει πλούτη πάνω στα πλούτη, κοιτάζοντας μόνο τον εαυτούλη του. Σκεπάζει τον Νικίτα με τη γούνα του κι όταν εκείνος αρχίζει να συνέρχεται πέφτει πάνω στο παγωμένο του σώμα, δίνοντάς του όση ζωική θερμότητα διαθέτει για να τον σώσει. Το πρωί, ξεθάβουν από τα χιόνια άψυχο το σώμα του αφέντη και παγωμένο αλλά ζωντανό, με ελαφρά κρυοπαγήματα, τον δούλο.

Και σ’ αυτή τη δραματοποίηση, όπως και στο «Από τι ζουν οι Ανθρωποι» η αφήγηση από τους δύο ηθοποιούς έχει σημαντικό βάρος, καθώς ενώνει ανάλαφρα, με τραγουδάκια (Λόλεκ) και παρομοιώσεις το δεύτερο, συννεφιασμένο μισό του 19ου αιώνα με το νεφελώδες σήμερα. Ο Νανούρης, παραλείποντας στην επεξεργασία του περιφερειακά πρόσωπα και καταστάσεις, επικέντρωσε το ενδιαφέρον στα δύο αρχετυπικά πρόσωπα και στη διόλου αρχετυπική μεταστροφή του ενός. Παραλείποντας μάλιστα και την ύπαρξη αλόγου, που στη συνέχεια ξεπαγιάζει, δανείζει εξαρχής στον Νικίτα την μπεκετική φιγούρα του Λάκι, «εξαρτήματος» του εξαρτημένου απ’ αυτόν Πότζο-Μπρεχουνόφ που μας επιφυλάσσει την ανατροπή και την ανθρωπιστική έκπληξη στο τέλος.

Ξεπερνώντας τον χριστιανοδιδακτισμό κάποιων στιγμών της παραβολής. προτιμώ να θυμάμαι την μπρεχτικής σβελτάδας, εύστοχη και στιβαρή μεταμόρφωση του αφηγούμενου απλά και άμεσα ηθοποιού Λιγνάδη σε άπληστο, επαρχιώτη προύχοντα που δεν βλέπει μπροστά του, όχι μόνο λόγω της «ομίχλης» και του «χιονιού», που τα ειδικά μηχανήματα τροφοδοτούν γενναιόδωρα τη σκηνή (δυστυχώς και την πλατεία) του θεάτρου αλλά πολύ περισσότερο λόγω του εγωκεντρισμού και της υπεροψίας της τάξης του απέναντι στις «παρακατιανές».

Προτιμώ να θυμάμαι τη μοιρολατρική υποταγή σε αφέντη και φύση (ωσάν να επρόκειτο για όμοια εξουσία), του ηθοποιού Νανούρη στον ρόλο του Νικίτα όπως και τη φανερά δημιουργούμενη ατμόσφαιρα της χιονοθύελλας. Προτιμώ να προβληματίζομαι με το αν αυτή η τρυφερή, ποιητική καλλιέργεια του συναισθήματος, έστω και «μπρεχτική αδεία», έρχεται ως απάντηση στη πλήρη κατάργηση συναισθήματος από ψυχρούς, ανυπόκριτους ηθοποιούς που ευαγγελίζεται το μεταδραματικό θέατρο. Μήπως βρισκόμαστε ενώπιον μιας νέας αλφαβήτου του επί σκηνής συναισθήματος, ενώπιον ενός θεάτρου τρυφερότητας, παρηγοριάς και θέρμης σε καιρούς ψυχρότητας και απειλής;

Το 1895, ο Τολστόι γράφει το έργο «Ο αφέντης και δούλος» στο οποίο εκφράζεται η ιδιότυπη θρησκευτικότητά του. Με τα θρησκευτικά κείμενά του ήρθε σε αντιδικία με την εκκλησία της Ρωσίας, η οποία τον απέβαλε από τις τάξεις της το 1901. Ο Τολστόι κατάφερε ν’ απεικονίσει με απαράμιλλο τρόπο τη ρωσική κοινωνία της εποχής του και με την αναπαραστατική δύναμη της τέχνης του να δώσει εκπληκτικούς πίνακες από τη ζωή της τσαρικής Ρωσίας του 19ου αιώνα.

Αν και καταγόταν από πλούσια οικογένεια, αφοσιώθηκε με μεγάλη αγάπη στους μουζίκους, βοηθώντας τους και μελετώντας τη ζωή τους. Γεμάτος θρησκευτική έξαρση και δεμένος με τα προβλήματα της εποχής του, προσπάθησε να βρει γιατί υποφέρουν οι άνθρωποι και προσπάθησε να απελευθερώσει τον άνθρωπο και να αποκαταστήσει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Ο Αφέντης και δούλος είναι νουβέλα του Τολστόι που έγραψε από το 1894-1895, πενήντα πέντε σελίδων και δέκα ενοτήτων, που αναφέρεται στη θυσία του αφεντικού κατά τη διάρκεια μιας νύχτας που παγιδευτήκανε από την χιονοθύελλα του γνωστού ρωσικού χειμώνα. Στις σελίδες της είναι τοποθετημένο ένα πρόβλημα που θα πάρει αργότερα την πρώτη θέση σε όλη την πνευματική δημιουργία του Τολστόι: η αναγέννηση των ανθρώπων εκείνων, που ενώ ανήκουν στις προνομιούχες τάξεις, αντιλαμβάνονται την κοινωνική αδικία, την ηθική ποταπότητα και την ψευτιά του περιβάλλοντός τους. Σύμφωνα με τις πεποιθήσεις του Τολστόι, ένας τέτοιος άνθρωπος (αδιάφορο αν είναι ο εισαγγελέας Ιβάν Ιλίτς ή ο έμπορος Βασίλη Αντριέϊτς Μπρεχούνοφ ή ο ευγενής Νιεχλιούντωφ στο μυθιστόρημα «Ανάσταση» και το «Πρωινό ενός τσιφλικά») μπορεί ν΄αρχίσει μια καινούργια «αληθινή ζωή», αρκεί μονάχα να κατανοήσει πως όλη η περασμένη του ζωή είναι «κάτι άλλο».



Το κρύο του χειμώνα είναι αναπόσπαστο μέρος αυτής της ιδιαίτερης παραβολής σε ένα συγκεκριμένο και πνευματώδες επίπεδο. Είναι ένα ενθυμητικό ταξίδι ισχύος: χιόνι και παγωμένοι άνεμοι ξεπηδάνε από τις σελίδες του. Το μεγάλο φινάλε του έργου, η μεταφορά θερμότητας από το ένα σώμα στο άλλο, απηχεί αρχέγονα.

Ο πρωταγωνιστής είναι ένας πλούσιος έμπορος προσηλωμένος αποκλειστικά στο να γίνει πλουσιότερος. Ένα σκοτεινιασμένο απόγευμα, την ημέρα μετά τη γιορτή του Αγίου Νικολάου, παρά την απειλή καταιγίδας, ξεκινά ένα ταξίδι προκειμένου να εξασφαλίσει την αγορά ενός ξύλου σε τιμή ευκαιρίας.


Μαζί του παίρνει και το Νικήτα, τον ευγενικό, ευχάριστο υπηρέτη του, έναν άντρα που ο Μπρεχούνοφ εκτιμά αλλά εκμεταλλεύεται σκληρά. Τον πληρώνει με τα μισά από όσα πραγματικά θα έπρεπε, και συνήθως όχι σε χρήμα αλλά σε ακριβά προϊόντα από το μαγαζί του.

Το έργο «Αφέντης και Δούλος» είναι μια ιστορία για το πέρασμα από τη ζωή στο θάνατο, μια από τις μόνιμες έγνοιες του Τολστόι που πραγματεύεται σε όλα τα έργα του από το «Three Deaths» (1859) και μετά. Το έργο είναι διάχυτο από σύμβολα. Χωρίς να σπαταλά καθόλου χρόνο στο να αναπτύξει την ένταση που διατρέχει την ιστορία, αμέσως μόλις ο Brekhunov και ο Nikita φεύγουν από το χωριό Kresty (που σημαίνει «Σταυροί»), ο Τολστόι αρχίζει να «ξηλώνει» το όριο μεταξύ αυτού του κόσμου και του επόμενου.

είναι μια παραβολή επιμελώς γραμμένη η οποία παραμένει ζωηρή παρά τους βαρείς συμβολισμούς, και οι χαρακτήρες της είναι πολλά περισσότερα από το να αντιπροσωπεύουν απλώς την αρετή και την απληστία. Ο Nikita είναι ευγενικός και ευχάριστος, αλλά δεν παύει να είναι και ένας μεθύστακας που έκοψε σε κομμάτια τα πιο πολύτιμα ρούχα της γυναίκας του. Ο Brekhunov είναι παράξενος αλλά βλέπει τον εαυτό του σαν ευεργέτη. Είναι παγιδευμένοι σε μια εχθρική λίμπο μεταξύ αυτού και του άλλου κόσμου, και είναι μόλις 200 μέτρα μακριά από το δρόμο, στη μέση μια χιονοθύελλας. Το να συνδυάσεις όλα τα παραπάνω και να τα κάνεις ένα αριστούργημα, αποτελεί μια σύνθετη πεζογραφία που φέρει την προφανή απλότητα των γυμνών δέντρων σε ένα χιονισμένο τοπίο.

https://www.kathimerini.gr/930562/article/politismos/8eatro/synais8hmatikh-ypomnhsh

Το θέατρο της Δευτέρας: ο θάνατος του Ιβάν Ιλίτς του Τολστόι

Ο θάνατος του Ιβάν Ιλίτς είναι νουβέλα του Τολστόι, που εκδόθηκε στη Ρωσία το 1886 όπου κρίνεται η ζωή μπροστά στον θάνατο. Στο έργο αυτό, των πενήντα οκτώ σελίδων και δώδεκα ενοτήτων, ο Τολστόι δίνει μια καταπληκτική περιγραφή της αναστάτωσης και της εσωτερικής κρίσης που προκαλεί στον άνθρωπο η παρουσία του θανάτου. Περιέχει στοιχεία από την κρίση που προκάλεσε ο φόβος του θανάτου στον ίδιο τον συγγραφέα.

Το έργο

Ο Θάνατος του Ιβάν Ιλίτς και σαν σύλληψη και σαν εκτέλεση είναι ένα αριστούργημα, που το κατατάσσουν στα μεγάλα δημιουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Ο ρεαλισμός του Τολστόι μέσα σ΄ αυτό φτάνει στη μεγαλύτερη τελειότητα. Το κύριο πρόσωπο στο σύνθετο χαρακτήρα του και στη κίνηση της ψυχικής του ζωής αποτελεί, μαζί με τις κοινωνικές καταστάσεις που τον περιβάλλουν, μια παράσταση καταπληκτική για την πληρότητα της, τον πλούτο και την αλήθεια της ζωής. Η ιδέα και τα αισθήματα που θέλει να προκαλέσει ο συγγραφέας προβάλλονται με τη μεγαλύτερη λαγαράδα και δύναμη.

«Ο Θάνατος του Ιβάν Ιλίτς» κατέχει ακόμη, κεντρική θέση στη δημιουργία του Τολστόι των χρόνων 1880-1890.

Το θέμα της – η εξιστόρηση του τέλος ενός δικαστή- ο Τολστόι το καθορίζει σαν «περιγραφή του απλού θανάτου ενός απλού ανθρώπου».«Ο θάνατος του Ιβάν Ιλίτς» βασίζεται στο αληθινό γεγονός του θανάτου του δικαστή Ιβάν Ιλίτς Μετσνίκοφ , όπως το διηγήθηκε στον ίδιο τον Τολστόι η μητέρα του αποθανόντος. Το βασικό νόημα του έργου βρίσκεται στους συλλογισμούς που κάνει ο άρρωστος πάνω σ΄όλη την περασμένη ζωή, καθώς και το συμπέρασμά του πως η «ευπρεπής, εύθυμη ευχάριστη ζωή» είναι χειρότερη κι΄από τη φρίκη του θανάτου.

Οι κοινωνικοί θεσμοί, που τυλίγουν σαν ιστός αράχνης τη ζωή τού Ιβάν Ιλίτς με την υποκρισία και την ψευτιά, ξεριζώνοντας από μέσα του καθετί το ανθρώπινο, αποτελούν την αιτία του δράματος που ζει στις στερνές του μέρες ο άρρωστος. Σ΄αυτή τη στέρεα, τη συγκεκριμένη και σ΄όλο το βάθος τοποθέτηση του ζητήματος, βρίσκεται η γενικότερη σημασία της νουβέλας, που αποτελεί ένα από τα πιο σημαντικά έργα της παγκόσμιας ρεαλιστικής λογοτεχνίας.

Σύμφωνα με τις πεποιθήσεις του Τολστόι, ένας τέτοιος άνθρωπος (αδιάφορο αν είναι ο εισαγγελέας Ιβάν Ιλίτς ή ο έμπορος Μπριεχούνωφ ή ο ευγενής Νιεχλιούντωφ)  μπορεί ν΄αρχίσει μια καινούργια «αληθινή ζωή», αρκεί μονάχα να κατανοήσει πως όλη η περασμένη του ζωή είναι «κάτι άλλο».

Στις σελίδες της είναι τοποθετημένο ένα πρόβλημα που θα πάρει αργότερα την πρώτη θέση σε όλη την πνευματική δημιουργία του Τολστόι: η αναγέννηση των ανθρώπων εκείνων που, ενώ ανήκουν στις προνομιούχες τάξεις, αντιλαμβάνονται την κοινωνική αδικία, την ηθική ποταπότητα και την ψευτιά του περιβάλλοντός τους. Σε διάφορες περιγραφές της ρήξης του κεντρικού ήρωα με το κοινωνικό περιβάλλον, φανερώνονται σε όλη τους την οξύτητα και οι χτυπητές αντιφάσεις του Τολστόι. Δηλαδή από τη μια πλευρά μάς παρουσιάζει τον κεντρικό ήρωα, αυτόν που «φωτίστηκε», να κόβει κάθε δεσμό με την τάξη του εξαιτίας της ψευτιάς, της διαφθοράς και της σκληρότητάς της. Από την άλλη, γίνεται φανερή η προσπάθεια του συγγραφέα να το αναγάγει σε γενικότερο πρόβλημα.

Ποιος ήταν ο Ιβάν Ιλίτς με απόσπασμα μέσα από το κείμενο

Ο Ιβάν Ιλίτς ήταν le phenix de la famille (το καμάρι της οικογένειας), έτσι τον λέγανε. Δεν ήταν ούτε τόσο ψυχρός και δειλός όσο μεγάλος, ούτε τόσο ριψοκίνδυνος, όσο ήταν μικρός. Ήταν κάτι ανάμεσα στους δυο τους, δηλαδή ένας άνθρωπος έξυπνος, ζωηρός, ευχάριστος και αξιοπρεπής. Σπούδασε στη νομική σχολή μαζί με τον μικρότερο αδελφό του. Από παιδί ποτέ δεν υπήρξε κόλακας, ούτε κι΄αργότερα σαν μεγάλωσε. Μα από τα πρώτα του νεανικά βήματα τον τραβούσαν, όπως τραβάει το φως τις πεταλουδίτσες, οι άνθρωποι που είχαν ανώτερη θέση στην κοινωνία. Αφομοίωνε τους τρόπους τους, τις αντιλήψεις τους για τη ζωή και έπιανε φιλία μαζί τους. Όταν ο Ιβαν Ιλίτς αποφοίτησε από το πανεπιστήμιο και του έδωσε ο πατέρας του χρήματα για να φτιάξει ό,τι χρειαζόταν, παράγγειλε τη στολή του στου Σάρμερ και κρέμασε στο μπρελόκ του ένα μετάλλιο με την επιγραφή «Respice finem» (να προβλέπεις το τέλος )

Τα δευτερεύοντα πρόσωπα και ο απλός μουζίκος

Στον μαρτυρικό θάνατο του Ιβάν Ιλίτς αντιπαρατάσσεται η στάση των ανθρώπων που τον περιστοιχίζουν τις τελευταίες του μέρες – των δευτερευόντων προσώπων της νουβέλας. Όλη τους η στάση υπογραμμίζει τα κοινά τυπικά χαρακτηριστικά της ζωής του, της ίδιας ζωής που έκανε κι ο Ιβάν Ιλίτς ως την ημέρα που αρρώστησε. Ο Πιότρ Ιβάνοβιτς νιώθει για μια στιγμή φρίκη, καθώς μαθαίνει τα βάσανα του άλλου, μα γρήγορα αποδιώχνει τις ζοφερές σκέψεις. Ο Σβαρτς κοιτάζει παιχνιδιάρικα, «στέκεται παραπάνω π΄αυτά και δεν επηρεάζεται από καταθλιπτικές εντυπώσεις». Η πρώτη σκέψη των συναδέλφων τού πεθαμένου, είναι οι πιθανές μεταβολές στην υπηρεσία τους. όλοι τους σκέφτονται έτσι, μα κανένας δεν το λέει. Γενικά στη στάση των προσώπων του περιβάλλοντος του Ιλίτς, στις ματιές και χειρονομίες τους, φανερώνεται το ψέμα που κινούνται μέσα του κι΄αποκαλύπτεται αμείλικτα ή αντίθεση ανάμεσα στις εσωτερικές σκέψεις και στα λόγια τους.

Ο Ιλίτς που πεθαίνει βρίσκει κάποια ανακούφιση μονάχα όταν κουβεντιάζει με το μουζίκο υπηρέτη του Γεράσιμο, τον μόνο άνθρωπο που λυπάται τον ετοιμοθάνατο. Ο Γεράσιμος δε λέει ψέματα, κι έτσι δεν αναγκάζει τον Ιλίτς να λέει κι΄αυτός. Η χαρά της ζωής, η δύναμη κι η ομορφιά της καθρεπτίζεται στον απλό μουζίκο, που δεν προσποιείται τίποτα.

Η σκέψη για την ηθική υπεροχή του απλού λαού, που είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα όλης της δημιουργία του Τολστόι, είναι διάχυτη και στο Θάνατο του Ιβάν Ιλίτς, επιβεβαιώνοντας για μια ακόμα φορά πως μονάχα στο λαό διατηρείται η φυσική σχέση με τη ζωή, η ηθικά καθαρή. Παράλληλα, στη νουβέλα γίνεται ένα ανελέητο ξεσκέπασμα της κοινωνίας εκείνης της εποχής. Το ξεσκέπασμα αυτό, μαζί με την έντονη και γεμάτη ειλικρίνεια κριτική του Τολστόι, μαρτυρεί τη δύναμή του ως συγγραφέα που βλέπει την τάξη του από την πλευρά του λαού.

Αποσπάσματα από το έργο

«Χώρια από τις σκέψεις για τις μεταθέσεις και τις πιθανές υπηρεσιακές μεταβολές που προκάλεσε στο καθένα τους

το άκουσμα αυτού του θανάτου, αυτό το ίδιο το γεγονός του χαμού ενός κοντινού φίλου και γνώριμου, έκανε, όπως συμβαίνει πάντα, να αισθανθούν όσοι τον πληροφορηθήκανε ένα είδος χαράς που δεν ήταν εκείνοι στη θέση του.

«Για φαντάσου, αυτός πέθανε κι΄εγώ ζω!».

Έτσι σκέφθηκε ή αισθάνθηκε ο καθένας. «Τώρα τη θέση του Στάμπελ ή του Βίνκοφ σίγουρα θα την πάρω εγώ», σκέφθηκε ο Φεντόρ Βασίλιεβιτς. Ο προβιβασμός αυτός σημαίνει για μένα οκτακόσια ρούβλια αύξηση, χώρια τα έξοδα παραστάσεως».

-«Κατρακυλούσα ολοένα, ολοένα, κι εγώ είχα την εντύπωση πως σκαρφαλώνω, πως καταχτάω τη ζωή! Ναι, για την κοινή γνώμη ανέβαινα, μα στη πραγματικότητα η ζωή γλιστρούσε κάτω από τα πόδια μου… Και τώρα, ξόφλησα! Τώρα- ο θάνατος!»

Μετάφραση Νίκος Αλεξίου

«Διαρκώς το ίδιο πράγμα. Πότε μια πνοή ελπίδας και πότε η απέραντη άβυσσος της απελπισίας. Και συνέχεια εκείνος ο πόνος κι εκείνη η αγωνία. Διαρκώς το ίδιο, το ίδιο. Η μοναξιά του φαίνεται μαρτυρική. Θέλει κάποιον να φωνάξει κοντά του, μα είναι σίγουρος πως με τη συντροφιά των άλλων θάναι χειρότερα.

-Οι εικόνες της περασμένης του ζωής ξαναζωντάνευαν η μια πίσω από την άλλη. Πάντα άρχιζε από την πρόσφατη εποχή και σιγά- σιγά βυθιζόταν στα παλιά, στα παιδικά του χρόνια. Εκεί σταματούσε. Αν ερχόταν στο μυαλό του η εικόνα της κομπόστας δαμάσκηνο που του σύσταιναν να τρώει τώρα, ο νους του πετούσε στα ωμά, ρυτιδιασμένα δαμάσκηνα που έτρωγε παιδί ακόμα. Θυμόταν την εξαιρετική τους νοστιμάδα και τα σάλια που γέμιζε το στόμα του μόλις έφτανε στο κουκούτσι και συνάμα η γεύση εκείνη γινόταν αφορμή να ξετυλιχτεί ολόκληρη αλυσίδα από αναμνήσεις εκείνης της εποχής.»

Μετάφραση Νίκος Αλεξίου

Δείτε το τώρα στο θέατρο

Η εταιρία θεατρικών παραγωγών A PRIORI παρουσιάζει από 21 Οκτωβρίου 2019, για 2η χρονιά, τη φιλοσοφική νουβέλα του Λέοντος Τολστόι «Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΙΒΑΝ ΙΛΙΤΣ» σε θεατρική διασκευή και σκηνοθεσία της Κωνσταντίνας Νικολαΐδη.

Οι ηθοποιοί Γιώργος Γαλίτης και Θανάσης Κουρλαμπάς, ξετυλίγουν για άλλη μία χρονιά, όλη την υποκριτική τους γκάμα επί σκηνής, τόσο σε κωμικό όσο και σε δραματικό επίπεδο, ενσαρκώνοντας όλους τους ρόλους του διηγήματος, σ’ ένα θεατρικό παιχνίδι το οποίο -αντιμάχοντας τον τίτλο- σφύζει από Ζωή!

Κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21.30 στο θέατρο Αλκμήνη

Ο παππούς και το εγγονάκι – Λέων Τολστόι

O παππούς είχε γεράσει πολύ. Τα πόδια του δεν τον πήγαιναν, τα μάτια του δεν έβλεπαν, τ’ αυτιά του δεν άκουγαν. Δόντια δεν είχε. Κι όταν έτρωγε, του χυνόταν το φαγητό. O γιος του και η νύφη του δεν τον έβαζαν πια μαζί τους στο τραπέζι, αλλά του ’διναν να φάει πάνω στη μεγάλη χτιστή χωριάτικη θερμάστρα όπου πλάγιαζε.

img3_5

Κάποτε που του βάλανε να φάει στο πήλινο πιάτο, του ξέφυγε από τα χέρια, έπεσε κι έσπασε. Η νύφη του άρχισε τότε να τον μαλώνει πως όλα τα χαλάει στο σπίτι και σπάει τα πιάτα. Τέλος του είπε πως αποδώ και πέρα θα του ‘διναν να τρώει στην ξύλινη γαβάθα. O παππούς αναστέναξε μόνο και δεν είπε τίποτα.

Μια μέρα ο άντρας με τη γυναίκα του παρακολουθούσαν που ο γιος τους μαστόρευε κάτι σκαλίζοντας ένα μικρό κούτσουρο. O πατέρας λοιπόν τον ρώτησε:

«Τι φτιάχνεις εκεί, Μίσα;».

Κι ο Μίσα απαντά:

«Φτιάχνω μια μεγάλη γαβάθα, πατερούλη. Όταν εσύ κι η μάνα μου γεράσετε, θα σας ταΐζω σ’ αυτήν τη γαβάθα».

O άντρας κι η γυναίκα του κοιτάχτηκαν και δάκρυσαν. Νιώσανε ντροπή που είχαν προσβάλει τον παππού. Κι από τότε τον βάλανε να τρώει μαζί τους στο τραπέζι και τον πρόσεχαν όπως πρέπει.