8 λογοτεχνικές ηρωίδες για τις 8 Μαρτίου

Η Ημέρα της Γυναίκας

Το ημερολόγιο έδειχνε 8 Μαρτίου του 1857, όταν στη Νέα Υόρκη εργάτριες υφαντουργείων κατέβηκαν σε απεργία. Ζητούσαν μείωση ωραρίου εργασίας, καθώς εργάζονταν για περισσότερες από 16 ώρες την ημέρα, με βασικά αιτήματα τις πιο ανθρώπινες συνθήκες δουλειάς και μεγαλύτερες απολαβές. 129 εργάτριες στις 8 Μαρτίου του 1908 κάηκαν ζωντανές στο εργοστάσιο κλωστοϋφαντουργίας «Cotton» της Νέας Υόρκης.

Continue reading “8 λογοτεχνικές ηρωίδες για τις 8 Μαρτίου”

10 μεγάλοι λογοτεχνικοί έρωτες

Με αφορμή την γιορτή των ερωτευμένων αναζητήσαμε και καταλήξαμε σε δέκα λογοτεχνικά έργα που εξύμνησαν μοναδικά και με διαφορετικό το καθένα τους τρόπο τον έρωτα. Έρωτες παθιασμένοι, καταστροφικοί, με διάρκεια και βάθος, έντονοι, ανικανοποίητοι και αγνοί. Στην λίστα που ετοιμάσαμε θα τους συναντήσετε όλους.

Continue reading “10 μεγάλοι λογοτεχνικοί έρωτες”

“Στις όχθες του ποταμού Πιέδρα κάθισα και έκλαψα” του Πάουλο Κοέλιο

Έξι μόλις χρόνια μετά το λογοτεχνικό αριστούργημα του, “ο Αλχημιστής”, ο Πάουλο Κοέλο γράφει μια από τις πιο συγκινητικές ιστορίες αγάπης, ένα βιβλίο που ακολουθεί μια γυναίκα και μια ερωτική ιστορία, η οποία κλείνει μέσα της όλα τα μυστικά του κόσμου.

Η Πιλάρ κι ο αγαπημένος της, που γνωρίζονταν από παιδιά, αλλά χώρισαν στην εφηβεία, ξαναβρίσκονται ύστερα από έντεκα χρόνια. Εκείνη μια γυναίκα δυναμική και εγκρατής, που η ζωή την έχει διδάξει να μην παρασύρεται από τα συναισθήματά της. Εκείνος ένας άντρας που κατέχει το θείο χάρισμα να γιατρεύει τους άλλους και να αναζητά μέσα στη θρησκεία μια λύση για τις εσωτερικές συγκρούσεις του.

Και τους δυο τους ενώνει η επιθυμία να αλλάξουν και να ακολουθήσουν τα όνειρά τους. Όμως αυτό δεν είναι εφικτό, παραμόνο εάν, ξεπεράσουν πολλά εμπόδια: το φόβο του να δίνεσαι, την αίσθηση ότι λαθεύεις, τις προκαταλήψεις.

Η καρδιά, είναι που θα αποφασίσει. Γιατί η καρδιά δεν υπακούει σε κανόνες, ούτε καταλαβαίνει από αδιέξοδα.

Ο συγγραφέας, που αναφέρεται με ποίηση και σύγχρονους διαλόγους σε μια ερωτική συνάντηση, μας βυθίζει, επίσης, και στα μυστήρια της θεότητας, γιατί, όπως μας θυμίζει, η «πνευματική δοκιμασία είναι, πρώτα απ όλα, μια πρακτική δοκιμασία αγάπης».

Το βιβλίο αποτελεί ένα έργο συγκινητικό, διαυγές, με πολλά μηνύματα για τη ζωή, που ξεχειλίζει από συναίσθημα και υμνεί την αγάπη και τον έρωτα…

Αποσπάσματα του έργου

Μείναμε έτσι, με τα χέρια ενωμένα, για μερικά λεπτά. Διάβαζα μέσα στα μάτια του τους αρχέγονους φόβους που η πραγματική αγάπη επιβάλλει σαν ανυπέρβλητα εμπόδια. Διάβασα την άρνηση της προηγούμενης νύχτας, το μακρύ διάστημα που είχαμε ζήσει χωριστά ο ένας από τον άλλο, τα χρόνια στο μοναστήρι, σε αναζήτηση ενός κόσμου όπου δε συνέβαιναν τέτοια πράγματα.
Διάβαζα στα μάτια του τις χιλιάδες φορές που είχε φανταστεί τούτη τη στιγμή, το διάκοσμο που είχε στήσει γύρω μας, το χτένισμα που θα είχα, το χρώμα των ρούχων μου. Ήθελα να πω ναι, πως θα ήταν καλόδεχτος, πως η καρδιά μου είχε κερδίσει τη μάχη. Ήθελα να του πω πόσο τον αγαπούσα, πόσο τον ποθούσα τούτη τη στιγμή.
Αλλά έμεινα βουβή. Παρακολουθούσα, σαν μέσα σε όνειρο, την εσωτερική του πάλη. Είδα ότι είχε απέναντί του την άρνησή μου, το φόβο μη με χάσει, τα σκληρά λόγια που είχε ακούσει σε ανάλογες περιπτώσεις -γιατί όλοι περνάμε τέτοιες στιγμές και συσσωρεύουμε ουλές.
Τα μάτια του άρχισαν να λάμπουν. Ήξερε πως γκρέμιζε όλους του τους φραγμούς.
Τότε του άφησα το ένα χέρι. Έπιασα το ποτήρι και το ακούμπησα άκρη άκρη στο τραπέζι.
“Θα πέσει”, μου είπε.
“Σωστά. Και θέλω να το πετάξεις”.
“Να σπάσω το ποτήρι;”
Ναι, να σπάσει ένα ποτήρι. Μια κίνηση απλή, φαινομενικά, η οποία ωστόσο υπονοεί φοβίες που δεν καταφέρνουμε να τις καταλάβουμε ποτέ. Πού είναι το κακό στο να σπάσεις ένα κοινό ποτήρι -κάτι που το έχουμε κάνει όλοι άθελά μας κατά καιρούς;


“Να σπάσω ένα ποτήρι?”επανέλαβε. “Για ποιό λόγο?”
“Θα μπορούσα να σου δώσω κάποιες εξηγήσεις. Αλλά, στην πραγματικότητα, έτσι, απλά… για να το σπάσεις.”
“Αντί για εσένα?”
“Όχι βέβαια!”
Κοίταξε το ποτήρι στην άκρη του τραπεζιού ανήσυχος από την πιθανότητα της πτώσης του.
Είναι ένα περαστικό καπρίτσιο, ήθελα να του πω. Είναι το απαγορευμένο. Δε σπας ποτήρια στα καλά καθούμενα, επίτηδες. Όταν μπαίνουμε σ’ ένα εστιατόριο ή στο σπίτι μας, προσέχουμε να μην αφήσουμε τα ποτήρια στην άκρη του τραπεζιού. Ο κόσμος μας απαιτεί να προσέχουμε να μην αφήνουμε τα ποτήρια να πέφτουν και να σπάνε. Ωστόσο, σκέφτηκα, τυχαίνει να σπάσουμε άθελά μας ένα ποτήρι και τότε βλέπουμε πως στο κάτω κάτω δεν ήταν και τίποτα σοβαρό. Το γκαρσόνι λέει “Α, δεν είναι τίποτα” και δεν έχω δει ποτέ να σου χρεώνουν ένα σπασμένο ποτήρι στο λογαριασμό. Το να σπας ποτήρια αποτελεί μέρος της ύπαρξης, και δεν αδικούμε κανένα, ούτε τον εαυτό μας, ούτε το εστιατόριο, ούτε τον διπλανό μας.
Χτύπησα το τραπέζι με την παλάμη. Το ποτήρι ταλαντεύτηκε, αλλά δεν έπεσε.
“Πρόσεχε!” είπε αυθόρμητα.
“Σπάσε το ποτήρι” επέμεινα.
Σπάσε το ποτήρι, συλλογίστηκα, γιατί είναι μια κίνηση συμβολική. Προσπάθησε να καταλάβεις ότι έσπασα μέσα μου πολύ πιο σημαντικά πράγματα από ένα ποτήρι και ότι είμαι ευτυχισμένη. Σκέψου τη δική σου εσωτερική πάλη και σπάσε τούτο το ποτήρι. Γιατί οι γονείς μας μας έμαθαν να προσεχουμε τα ποτήρια και τα σώματα. Μας έμαθαν πως τα παιδικά πάθη ανήκουν στο χώρο του αδύνατου, πως δεν πρέπει να απομακρύνουμε τους άντρες από την ιεροσύνη, πως οι άνθρωποι δεν κάνουν θαύματα και πως κανένας δεν φεύγει για ταξίδι χωρίς να ξέρει πού πάει. Σπάσε αυτό το ποτήρι, σε παρακαλώ, και απελευθέρωσέ μας από όλες τις καταραμένες προκαταλήψεις, από αυτή τη μανία να τα εξηγούμε όλα και να μην κάνουμε παρά μόνο αυτό που εγκρίνουν οι άλλοι.
“Σπάσε το ποτήρι”, του ζήτησα για άλλη μια φορά.
Κάρφωσε το βλέμμα του στο δικό κου. Ύστερα, αργά, το χέρι του γλύστρισε στην επιφάνεια του τραπεζιού ώσπου άγγιξε το ποτήρι. Το έσπρωξε με μια κοφτή κίνηση και το πέταξε καταγής.
Ο θόρυβος τράβηξε την προσοχή των θαμώνων. Αντί να ζητήσει συγγνώμη με κοίταξε χαμογελώντας. Του αντιγύρισα το χαμόγελο.
“Δεν είναι τίποτα”, φώναξε το γκαρσόνι που εξυπηρετούσε κάποιους πελάτες. αλλά εκείνος δεν το άκουσε. Είχε σηκωθεί, με είχε αρπάξει από τα μαλλιά και με φιλούσε.

Πηγές

https://www.logografis.gr/paulo-coelho-%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%B5%CE%B9-%CE%BF-%CF%84%CF%8C%CE%BB%CE%B7%CF%82-%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CF%89%CF%83%CF%84%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%82/

Ο λογοτεχνικός μας πλούτος σε μια εικόνα

Ποιητές και πεζογράφοι της γενιάς του ’30. Όρθιοι από αριστερά: Πετσάλης, Βενέζης, Ελύτης, Σεφέρης, Καραντώνης, Ξεφλούδας, Θεοτοκάς. Καθήμενοι: Τερζάκης, Δημαράς, Κατσίμπαλης, Πολίτης, Εμπειρίκος. Φωτογραφία που θεωρήθηκε ότι αποδίδει τη Γενιά του Τριάντα (Ανθολογία Σοκόλη).

Γενιά του 1930, ονομάστηκε η γενιά των Ελλήνων λογοτεχνών και καλλιτεχνών που γεννημένοι στις αρχές του 20ου αιώνα, βρέθηκαν τη δεκαετία του 1930 στο αποκορύφωμα της δημιουργικής πορείας τους. Κοινά χαρακτηριστικά στη θεματολογία και στους τρόπους έκφρασης συνδέουν τους καλλιτέχνες μεταξύ τους, αλλά και με την κοινωνία και την ιστορία της εποχής. Η γενιά αυτή έδωσε τα περισσότερα σημαντικά νεοελληνικά έργα. Αποκορύφωμα της δημιουργικής πορείας της, ήταν τα δύο Νόμπελ Λογοτεχνίας που χάρισε στην Ελλάδα.

Η “γενιά” δεν ξεπερνά ορισμένα χρονικά όρια, όπως “η σχολή”, και οι εκπρόσωποί της έχουν την ίδια πάνω-κάτω ηλικία, με διαφορά μεταξύ τους συνηθέστερα μικρότερη από μια πενταετία και οπωσδήποτε όχι μεγαλύτερη από δεκαετία. Γιατί εκείνο που συνδέει τους εκπροσώπους της, διαχωρίζοντάς τους από τους προηγούμενους και επόμενους, είναι η ιστορική στιγμή και η στιγμή που έρχονται να διαδραματίσουν το ρόλο τους στα γράμματα, το τι συμβαίνει εκείνη την ώρα στον ιστορικό χώρο και τι επικρατεί στον πνευματικό και λογοτεχνικό, και ιδίως το γεγονός ότι μεγάλωσαν και ανδρώθηκαν ζώντας τα ίδια κοινά για όλους περιστατικά και αναπνέοντας την ίδια ατμόσφαιρα και το ότι ξεκίνησαν και συμπορεύτηκαν έχοντας περίπου το ίδιο φορτίο ζωής.

Ο όρος «Γενιά του ’30» πρωτοχρησιμοποιήθηκε με κάπως αόριστο περιεχόμενο από τον Γιώργο Θεοτοκά, και το περιβάλλον των διανοουμένων γύρω από το λογοτεχνικό περιοδικό της εποχής Τα Νέα Γράμματα. Το 1962 ο κριτικός της λογοτεχνίας Ανδρέας Καραντώνης — ο κριτικός της Γενιάς του ’30 — χρησιμοποιεί τον όρο, καθιερώνοντάς τον, στο βιβλίο του Πεζογράφοι και πεζογραφήματα της Γενιάς του ’30.

Η γενιά αυτή συγχρονίστηκε με τις νέες φόρμες που παρουσιάζονταν στην δυτική Ευρώπη, ο υπερρεαλισμός με τον ελεύθερο στίχο του στην ποίηση, το μυθιστόρημα στην πεζογραφία. Ο Λίνος Πολίτης θεωρεί ότι οι λογοτέχνες που παρουσιάστηκαν γύρω από την χρονολογία αυτή, ανανέωσαν δημιουργικά όχι μόνο την ποίηση αλλά και την πεζογραφία, «η οποία στα χρόνια 1920- 1930 φυτοζωούσε σε μια καθυστερημένη επιβίωση της ηθογραφίας περιγράφοντας τη ζωή της μίζερης φτωχογειτονιάς».

Το οριστικό θάψιμο της Μεγάλης Ιδέας με την Μικρασιατική καταστροφή, τους ανάγκασε να επαναπροσδιορίσουν την ελληνικότητα. Ερχόμενοι σε επαφή με την Ευρώπη προσπάθησαν και πέτυχαν να συγκεράσουν με έναν τρόπο ελληνικό, τον μοντερνισμό με την παράδοση, τον κοσμοπολιτισμό με την εντοπιότητα και να εκφράσουν το συλλογικό ασυνείδητο της εποχής τους. Ανακάλυψε, θαύμασε και αγάπησε τον ελληνικό λαϊκό πολιτισμό σε όλες τις εκδηλώσεις του, από την ντοπιολαλιά μέχρι τους ανώνυμους λαϊκούς ζωγράφους.

Πώς γίναμε φτωχοί με τέτοια κληρονομιά…

Πηγή:Wikipedia

Naftemporiki

Μια επίσκεψη στο υπόγειο του Ντοστογιέφσκι

Ο Ντοστογιέφσκι έγραψε το «Υπόγειο» ή αλλιώς «Αναμνήσεις από το υπόγειο» το 1864, όταν επέστρεψε στη Ρωσία από το Παρίσι, χρεοκοπημένος από τη χαρτοπαιξία και βρήκε τη σύζυγό του Μαρία Ντιμιτρίεβνα ετοιμοθάνατη. Στο χρονικό διάστημα που της παραστάθηκε στο κρεβάτι του πόνου έγραψε αυτό το σπουδαίο έργο της παγκόσμιας λογοτεχνίας, το οποίο ο ίδιος χαρακτήρισε «τραχύ» και «παράδοξο».Εκεί, έθεσε για πρώτη φορά το πρόβλημα της σύγκρουσης μεταξύ συναισθήματος και λογικής, το οποίο αποκορυφώθηκε στα κατοπινά του έργα. Μέσα σε λίγες σελίδες, ο συγγραφέας, μ’ έναν βαθιά φιλοσοφικό τρόπο, ξεγυμνώνει την ανθρώπινη σκέψη και ψυχή, την κομματιάζει αναλύοντάς την και τη ξανασυνθέτει εμβαθύνοντας στην ανθρώπινη ύπαρξη.


Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος, ο ήρωας βρίσκεται μέσα στο υπόγειο και τον γνωρίζουμε από τον μονόλογό του, ενώ στο δεύτερο μέρος βγαίνει από το υπόγειο και αφηγείται τρεις ιστορίες από την καθημερινότητά του. Ίσως αυτή η δομή του βιβλίου να μοιάζει ασύνδετη, ωστόσο τα δύο μέρη είναι απολύτως συνδεδεμένα και αναγκαία για να προσεγγίσει ο αναγνώστης την ψυχοσύνθεση του ήρωα και την υπαρξιακή του σύγκρουση. Η γλώσσα και το ύφος του συγγραφέα δημιουργούν καθ’ όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης μια πνευματική και ψυχική υπερδιέγερση, αλλά και μια εκ βαθέων λογοτεχνική απόλαυση.

Ο συγγραφέας μας συστήνεται ως ένας συνταξιούχος δημόσιος υπάλληλος σαράντα χρόνων που αυτοπροσδιορίζεται ως άνθρωπος του Υπογείου, ως διανοούμενος, ως ένας «ποντικός» με υπερτροφική συνείδηση. Απέναντι στον άνθρωπο του Υπογείου, ο ήρωας μας αντιδιαστέλλει τον πρακτικό άνθρωπο της δράσης, αυτόν με την ελάχιστη συνείδηση που σταματά χωρίς βαθιά περίσκεψη μπροστά στο τοίχο που ορθώνεται μπρος του και υποτάσσεται με ανακουφιστική προθυμία σε όλα τα αξιώματα της επιστήμης και της κοινωνίας. Αυτοί που ανήκουν στη κατηγορία των πρακτικών ανθρώπων δύνανται να δρουν, καθώς όντας μετριότητες, παίρνουν τις πλησιέστερες αιτίες σαν αιτίες πρωτογενείς, και πείθονται ευκολότερα και γρηγορότερα βρίσκοντας κάποια βάση ακλόνητη για τη δράση τους. Ο άνθρωπος του υπογείου πάλι, σύνθετος και πολυεπίπεδος, μοιάζει αιώνια καταδικασμένος στην τύχη όλων των έξυπνων ανθρώπων, τη φλυαρία. Ο ήρωας μας απορρίπτει τις ρασιοναλιστικές θεωρίες της εποχής, κόντρα στον ακραιφνή ορθολογισμό που θα οδηγούσε σε μια ολότελα λογικά δομημένη, μα και ολότελα πληκτική κοινωνία, και προτάσσει την ανάγκη διαμόρφωσης της ελεύθερης βούλησης.


Ο ανώνυμος άνθρωπος του υπογείου προσπαθεί με την πρώτη πρόταση να αυτοπροσδιοριστεί.
«Είμαι άρρωστος…. Είμαι κακός. Δεν είμαι καθόλου ευχάριστος».
Για να μας πει παρακάτω:
«Όχι μόνο δεν μπόρεσα να γίνω κακός, μα δεν μπόρεσα να γίνω τίποτε. Ούτε κακός, ούτε τιποτένιος, ούτε τίμιος, ούτε ήρωας ή ένα τόσο δα ζωύφιο. Τώρα περνώ τα τελευταία χρόνια της ζωής μου εξοργισμένος απ’ τη σαρκαστική και τιποτένια αυτή παρηγοριά, πως ένας έξυπνος άνθρωπος δεν κατορθώνει ποτέ να πετύχει στον προορισμό του, μόνο ένας ηλίθιος το καταφέρνει.»
Από το πρώτο κεφάλαιο, λοιπόν, καταλαβαίνουμε την εσωτερική σύγκρουση του ήρωα και την ανάγκη του να μιλήσει για τον εαυτό του.
«Θα μιλήσω λοιπόν για μένα.»
Είναι σαράντα χρονών, πρώην δημόσιος υπάλληλος, ο οποίος μετά από μια κληρονομιά παραιτήθηκε και αποσύρθηκε στο υπόγειό του, ζώντας είκοσι χρόνια απομονωμένος με τον υπηρέτη του, τον μοναδικό άνθρωπο που δέχεται δίπλα του παρ’ όλο που τον μισεί. Ξεκινά λοιπόν ένας μονόλογος-εξομολόγηση ή ένας διάλογος με τον αναγνώστη, ο οποίος προφανώς δίνει τροφή για πολλή σκέψη και γεννά πολλά φιλοσοφικά και υπαρξιακά ερωτήματα. Ο λόγος του είναι μια κραυγή απόγνωσης και πολύχρονης μοναξιάς. Επιτίθεται με δριμύτητα σε όλα τα πνευματικά ρεύματα και τις κοινωνικές θεωρίες της εποχής του, της Ρωσίας και της Ευρώπης. Η σκέψη του βροντάει σαν την ανυπόφορη σπάθα του αξιωματικού, ασυγκράτητη, αληθινή. Αμφισβητεί, μετανιώνει, αυτοτιμωρείται.
Διαχωρίζει τον πρακτικό άνθρωπο από τον σκεπτόμενο άνθρωπο. Τους θέτει απέναντι στην προσβολή, στον εξευτελισμό, στην εκδίκηση. Ο πρακτικός άνθρωπος σταματά μπροστά στον τοίχο που θέτουν οι φυσικοί νόμοι, οι επιστήμες και τα μαθηματικά. Δέχεται απόλυτα το αξίωμα του «δύο και δύο κάνουν τέσσερα». Ο διανοούμενος, όμως, με την υπερτροφική του συνείδηση βλέπει τον τοίχο σαν πρόκληση, σαν πρόφαση ν’ αλλάξει δρόμο, αμφιβάλλει και βυθίζεται σαν τον ποντικό σε μία λάσπη από άλυτα ερωτήματα. Θέτει ξεκάθαρα λοιπόν τον εαυτό του απέναντι στην ορθολογική σκέψη.
«Θεέ μου τι μ’ ενδιαφέρουν εμένα οι νόμοι της φύσης και της αριθμητικής όταν οι νόμοι αυτοί μπορεί να μην μου αρέσουν. Δεν θα σπάσω φυσικά τον τοίχο με το κεφάλι μου αν δεν έχω τη δύναμη που χρειάζεται, μα δε θα υποκύψω μόνο και μόνο επειδή έχω μπροστά μου ένα πέτρινο τοίχο και δεν έχω τη δύναμη που χρειάζεται για να τον σπάσω.»
Στη συνέχεια κατηγορεί τον μορφωμένο άνθρωπο της εποχής του για υποκρισία και θέτει το θέμα της αυτογνωσίας και του αυτοσεβασμού.
«Μπορεί ένας άνθρωπος να σέβεται τον εαυτό του έχοντας συνείδηση του ξεπεσμού του;»

Τολμά να μιλήσει για τις ανθρώπινες αδυναμίες, τα πάθη, τα λάθη, την μετάνοια, την πλήξη για να καταλήξει στο αιώνιο ερώτημα. Τι είναι καλό και ωφέλιμο για τον άνθρωπο; Είναι ο κατάλογος που έχουν καταρτίσει όλοι οι στατιστικολόγοι, οι σοφοί και οι φιλάνθρωποι δηλαδή η ευμάρεια, ο πλούτος, η ελευθερία, η ανάπαυση; Εξημερώνει ο πολιτισμός τον άνθρωπο ή τον κάνει περισσότερο αιμοχαρή, αφού οι περισσότεροι αιμοχαρείς άνθρωποι ήταν πολύ πολιτισμένοι; Μπορεί ο ορθολογισμός και η επιστήμη να λύσουν όλα τα ζητήματα ώστε ο κόσμος να γίνει παράδεισος; Χαρακτηρίζει τον άνθρωπο σαν ον δίποδο, αχάριστο, ανήθικο και παράλογο, παραθέτοντας μεταξύ άλλων παραδειγμάτων από την ιστορία και την Κλεοπάτρα, η οποία αισθανόταν ευχαρίστηση να μπήγει χρυσές βελόνες στα στήθη των σκλάβων της γυναικών. Καταλήγει λοιπόν ότι:
«Ο άνθρωπος μόνο ένα πράγμα έχει ανάγκη. Να είναι η θέλησή του εντελώς ανεξάρτητη, όσο κι αν του στοιχίζει αυτή του η ανεξαρτησία, όσες κι αν είναι οι κακές συνέπειες που συνεπάγονται.»
Συνεχίζει τονίζοντας τη σπουδαιότητα της βούλησης στον άνθρωπο σε σχέση με τη λογική, υποστηρίζοντας ότι η θέληση είναι όλη η εκδήλωση της ζωής, δρα συνολικά με όσες δυνάμεις έχει μέσα της και συνειδητά ή ασυνείδητα ζει ακόμη κι όταν ξεγελιέται.
«Συμφωνώ, δύο και δύο κάνουν τέσσερα, είναι θαυμάσιο πράγμα, ε λοιπόν και τα δύο και δύο κάνουν πέντε, είναι καμιά φορά πιο χαριτωμένο.»
Αναφέρεται, επίσης, στη χρησιμότητα του πόνου στον άνθρωπο σαν αιτία συνείδησης. Δεν παραλείπει ωστόσο να επιτεθεί στο πολιτικό καθεστώς της Ρωσίας, το οποίο παρομοιάζει με κρυστάλλινο παλάτι και αναρωτιέται με καυστική ειρωνεία αν ο άνθρωπος που ζει σ’ αυτό θα ήταν προτιμότερο να ξαναγυρίσει στις βελόνες.
«Προσέξτε τώρα: στη θέση του παλατιού, ας υποθέσουμε πως βρίσκεται ένα κοτέτσι, και αρχίζει να βρέχει είναι πολύ πιθανό να μπω μέσα στο κοτέτσι για να μη βραχώ μα δε θα πάρω ποτέ το κοτέτσι για παλάτι από ευγνωμοσύνη, επειδή με προστάτεψε από τη βροχή. Γελάτε. Λέτε μάλιστα πως σε μια τέτοια περίσταση, κοτέτσι και παλάτι είναι το ίδιο. Ναι, θα απαντήσω, αν ζει κανείς μόνο για να μη βρέχεται…. Έπειτα, ξέρετε, είμαι βέβαιος ότι εμείς που κατοικούμε στα υπόγεια, είναι ανάγκη να μας κρατούν σαν μαντρόσκυλα, καλά δεμένους. Γιατί μολονότι είμαστε ικανοί να μείνουμε σαράντα χρόνια στην τρύπα μας χωρίς να πούμε λέξη, ωστόσο όταν βγαίνουμε στο φως της μέρας, μιλάμε ακατάπαυστα.»

Η νεανική του εκδοχή , στο δεύτερο μέρος, αποτελεί μια παρωδία του κλασσικού μοτίβου του ρομαντικού ήρωα που απαντάται στα ρώσικα μυθιστορήματα, είναι εύθικτος, μορφωμένος, δειλός, εμπνεόμενος από υψηλές ιδέες και ιδανικά, οι δε χαρακτήρες με τους οποίους αλληλεπιδρά απεικονίζουν τη παθογένεια και την υποκρισία της σύγχρονής του Ρώσικης κοινωνίας. Ο συγγραφέας κοιτά βαθιά μέσα στον ήρωα του, μια γκροτέσκα εκδοχή του εαυτού του και των λογοτεχνικών ηρώων του, τον αποδομεί και καρατομεί με τον πιο λεπτό τρόπο την πνευματική και ηθική του ακεραιότητα, τη μισάνθρωπη στάση του απέναντι στην κοινωνία.
Ο συγγραφέας σκιαγραφεί την προσωπικότητα και τον χαρακτήρα του ήρωά του, μέσα από την απολύτως ειλικρινή εξιστόρηση κάποιων γεγονότων της ζωής του και χωρίς να φοβάται την αλήθεια, ψυχογραφεί σε βάθος την ανθρώπινη φύση.
«Στις αναμνήσεις κάθε ανθρώπου υπάρχουν πράγματα που δεν τα εμπιστεύεται σ’ όλο τον κόσμο, αλλά μόνο στους φίλους του. Υπάρχουν άλλα που δεν τα εμπιστεύεται στους φίλους του, τα λέει μοναχά στον εαυτό του, κι αυτό στα κρυφά. Και τέλος, υπάρχουν κι εκείνα που ο άνθρωπος φοβάται να τα ομολογήσει και στον ίδιο του τον εαυτό.»
Στις ιστορίες που μας εμπιστεύεται ο ήρωας μας είναι νέος 24 ετών, υπάλληλος στο υπουργείο, αλλά η ζωή του είναι θλιβερή, μοναχική σαν του άγριου ζώου. Οι χαρακτήρες που αλληλεπιδρά καθρεπτίζουν την Ρώσικη κοινωνία με όλη της την υποκρισία και την παθογένεια. Είναι έξυπνος, μορφωμένος με υψηλές αξίες και ιδανικά, αλλά δειλός, εσωστρεφής και χαμηλώνει πάντα τα μάτια μπροστά σε κάθε άνθρωπο που γνωρίζει. Έχει έναν υπέρμετρο εγωισμό που τον κάνει να νοιώθει ότι δεν μοιάζει με κανέναν.
«Εγώ είμαι ο ένας, κι αυτοί είναι η ολότητα.»
Ωστόσο υποτιμά τον εαυτό του, επειδή η συμπεριφορά του δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του, με αποτέλεσμα να βιώνει μια συνεχή εσωτερική σύγκρουση. Σιχαίνεται λοιπόν και περιφρονεί όλους τους συναδέλφους του και τους ανθρώπους της εποχής του, θεωρώντας τους σαχλούς, επιδειξιομανείς, ανόητους, αρνιά από το ίδιο κοπάδι. Μοναδικό του καταφύγιο το διάβασμα. Πνίγει με ξένες εντυπώσεις ό,τι βράζει μέσα του. Η πλήξη όμως και τα δυνατά του πάθη τον οδηγούν στην κραιπάλη.
Μια νύχτα, περνώντας έξω από μία ταβέρνα, είδε έναν καυγά και έναν άντρα να τον πετούν απ’ το παράθυρο. Ζήλεψε και μπήκε μέσα για να ζήσει το ίδιο. Δεν τόλμησε όμως να προκαλέσει κανέναν και το χειρότερο ήταν πως ένας αξιωματικός, ο οποίος προφανώς συμβολίζει τη Ρώσικη αριστοκρατία, τον περιφρόνησε σαν να ήταν κουνούπι. Ο εξευτελισμός που ένοιωσε γέμισε την ψυχή του μίσος και θυμό. Έμαθε τα πάντα γι’ αυτόν και προσπάθησε να βρει το ηθικό θάρρος που του έλειπε, για να τον αντιμετωπίσει. Για χρόνια έβλεπε τον αξιωματικό στο δρόμο.
«Έκανε τόπο να περάσουν οι στρατηγοί και οι επίσημοι, και γλιστρούσε κι αυτός σαν χέλι ανάμεσά τους μα όταν επρόκειτο γι’ ανθρώπους σαν κι εμένα ή κατά τι καλύτερους, κυριολεκτικά μας κουρέλιαζε: ερχόταν γραμμή καταπάνω μας, σαν να’ χε το κενό μπροστά του, και για κανένα λόγο δεν υποχωρούσε ούτε μία σπιθαμή. Μεθούσα απ’ την κακία μου κοιτάζοντάς τον, και… λυσσώντας, παραμέριζα μπροστά του.»

Υπέφερε και έβαλε σκοπό να εξισωθεί μαζί του, να μην ξαναϋποχωρίσει πρώτος. Δανείστηκε χρήματα για να βελτιώσει την εμφάνισή του, και αποφασισμένος βγήκε στο δρόμο. Το μόνο που κατάφερε ωστόσο ήταν να βρεθεί κάτω από τα πόδια του αξιωματικού, εξευτελισμένος όσο ποτέ. Ως εκ θαύματος, την επομένη νύχτα, που είχε αποφασίσει να παραιτηθεί από τον σκοπό του, σκόνταψε πάνω του ώμο με ώμο και δεν υποχώρησε ούτε σπιθαμή. Έσωσε την αξιοπρέπειά του δείχνοντας μπροστά σ’ όλο τον κόσμο την κοινωνική του ισότητα. Μετά την κραιπάλη βρισκόταν ολότελα στον πάτο. Ένοιωθε αηδία, μεταμέλεια και ξεκινούσε μια οδυνηρή εσωτερική ανάλυση. Έπειτα κατέφευγε στα όνειρα. Ονειρευόταν το «ωραίο και υψηλό», τον κόσμο όπως ήθελε να είναι, γινόταν ήρωας, βρισκόταν πιο ψηλά απ’ όλους. «Όλοι είναι σκουπίδια μπροστά μου και είναι υποχρεωμένοι να αναγνωρίζουν, θέλοντας και μη, την τελειότητά μου και τότε συγχωρώ όλο τον κόσμο.»
Μέσα σ’ αυτήν την απόλυτη ευτυχία, γέμιζε πίστη και ελπίδα. Η ψυχή του πλημμύριζε από αγάπη και ένοιωθε την ανάγκη να σφίξει στην αγκαλιά του ολόκληρη την ανθρωπότητα. Του αρκούσε μόνο εκείνη τη στιγμή, να είχε δίπλα του έστω και έναν άνθρωπο. Έτσι αποφάσιζε να επισκεφτεί τους μοναδικούς δύο γνωστούς του. Τον προϊστάμενό του και έναν παλιό συμμαθητή του, τον Σιμόνοφ, γεγονός ωστόσο που τον προσγείωνε δυσάρεστα στην πραγματικότητα, με τις ανόητες και πληκτικές συζητήσεις τους.
Σε μία επίσκεψη στον Σιμόνοφ, όπου περισσότερο τον έσπρωξε η μοναξιά, συνάντησε άλλους δύο παλιούς συμμαθητές του, οι οποίοι τον υποτιμούσαν για την κοινωνική του ασημαντότητα. Συζητούσαν για ένα αποχαιρετιστήριο γεύμα που ήθελαν να προσφέρουν την επομένη, προς τιμήν του Ζβερκόφ, ενός αξιωματικού παλιού συμμαθητή τους. Χωρίς να το πολυσκεφτεί ο ήρωάς μας, αυτοπροσκλήθηκε για να τους εκμηδενίσει, αφού εκτός από την αντιπάθεια που έτρεφε για τους παρόντες, τον συνέδεε με τον Ζβερκόφ μια παλιά διαμάχη και τον θεωρούσε υποκριτή και αχρείο. Στο σημείο αυτό ο συγγραφέας, μέσα από μια εφιαλτική νύχτα του ήρωά του, μας γνωστοποιεί την παιδική και εφηβική του ηλικία, αποδομώντας συγχρόνως το εκπαιδευτικό σύστημα της εποχής του και αγγίζοντας τα μύχια της πληγωμένης ψυχής του.
«Όλη τη νύχτα οι αναμνήσεις της ζωής της φυλακής που έκανα στο σχολείο, μου βάραιναν το μυαλό και δεν μπορούσα να τις διώξω. Μακρινοί συγγενείς από τους οποίους εξαρτιόμουν και δεν ήξερα τι απόγιναν από τότε, με είχαν χώσει σ’ αυτό το σχολείο – ορφανό, αποβλακωμένο από τα μαλώματά τους, σκεφτικό, σ’ αυτήν την ηλικία, σιωπηλό με άγριο βλέμμα. Οι συμμαθητές μου με υποδέχθηκαν με σαρκασμούς μοχθηρούς και ανελέητους, γιατί δεν έμοιαζα με κανέναν τους. Μα δεν μπορούσα να υποφέρω τις κοροϊδίες. Τους σιχάθηκα αμέσως και κλείστηκα στον εαυτό μου, μέσα στη σκοτεινή μου περηφάνια, πονεμένος και φοβισμένος. Η προστυχιά τους με αναστάτωνε. Κορόιδευαν αναιδέστατα το πρόσωπό μου, την αδέξια στάση μου. Και όμως, πόσο βλακώδη ήταν τα δικά τους μούτρα! Στο σχολείο η έκφραση των προσώπων μας γινόταν ολότελα κουτή, άλλαζε. Πόσο ωραία παιδιά μπαίνανε σ’ αυτό! Και μέσα σε λίγα χρόνια λυπόσουν να τα βλέπεις… Ήταν διεφθαρμένα ως το κόκκαλο. Και χωρίς άλλο, η διαφθορά τους προερχόταν από την αδιαντροπιά των μεγάλων… Για να αποφύγω τις κοροϊδίες τους, άρχιζα να εργάζομαι όσο μπορούσα περισσότερο, διάβαζα βιβλία που εκείνοι δεν μπορούσαν να διαβάσουν… Με τα χρόνια ένοιωσα μέσα μου την ανάγκη ενός φίλου, μα η ψυχή μου ήταν πια δεσποτική… Η πρώτη μου δουλειά όταν τελείωσα το σχολείο, ήταν να εγκαταλείψω την ειδική αυτή τέχνη για την οποία προετοιμαζόμουν, να σπάσω όλους τους δεσμούς, να καταραστώ το παρελθόν και να ρίξω στάχτη πάνω τους… Να πάρει ο διάβολος! Ύστερα απ’ όλα αυτά, πως μου κάπνισε να πάω να βρω τον Σιμόνοφ!»
Παρ’ όλα αυτά πήγε στο γεύμα, το οποίο αποδείχθηκε ανυπόφορο και εξευτελιστικό. Εκτός του ότι περίμενε μία ώρα, αφού είχαν αλλάξει το ραντεβού και δεν τον ειδοποίησαν, κατά τη διάρκεια της βραδιάς, τον περιφρονούσαν για την κοινωνική και οικονομική του θέση και αγνοούσαν την παρουσία του παρ’ όλες τις προσπάθειες που έκανε για να τον προσέξουν. Μέθυσε, ταπεινώθηκε και γεμάτος θυμό, μετά από μια εσωτερική πάλη της λογικής με το συναίσθημα, αποφάσισε να πάει να τους βρει στον οίκο ανοχής που συνέχισαν τη βραδιά τους. Καμία ανθρώπινη δύναμη δεν μπορούσε να τον εμποδίσει. Δυστυχώς όμως η παρέα του είχε φύγει. Η αγωνία και ο θυμός που έβραζε μέσα του γύρευαν διέξοδο.
Την βρήκε στο πρόσωπο της Λίζας, μιας νεαρής πόρνης που γνώρισε εκεί. Ξέσπασε πάνω της όλη τη συναισθηματική του ένταση, παρουσιάζοντας με τον πιο ωμό και σκληρό τρόπο την κατάστασή της. Τη φθορά και την σαπίλα που την περιέβαλαν, ακόμα και τον μελλοντικό εξευτελιστικό θάνατο της. Στην πορεία της συζήτησης ωστόσο, και μέσα απ’ τα λόγια του, έβλεπε να έρχεται ένας σκοπός. Να παροτρύνει αυτή τη γυναίκα ν’ αλλάξει ζωή, να τη σώσει απ’ την σκλαβιά της. Της μίλησε με τρυφερότητα για την αληθινή αγάπη, για τον ευτυχισμένο γάμο, την ομορφιά της ζωής, που εκείνη δεν θα ζήσει ποτέ αν παραμείνει πόρνη. Η δύναμη των λόγων του λύγισε τη Λίζα. Της έδωσε τη διεύθυνσή του και την άφησε βυθισμένη στη ντροπή και την απελπισία. Την επόμενη μέρα, μετάνιωσε για την συμπεριφορά του και τον κυρίεψε ο φόβος της επίσκεψης της Λίζας στο σπίτι του. Της παρουσιάστηκε σαν ήρωας και τον αναστάτωνε η σκέψη ότι θα έβλεπε τη φτώχεια του, την πραγματική κατάστασή του και το ζώο τον υπηρέτη του. Σ’ αυτό το σημείο αξίζει να αναφέρουμε την ιδιόρρυθμη και εξαρτημένη σχέση που έχει με τον υπηρέτη του, έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα, τον οποίο μισεί και σιχαίνεται, αλλά η ύπαρξή του είναι χημικά ενωμένη με τη δική του. Ο φόβος του έγινε πραγματικότητα, αφού η Λίζα τον επισκέφτηκε ξαφνικά, σε μια δύσκολη στιγμή που καυγάδιζε μαζί του. Με την κουρελιασμένη του ρόμπα, ρεζιλεμένος και εκμηδενισμένος μπροστά της, σε μια νευρική κρίση αλήθειας, της εξομολογήθηκε τα γεγονότα όπως συνέβησαν. Της έδειξε τον πραγματικό του εαυτό, κι εκείνη αντί να φύγει, ένοιωσε τη δυστυχία του και τον παρηγόρησε. Οι ρόλοι ξαφνικά άλλαξαν, εκείνη ήταν η ηρωίδα και αυτός ο ταπεινωμένος. Το αίσθημα της κυριαρχίας και της εκδίκησης, τον έσπρωξαν να την κάνει δική του και να της βάλει μετά στη χούφτα το χαρτονόμισμα.
«Για μένα αγάπη θα πει να τυραννάς και να κυριαρχείς στην ψυχή του άλλου… Γιατί η προσβολή είναι ένας εξαγνισμός, είναι ο πιο οδυνηρός και ο πιο καυτερός πόνος για να γνωρίσει κανείς την πραγματικότητα.»
Όταν ωστόσο αργότερα είδε το χαρτονόμισμα στο τραπέζι, έτρεξε να την προλάβει αλλά μάταια. Σεβόταν τόσο λίγο τους ανθρώπους, που δεν μπορούσε να φανταστεί πως θα φερόταν έτσι. Γύρισε στο δωμάτιό του μισοπεθαμένος από τον ηθικό πόνο.
«Γιατί όλοι έχουμε ξεσυνηθίσει σε τέτοιο βαθμό τη ζωή, που σε μερικές στιγμές αισθανόμαστε κάποια αηδία για την πραγματική ζωή και για τούτο την αποστρεφόμαστε όταν μας την θυμίζουν. Καταντήσαμε να θεωρούμε «την πραγματική ζωή» σαν αγγαρεία, σχεδόν σαν επάγγελμα, και όλοι μέσα μας είμαστε της γνώμης ότι είναι προτιμότερο να ζει κανείς τη ζωή των βιβλίων… Βαριόμαστε ακόμη και που είμαστε άνθρωποι, άνθρωποι με σάρκα και οστά αληθινά, ντρεπόμαστε γι αυτό και το θεωρούμε ατιμία μας. Γυρεύουμε να γίνουμε ένας τύπος γενικού ανθρώπου που δεν υπήρξε ποτέ. Είμαστε πεθαμένοι μόλις γεννηθούμε και χρόνια μας γεννούν πατέρες που δεν είναι ζωντανοί, μια κατάσταση που μας ευχαριστεί όλο και πιο πολύ. Σε λίγο, θα επινοήσουμε κάποιο τρόπο να γεννιόμαστε από μια ιδέα. Μα δε θέλω πια να γράψω μέσα στο «υπόγειο»…»

Πηγές: http://logoteckyklos.blogspot.com/2018/02/blog-post_28.html

 https://frapress.gr/2015/10/mia-gnorimia-ipogio-tou-ntostogiefski/

Η Ντελησυφέρω ~ Παπαδιαμάντης (1904)

Πῶς ἐβιάσθη κ᾽ ἐσήμαινε τόσον ἐνωρίς, ὁ παπα-Μανωλὴς ὁ Σιρέτης, τὴν ἀκολουθίαν τῶν Χριστουγέννων; Ἢ ὕπνον δὲν θὰ εἶχε, ἢ τ᾽ ὡρολόγι του εἶχε σταματήσει, ἢ τὸ ξυπνητήρι του τὸν ἐγέλασε. Ἄλλες χρονιὲς ἡ καμπάνα ἐβαροῦσε τέσσερες ὧρες νὰ φέξῃ, τώρα ἐχτύπησε βαθιὰ τὰ μεσάνυχτα. Κ᾽ ἡ θεια-Μαριὼ ἡ Χρήσταινα, ἡ κοινῶς λεγομένη Ντελησυφέρω, μόλις εἶχε κλείσει τ᾽ ὄμμα εἰς ἐλαφρὸν ὕπνον, καὶ ἀμέσως τὴν ἐξύπνησε τῶν κωδώνων ἡ χαρμόσυνος κλαγγή. Κι αὐτὴ ὁποὺ τὶς ἄλλες χρονιὲς ἦτον ἐπὶ ποδὸς μίαν ὥραν ἀρχύτερα, πρὶν σημάνῃ, στολισμένη κ᾽ ἕτοιμη, διὰ νὰ πάῃ μὲ τὴν ὥραν της νὰ πιάσῃ καὶ τὸ στασίδι της, εἰς τὸ διαμέρισμα τῶν ἡλικιωμένων γυναικῶν ―τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο χωριστὰ ἀπὸ τὸν ἀνώγειον γυναικωνίτην, εἰς τὸ ἐπίπεδον τοῦ ναοῦ, κατὰ τὴν βορειοδυτικὴν γωνίαν―, τώρα μόλις θὰ ἐπρόφθανε νὰ ἐνδυθῇ καὶ νὰ ἑτοιμασθῇ καὶ θὰ ἔτρεχε μὲ βίαν, μήπως προλάβῃ καμμία ἄλλη, ἀπὸ ἐκείνας ποὺ πηγαίνουν εἰς τὴν ἐκκλησίαν δύο φορὲς τὸν χρόνον, διὰ νὰ δείξουν τὰ στολίδια τους, καὶ τῆς πάρῃ μὲ ἀδιακρισίαν τὸ στασίδι της.

Ἐσηκώθη, ἐνδύθη κ᾽ ἐστολίσθη, κ᾽ ἐφόρεσε τὴν μακρὰν μεταξωτὴν μανδήλαν της· ἐσήκωσε τὸν μικρὸν ἔγγονόν της, τὸν ἔνιψε, τὸν ἐστόλισε, ἄφησε τὴν νύμφην της, τὴν χήραν, νὰ κοιμᾶται μαζὶ μὲ τὸ μικρὸν κοράσιόν της, ἄναψε τὸ φαναράκι της κ᾽ ἐξῆλθε, συνοδευομένη ἀπὸ τὸν ἔγγονόν της. Κ᾽ εἶχε δίκαιον ν᾽ ἀνησυχῇ διὰ τὸ στασίδι, διότι οἱ περισσότερες, οἱ τωρινές, εἶναι βιλάνες*, σοῦσες-μαροῦσες*, ἀναφάνταλες*, ἀστάνευτες*. Δὲν ξέρει καθεμιὰ τὴν ἀράδα της. Αὐτή, διὰ νὰ ξέρῃ καλὰ τὴν δική της καὶ νὰ προσπαθῇ μὲ πάντα τρόπον νὰ τὴν φυλάξῃ, τῆς ἔβγαλαν κι αὐτὸ τὸ παρεγκώμι, καὶ τὴν εἶπαν Ντελησυφέρω. Οἱ τωρινές, ἐνόμιζαν τάχα πὼς ἦτον «ντελήδισσα* γιὰ τὸ συμφέρο της» καὶ δὲν ἐνθυμοῦντο πλέον τὰ παραμύθια τῆς κυρούλας τους: «Κίνησ᾽ ὁ βασιλιὰς νὰ πάῃ στὸ σεφέρι», ὁποὺ θὰ ᾽πῇ ἐκστρατεία, πόλεμος.

Καὶ τῷ ὄντι, μὲ τὸ ν᾽ ἀγαπᾷ τὸν πόλεμον ἡ θεια-Μαριὼ ἡ Χρήσταινα, ἀπεδεικνύετο, χωρὶς νὰ τὸ ἠξεύρῃ συμφωνοτάτη μὲ τὸν παλαιόν, ὅστις εἶπε: «Πόλεμος πάντων πατήρ». Πόλεμον εἰς ὅλην τὴν γυναικείαν σφαῖράν της, πόλεμον καὶ εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τὴν ἀνδρικὴν ἀκόμη, ὅπου ἐχρειάσθη νὰ ἔχῃ μέγα φρόνημα καὶ θάρρος ἡ Χρήσταινα, χηρεύουσα νέα, ἀναγκασμένη νὰ εἶναι καὶ πατέρας καὶ μάννα διὰ τὰ ὀρφανά της. Ἔπειτα, ὅταν ὁ υἱός της ἀπέθανε καὶ τῆς ἄφησε δευτέραν ὀρφάνια, καὶ πάππος καὶ μάμμη διὰ τὰ ἐγγόνια της. Πόλεμον εἰς τὴν οἰκίαν διὰ νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν πειθαρχίαν εἰς τὰ τέκνα της ἢ εἰς τὴν νύμφην της, ἢ εἰς τὰ τέκνα τῶν τέκνων της, πόλεμον εἰς τὴν αὐλὴν καὶ εἰς τὸν δρόμον διὰ νὰ σωφρονίσῃ τὴν γειτόνισσαν ἥτις τὴν ἐνωχλοῦσε· πόλεμον εἰς τὸν φοῦρνον διὰ τὰ ψωμιά, πόλεμον εἰς τὸν ἐλαιῶνα, μὲ τοὺς κακοὺς γείτονας· πόλεμον εἰς τὴν ἀγορὰν μὲ τοὺς αἰσχροκερδεῖς καπήλους καὶ τοκογλύφους, πόλεμον εἰς τὰ δημόσια γραφεῖα καὶ τ᾽ ἀρχεῖα μὲ τοὺς καταπιεστὰς ὑπαλλήλους καὶ εἰσπράκτορας· πόλεμον εἰς τὴν ἐκκλησίαν διὰ τὸ στασίδι καὶ διὰ τὴν «ἀράδα της».

Ἦτον ὑψηλή, ἰσχνή, μελαψὴ καὶ ρωμαλέα. Ἄνδρας εἰς τὴν ζωήν της θὰ εἶχε δείρει, κατὰ καιρούς, πέντε ἢ ἕξ· ἕνα πλεονέκτην γείτονα εἰς τὰ κτήματά της, ἕνα μικρέμπορον ὁποὺ τῆς «ἐπανώγραφε» τὰ ὀλίγα βερεσέδια της, ἕνα νέον χωροφύλακα, κ᾽ ἕνα εἰσπράκτορα τοῦ δημοσίου, ὁποὺ τῆς ἐζήτει, καθὼς ἰσχυρίζετο αὐτή, δύο φορὲς τὸν ἴδιον φόρον. Γυναῖκας εἶχε δείρει παραπολλὰς εἰς τὸν φοῦρνον καὶ εἰς ἕνα αὐλόγυρον, ὅπου ἅπλωναν τὰ πλυμένα ροῦχα, καὶ εἰς τὴν ἐξοχήν, κι ἀλλοῦ, καὶ μίαν εἰς τὴν ἐκκλησίαν.

Εὐτυχῶς, αὐτὴν τὴν φοράν, ἐκείνη ἥτις εἶχε τολμήσει νὰ τῆς πάρῃ τὸ στασίδι της ―πρέπει νὰ ἦτον πολὺ ἄπειρος, διότι ἄλλως δὲν θὰ ἐτόλμα νὰ τὰ βάλῃ μὲ τὴν Ντελησυφέρω― ἴσως διότι τὸ ἔκαμεν ἐξ ἀγνοίας, ἐφάνη λίαν ἐνδοτική· ἅμα εἶδε τὴν γραῖαν, μὲ τὴν μακρὰν μεταξωτὴν μανδήλαν, καὶ τὸ βλοσυρὸν βλέμμα, νὰ ἐπέρχεται, ὡς θύελλα, κατ᾽ εὐθεῖαν πρὸς αὐτήν (μία γείτων κάτι τῆς ἐψιθύρισεν εἰς τὸ ὠτίον), ἐξῆλθε καὶ παρεχώρησε τὴν θέσιν.

―Ἔλα, θεια-Μαργώ, εἶπεν· ἐγὼ δὲν τό ᾽ξευρα, πλιό, πὼς ἦτον δικό σου τὸ στασίδι.

Καὶ τὸ ἐπεισόδιον ἔληξε μετ᾽ ὀλίγους ψιθυρισμούς. Δὲν συνέβη, τὴν χρονιὰν ἐκείνην, οὔτε δάρσιμον, οὔτε μαλλιοτράβηγμα εἰς τὸ διαμέρισμα τῶν γηραιῶν γυναικῶν.

*
* *

Εἰς τὴν ἀντικρινήν, τὴν νοτιοδυτικὴν γωνίαν τοῦ ναοῦ, ἐφαίνοντο μερικὰ πρόσωπα ἀνδρῶν νὰ μειδιοῦν, καὶ ἄλλοι νὰ μορφάζουν. Κάτι ἄλλο συνέβαινε.

Δύο παράξενοι γέροι, ὁ Νταραδῆμος, καὶ ὁ καπετὰν Γιῶργος ὁ Κονόμος, εἶχον τὴν μανίαν, ὁ μὲν πρῶτος ν᾽ ἀπαγγέλλῃ, μὲ φωνὴν ἀρκούντως ἀκουστήν, πρὶν νὰ τὰ εἴπῃ ἀκόμη ὁ παπὰς ἢ ὁ ψάλτης ἢ ὁ διαβαστής, πότε ὡς νὰ ἐβοήθει τὸν ψάλτην μακρόθεν, ὅλα τὰ μέρη τῆς ἀκολουθίας, τροπάρια, ψαλμούς, αἰτήσεις, ἐκφωνήσεις· ὁ δὲ δεύτερος νὰ δεικνύῃ ὅτι δὲν ἀνέχεται τὴν μανίαν αὐτήν, καὶ νὰ τὴν σκώπτῃ καὶ νὰ τὴν χλευάζῃ. Ὁ Νταραδῆμος, εἰς τὸ γωνιαῖον ἀκριβῶς στασίδι ἔλεγεν ὡς νὰ ἦτο ὑποβολεύς:

― «Ὁ Θεός, ὁ Θεός μου, πρὸς σὲ ὀρθρίζω· ἐδίψησέ σε ἡ ψυχή μου».

Καὶ ὁ προεστὼς τοῦ χοροῦ, εἰς τὸ γιουδέκι* ἄνωθεν τοῦ δεσποτικοῦ, ἐπανελάμβανεν:

― «Ὁ Θεός, ὁ Θεός μου, πρὸς σὲ ὀρθρίζω».

Καὶ ὁ Κονόμος ὅστις εὑρίσκετο δύο ἢ τρία στασίδια παρεμπρός, στρεφόμενος πρὸς τοὺς περὶ αὐτόν:

― Τ᾽ ἀκοῦτε, χριστιανοί;… τ᾽ ἀκούσατε; καὶ δὲν ξέραμε νὰ τὸν παίρναμε ἀποβραδὺς στὰ σπίτια μας, νὰ μᾶς τὰ πῇ ὅλα!… θὰ γλυτώναμε ἀπ᾽ τὸν κόπο νὰ ᾽ρθοῦμε στὴν ἐκκλησιά.

Καὶ οἱ χριστιανοὶ μετὰ δυσκολίας ἔπνιγον τοὺς γέλωτας.

Εἶτα πάλιν, ὅταν ὁ ψάλτης ἤρχισε:

― «Δεῦτε ἴδωμεν πιστοί, ποῦ ἐγεννήθη ὁ Χριστός…»

Ὁ Νταραδῆμος συνέψαλλε μαζί του, καὶ ὁ γερο-Κονόμος:

― Τὸν ἀκοῦτε, βρὲ παιδιά… ἀνόητοι ποὺ πᾶν καὶ κοπιάζουν γιὰ νὰ μάθουν ψαλτικά… δὲν τὸν παίρνουν δάσκαλο, νὰ τοὺς μάθῃ τζάμπα!

Καὶ οἱ παρεστῶτες ἀκουσίως ἐμειδίων.

Ἀκολούθως, μίαν στιγμὴν πρὶν ὁ παπα-Μανωλὴς νὰ ἐκφωνήσῃ: «Σὺ γὰρ εἶ ὁ Βασιλεὺς τῆς εἰρήνης…», ὁ Νταραδῆμος ἀπήγγελλε: «Σὺ γὰρ εἶ ὁ Βασιλεύς…»

Κι ὁ γερο-Κονόμος:

― Τ᾽ ἀκούσατε, χριστιανοί; Δυὸ λειτουργίες κάνουμε τώρα… Πᾶνε καὶ σκοτίζονται καὶ πληρώνουν γιὰ νὰ γένουν παπάδες… δὲν βάζουν τὸν Νταραδῆμο, ποὺ εἶναι ὁ ἴδιος καὶ παπὰς καὶ διάκος καὶ ψάλτης.

*
* *

Μετὰ πέντε λεπτὰ κάποιος μικρὸς συγκλονισμὸς ἐφάνη ἐντὸς τοῦ χοροῦ, μεταξὺ τοῦ κύκλου ὀλίγων μαγκῶν καὶ μαθητῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ σχολείου, οἵτινες περιεβόμβουν τὰ δύο ἀναλόγια. Ἐπρόκειτο νὰ κανοναρχήσουν τὰς «προαιρέσεις». Τὸν εἱρμὸν τῆς θ´ ᾠδῆς, ὅστις τελειώνει εἰς τὰς λέξεις «ὅση πέφυκεν ἡ προαίρεσις, δίδου», ἄδηλον ἂν ὁ κὺρ Ἀναγνώστης τῆς Εὐγενίτσας ἢ ὁ μπαρμπ᾽ Ἀναγνώστης ὁ Παρθένης ἢ ἄλλος τις προγενέστερος αὐτοῦ, τὸν ἡρμήνευσεν ὅτι ἐσήμαινε νὰ δίδωνται, χάριν τῆς ἡμέρας, προαιρετικὰ φιλοδωρήματα εἰς τὸν κανονάρχον, καὶ εἶχεν εἰσαχθῆ ἔθιμον, ὅταν τὸ παιδίον τὸ κανοναρχοῦν ἐτελείωνε τὸν στίχον ἐκεῖνον, νὰ περιέρχεται τεῖνον ἀνοικτὸν τὸ Μηναῖον, πρὸς τοὺς προεστοὺς καὶ ἄλλους κατόχους τῶν στασιδίων, οἵτινες ἐφιλοτιμοῦντο νὰ ρίπτωσιν ἐντὸς τοῦ βιβλίου ἀργυρᾶ κέρματα, τουρκικά, σπανίως κανὲν σβάντζικον*, διὰ ν᾽ «ἀσημώσουν» τὸν κανονάρχον.

Αὐτὴν τὴν νύκτα ἠθέλησεν ἐπιμόνως νὰ «πῇ τὰς προαιρέσεις» ὁ γυιὸς τοῦ παπα-Μανωλῆ, ὁ Ἀλέκος, καὶ ἥρπασεν αὐθαιρέτως τὸ Μηναῖον ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ ἄλλου Ἀλέκου, ὅστις ἦτο ἀνεψιὸς τοῦ προεστοῦ καὶ γυιὸς τοῦ ψάλτου. Εἶτα, ὅταν ὁ Ἀλέκος ἐκανονάρχησεν ἕως τὸ «δεινὸν παιδοκτόνον ἐγκατέλιπον παιζόμενον», πρὶν ἀρχίσῃ τὸ «Στέργειν μὲν ἡμᾶς» μετεμελήθη κι ἔκραξε τὸν συνονόματόν του.

― Τί θέλεις;

― Δὲν λέω ἐγὼ τὰς «προαιρέσεις», ντρέπουμαι· πές τις ἐσύ.

Ὁ ἄλλος Ἀλέκος ἥρπασεν ἀπλήστως τὸ Μηναῖον, κ᾽ ἐκανονάρχησε τὰς «προαιρέσεις». Εὐθὺς τότε ἔτρεξε γύρω γύρω τείνων τὸ βιβλίον διὰ νὰ τὸν ἀσημώσουν. Ἐκεῖ κάτω ἀπὸ τὸ Δεσποτικόν, ἓν ἀγυιόπαιδον ἐξάμωσε* τὴν χεῖρα διὰ νὰ τοῦ ἁρπάσῃ ἕνα πενηνταράκι. Ὁ Ἀλέκος ἔκαμε νὰ κλείσῃ τὸ Μηναῖον. Ἄλλος μάγκας, ὁ Ἀλλοιβαβαῖος καλούμενος, κατέφερεν ἕνα κτύπον εἰς τὸ βιβλίον καὶ τὸ ἀνέτρεψε. Τὰ ἀργυρᾶ κέρματα ἐχύθησαν μετὰ κρότου κάτω εἰς τὰς πλάκας. Δύο ἢ τρία παιδία ἔκυψαν μετὰ θορύβου κάτω ἀναζητοῦντα νὰ εὕρουν τ᾽ ἀργυρᾶ νομίσματα.

Ὁ πλέον κερδισμένος ἀπ᾽ ὅλους ἐβγῆκεν ὁ Νικολὸς τοῦ Διανέλου, ὅστις χωρὶς νὰ λάβῃ τὸν κόπον νὰ κύψῃ κάτω, εἶδεν ἓν σβάντζικον καὶ δύο ἄλλα μικρότερα κέρματα, κ᾽ ἐπρόφθασε νὰ τὰ πλακώσῃ μὲ τὸ πέλμα τῶν ποδῶν του. Ἔπειτα, ἀναβλέψας καὶ ἰδὼν τοὺς γέρους νὰ σταυροκοποῦνται ― ἐπειδὴ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐψάλλετο τὸ ἀκροτελεύτιον «τὴν χάριν δέ, Παρθένε, νέμοις ἄχραντε, προσκυνῆσαι τὸ κλέος», τοὺς ἐμιμήθη κι αὐτός, μὲ πολλὴν εὐλάβειαν.

*
* *

Τέλος, ἐμβῆκαν εἰς τὴν καθ᾽ αὑτὸ λειτουργίαν, ἥτις διεξήχθη πολὺ σύντομα. Περὶ τὸ τέλος ἀκριβῶς, πρὶν ὁ παπὰς εἴπῃ τὸ «Μετὰ φόβου Θεοῦ», κάτω ἀπὸ τὸ τελευταῖον στασίδιον, ἠκούσθη καὶ πάλιν ἡ φωνὴ τοῦ γέρο-Νταραδήμου:

― Κύριε, Κύριε, ἄνοιξον ἡμῖν… «Μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως!…» Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος…

Ὁ γερο-Κονόμος, στραφεὶς μὲ τὴν μίαν πλάτην πρὸς αὐτόν, ἔκαμε μισὸν σταυρόν.

― Κύριε ἐλέησον!… προσκυνᾶτε, χριστιανοί!… καταδῶ, κατὰ τὸν Νταραδῆμο, γυρίστε!

Κ᾽ ἐπῆγε ν᾽ ἀσπασθῇ καὶ νὰ λάβῃ τὸ ἀντίδωρον.

*
* *

Ἔξω, εἰς τὰ στενὰ σοκάκια τοῦ βορείου ὑψηλοῦ χωρίου, ὀλίγον εἶχε πιάσει τὸ χιόνι, ἐμαίνετο ὁ βορρᾶς. Ὁ Νταραδῆμος εἶχεν ἀνάψει τὸ φαναράκι του, ὁ καπετὰν Κονόμος τὸν ἠκολούθει μακρόθεν.

― Καρτέρει κ᾽ ἐμένα, Δῆμο, νὰ μ᾽ φέξῃς λιγάκι.

Ὄπισθεν τοῦ γερο-Κονόμου ἤρχετο ἡ Χρήσταινα ἡ Ντελησυφέρω μὲ τὸν ἔγγονόν της.

― Καλὴ χρονιὰ γείτονα, βοήθειά μας ὁ Χριστός!

― Καλὴ ψυχή, γειτόνισσα!

Ἐπροχώρησαν ὁμοῦ ὀλίγα βήματα. Ἔφθασαν εἰς τὴν αὐλὴν τῆς οἰκίας τοῦ γερο-Κονόμου.

―Ἔρχεσαι νὰ κάμουμε μιὰ δουλειά, Δῆμο; λέγει οὗτος. Ἐσένα ἡ γριά σ᾽ βαριέται, δὲν θὰ σὄχῃ ζεστασιά. Ἐμένα ἡ Κονόμισσα θὰ μὄχῃ κάτι τι. Ἀνεβαίνεις; Ἐγὼ δὲν ἔχω ὕπνο.

― Καλά, θὰ σᾶς στείλω κ᾽ ἐγὼ τηγανίτες ἀλειψές*, εἶπεν ἡ Ντελησυφέρω.

― Μετὰ χαρᾶς θὰ τὶς δεχτοῦμε, γειτόνισσα.

Ἀνέβησαν οἱ δύο εἰς τὸ ἀρχοντικὸν τοῦ γερο-Κονόμου. Ἐστρώθησαν εἰς τὰ πλούσια μεντέρια*, σιμὰ εἰς τὸ παφλάζον πῦρ τῆς ἑστίας· τὰ φουσκάκια* (ἢ τοὺς λοκμάδες) τὰ εἶχε ἕτοιμα ἡ γερόντισσα. Τὸ φαγὶ τὸ εἶχε κατεβασμένο, καὶ δὲν εἶχε ρίψει τὸ ρύζι διὰ τὴν σούπαν, πρὶν ἔλθῃ ὁ γέρος νὰ τῆς πῇ.

Μετὰ δέκα λεπτὰ ἔφθασεν ἡ Ντελησυφέρω, φέρουσα καὶ τηγανίτες. Φαίνεται θὰ τὶς εἶχεν ἕτοιμες ἡ χήρα, ἡ νύφη της.

Μετ᾽ ὀλίγον ἦλθε κι ὁ παπα-Μανωλής, ὅστις τώρα μόλις ἐτελείωσεν ἀπὸ τὴν ἐκκλησίαν, ἀκολουθούμενος ἀπὸ τὸν υἱόν του Ἀλέκον, τὸν ὁποῖον συνώδευε καὶ ὁ ἄλλος Ἀλέκος.

Ἐρρίφθησαν εἰς τὰ φουσκάκια. Ὁ Ἀλέκος τοῦ παπᾶ ἐδάγκανεν ἕν, ἐκαίετο καὶ τὸ ἐφύσα. Ὁ ἄλλος ὁ συνονόματός του, ἔτρωγεν ἀνὰ δύο-δύο, χωρὶς νὰ καίεται.

Ἡ φιάλη μὲ τὴν μαστίχαν ἔκαμε δύο-τρεῖς γύρους.

Τέλος ὁ γερο-Κονόμος λέγει εἰς τὸν Νταραδῆμον:

― Θὰ μᾶς πῇς τώρα καὶ κανένα τροπαράκι γιὰ τὴν καλὴ χρονιά; Μὴν ἐξέχασαν κανένα οἱ ψάλτηδες καὶ δὲν τὸ εἶπαν;

― Ἀληθινά, εἶπεν ὁ Νταραδῆμος, ἀπαράτησαν ἕνα μεγαλυνάριο, δὲν ξέρω πῶς τοὺς ἦρθε.

«Μεγάλυνον, ψυχή μου, τὴν ἁγνὴν Παρθένον, τὴν γεννησαμένην Χριστὸν τὸν Βασιλέα».

Μυστήριον ξένον…

(1904)

Ακούστε το διήγημα στον σύνδεσμο που ακολουθεί. Διαβάζει ο Ανδρέας Χατζηδήμου:

ΠΗΓΗ: Εταιρεία Παπαδιαμαντικών Σπουδών http://papadiamantis.net/%CE%94%CE%B9%CE%B7%CE%B3%CE%AE%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1/%E1%BC%A9-%CE%9D%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%B7%CF%83%CF%85%CF%86%CE%AD%CF%81%CF%89-1904

Ένα μάθημα ηθικής από τον Αζίζ Νεσίν

Σε μια σχολική αίθουσα γινόταν το μάθημα της ηθικής.

— Η ηθική είναι αρετή παιδιά. Είναι πολύ κακό να ‘ ναι κανείς ανήθικος.

— Κύριε!…

— Τι τρέχει;…

— Ο Τσετίν μ’ ενοχλεί!…

— Σιωπή! Ο άνθρωπος πρέπει να είναι ηθικός. Είναι πάρα πολλά τα καλά της ηθικής… Αμέτρητα. Είναι πολύ κακό να ‘ναι κανείς ανήθικος.

— Γιατί κύριε;

— Γιατί όλοι τον λένε ανήθικο. Είναι κακό πράμα η ανηθικότητα. Γι’ αυτό, πρέπει να είμαστε ηθικοί. Το ότι η ηθική είναι προτέρημα, φαίνεται κι από το ότι διδάσκεται και στα σχολεία. Έτσι δεν είναι; Αν ήτανε κάτι κακό, θα διδάσκονταν; Κατόπι η ηθική… τι λέγαμε;

— Λέγατε ότι είναι αρετή…

— Ναι, είναι αρετή. Γιατί είναι αρετή; Διότι όλοι οι μεγάλοι άντρες μίλησαν για το μεγαλείο της.

— Κύριε!…

— Τι είναι πάλι; Τι συμβαίνει;

— Πέστε κάτι στον Αλτάν, με κλωτσάει…

— Σωπάστε παιδιά. Ακούστε τι λέει το βιβλίο για τα καλά της ηθικής: «Η ηθική μας μαθαίνει να μην αμφισβητούμε τις αρχές της κοινωνίας, να μην ερχόμαστε σε αντίθεση με τα ήθη και τα έθιμα, να μην παρανομούμε.» Καταλαβαίνετε; Ό,τι κάνει η πλειοψηφία γύρω σας, ό,τι κάνουν οι μεγαλύτεροι σας, αυτό πρέπει να κάμνετε κι εσείς. Σήκω να δω Σουνάϊ. Τι είναι η μαύρη αγορά;

— Είναι αρετή κύριε.

— Αρετή είπες;

— Μάλιστα κύριε. Βρίσκεται μέσα στα πλαίσια των αρχών της κοινωνίας. Γιατί, μια και είναι ανηθικότητα ν’ αμφισβητούμε τις αρχές της κοινωνίας, κι αφού όλοι οι ηθικοί άνθρωποι είναι μαυραγορίτες…

— Τι λόγια είναι αυτά;

— Έτσι είναι μα το Θεό, δάσκαλε. Ο μπακάλης, ο χασάπης, ο καρβουνάς, ο μανάβης, όλοι κάμνουν μαύρη αγορά. Ένας γνωστός μας, είναι πάμπλουτος. Ο πατέρας μου λέει πως είναι μαυραγορίτης. Τις προάλλες πήγαμε στο σπίτι του επίσκεψη. Μου είπε: «πρέπει να βρισκόμαστε πάντα μέσα στα πλαίσια της ηθικής». Εγώ σα μεγαλώσω θα γίνω πολύ ηθικός. Θα αποχτήσω πολυκατοικίες. Δεν έχω δει άνθρωπο πιο ανήθικο από τον πατέρα μου.

— Σώπα!… Πώς τολμάς και κατηγορείς τον πατέρα σου;

— Τον κατηγορώ βέβαια… Δεν δίνει ούτε και το νοίκι του σπιτιού.

— Κάτσε κάτω!… Παιδιά, ποτέ δεν πρέπει να απομακρυνόμαστε από τις αρχές της ηθικής.

— Κύριε!…

— Λέγε Εργκούν…

— Έχω ένα θείο. «Αυτή η ηθική με τσάκισε» λέει συχνά. Εγώ θα γίνω ανήθικος.

— Σώπα! Πώς λέγεται ο άνθρωπος που δεν έχει ηθική;… Να το πείτε όλοι μαζί, πώς λέγεται;…

— Ανήθικος…

— Το βλέπετε; Τι αξία έχουν τα εκατομμύρια όταν λείπει η ηθική;

— Τα εκατομμύρια, τον χουζουρεύουν, τον ησυχάζουν τον άνθρωπο κύριε.

— Πρώτα απ’ όλα πρέπει η συνείδηση του ανθρώπου να ‘ναι ήσυχη. Όλοι οι μεγάλοι άντρες ήταν ηθικοί.

— Αυτό συνέβαινε στα παλιά χρόνια κύριε. Στο μαχαλά μας έχουμε τρεις μεγάλους ανθρώπους. Και οι τρεις έχουν αμάξια κάντιλακ. Είναι βαμβακοπαραγωγοί και…

— Εγώ σας μιλώ για τους μεγάλους ανθρώπους. Δηλαδή για τους μεγάλους επιστήμονες, τους μεγάλους σοφούς, τους μεγάλους καλλιτέχνες. Λόγου χάρη τον Σωκράτη…

— Τον Σωκράτη τον ξέρω κύριε…

— Βέβαια τον ξέρετε…

— ΣΤΟ μαχαλά μας έχει μαγαζί, καθαριστήριο… Μα δεν είναι τόσο πλούσιος. Ξέρω πολύ πιο ηθικούς απ’ αυτόν.

— Εγώ σας μιλώ για τον Σωκράτη, τον αρχαίο Έλληνα φιλόσοφο. Να είστε άνθρωποι ηθικοί όπως ο Σωκράτης, ο Αριστοτέλης, ο Γαλιλαίος. Είναι στην ιστορία άνθρωποι με ανώτερες ηθικές αρχές που πεθάνανε από την πείνα. Μα δεν κηλιδώσανε την ηθική τους.

— Κύριε, φαίνεται πως αυτή η ηθική δεν είναι καλό πράμα.

— Είναι αρετή. Ο ενάρετος άνθρωπος δε φοβάται ποτέ να λέει την αλήθεια.

— Μα κύριε, έχω ένα θείο, τον διαγράψανε από το κόμμα γιατί είπε την αλήθεια.

— Άλλο είναι αυτό… Θέμα μας δεν είναι η πολιτική, μα η ηθική. Πες μου να δω Ογούζ, τι είναι ψέμα;

— Το ψέμα είναι πολύ καλό πράμα κύριε. Με τον όρο βέβαια να το χάψουν. Όταν δε λέω ψέματα στο σπίτι, με δέρνουν.

— Μα τι σας είπα; Πρέπει να παραδειγματίζεστε από τους μεγάλους.

— Κύριε, η μεγάλη μου αδελφή λέει ψέματα της μητέρας μου, η μητέρα μου λέει ψέματα του πατέρα μου… Σαν έρθουν στο σπίτι χρεοφειλέτες, ο πατέρας μου βάζει να πούμε ότι λείπει.

— Έβγα έξω! Έξω! Ανάγωγε!

— Κύριε, εσείς δε μας είπατε πως ο ηθικός άνθρωπος λέει πάντοτε την αλήθεια;

— Κάτσε κάτω… Παιδιά, η ηθική είναι μεγάλη αρετή. Πρέπει όλοι να είστε ηθικοί. Λόγου χάρη, όταν δίνετε σε κάποιον το λόγο σας, πρέπει οπωσδήποτε να τον κρατάτε.

— Κύριε, ο πατέρας μου το ‘πε, κάποιος, ξέχασα το όνομα του, ισχυρίστηκε ότι θα φτηνήνει τη ζωή.

— Σώπα εσύ!… Μην ανακατεύεσαι σε δουλειές που δε σε αφορούν!… Παιδιά!… Δεν υπάρχει μεγαλύτερη αρετή από την ηθική. Αν διαβάσετε τα βιβλία που έχουν για θέμα την ηθική, θα μείνετε κατάπληκτοι. Το λένε κι οι προφήτες. Καλύτερα ξέρετε εσείς; Η ηθική είναι μεγάλη, πολύ μεγάλη αρετή… Τόσο μεγάλη που… Είναι μεγάλη αρετή η ηθική. Σας ορκίζομαι είναι μεγάλη αρετή, μα το Θεό είναι μεγάλη…

«Ζρρρ!». Ο κώδων. Ο δάσκαλος σκουπίζει τον ιδρώτα από το μέτωπό του. — Ωωωωχ!… Λυτρώθηκε!…


Η Τελετή Του Καζανιού, Αζίζ Νεσίν

Άνθος του Γιαλού ~Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1906)

Ἐπὶ πολλὰς νύκτας κατὰ συνέχειαν ἔβλεπεν ὁ Μάνος τοῦ Κορωνιοῦ, ἐκεῖ ὅπου ἔδενε τὴν βάρκαν του κάθε βράδυ, κοντὰ στὰ Κοτρώνια τοῦ ἀνατολικοῦ γιαλοῦ, ἀνάμεσα εἰς δύο ὑψηλοὺς βράχους καὶ κάτω ἀπὸ ἕνα παλαιὸν ἐρημόσπιτον κατηρειπωμένον, ―ἐκεῖ ἔστρωνε συνήθως τὴν κάπαν ἐπάνω στὴν πλώρην τῆς βάρκας, κ᾿ ἐκοιμᾶτο χορευτὸν καὶ νανουρισμένον ὕπνον, τρεῖς σπιθαμὲς ὑψηλότερ᾿ ἀπὸ τὸ κῦμα, θεωρῶν τὰ ἄστρα, καὶ μελετῶν τὴν Πούλιαν καὶ ὅλα τὰ μυστήρια τοῦ οὐρανοῦ― ἔβλεπε, λέγω, ἀνοικτὰ εἰς τὸ πέλαγος, ἔξω ἀπὸ τὰ δύο ἀνθισμένα νησάκια, τὰ φυλάττοντα ὡς σκοποὶ τὸ στόμιον τοῦ λιμένος, ἓν μελαγχολικὸν φῶς ―κανδήλι, φανόν, λαμπάδα, ἢ ἄστρον πεσμένον― νὰ τρεμοφέγγῃ, ἐκεῖ μακράν, εἰς τὸ βάθος τῆς μελανωμένης εἰκόνος, ἐπιπολῆς εἰς τὸ κῦμα, καὶ νὰ στέκῃ ἐπὶ ὥρας, φαινόμενον ὡς νὰ ἔπλεε, καὶ μένον ἀκίνητον.

Ὁ Μάνος τοῦ Κορωνιοῦ, λεμβοῦχος ψαράς, ἦτον ἀδύνατος στὰ μυαλὰ ὅπως καὶ πᾶς θνητός. Ἀρκετὸν ἦτο ἤδη ὁποὺ ἔδενε τὴν βάρκαν του κάθε βράδυ ἐκεῖ, δίπλα εἰς τοὺς δύο μαυρισμένους βράχους, κάτω ἀπὸ τὸ ἐρημόσπιτον ἐκεῖνο, τ᾿ ὁλόρθον ἄψυχον φάντασμα, τὸ ὁποῖον εἶχε τὴν φήμην, ὅτι ἦτο στοιχειωμένον, Ἐκαλεῖτο κοινῶς «τῆς Λουλούδως τὸ Καλύβι». Διατί; Κανεὶς δὲν ἤξευρεν. Ἢ ἂν ὑπῆρχον ὀλίγα γραΐδια «λαδικά», ἢ καὶ δύο τρεῖς γέροι, γνωρίζοντες τὰς παλαιὰς ἱστορίας τοῦ τόπου, ὁ Μάνος δὲν ἔτυχεν εὐκαιρίας νὰ τοὺς ἐρωτήσῃ.

Ἔβλεπε, βραδιὲς τώρα, τὸ παράδοξον ἐκεῖνο μεμακρυσμένον φῶς νὰ τρέμῃ καὶ νὰ φέγγῃ ἐκεῖ εἰς τὸ πέλαγος, ἐνῷ ἤξευρεν, ὅτι δὲν ἦτο ἐκεῖ κανεὶς φάρος. Ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχε φροντίσει δι᾿ αὐτὰ τὰ πράγματα εἰς τὰ μικρὰ μέρη, τὰ μὴ ἔχοντα ἰσχυροὺς βουλευτάς.

Τί, λοιπόν, ἦτο τὸ φῶς ἐκεῖνο; ᾘσθάνετο ἐπιθυμίαν, ἐπειδὴ σχεδὸν καθημερινῶς ἐπέρνα μὲ τὴν βάρκαν του ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ πέραμα, ἀνάμεσα εἰς τὰ δύο χλοερὰ νησάκια, καὶ δὲν ἔβλεπε κανὲν ἴχνος ἐκεῖ τὴν ἡμέραν, τὸ ὁποῖον νὰ ἐξηγῇ τὴν παρουσίαν τοῦ φωτὸς τὴν νύκτα, νὰ πλεύσῃ τὰ μεσάνυχτα, διακόπτων τὸν μακάριον ὕπνον του, καὶ τοὺς ρεμβασμούς του πρὸς τ᾿ ἄστρα καὶ τὴν Πούλιαν, νὰ φθάσῃ ἕως ἐκεῖ, νὰ ἰδῇ τί εἶναι, καί, ἐν ἀνάγκῃ, νὰ τὸ κυνηγήσῃ τὸ μυστηριῶδες ἐκεῖνο φέγγος. Ὅθεν ὁ Μάνος, ἐπειδὴ ἦτο ἀσθενὴς ἄνθρωπος, καθὼς εἴπομεν, νέος εἰκοσαετής, ἐκάλεσεν ἐπίκουρον καὶ τὸν Γιαλὴν τῆς Φαφάνας, δέκα ἔτη μεγαλύτερόν του, ἀφοῦ τοῦ διηγήθη τὸ νυκτερινὸν ὅραμά του, διὰ νὰ τοῦ κάμῃ συντροφιὰν εἰς τὴν ἀσυνήθη ἐκδρομήν.

*
* *

Ἐπῆγαν μίαν νύκτα, ὅταν ἡ σελήνη ἦτο ἐννέα ἡμερῶν, κ᾿ ἔμελλε νὰ δύσῃ περὶ τὴν μίαν μετὰ τὰ μεσάνυχτα. Τὸ φῶς ἐφαίνετο ἐκεῖ, ἀκίνητον ὡς καρφωμένον, ἐνῶ ὁ πύρινος κολοβὸς δίσκος κατέβαινεν ἠρέμα πρὸς δυσμὰς κ᾿ ἔμελλε νὰ κρυφθῇ ὀπίσω τοῦ βουνοῦ. Ὅσον ἔπλεαν αὐτοὶ μὲ τὴν βάρκαν, τόσον τοὺς ἔφευγε, χωρὶς νὰ κινῆται ὀφθαλμοφανῶς, ὁ μυστηριώδης πυρσός. Ἔβαλαν δύναμιν εἰς τὰ κουπιά, «ἐξεπλατίσθηκαν». Τὸ φῶς ἐμακρύνετο, ἐφαίνετο ἀπώτερον ὁλονέν. Ἦτο ἄφθαστον. Τέλος ἔγινεν ἄφαντον ἀπὸ τοὺς ὀφθαλμούς των.

Ὁ Μάνος, μαζὶ μὲ τὸν Φαφάναν, ἔκαμαν πολλοὺς σταυρούς. Ἀντήλλαξαν ὀλίγας λέξεις:

― Δὲν εἶναι φανάρι, δὲν εἶναι καΐκι, ὄχι.

― Καὶ τί εἶναι;

― Εἶναι…

Ὁ Γιαλὴς τῆς Φαφάνας δὲν ἤξευρε τί νὰ εἴπῃ.

Τὴν νύκτα τῆς τρίτης ἡμέρας, καὶ πάλιν δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας μετ᾿ αὐτήν, οἱ δύο ναυτίλοι ἐπεχείρησαν ἐκ νέου τὴν ἐκδρομήν. Πάντοτε ἔβλεπαν τὴν μυστηριώδη λάμψιν νὰ χορεύῃ εἰς τὰ κύματα. Εἶτα, ὅσον ἐπλησίαζαν αὐτοί, τόσον τὸ ὅραμα ἔφευγε. Καὶ τέλος ἐγίνετο ἄφαντον. Τί ἆρα ἦτο;

*
* *

Εἷς μόνον γείτων εἶχε παρατηρήσει τὰς ἐπανειλημμένας νυκτερινὰς ἐκδρομὰς τῶν δύο φίλων μὲ τὴν βάρκαν. Ὁ Λίμπος ὁ Κόκοϊας, ἄνθρωπος πενηντάρης, εἶχε διαβάσει πολλὰ παλαιὰ βιβλία μὲ τὰ ὀλίγα κολλυβογράμματα ποὺ ἤξευρε, καὶ εἶχεν ὁμιλήσει μὲ πολλὰς γραίας σοφάς, αἵτινες ὑπῆρξαν τὸ πάλαι. Ἐκάθητο ὅλην τὴν νύκτα, ἀγρυπνῶν, σιμὰ εἰς τὸ παράθυρόν του, βλέπων πρὸς τὴν θάλασσαν, καὶ πότε ἐδιάβαζε τὰ βιβλία του, πότε ἐρρέμβαζε πρὸς τὰ ἄστρα καὶ πρὸς τὰ κύματα. Ἡ καλύβη του, ὅπου ἔρημος καὶ μόνος ἐκατοικοῦσεν, ἔκειτο ὀλίγους βράχους παραπέρα ἀπὸ τὸ σπίτι τῆς Λουλούδως, ὅπου ἔδενε τὴν βάρκαν του ὁ Μάνος, ἀνάμεσα εἰς τὸ σπίτι τῆς Βάσως τοῦ Ραγιᾶ καὶ τῆς Γκαβαλογίνας.

Μίαν νύκτα, ὁ Κορωνιὸς καὶ ὁ ἔγγονος τῆς Φαφάνας ἡτοιμάζοντο νὰ λύσουν τὴν βάρκαν, καὶ νὰ κωπηλατήσουν, τετάρτην φοράν, διὰ νὰ κυνηγήσουν τὸ ἀσύλληπτον θήραμά των.

Ὁ Λίμπος ὁ Κόκοϊας τοὺς εἶδεν, ἐξῆλθεν ἀπὸ τὴν καλύβην του, φορῶν ἄσπρον σκοῦφον καὶ ράσον μακρύ, ὅπως ἐσυνήθιζε κατ᾿ οἶκον, ἐπήδησε δύο τρεῖς βράχους πρὸς τὰ ἐκεῖ, κ᾿ ἔφθασε παραπάνω ἀπὸ τὸ μέρος, ὅπου εὑρίσκοντο οἱ δύο φίλοι.

― Γιὰ ποῦ, ἂν θέλῃ ὁ Θεός, παιδιά; τοὺς ἐφώναξεν. Εἶναι βραδιὲς τώρα ποὺ τρέχετε ἔξω ἀπὸ τὸ λιμάνι, χωρὶς νὰ γιαλεύετε* χωρὶς νὰ πυροφανίζετε ― καὶ τὰ ψάρια σας δὲν τὰ εἴδαμε. Μήπως σᾶς ὠνείρεψε καὶ σκάφτετε πουθενά, γιὰ νὰ βρῆτε τίποτε θησαυρό;

Ὁ Μάνος παρεκάλεσε τὸν Κόκοϊαν νὰ κατεβῇ παρακάτω καὶ νὰ ὁμιλῇ σιγανώτερα. Εἶτα δὲν ἐδίστασε νὰ τοῦ διηγηθῇ τὸ ὅραμά του.

Ὁ Λίμπος ἤκουσε μετὰ προσοχῆς. Εἶτα ἐγέλασε:

―Ἀμ᾿ ποῦ νὰ τὰ ξέρετε αὐτὰ ἐσεῖς, οἱ νέοι, εἶπε, σείων σφοδρῶς τὴν κεφαλήν. Τὸν παλαιὸν καιρὸν τέτοια πράματα, σὰν αὐτὸ ποὺ εἶδες, Μάνο, τὰ ἔβλεπαν ὅσοι ἦταν καθαροί, τώρα τὰ βλέπουν μόνον οἱ ἐλαφροΐσκιωτοι. Ἐγὼ δὲν βλέπω τίποτα!… Τὸ εἶδε κι ὁ Γιαλὴς αὐτὸ ποὺ λὲς πὼς βλέπεις;

Ὁ Γιαλὴς ἠναγκάσθη μὲ συστολὴν κατωτέραν τῆς ἡλικίας του νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι δὲν ἔβλεπε τὸ φῶς, περὶ οὗ ὁ λόγος, ἀλλ᾿ ἐπείθετο εἰς τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ Μάνου, ὅστις ἔλεγεν ὅτι τὸ βλέπει.

Ὁ Κόκοϊας, ἤρχισε τότε νὰ διηγῆται:

― Ἀκοῦστε νὰ σᾶς πῶ, παιδιά. Ἐγὼ ποὺ μὲ βλέπετε, ἔφτασα τὴ γρια-Κοιράνω τοῦ Ραγιᾶ, τὴν μαννοὺ* αὐτῆς τῆς Βάσως τῆς γειτόνισσας, καθὼς καὶ τὴ μάννα τῆς Γκαβαλογίνας, ἀκόμα κι ἄλλες γριές. Μοῦ εἶχαν διηγηθῆ πολλὰ πρωτινά, παλαιικὰ πράματα, καθὼς κι αὐτὸ ποὺ θὰ σᾶς πῶ τώρα:

»Βλέπετε αὐτὸ τὸ χάλασμα, τὸ Καλύβι τῆς Λουλούδως, ποὺ λένε πὼς εἶναι στοιχειωμένο; Ἐδῶ τὸν παλαιὸν καιρὸ ἐκατοικοῦσε μιὰ κόρη, ἡ Λουλούδω, ὁποὺ τὴν εἶχαν ὀνοματίσει γιὰ τὴν ἐμορφιά της, ―ἔλαμπε ὁ ἥλιος, ἔλαμπε κι αὐτή― μαζὶ μὲ τὸν πατέρα της τὸν γερο-Θεριά (ἑλληνικὰ τὸν ἔλεγαν Θηρέα), ὁποὺ ἐκυνηγοῦσε ὅλους τοὺς Δράκους καὶ τὰ Στοιχειά, μὲ τὴν ἀσημένια σαγίτα καὶ μὲ φαρμακωμένα βέλη. Ἕνα Βασιλόπουλο ἀπὸ τὰ ξένα τὴν ἀγάπησε τὴν ὄμορφη Λουλούδω. Τῆς ἔδωκε τὸ δαχτυλίδι του, κ᾿ ἐκίνησε νὰ πάῃ στὸ σεφέρι* καὶ τῆς ἔταξε μὲ ὅρκον ὅτι, ἅμα νικήσῃ τοὺς βαρβάρους, τὴν ἡμέραν ποὺ θὰ γεννηθῇ ὁ Χριστός, θὰ ἔρθῃ νὰ τὴν στεφανωθῇ.

»Ἐπῆγε τὸ Βασιλόπουλο. Ἔμεινεν ἡ Λουλούδω, ρίχνοντας τὰ δάκρυά της στὸ κῦμα, στὸν ἀέρα στέλνοντας τοὺς στεναγμούς της, καὶ τὴν προσευχὴ στὰ οὐράνια, νὰ βγῇ νικητὴς τὸ Βασιλόπουλο, νὰ ἔρθῃ ἡ μέρα ποὺ θὰ γεννηθῇ ὁ Χριστός, νὰ γυρίσῃ ὁ σαστικός* της νὰ τὴν στεφανωθῇ.

»Ἔφτασε ἡ μέρα ποὺ ὁ Χριστὸς γεννᾶται. Ἡ Παναγία μὲ ἀστραφτερὸ πρόσωπο, χωρὶς πόνο, χωρὶς βοήθεια, γέννησε τὸ Βρέφος μὲς στὴ Σπηλιά, τὸ ἐσήκωσε, τὸ ἐσπαργάνωσε μὲ χαρά, καὶ τό ᾽βαλε στὸ παχνί, γιὰ νὰ τὸ κοιμίσῃ. Ἕνα βοϊδάκι κ᾿ ἕνα γαϊδουράκι ἐσίμωσαν τὰ χνῶτά τους στὸ παχνὶ κ᾿ ἐφυσοῦσαν μαλακὰ νὰ ζεστάνουν τὸ θεῖο Βρέφος. Νά, τώρα θὰ ᾽ρθῇ τὸ Βασιλόπουλο, νὰ πάρῃ τὴν Λουλούδω!

»Ἦρθαν οἱ βοσκοί, δυὸ γέροι μὲ μακριὰ ἄσπρα μαλλιά, μὲ τὶς μαγκοῦρές τους, ἕνα βοσκόπουλο μὲ τὴ φλογέρα του, θαμπωμένοι, ξαφνιασμένοι, κ᾿ ἔπεσαν κ᾿ ἐπροσκύνησαν τὸ θεῖο Βρέφος. Εἶχαν ἰδεῖ τὸν Ἄγγελον ἀστραπόμορφον, μὲ χρυσογάλανα λευκὰ φτερά, εἶχαν ἀκούσει τ᾿ ἀγγελούδια ποὺ ἔψαλλαν: Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ! Ἔμειναν γονατιστοί, μ᾿ ἐκστατικὰ μάτια, κάτω ἀπὸ τὸ παχνί, πολλὴν ὥρα, κ᾿ ἐλάτρευαν ἀχόρταγα τὸ θάμα τὸ οὐράνιο. Νά! τώρα θὰ ᾽ρθῇ τὸ Βασιλόπουλο, νὰ πάρῃ τὴν Λουλούδω!

»Ἔφτασαν κ᾿ οἱ τρεῖς Μάγοι, καβάλα στὶς καμῆλές τους. Εἶχαν χρυσὲς μίτρες στὸ κεφάλι, κ᾿ ἐφοροῦσαν μακριὲς γοῦνες μὲ πορφύρα κατακόκκινη. Καὶ τ᾿ ἀστεράκι, ἕνα λαμπρὸ χρυσὸ ἀστέρι, ἐχαμήλωσε κ᾿ ἐκάθισε στὴ σκεπὴ τῆς Σπηλιᾶς, κι ἔλαμπε μὲ γλυκὸ οὐράνιο φῶς, ποὺ παραμέριζε τῆς νύχτας τὸ σκοτάδι. Οἱ τρεῖς βασιλικοὶ γέροι ξεπέζεψαν ἀπ᾿ τὶς καμῆλές τους, ἐμπῆκαν στὸ Σπήλαιο, κ᾿ ἔπεσαν κ᾿ ἐπροσκύνησαν τὸ Παιδί. Ἄνοιξαν τὰ πλούσια τὰ δισάκκια τους, κ᾿ ἐπρόσφεραν δῶρα: χρυσὸν καὶ λίβανον καὶ σμύρναν.

»― Νά! τώρα θὰ ᾽ρθῇ τὸ Βασιλόπουλο, νὰ πάρῃ τὴν Λουλούδω!

»Πέρασαν τὰ Χριστούγεννα, τελειώθηκε τὸ μυστήριο, ἔγινε ἡ σωτηρία, καὶ τὸ Βασιλόπουλο δὲν ἦρθε νὰ πάρῃ τὴν Λουλούδω! Οἱ βάρβαροι εἶχαν πάρει σκλάβο τὸ Βασιλόπουλο. Τὸ φουσᾶτό του εἶχε νικήσει στὴν ἀρχή, τὰ φλάμπουρά του εἶχαν κυριέψει μὲ ἀλαλαγμὸ τὰ κάστρα τῶν βαρβάρων. Τὸ Βασιλόπουλο εἶχε χυμήξει μὲ ἀκράτητην ὁρμή, ἀπάνω στὸ μούστωμα καὶ στὴ μέθη τῆς νίκης. Οἱ βάρβαροι μὲ δόλο τὸν εἶχαν αἰχμαλωτίσει!

»Τὰ δάκρυα τῆς κόρης ἐπίκραναν τὸ κῦμα τ᾿ ἁρμυρό, οἱ ἀναστεναγμοί της ἐδιαλύθηκαν στὸν ἀέρα, κ᾿ ἡ προσευχή της ἔπεσε πίσω στὴ γῆ, χωρὶς νὰ φθάσῃ στὸ θρόνο τοῦ Μεγαλοδύναμου. Ἕνα λουλουδάκι ἀόρατο, μοσχομυρισμένο, φύτρωσε ἀνάμεσα στοὺς δυὸ αὐτοὺς βράχους, ὁποὺ τὸ λὲν Ἄνθος τοῦ Γιαλοῦ, ἀλλὰ μάτι δὲν τὸ βλέπει. Καὶ τὸ Βασιλόπουλο, ποὺ εἶχε πέσει στὰ χέρια τῶν βαρβάρων, ἐπαρακάλεσε νὰ γίνῃ Σπίθα, φωτιὰ τοῦ πελάγους, γιὰ νὰ φτάσῃ ἐγκαίρως, ὣς τὴν ἡμέρα ποὺ γεννᾶται ὁ Χριστός, νὰ φυλάξῃ τὸν ὅρκο του, ποὺ εἶχε δώσει στὴ Λουλούδω.

»Μερικοὶ λένε, πὼς τὸ Ἄνθος τοῦ Γιαλοῦ ἔγινεν ἀνθός, ἀφρὸς τοῦ κύματος. Κ᾿ ἡ Σπίθα ἐκείνη, ἡ φωτιὰ τοῦ πελάγου ποὺ εἶδες, Μάνο, εἶναι ἡ ψυχὴ τοῦ Βασιλόπουλου, ποὺ ἔλυωσε, σβήσθηκε στὰ σίδερα τῆς σκλαβιᾶς, καὶ κανεὶς δὲν τὴν βλέπει πιά, παρὰ μόνον ὅσοι ἦταν καθαροὶ τὸν παλαιὸν καιρόν, καὶ οἱ ἐλαφροΐσκιωτοι στὰ χρόνια μας».

(1906)

Ακούστε το διήγημα στον σύνδεσμο που ακολουθεί. Διαβάζει ο Ανδρέας Χατζηδήμου:

ΠΗΓΗ: Εταιρεία Παπαδιαμαντικών Σπουδών http://papadiamantis.net/%CE%94%CE%B9%CE%B7%CE%B3%CE%AE%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1/%E1%BC%8C%CE%BD%CE%B8%CE%BF%CF%82-%CF%84%CE%BF%E1%BF%A6-%CE%93%CE%B9%CE%B1%CE%BB%CE%BF%E1%BF%A6-1906

Μέγας Ιεροεξεταστής και Δαιμονισμένοι: ο Ντοστογιέφσκι στο θεατρικό σανίδι

Αντί προλόγου

Ο συγγραφέας

Πρόσφατα είχα την τύχη να παρακολουθήσω στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης δύο εξαιρετικές παραστάσεις, μεταφορές επί σκηνής των έργων του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι “Οι Δαιμονισμένοι” και “Ο Μέγας Ιεροεξεταστής” σε επιμέλεια, διασκευή και σκηνοθεσία του Κωνσταντίνου Χατζή. Σε συνδυασμό με τη γέννηση σαν σήμερα του συγγραφέα, που χάρισε απλόχερα την αφορμή, η θεατρική μας στήλη θα κάνει λόγο για δυο αριστουργήματα της λογοτεχνίας που έχουν πολλές φορές μετατραπεί σε αριστουργήματα του θεατρικού θεάματος. Ας δούμε λίγο ξεχωριστά τα δύο αυτά έργα, όσο γίνεται από θεατρική πάρα από λογοτεχνική σκοπιά, τους χαρακτήρες που διαγράφονται και τα μηνύματα που περνούν στον εκαστασιασμένο θεατή ή αναγνώστη.

Αξίζει να σημειωθεί ότι άλλα έργα του Ντοστογιέφσκι βλέπουμε πιο συχνά να μεταπηδούν από τις σελίδες των βιβλίων στην αυλαία του θεάτρου. Τέτοια είναι ο Παίκτης, το Όνειρο ενός γελοίου, Έγκλημα και Τιμωρία, ακόμα και το Υπόγειο. Ίσως αυτό που καθιστά δυσχερή και έτσι όχι τόσο συχνή την απόδοση του έργου του Ντοστογιέφσκι στο θέατρο να μην είναι μόνο ο πυκνός του λόγος, αλλά το έντονο συναισθηματικό υπόβαθρο, η εσωτερική ταραχή που βασανίζει τους ήρωες, η υπαρξιακή αγωνία, τα φιλοσοφικά ερωτήματα που παραπέμπουν σε μια αρχαία τραγωδία, χωρίς να διαθέτουν όμως την αμεσότητα της που βοηθά τον θεατή να πλησιάσει την κάθαρση. τα μηνύματα του Ρώσου συγγραφέα, λόγω της θεολογικής, της στοχαστικής τους διάθεσης, καταλήγουν δυσνόητα και απαιτούν μια αντίληψη διαφορετική και μια οπτική ανοικτή.

Τα δύο αυτά συνιστούν έργα της τελευταίας περιόδου και της απόλυτης ωριμότητας του συγγραφέα. Στο μύθο του μεγάλου Ιεροεξεταστή (απόσπασμα που ο συγγραφέας ενέταξε αργότερα στο πιο ολοκληρωμένο του έργο: τους Αδελφούς Καραμαζώφ), ο Ντοστογιέφσκι εκφράζει τα αγωνιώδη ερωτήματα που τον τυραννούν: Τα όρια της ανθρώπινης ελευθερίας, της βούλησης, της πίστης, της ύπαρξης του θείου, της ομορφιάς, της αγάπης. Της ανθρώπινης διαφθοράς. Της πραγματικής δύναμης του ανθρώπου. Θεός-άνθρωπος ή άνθρωπος-θεός; Μεγάλα, καίρια ερωτήματα με τα οποία η σύγχρονη ανθρωπότητα έρχεται αντιμέτωπη. Ο άνθρωπος ως θύμα και ως θύτης. Σε αυτές τις ιδέες εμπεριέχεται η φιλοσοφία του συγγραφέα, σε αυτά τα ερωτήματα προσπαθεί απεγνωσμένα να δώσει μια απάντηση. Το καταφέρνει; Αυτό θα κληθεί να το κρίνει μόνο ο θεατής.

Παραστάσεις “Δαιμονισμένοι” και “Μέγας Ιεροεξεταστής” στο ΙΜΚ

Οι ιστορίες

Οι δαιμονισμένοι

Από την ομότιτλη σειρά

Το έργο αυτό ξεκίνησε να γράφεται το 1869 απ ‘τον Φιόντορ Ντοστογιέφσκι και ολοκληρώθηκε το 1872. Θεωρείται μέχρι σήμερα ένα απ΄τα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, και όχι άδικα, όπως άλλωστε και ο δημιουργός του. Ο Ντοστογιέφσκι είναι αντιπροσωπευτική προσωπικότητα της εξαιρετικής περιόδου που υπήρξε για τη Ρωσία το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, μιας περιόδου κατά την οποία η κίνηση των ιδεών, η ανάπτυξη μιας κοινωνικής συνείδησης ευαίσθητης στις εξελίξεις, η αναζήτηση της αλήθειας και της ομορφιάς, όλα καθρεπτίζονται σε μια λογοτεχνία εξαιρετικά προβληματισμένη και πλούσια σε ανθρωπιά. Οι διάλογοι περί αυτοκτονίας, περί θρησκείας, περί έρωτα, περί Καλού και Κακού αποτελούν συζήματα, τα οποία διαβάζονται άνετα και από τον πλέον απαίδευτο αναγνώστη. Αξίζει, λοιπόν, ν’ αφιερωθούν λίγες ώρες για την ανάγνωση των εξαιρετικών δημιουργημάτων αυτού του σπουδαίου καλλιτέχνη.
Έτσι, σύμφωνα με τις πηγές της βιογραφίας του, το έργο γράφτηκε υπό συνθήκες εξαθλίωσης και ενώ ο συγγραφέας βρισκόταν στο εξωτερικό. Κάποια στιγμή, ενώ βρισκόταν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση, ο Ντοστογιέφσκι αρνήθηκε να τελειώσει το έργο αν δεν επέστρεφε στην πατρίδα του. Έτσι, ο εκδότης του φρόντισε για την επιστροφή του και για την προώθηση του βιβλίου, οργανώνοντας δημόσιες αναγνώσεις αποσπασμάτων παλαιότερων έργων του.
Εν συνεχεία, και ενώ ο Ντοστογιέφσκι είχε συλλάβει τον επόμενο ήρωα του μυθιστορήματος εν ονόματι Η ζωή ενός μεγάλου αμαρτωλού, κάποιο εντυπωσιακό δημοσίευμα στις εφημερίδες άλλαξε άρδην την σκέψη του. Τη βασική πλοκή για τους Δαιμονισμένους την εμπνεύστηκε απ’τη δολοφονία ενός φοιτητή στη Μόσχα. Αιτία για τη δολοφονία στάθηκε η υποψία κάποιων συμφοιτητών του πως θα τους πρόδιδε. Τα γεγονότα που διαδραματίζονται στις 700 περίπου σελίδες του μυθιστορήματος στηρίζονται σε αληθινά περιστατικά της εποχής που συντάραξαν τον συγγραφέα.

Να σημειωθεί ότι, τη δεκαετία 1860-1870 ακμάζει το κίνημα του Μηδενισμού, γεγονός καταλυτικής σημασίας, όπως αποδείχτηκε, για τον Ντοστογιέφσκι. Η δολοφονία του φοιτητή Ιβανόφ διαπράχθηκε από την οργάνωση «Λαϊκή Εκδίκηση» που καθοδηγείτο από τον Νιετσάγεφ, πνευματικό τέκνο του πατριάρχη του αναρχισμού Μπακούνιν, και συγγραφέα της «Κατήχησης ενός Επαναστάτη», ενός βιβλίου που επηρέασε τις «τρομοκρατικές οργανώσεις» του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα (Ερυθρές Ταξιαρχίες,Μπάαντερ-Μάϊνχοφ κλπ).

Στους δαιμονισμένους δε συναντά κανείς μόνο έναν συγγραφέα ικανό να πλάσει αληθινούς ήρωες αλλά και έναν διανοητή που στέκει πιο πάνω από την εποχή του και με προφητική οξυδέρκεια προβλέπει όχι μόνο όσα ακολούθησαν στη δική του Ρωσία, αλλά και όσα ζούμε στη σημερινή Ελλάδα και στο σημερινό κόσμο.

Πρόκειται για ένα έργο που ανατέμνει την ανθρώπινη ψυχή φτάνοντας σε βάθη δυσθεώρητα και συγχρόνως κατέχει μια σημαντική πολιτική διάσταση.

Ο συγγραφέας παρουσιάζει τους χαρακτήρες με τόση λεπτομέρεια και ρεαλισμό, που νομίζεις ότι είναι πραγματικά πρόσωπα και εκείνος μπόρεσε με μια υπερφυσική δύναμη να δει και να καταγράψει κάθε κίνηση του σώματος και της ψυχής τους. Έπειτα, η ασυνήθιστη, δαιδαλώδης πλοκή του απεικονίζει μια ολόκληρη κοινωνία στην επαρχία της τσαρικής Ρωσίας το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, περιλαμβάνοντας και συνδέοντας μεταξύ τους από τον ευσεβή εργάτη και τη φτωχή κοπέλα με τα διανοητικά προβλήματα μέχρι την αριστοκράτισσα που βαριέται και τον άβουλο νομάρχη. Το μυθιστόρημα δεν έχει θετικό ήρωα, εκτός αν δώσουμε αυτό το ρόλο στον καλοσυνάτο Σάτοβ. Οι δύο κύριοι χαρακτήρες του είναι αρνητικοί και ο τίτλος «Δαιμονισμένοι» τους ταιριάζει παρόλο που δεν έχουν κοινούς στόχους.

Η προφητική, διαχρονική δύναμη του έργου έγκειται στο ότι προειδοποιεί για τις καταστροφικές συνέπειες του μηδενισμού. Ο Ντοστογιέβσκι προέβλεψε τι θα έκαναν μετά από δεκαετίες οι ριζοσπάστες μηδενιστές της εποχής του όταν έπαιρναν την εξουσία και δοκίμαζαν να αναδιοργανώσουν την κοινωνία με βάση τα πιστεύω τους. Κατάλαβε ότι άνθρωποι που μισούσαν το χριστιανισμό αναπόφευκτα θα στρέφονταν ενάντια σε εκείνο που έχει μεγαλύτερη αξία στο χριστιανισμό, το Πρόσωπο. Όσο προχωράει η αφήγηση η ένταση ανεβαίνει καθώς η ηθική σαπίλα επεκτείνεται παίρνοντας διάφορες μορφές, όπως ο ηδονισμός και η επιθετικότητα του αριστοκράτη Σταυρόγκιν, η φονική μανία του Στεπάνοβιτς και ο παρασιτισμός του «διανοούμενου» Καρμάζινοβ.

Εμπνεόμενος από τη λαϊκή ορθόδοξη παράδοση, ο συγγραφέας διατηρεί μια αισιοδοξία και προτείνει διέξοδο σωτηρίας από την απουσία νοήματος και τον υλισμό που διάβρωνε τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα της χώρας του. Ο καθένας πρέπει να κάνει τη δική του επανάσταση ενάντια στα πάθη του για να γλιτώσει την άβυσσο. Από αυτή την άποψη, ο διάλογος του Σταυρόγκιν με το μοναχό Τύχωνα είναι μνημειώδης.

Ο Μέγας Ιεροεξεταστής

Η διφορούμενη στάση του συγγραφέα απέναντι στη θρησκεία αναβλύζει έντονα από το τέταρτο κεφάλαιο των «Αδερφών Καραμαζόφ» το οποίο έχει ανεβεί σαν χωριστό θεατρικό έργο άπειρες φορές σε όλο τον κόσμο: ο Μεγάλος Ιεροεξεταστής, ένας λίβελος εναντίον του Χριστού, στο οποίο τίθεται και το ζήτημα της ανάγκης της θρησκείας. Σε κάποιες σημειώσεις του, ο Ντοστογιέφσκι είχε γράψει: «Η Δύση έχασε το Χριστό από λάθος του καθολικισμού, γι’ αυτό και μόνο το λόγο η Δύση σιγοπεθαίνει» (στο Μάρκου Αυγέρη, «Ξένοι Λογοτέχνες», σελ. 67/68). Με τον «Μεγάλο Ιεροεξεταστή» ο αναγνώστης μεταφέρεται στο Μεσαίωνα και η Ιερά Εξέταση είναι στις δόξες της. Ο Χριστός κατεβαίνει ξανά στη γη για να κάνει θαύματα. Όμως, ο Μεγάλος Ιεροεξεταστής έχει πια την εξουσία στα χέρια του και καθορίζει την πολιτική, κοινωνική και ηθική τάξη. Διατάζει λοιπόν, το Χριστό, να φύγει κατηγορώντας τον ότι δεν έκρινε σωστά τους ανθρώπους δίνοντάς τους την ελευθερία να επιλέξουν ανάμεσα στο κακό και το καλό. Του υπενθυμίζει επίσης ότι πλέον οι ιερείς έχουν αναλάβει το έργο του. Εκτυλίσσεται ένας έντονος διάλογος ανάμεσα στο Χριστό και τον Ιεροεξεταστή, στον οποίο κατηγορείται ο Χριστός ότι χάλασε την οργανωμένη πνευματική και ηθική τάξη πραγμάτων δημιουργημένη από την Καθολική Εκκλησία για τη σωτηρία των ανθρώπων. Συμπεραίνει λοιπόν ότι ο Χριστός πρέπει να σταυρωθεί ξανά. Σύμφωνα με τον Μάρκο Αυγέρη, ο Ντοστογιέφσκι δεν μπορούσε ποτέ να απαλλαχτεί από την ιδεολογία της απολυταρχικής Ρωσίας και βλέπει τη ζωή σαν θρησκευτική τραγωδία, σαν μια θεοδικία τελικά, στην οποία δοκιμάζεται ο άνθρωπος. Ο χριστιανισμός του Ντοστογιέφσκι χαρακτηρίστηκε από τον θαυμαστή του, το φιλόσοφο Νικολάι Μπερντιάεφ, ως «αναρχικός».

Ο Μεγάλος Ιεροεξεταστής του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι είναι μια αφήγηση μέσα στην αφήγηση, που ωστόσο επιτηρεί ολόκληρη την αφήγηση των Αδελφών Καραμάζωφ, όχι μόνο επειδή είναι μια σπάνια αφηγηματική κορύφωση, αλλά κυρίως επειδή συγκροτεί τον πυρήνα της αφήγησης, ο οποίος ως κεντρική θεματική ερμηνεύει τα επιμέρους αφηγηματικά στοιχεία των Αδελφών Καραμάζωφ, και μέσω της ερμηνείας τα παρασύρει προς τον δικό του δρόμο, προς το δικό του ύφος και ήθος. Αυτό το ύφος και αυτό το ήθος εντυλίσσονται γύρω από το κομβικό, αγωνιακό πρόβλημα της ελευθερίας, το οποίο τυραννά τον Ντοστογιέφσκι σε όλο το έργο του. Μιας ελευθερίας που είναι φάντασμα ελευθερίας μέσα στην ανθρώπινη ανελευθερία ή καλύτερα μια προσομοίωση ελευθερίας, όταν το ανθρώπινο δράμα παίζεται κατακόρυφα, ανάμεσα στο βασίλειο του Θεού και στο βασίλειο του Διαβόλου. Πρόκειται μήπως για την ελευθερία του Θεού ή για την ελευθερία του ανθρώπου; Ποιος εντέλει ηγείται του δράματος της ελευθερίας και ποιος ακολουθεί;

Ο Νικόλας Μπερντιάγιεφ έχει ήδη θέσει τις βασικές προκείμενες για την εναγώνια προσπάθεια του Ντοστογιέφσκι να βιώσει το ερώτημα και να το αποδώσει βιωματικά, φανερώνοντας και συγχρόνως αποκρύπτοντας τη βαθύτατη ουσία του, ακροβατώντας πάνω στην κατακόρυφο μεταξύ ελευθερίας και ανελευθερίας, μεταξύ Θεού και ανθρώπου. “Ο Μεγάλος Ιεροεξεταστής”, γράφει ο Μπερντιάγιεφ, “δεν πιστεύει στον Θεό ούτε και στον άνθρωπο. Είναι δυο πλευρές μιας και της αυτής πίστης. Όποιος έχει χάσει την πίστη του στον Θεό δεν μπορεί να πιστεύει ούτε και στον άνθρωπο […].

Ο άνθρωπος, κατ’ αυτόν, δεν είναι ικανός να υποστεί τη μεγάλη δοκιμασία των πνευματικών δυνάμεων, της πνευματικής του ελευθερίας και της κλίσης του να ακολουθήσει μια ανώτερη και υψηλότερη ζωή […]. Ο Μεγάλος Ιεροεξεταστής αντιτίθεται, εναντίον του Θεού εν ονόματι του ανθρώπου, ενός οποιουδήποτε ελαχίστου ανθρώπου, στον οποίο τόσο λίγο πιστεύει όσο και στον Θεό. Εν προκειμένω η τραγωδία είναι βαθιά”.

Η θέση του Μπερντιάγιεφ ενισχύεται ασφαλώς από όσα ο Μεγάλος Ιεροεξεταστής αποκαλύπτει στον λόγο του. Από την άκαμπτη λογική αλήθεια, την οποία ο Ντοστογιέφσκι βάζει στο στόμα του, ότι «δεν υπάρχει πιο ακατάπαυστη και πιο βασανιστική φροντίδα για τον άνθρωπο, όταν μένει ελεύθερος, παρά πώς να βρει όσο γίνεται γρηγορότερα κάποιον να προσκυνάει. Μα ο άνθρωπος θέλει να προσκυνήσει κάτι που είναι αναμφισβήτητο, τόσο αναμφισβήτητο που όλοι οι άνθρωποι να συμφωνήσουν μονομιάς πως πρέπει να το προσκυνήσουν». Αυτή η άκαμπτη λογική είναι βέβαια εναντίον του Θεού∙ είναι όμως εξίσου και εναντίον του ανθρώπου. Ωστόσο, το βάρος πέφτει στον Θεό και όχι στον άνθρωπο. Ο Θεός είναι που απαιτεί από τον άνθρωπο την ανέφικτη γι’ αυτόν ελευθερία, και ο άνθρωπος ανταποκρίνεται αρνητικά, αφού γι’ αυτόν η ελευθερία είναι αδύνατη, μιας και η φύση του τον οδηγεί στην καθυπόταξή του σε κάτι αναμφισβήτητο, στην καθυπόταξή του, δηλαδή, σε μια υποτέλεια προς το αδιαμφισβήτητο, προς το χειροπιαστό και το βέβαιο. Κατά συνέπεια, ο άνθρωπος δεν μπορεί να αντέξει την ελευθερία∙ γι’ αυτόν η ελευθερία είναι ένα φάντασμα που επικρέμαται απειλητικά πάνω στο πεπρωμένο του, που τον καταβάλει. Έτσι η ανθρώπινη τραγωδία είναι βαθύτατη.

Και ο Θεός; Είναι ελεύθερος; Για τον Ντοστογιέφσκι, η απόλυτη ελευθερία είναι η αγάπη και η ομορφιά της αγάπης. Όμως ο Θεός δεν είναι ελεύθερος, αφού δεν αγαπά τον άνθρωπο. Δεν εκδηλώνεται, δηλαδή, στον άνθρωπο με την αγάπη εκείνη που θα ήταν η ελευθερία του ανθρώπου και όχι η καθυπόταξή του στο φάντασμα της ελευθερίας, το οποίο ο Θεός φορτώνει στους ώμους του ανθρώπου. Για να χρησιμοποιήσω τη διατύπωση του Μπερντιάγιεφ, “ο Μεγάλος Ιεροεξεταστής απαγγέλλει την κατηγορία κατά του Χριστού: πιστεύει ότι ο Χριστός δεν αγαπά τους ανθρώπους, αφού τους φορτώνει με αυτό το βάρος της ελευθερίας που ξεπερνά τις ανθρώπινες δυνάμεις”. Εδώ, το αδιέξοδο Θεού και ανθρώπου φανερώνεται δραματικά, αφού δεν φαίνεται να υπάρχει οδός που να οδηγεί, μέσω της ελευθερίας, από τον Θεό στον άνθρωπο και από τον άνθρωπο στον Θεό. Θεός και άνθρωπος εμπλέκονται στην ίδια τραγωδία του πνεύματος, στην ίδια αντίφαση, στην ίδια απροκάλυπτη ανελευθερία. Ο Θεός δεν μπορεί να λυτρώσει τον άνθρωπο και ο άνθρωπος δεν μπορεί να σηκώσει το βλέμμα του και να προσδοκά τη λύτρωση από τον Θεό. Άρα, πρέπει να εξευρεθεί μια δίοδος που να υπερβαίνει το δίλημμα: Θεός-άνθρωπος ή άνθρωπος-Θεός;

Το δίλημμα αποκαλύπτεται από την άκαμπτη λογική αλήθεια του Μεγάλου Ιεροεξεταστή. Τι αποκρύπτει όμως ο Ντοστογιέφσκι σε αυτόν τον εσωτερικό μονόλογο, ο οποίος μετατρέπεται σε διάλογο; Ο Μιχαήλ Μπαχτίν μας έχει προειδοποιήσει ότι στον ιδεολογικό λόγο του Ιβάν Καραμάζωφ «δεν πρόκειται για μια κρίση περί του κόσμου, αλλά για την προσωπική απόρριψη του κόσμου και για την παραίτηση από ό,τι έπλασε ο δημιουργός της Κτίσης. Ο ιδεολογικός λόγος του Ιβάν παίρνει τη μορφή διπλού διαλόγου: στον διάλογο του Ιβάν με τον Αλιόσα εντάσσεται ο διάλογος (ή μάλλον ο μεταμορφωμένος σε διάλογο μονόλογος) του Μεγάλου Ιεροεξεταστή με τον Χριστό, τον οποίο έχει συντάξει ο Ιβάν». Η προσωπική απόρριψη του κόσμου αντανακλά στην απόρριψη του Θεού. Διότι μόνο η πλήρης κατάφαση στον κόσμο και η άνευ όρων αποδοχή της Κτίσης είναι δυνατόν να οδηγήσει στον Θεό, αφού Θεός και άνθρωπος είναι παγιδευμένοι εξαιτίας του εξορθολογισμένου ανθρώπου, στη διπλή παγίδα Θεός-άνθρωπος και άνθρωπος-Θεός. Σε οποιαδήποτε απόπειρα διαλεκτικής της σχέσης θεού και ανθρώπου το αδιέξοδο της ελευθερίας είναι προφανές. Αντίθετα, μέσα στην κατάφαση της κτίσης ένα ξέφωτο φανερώνεται∙ ένα ξέφωτο ζωτικό τόσο για τον άνθρωπο όσο και για τον Θεό.

Για τον Ντοστογιέφσκι, η άκαμπτη λογική αλήθεια του Μεγάλου Ιεροεξεταστή είναι η αλήθεια του Διαβόλου. Κατά συνέπεια, στην απόπειρα διαλεκτικής σχέσης μεταξύ Θεού και ανθρώπου αντιστοιχεί η διαλεκτική σχέση Θεού και Διαβόλου, μια σχέση αμφίσημη, σχέση που τελικά εξισώνει τον Θεό με τον Διάβολο, ή καλύτερα μεταμορφώνει τον Θεό σε Διάβολο και τον Διάβολο σε Θεό.

Η Ντοστογιεφσκική λογοθετικότητα αναδεικνύει τους όρους της εξουσιαστικής πρόσληψης της θρησκευτικής πίστης ή της μετουσίωσης της σε κρατική-πολιτική εξουσία χάρη και σε αυτήν ακριβώς την πίστη, ανάγει την ίδια την πίστη σε ιδανικό ‘λάφυρο’ ανά τους αιώνες, απο-καλύπτει τα διάφορα, τα επάλληλα υποστρώματα που διαμεσολαβούν και αποκρύπτουν το καθάριο χριστιανικό νόημα, λειτουργεί όχι ως δύσκολος πολέμιος της προόδου της επιστήμης και του ορθολογισμού, αλλά ως προδρομικός δείκτης της ‘τεχνο-ηθικής’, εξεγειρόμενος συνάμα εναντίον των συμβάσεων: εντός της λέξης, η ίδια η καθαρότητα της..
‘Διεισδυτικός’, ετερο-αναφορικός, επιχειρεί την άρθρωση του πολιτικού εντός ενός συγκεκριμένου αξιακού κώδικα, επιτελεί και επι-φέρει τις προβολές-αναπαραστάσεις του, συγκεκριμενοποιεί το πρόταγμα, την διχογνωμία, την εξέγερση: ποια δύνανται να είναι τα όρια μεταξύ ‘πνεύματος’ της Δικαιοσύνης και δίκαιης, ατομικής, ηθικής πράξης; ποιος συνιστά την ‘ενσάρκωση’ της; ο Μεγάλος Ιεροεξεταστής ή ο γήινος Ιησούς; Που ενσκήπτει το πολιτικό εντός των συμβολισμών του προτεταμένου δάχτυλου; Καθίσταται η πολιτική εξουσία η νέα καθοδηγητική αρχή; Ο ‘Θεός’ πάνω στο θρόνο των νορμών; Αποτελεί η χριστιανική θρησκεία μία ‘μύηση’ στο όνομα και στη χάρη του; Πως λειτουργεί το ανθρώπινο υποκείμενο ενώπιον της επινόησης; Πως αρθρώνεται η ιδέα-ιδεολογία της υπεροχής;
Ο Φιόντορ Μιχαήλοβιτς δεν ανακαλύπτει εκ νέου την χριστιανική θρησκεία αλλά ομνύει στο σάρκινο πνεύμα της, σε μία Ρωσικότητα, ή σε μία Ρώσικη (και ευρύτερα) λαϊκότητα του 19ου αιώνα η οποία δύναται να εκβάλλει στο μέσον: ποια είναι η ‘βασιλική οδός’ για την αμαρτία’; για την ίδια την δυνατότητα της ‘απολύτρωσης στο ‘τώρα’; Τι σημαίνει ένα πρόσωπο δίχως αίμα; Διαμέσου του επεισοδίου του ‘Μέγα Ιεροεξεταστή’, διαμέσου του ίδιου του Ιεροεξεταστή, αναπλαισιώνει: το ίδιο το πλήθος στο οποίο κηρύττεις την ‘αλήθεια’, μπορεί να τραφεί από την σάρκα σου’..
Πέρα από τις τυπολογίες και τις αναγωγές, ο συγγραφέας ‘καταβυθίζεται’, προσφέρει το σώμα, αναζητεί την δυνατότητα ‘απο-λύτρωσης’ στο ‘σπασμό, σημασιοδοτώντας μία δεύτερη συνάντηση, αυτήν την φορά την συνάντηση των δύο αδελφών Καραμάζοφ, του Ιβάν που έχει μόλις διηγηθεί την ιστορία και του Αλιόσα, εκεί όπου όλη η οικογενειακή γενεαλογία, όλη η ορμή μίας ιστορίας ουσιώδους μαρτυρίας & επίγνωσης, η τραγωδία δίχως νικητές και χαμένους, υποκρύπτεται και φανερώνεται σε μία φράση: «Υπάρχει μια δύναμη που όλα μπορεί να τ’ αντέξει! πρόφερε με μια ψυχρή ειρωνεία ο Ιβάν. Ποια δύναμη; Η δύναμη των Καραμάζοβ… η δύναμη της ποταπότητας των Καραμάζοβ».[2]
Μαζί με τον Μέγα Ιεροεξεταστή και τον Ιησού, μέσα στο κελί της φυλακής, μέσα στα ανθρώπινα πάθη και δοκιμές, η μυστηριώδης δύναμη των Καραμάζοφ να ‘εγγίζουν’ το αυτεξούσιο & την αξιοπρέπεια..
Η Ντοστογιεφσκική γραφή προχωρεί προς την κατεύθυνση της ‘μάχης’, της δια-πάλης για το οικείο και το ανοίκειο, μετουσιώνοντας τα πρόσωπα που συμμετέχουν στην αφήγηση, στο ‘παίγνιο’ του Μεγάλου Ιεροεξεταστή σε ιστορία & σε ιδιαίτερη ατομική ιστορία: διαμέσου αυτού του δικτυωτού πεδίου, ο Φιόντορ Μιχαήλοβιτς σπεύδει να αισθανθεί και να βιώσει, να φέρει το ίδιον βίωμα, την ‘αυτεπάγγελτη’ κατηγορία σε επίπεδο αναφοράς, εκτατικής αναφοράς..
Για τον συγγραφέα, Θεός καθίσταται η λέξη που προφέρεται δύσκολα, που δια-κρατείται εντόνως την στιγμή της συνάντησης του Μεγάλου Ιεροεξεταστή με τον Ιησού, στο κελί της φυλακής..
Εκεί, στο κελί της φυλακής, η λέξη Θεός, φέρει, από την μία πλευρά τις σημάνσεις της προσίδιας δυνατότητας, από την άλλη, της παράταιρης, με τον χώρο, σιωπής. Μίας σιωπής που ανα-καλεί την επιστροφή, την παρουσία μέσα στο πλήθος, την αναπαραγωγή του προτάγματος: ‘είμαι εδώ και για τον φόβο’.
Στο επεισόδιο του ‘Μεγάλου Ιεροεξεταστή’, ο Ντοστογιέφσκι μετατοπίζει διαρκώς τα όρια της ευθύνης, επαναπροσδιορίζει τις εκφάνσεις της εξαγοράς και της χρηστικότητας, βιώνει τις ελλειπτικές όψεις της θρησκείας & της χριστιανικής θρησκείας, φέροντας την τσαρική Ρωσία που παλινδρομεί μεταξύ θρησκευτικής-χριστιανικής ‘αγιότητας-ιερότητας’ και Δυτικής ‘προόδου-εξιδανίκευσης’..
Η Ρωσία, από την εποχή των Ναπολεόντειων Πολέμων και της Ναπολεόντειας-Γαλλικής εισβολής στη χώρα (που τόσο αδρά σκιαγραφεί ο Λέων Τολστόι στο ‘Πόλεμος και Ειρήνη’), έως την κατάργηση της δουλοπαροικίας, από την εποχή του επάλληλου Τσαρισμού έως την εποχή της Οκτωβριανής επανάστασης του 1917, καθίσταται ‘πεδίο’, τόπος που συμπυκνώνει τις εγκάρσιες τομές και ρήξεις που προσδιόρισαν, συνέθεσαν και ανασυνέθεσαν την ίδια την έννοια-εννοιολόγηση της νεωτερικότητας.. Με έναν σχεδόν Ριτσικό τρόπο βιώματος, ο Φιόντορ Ντοστογιέφσκι ‘προφέρει’ την ορμή και την ‘θύελλα’, συγκροτώντας τον ‘Μεγάλο Ιεροεξεταστή’, το υποκείμενο που, με συγκρουσιακή δυναμική, πρωτίστως, στοχεύει, ανακρίνει και επιρρίπτει ευθύνες στην κάθε είδους αφέλεια, στην οριακή ‘αδυναμία’ του ιερού..
Και στο μέσον του επεισοδίου, ενσκήπτει η λαϊκότητα στην οποία και απευθύνεται ο Ντοστογιέφσκι.. Μία λαϊκότητα που νοηματοδοτεί και νοηματοδοτείται διαμέσου του ‘επώδυνου’ δρόμου, της πρωταρχικής γραφής: ποιο είναι το δικό της κύρος;..
Τι δύναται να σημάνει, ποια είναι η αθεμιτουργία που αναφέρει ο Ντοστογιέφσκι; η ‘εδαφοποίηση’ και η οικειοποίηση των συμβολισμών για την δόμηση & την διάχυση ενός μιμητικού διδακτισμού’, που, ‘μυώντας’ στις παραδόσεις, τις καθιστά, συνηχήσεις του ‘τώρα’.. Εντός της δεύτερης παράστασης, ο Ντοστογιέφσκι εντυπώνει την φωνή του πλήθους, την υποστασιοποίηση της δεύτερης παρουσίας, της ταπεινής παρουσίας, της φοράς της δοκιμασίας, σε μία λέξη, σε ένα πρωτοφανέρωτο βλέμμα, σε μία πρακτική..
Στις αναπλαισιώσεις του χριστιανικού θαύματος, του χριστιανικού φανερωμένου μυστικισμού, η ‘μύηση’ στη δυνατότητα της επιστροφής, εκεί όπου ο σιωπηλός Ιησούς, την ώρα της κρίσης, λειτουργεί σαν να προφέρει τους στίχους από το ‘Ψαλτήριον’ του Βασιλιά Δαυίδ: «Τας οδούς σου, Κύριε, γνώρισον μοι, και τας τρίβους σου δίδαξον με».
Ο Ντοστογιέφσκι προσδιορίζει το πεδίο της σύγκρουσης, συνδιαλέγεται με την ανθρώπινη ματαιοδοξία, δια-κρατεί τους πρωταρχικούς συμβολισμούς του ‘αίματος’, νοηματοδοτεί μία θρησκευτικότητα η οποία εκπίπτει στο τραγικά ανθρώπινο..
Και η στοχαστική-λογοτεχνική του ‘έγνοια’ δύναται να είναι και η απόδοση, οι αναπαραστάσεις στις οποίες προβαίνει η εκάστοτε εξουσία.. Που ενσκήπτει η δια-πάλη αν όχι στην απουσία της ‘προσαρμόσιμης’ λέξης;
Ο Ρώσος συγγραφέας ανα-καλεί τους προσίδιους όρους της διαμόρφωσης μίας κουλτούρας που αποκτά έκκεντρη δυναμική: ο Φιόντορ Μιχαήλοβιτς, μη λαμβάνοντας προφυλάξεις, τίθεται ενώπιον του κόσμου, εκεί όπου με τον ‘Μέγα Ιεροεξεταστή’, διαπερνά τις απολήξεις του τυπολογικού δυϊσμού μεταξύ τελετουργίας του καλού και του περιώνυμου κακού, ζώντας, βιώνοντας τον ‘πειρασμό’ της διαρκούς μετωνυμίας, της προσβολής & της προβολής θέσεων, ριζοσπαστικοποιώντας την γραφή έως το πεδίο της κατάκτησης: διότι η δική του λογοτεχνικότητα, όπως εκφράζεται και σε αυτό το τμήμα των ‘Αδελφών Καραμάζοφ’, συνιστά μία ιδιαίτερη κατάκτηση..
Την κατάκτηση του δικαιώματος στο να ακουστεί, να περιβάλλει, να δια-ρρήξει τις εκφάνσεις της λαμπρότητας, μόνος, ενώπιον του πλήθους..

Οι ήρωες

Οι δαιμονισμένοι

Από την ομότιτλη σειρά

Ο Νικολάι Σταβρόγκιν, κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος είναι ένα πρόσωπο τραγικό , που βιώνει μέσα του το απόλυτο κενό της πλήξης και του συναισθηματικού μαρασμού. Ένας άνθρωπος ικανός για το απόλυτο καλό, αλλά και για το απόλυτο κακό, εμάς άνθρωπος μάλλον όπως όλοι μας. Ταυτόχρονα όμως κι ένας άνθρωπος διχασμένος. Η ψυχή του έχει ανάγκη να πιστέψει με όλη της τη δύναμη στο θεό, σ’ ένα καλύτερο μέλλον , στην αθωότητα του ανθρώπου. Το μυαλό του όμως δεν του επιτρέπει να ζει με αυταπάτες. Κι αυτή είναι η αιτία της δυστυχίας του. Μένει ανέστιος, δίχως ηθικά ερείσματα. Και πού να στηριχτεί, όταν δεν μπορεί να πιστέψει στον άνθρωπο;

Βρίσκει καταφύγιο σ’ έναν κυνισμό αυτοκαταστροφικό. Βυθίζεται ολοένα και πιο πολύ – με ηδονισμό όπως ο ίδιος παραδέχεται- σε μια ζωή εσκεμμένα ανήθικη, προκαλώντας τον εαυτό του σ’ έναν αγώνα ολέθρου, με τραγική κατάληξη την αυτοκτονία του. Μα μέσα του υπάρχει η φλόγα που τον καίει και τον σιγοτρώει, η φλόγα που εγώ τη λέω « ανθρώπινη ουσία» και άλλοι μπορεί να την πουν «συνείδηση».Κι εδώ κρύβεται όλη του η τραγικότητα.

Και κάπου ακόμη: στην αδήριτη ειλικρίνειά του. Μια ειλικρίνεια ανελέητη.
Τον βλέπουμε να μαστιγώνει τον εαυτό του και τους γύρω του με το γυμνό του βλέμμα, με λόγια και πράξεις ολότελα απογυμνωμένες από προσποίηση. Δεν καταδέχεται να κρυφτεί πίσω από οποιοδήποτε ψέμα, με τίμημα την απόλυτη δυστυχία.
Μοιάζει να είναι ο μόνος που κατάλαβε. Και στέκει πάνω απ’ όλους τους άλλους ήρωες του έργου, τη μητέρα του, το δάσκαλό του, τις τρεις γυναίκες που θανάσιμα τον ερωτεύτηκαν και τέλος τον αμοραλιστή Πιότρ Βερχοβένσκι. Τους κοιτά με υπεροψία και πόνο , ίσως και γνήσια λύπηση.
Και είναι μόνος.

Στον Πρωταγόρα του Πλάτωνα , ο ομώνυμος σοφιστής υποστηρίζει:

« Αν κάποιος ισχυρίζεται ότι είναι άδικος μπροστά σε άλλους ανθρώπους , τον θεωρούν τρελό και προσπαθούν να τον συνετίσουν.»

Και πιο κάτω:

« Το να πεις την αλήθεια για τον εαυτό σου όταν είσαι άδικος , θεωρείται ξεκάθαρη τρέλα.»

Σ’ αυτήν ακριβώς την τρέλα υποπίπτει ο Σταβρόγκιν.
Αρνείται να μιλήσει οποιαδήποτε άλλη γλώσσα πέρα απ’ αυτήν της αλήθειας.
Και ταυτόχρονα βγάζει τη γλώσσα στα κατά συνθήκην ψεύδη που επιβάλλει η κοινωνική συναναστροφή.

Τι κάνει εκεί ο Σταβρόγκιν;
Μπροστά σε όλους τους παρισταμένους αγκαλιάζει και φιλάει παθιασμένα τη γυναίκα του οικοδεσπότη.

« Πείτε μου, τι είναι εκείνο που σας ωθεί σε τέτοιες ασύδοτες ενέργειες, έξω από κάθε αποδεκτό όριο; Τι μπορεί να υποδηλώνουν τόσο ανάρμοστες , παραληρηματικές θα έλεγα πράξεις;» Τον ικετεύει ν’ απαντήσει.

Εκείνο που κάνει εντύπωση στην περιγραφή του Ντοστογιέφσκι είναι ο παιγνιώδης και ανάλαφρος τόνος της αφήγησης. Σαν να κλείνει το μάτι στον αναγνώστη, αποστασιοποιημένος πλήρως απ’ το γεγονός που περιγράφει.

Μας παρουσιάζει έναν χαρακτήρα πλήρως απαθή μπροστά στη γνώμη των άλλων. Ο Σταβρόγκιν δεν παραβιάζει τους κοινωνικούς κανόνες για να προκαλέσει. Δεν τον ενδιαφέρει να διαμαρτυρηθεί για τίποτα ..Ή μήπως διαμαρτύρεται υποσυνείδητα ενάντια σ’ αυτήν ακριβώς την έλλειψη αντίδρασης; Και λέω υποσυνείδητα γιατί μοιάζει να αφήνει το ένστικτό του να τον κατευθύνει , καθώς δεν πιστεύει σε τίποτα άλλο. Και μένει μόνος.

Μόνο ένας άνθρωπος καταφέρνει να κοιτάξει μέσα στην ψυχή του, ο Τύχων ο μοναχός. Σ’ αυτόν εξομολογείται το φριχτό έγκλημα που τον βασανίζει, την αποπλάνηση ενός νεαρού κοριτσιού που το οδήγησε στην αυτοκτονία.

Και στην απορία του για την ψυχραιμία με την οποία ο μοναχός αντιμετωπίζει το έγκλημα , αυτός απαντά:

«Δεν σας κρύβω τίποτα. Με τρομοκράτησε η μεγάλη κούφια δύναμη που μεταβάλλεται εσκεμμένα σε προστυχιά. Όσον αφορά αυτό καθαυτό το έγκλημα ,ε, πολλοί υποπίπτουν στο ίδιο αμάρτημα , αλλά ζουν εν ειρήνη με τη συνείδησή τους και εν ηρεμία γενικώς , θεωρώντας τα μάλιστα όλα αυτά αναπόφευκτα παραπτώματα της νιότης. Υπάρχουν και γέροντες που αμαρτάνουν ακριβώς με τον ίδιο τρόπο και μάλιστα με ανακούφιση και ευθυμία. Ο κόσμος είναι γεμάτος από τέτοια φρικτά πράγματα. Εσείς απλώς νιώσατε όλο το βάθος, πράγμα που συμβαίνει πολύ σπάνια σε παρόμοιο βαθμό.»

«Εσείς απλώς νιώσατε όλο το βάθος»

Να πού έγκειται η τραγικότητα του Σταβρόγκιν: στην ατελέσφορη προσπάθειά του να αποτινάξει από πάνω του την
« ανθρώπινη ουσία» του, στην «κατάρα» αυτήν που τον στοίχειωνε από μικρό παιδί και τον έκανε να νιώθει το βάθος των πραγμάτων , επομένως και τη ματαιότητα τους. Πολύ νωρίς κατάλαβε ότι όλα όσα τον πλήγωναν ήταν μάταια , όπως μάταιος ήταν και ο πόνος του γι’ αυτά.

Ο ίδιος ο Ντοστογιέφσκι σημειώνει:

« Πρόκειται για έναν κοινωνικό τύπο, έναν δικό μας τύπο , ρώσικο, του αργόσχολου ανθρώπου , που είναι αργόσχολος, αν και δεν το θέλει , που έχει χάσει κάθε δεσμό με καθετί οικείο και προπάντων την πίστη του, που είναι ακόλαστος από πλήξη, αλλά που ενσυνείδητα καταβάλλει μαρτυρικές προσπάθειες να αναγεννηθεί και να ξαναπιστέψει…Ο άνθρωπος αυτός δεν πιστεύει στην πίστη των απλών πιστών και απαιτεί μια πίστη ολοκληρωτική, απόλυτη, διαφορετική..»

Ας ακούσουμε τον ίδιο τον ήρωα σε μια εξομολόγησή του λίγο πριν το τέλος:

«Δεν ελπίζω τίποτα στο Ούρι. Απλώς πηγαίνω. Δεν επέλεξα επίτηδες έναν σκυθρωπό τόπο. Με τη Ρωσία δε με δένει τίποτα, εδώ όλα μου είναι ξένα, όπως και παντού. Στ’ αλήθεια εδώ μου άρεσε να μένω λιγότερο από οπουδήποτε αλλού. Αλλά ακόμα κι εδώ, δεν μπόρεσα να μισήσω τίποτα..»

« Ξέρετε άραγε ότι ακόμα και τους δικούς μας μηδενιστές τους κοίταγα με κακία, από ζήλεια για τις ελπίδες τους; Όμως αδίκως φοβόσασταν :δεν μπορούσα να είμαι σύντροφός τους , διότι δε συμμεριζόμουνα τίποτα.»

« Ακόμη και η άρνηση δεν ξεχείλισε. Όλα πάντα ήταν ρηχά και νωθρά..»

« Ξέρω ότι πρέπει να σκοτώσω τον εαυτό μου, να με σβήσω από προσώπου γης σαν ενοχλητικό έντομο. Αλλά φοβάμαι την αυτοκτονία , γιατί φοβάμαι να επιδείξω γενναιοψυχία. Ξέρω ότι αυτό θα είναι μια ακόμα εξαπάτηση , η τελευταία εξαπάτηση σε μια ατέλειωτη σειρά από εξαπατήσεις. Ποιο το όφελος να κοροϊδεύεις τον εαυτό σου, μόνο και μόνο για να το παίξεις μεγαλόψυχος; Για μένα δεν μπορούν να υπάρξουν αγανάκτηση και καταισχύνη. Ως εκ τούτου και απόγνωση.»

Ο Σταβρόγκιν είναι ένας αλλοτριωμένος άνθρωπος και αυτή του η αλλοτρίωση τον συνθλίβει. Απ’ αυτήν την άποψη είναι ένας απόλυτα σημερινός άνθρωπος.

Ο Νιετσάγεφ που ανάφεραμε παραπάνω χρησίμευσε λοιπόν ως πρότυπο για έναν εκ των κεντρικών χαρακτήρων του μυθιστορήματος, του Πιότρ Στεπάνοβιτς, που γύρω από αυτόν και τον μυστηριώδη Νικολάϊ Σταυρόγκιν εξελίσσεται ουσιαστικά η πλοκή του βιβλίου. Οι δύο «δαιμονικές» αυτές προσωπικότητες νοηματοδοτούν την πλοκή της ιστορίας με διαφορετικό αλλά ταυτόχρονα σημαντικό τρόπο ο καθένας.
Ο Πιότρ Στεπάνοβιτς είναι ένας αδίστακτος μηδενιστής που το μόνο που θέλει είναι η ανατροπή των πάντων και μετέρχεται κάθε μέσου (θεμιτού και αθέμιτου) για να το πετύχει. Δεν διστάζει να δολοφονήσει, να προδώσει, να κλέψει, δολοπλοκεί και συνωμοτεί εναντίον των πάντων. Στον μόνο που δείχνει να υποτάσσεται και να φοβάται είναι ο Σταυρόγκιν.

Γύρω από αυτούς τους δύο χαρακτήρες περιστρέφονται διάφορες φιγούρες με κυριότερους, τον πατέρα του Πιότρ Στεπάνοβιτς, τον Στέπαν Τροφίμοβιτς Βερκχοβένσκη, οι οποίοι με την στάση τους εξέθρεψαν το «τέρας» του μηδενισμού και της τρομοκρατίας στην χώρα. Επίσης, η ομάδα του Πιότρ Στεπάνοβιτς, οι Σιάτωφ, Λιπούτιν, Κυρίλωφ είναι εξαίρετοι μυθιστορηματικοί χαρακτήρες (γνωστή ως «συμμορία των πέντε»).
Οι γυναίκες είναι τραγικοί χαρακτήρες σε όλα τα μυθιστορήματα του Ντοστογιέφσκι, στους Δαιμονισμέμους ακόμα και οι πλέον αχνές μορφές (αυτές που εμφανίζονται σε λίγες σελίδες μόνο, όπως η Ντάσια, η Λίζα και η Μαρία) διακατέχονται από τα πάθη και τς αδυναμίες τους. Ο έρωτας εκτοξεύει στα ύψη την έλξη και την επιθυμία μεταξύ προσώπων. Ένας έρωτας που τρέφει μια ιδιαίτερη αγάπη και αφοσίωση, όπως αυτού μεταξύ του Στεπάν Τροφίμοβιτς Βερκχοβένσκη και της κ.Σταυρόγκινα, της μητέρα του Σταυρόγκιν, η οποία τρέφει μια άνευ ορίου λατρεία για τον μοναχογιό της.

Ο Γέβνιν, αναλυτής του συγγραφέα, θεωρεί ότι ο Ντοστογιέφσκι είχε ανεβάσει σε επίπεδο γενικής κοσμοθεωρίας τη θρησκευτική κατανόηση της ζωής και ότι «δεν είναι τυχαίο ότι αυτή η εξέλιξη έφτασε στην ολοκλήρωσή της (με το γράψιμο των «Δαιμονισμένων») την εποχή που ο Ντοστογιέφσκι έμεινε συνέχεια στο εξωτερικό, δηλαδή στα χρόνια 1867-1871. Τότε ήρθε σε στενότερη επαφή, και οξύτερη σύγκρουση, με τον δυτικό-ευρωπαϊκό πολιτισμό παρά στα προηγούμενα ταξίδια του. Τον καταδικάζει τελικά και αμετάκλητα αυτόν τον πολιτισμό, γιατί πιστεύει πως βασίζεται πάνω σε αρχές ποταπές και εγωιστικές, τον αποκαλεί «Κράτος του Αντίχριστου» και υψώνει με πίστη φανατικού το λάβαρο της «ρωσικής, ορθόδοξης ιδέας», που τη θεωρεί βαθύτατα ηθική και ολότελα λαϊκή στη βάση της. Έτσι, στις «διαλυτικές πνοές», όπως τις λέει, που έρχονται από τη Δύση – τον αθεϊσμό και τον σοσιαλισμό – αντιπαρατάσσει την «αστραφτερή μορφή του ορθόδοξου, του αληθινού Χριστού, που είναι γραφτό να σώσει όλο τον δυτικό-ευρωπαϊκό κόσμο». Ο Γέβνιν εξηγεί την οργή του Ντοστογιέφσκι από τον τρόπο με τον οποίο οι ξένες εφημερίδες, ιδιαίτερα οι γερμανικές, χειρίστηκαν την υπόθεση του φόνου του αθώου φοιτητή Ιβάνοφ από τον οπαδό του αναρχικού επαναστάτη Μπακούνιν, Νετσιάεφ, που αναφέραμε παραπάνω.

Ο Μέγας Ιεροεξεταστής

Δομίνικος Θεοτοκόπουλος

Ο Μεγάλος Ιεροεξεταστής είναι ο Διάβολος που, παρόλο ότι εναντιώνεται στον Θεό, καθίσταται ομοούσιος με τον Θεό, στο όνομα της ανελευθερίας ως κοινού πεπρωμένου Θεού και ανθρώπου. Αυτό αποκρύβεται, η μάλλον καραδοκεί πίσω από τον λόγο του Ιβάν Καραμάζωφ, και για τον λόγο αυτόν προβάλλεται η παραίτηση από την Κτίση και η απόρριψη του κόσμου.

Ωστόσο, ο Ντοστογιέφσκι αντιτίθεται τόσο στην παραίτηση όσο και στην απόρριψη μέσω της οδύνης, η οποία υπερβαίνει το ηθικό αδιέξοδο της αγιοσύνης και της δαιμονικότητας: του Αλιόσα και του Ιβάν Καραμάζωφ. Ο Μεγάλος Ιεροεξεταστής είναι η απεύθυνση του δαιμονικού Ιβάν Καραμάζωφ προς την αγιοσύνη του Αλιόσα, και αντιστρόφως. Διότι το πρόβλημα δεν βρίσκεται μέσα στην ηθικότητα, αλλά μέσα στη συμφωνία της αγιότητας με τη δαιμονικότητα, δηλαδή μέσα στην πλήρη κατάφαση της εσωτερικότητας του ανθρώπου.

Στο σημειωματάριό του, ο Ντοστογιέφσκι γράφει: “Ότι ο Χριστός έκανε λάθη, είναι αποδεδειγμένο! Ένα οδυνηρό αίσθημα, μου λέει: προτιμώ να κάνω λάθος με τον Χριστό παρά μαζί σας”. Αυτό το οδυνηρό συναίσθημα είναι ένα οδυνηρό θαύμα. Χωρίς αυτό το οδυνηρό θαύμα το μηδέν της μη-ύπαρξης θα ήταν το πεπρωμένο του ανθρώπου. Αντιθέτως μάλιστα, το οδυνηρό θαύμα είναι η μοναδική αποκάλυψη της ανθρώπινης ύπαρξης: είναι η δίψα για το ανέφικτο της ελευθερίας, η δίψα της υπέρβασης του λάθους μέσα από τη ζωή που προτιμά το λάθος του Θεού πάνω στον άνθρωπο για να εξορκίσει το ανθρώπινο λάθος, το οποίο δεν είναι άλλο παρά η εξουσία της ιστορικότητας του ανθρώπου πάνω στη λανθασμένη πρόθεση του Θεού να φορτώσει τον άνθρωπο με το φάντασμα της ελευθερίας. Από το σημείο αυτό και μετά, η αγιοσύνη του Αλιόσα θα γίνει ο δαίμονας του Καραμάζωφ σε ένα κοινό πεπρωμένο: θείο και ανθρώπινο – αντιστροφή της αγιοσύνης και αντιστροφή της δαιμονικότητας.

Με τον Μεγάλο Ιεροεξεταστή, τον επιβλητικό, τον αυστηρό και αποφασιστικό παράλληλα, ενώπιον της πολιτικής ηθικής, της διαχείρισης και του προσδιορισμού του ρόλου του ατόμου/ατομικότητας, ενώπιον της δικαιολογητικής βίας & της πολιτικής εξουσίας.. Ο Ντοστογιέφσκι διερωτάται για το περιεχόμενο της αμαρτίας, για την ίδια παρουσία του θείου στην καθημερινότητα.

Αντί Επιλόγου

Αυτό που ίσως τελικά διατηρεί την αξία των μυθιστορημάτων του Ντοστογιέφσκι διαχρονική είναι επικαιρότητα των λόγων του, που αποδεικνύεται προάγγελος των χρόνων μας. Περιγράφει τόσο διεξοδικά την ηθική κατάπτωση του σύχγρονου ανθρώπου, που θα ‘λεγε κανείς πως εκπλήσσεται απ’τη διορατικότητά του. Η απομάκρυνση του ατόμου απ’το Θεό και την χριστιανική πίστη και η χαλεπή διασάφηση μεταξύ του Καλού και του Κακού φαίνεται πως ταλανίζουν ακόμη τους ανθρώπους τόσο του 19ου αιώνα, όσο και του 21ου.

Ο Ντοστογιέφσκι ασκεί με τον τρόπο αυτό την πιο βαθιά και πειστική κριτική στη δυτική παράδοση, που πίστεψε ότι με τον ορθό λόγο, την ορθή πράξη (ηθική) και την αποτελεσματική οργάνωση του κόσμου θα εξαλείψει το κακό. Ολόκληρος ο 20ος αιώνας με τους πολέμους και τη φρίκη της απανθρωπιάς του απέδειξε πόσο δίκαιο είχε ο Ντοστογιέφσκι στην κριτική αυτή.

Το μήνυμά του υπήρξε προφητικό και εξακολουθεί να είναι τέτοιο. Ο Ντοστογιέφσκι είναι, πάνω από όλα, θεολόγος. Αντλεί από τη μοναστική, κυρίως, παράδοση της Εκκλησίας μας αλλά και αποπνέει το άρωμα της ευχαριστιακής κοινωνίας. Αλλά, ας το ομολογήσουμε με λύπη, η σύγχρονη Ορθόδοξη Εκκλησία και η θεολογία της δείχνουν να προτιμούν συχνά τη λογική και ηθική του Μεγάλου Ιεροεξεταστή.


Οι Δαιμονισμένοι και ο Μέγας Ιεροεξεταστής παραμένουν δυο έργα επίκαιρα και το διάβασμά τους αποτελεί μια μοναδική αναγνωστική εμπειρία ανεκτίμητης αξίας όπως και η μεταφορά τους στο θέατρο.

Πηγές:

Μέγας Ιεροεξεταστής –Δαιμονισμένοι

http://wwwpareisakth.blogspot.com/2009/07/blog-post.html?m=1

Βιβλιοκριτική: Οι δαιμονισμένοι [Φίοντορ Ντοστογιέβσκι]

http://mintzoli.blogspot.com/2010/10/blog-post.html?m=1

ΓΙΑΤΙ ΝΤΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΙ; (Β’ Μέρος)

http://www.avgi.gr/article/10812/5615414/o-megalos-ieroexetastes-tou-ntostogiephski-kai-to-phantasma-tes-eleutherias

http://www.antifono.gr/portal/antifono.gr σεβ. Μητρ. Περγάμου Ιωάννης

Βιβλιογραφία

Φ. Ντοστογιέφσκι, Αδελφοί Καραμάζωφ, μτφρ. Άρης Αλεξάνδρου, εκδόσεις Γκοβόστη.

Νικ. Μπερνιάγιεφ, Το Πνεύμα του Ντοστογιέφσκι, μτφρ. Νίκου Ματσούκα, Εκδόσεις Π. Πουρνάρα.

Μιχαήλ Μπαχτίν, Ζητήματα της Ποιητικής του Ντοστογιέφσκι, μτφρ. Αλεξ. Ιωαννίδου, Εκδόσεις Πόλις.

Μερεζκόφσκι, Ντοστογιέφσκι – ο προφήτης της ρωσικής επανάστασης, μτφρ. Σ. Πρωτόπαπα, Εκδόσεις Γκοβόστη.

Michael R. Katz, Dreams and the Unconscions in Nineteenth – Century Russian Fiction, Εκδόσεις University Press of New Englant.

10 διάσημοι πίνακες ζωγραφικής εμπνευσμένοι από τη λογοτεχνία

“Η ζωγραφική είναι η σιωπηλή ποίηση και η ποίηση είναι ζωγραφική με το χάρισμα του λόγου.” (Σιμωνίδης ο Κείος)

Η λογοτεχνία και η ζωγραφική ανέκαθεν υπήρξαν δυο αλληλένδετες και παράλληλες μορφές τέχνης. Αρκετές φορές η λογοτεχνία ενέπνευσε τη ζωγραφική και  το αντίστροφο. Παρακάτω ακολουθούν κάποια χαρακτηριστικά παραδείγματα:

«Ο Ερωτόκριτος και η Αρετούσα» είναι ένα από τα πιο γνωστά έργα του Θεόφιλου, βασισμένο στο εκπληκτικό ποίημα με μεγάλη λογοτεχνική αξία που δημιουργήθηκε από τον Βιτσένζο Κορνάρο στη Κρήτη τον 17ο αιώνα.Εδώ παρουσιάζεται μια κρυφή συνάντηση των δύο ερωτευμένων. Η Αρετούσα ανταποκρίνεται στον έρωτα του Ερωτόκριτου, ο οποίος έχει ανεβεί με σχοινένια σκάλα στο μπαλκόνι της. Το έργο μορφολογικά είναι ενδεικτικό της πριμιτίφ τεχνικής του Θεόφιλου.

H «Οφηλία» του Βρετανού Sir John Everett Millais, ολοκληρώθηκε μεταξύ του 1851 και 1852. Βρίσκεται στην Tate Britain στο Λονδίνο. Απεικονίζει την Οφηλία, ένα πρωταγωνιστικό χαρακτήρα από το έργο του William Shakespeare «Άμλετ» να τραγουδά λίγο πριν πνιγεί. Το έργο εκτέθηκε για πρώτη φορά στη Royal Academy και έχει εκτιμηθεί πάνω από 30.000.000 λίρες. Διαβάστε το δικό μας αφιέρωμα στον πίνακα εδώ.

Το ποίημα «Τα κεριά» του Καβάφη, αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για τη δημιουργία αυτού του πίνακα από τον Χρήστο Μποκόρο.

Κωνσταντίνος Καβάφης «Κεριά»

Του μέλλοντος η μέρες στέκοντ’ εμπροστά μας
σα μια σειρά κεράκια αναμένα —
χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.

Η περασμένες μέρες πίσω μένουν,
μια θλιβερή γραμμή κεριών σβυσμένων•
τα πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη,
κρύα κεριά, λυωμένα, και κυρτά.

Δεν θέλω να τα βλέπω• με λυπεί η μορφή των,
και με λυπεί το πρώτο φως των να θυμούμαι.
Εμπρός κυττάζω τ’ αναμένα μου κεριά.

Δεν θέλω να γυρίσω να μη διω και φρίξω
τι γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει,
τι γρήγορα που τα σβυστά κεριά πληθαίνουν.

Εικονογράφηση για το ποίημα του Καβάφη «Ωραία λουλούδια και άσπρα που ταίριαζαν πολύ» , το 1964 του Γιάννη Τσαρούχη.

Κωνσταντίνος Καβάφης, «Ωραία λουλούδια και άσπρα που ταίριαζαν πολύ»

Μπήκε στο καφενείο          όπου επήγαιναν μαζύ. –
Ο φίλος του εδώ          προ τριώ μηνών του είπε,
«Δεν έχουμε πεντάρα.          Δυο πάμπτωχα παιδιά
είμεθα – ξεπεσμένοι          στα κέντρα τα φθηνά.
Σ’ το λέγω φανερά,          με σένα δεν μπορώ
να περπατώ. Ένας άλλος,          μάθε το, με ζητεί.»
Ο άλλος του είχε τάξει          δυο φορεσιές, και κάτι
μεταξωτά μαντήλια.-          Για να τον ξαναπάρει
εχάλασε τον κόσμο,          και βρήκε είκοσι λίρες.
Ήλθε ξανά μαζύ του          για τες είκοσι λίρες·
μα και, κοντά σ’ αυτές,          για την παληά φιλία,
για την παληάν αγάπη,          για το βαθύ αίσθημά των. –
Ο «άλλος» ήταν ψεύτης,          παληόπαιδο σωστό·
μια φορεσιά μονάχα          του είχε κάμει, και
με το στανιό και τούτην,          με χίλια παρακάλια.

Μα τώρα πια δεν θέλει          μήτε τες φορεσιές,
και μήτε διόλου τα          μεταξωτά μαντήλια,
και μήτε είκοσι λίρες,          και μήτε είκοσι γρόσια.

Την Κυριακή τον θάψαν,          στες δέκα το πρωϊ.
Την Κυριακή τον θάψαν:          πάει εβδομάς σχεδόν.

Στην πτωχική του κάσα          του έβαλε λουλούδια,
ωραία λουλούδια κι άσπρα          ως ταίριαζαν πολύ
στην εμορφιά του και          στα είκοσι δυο του χρόνια.

Όταν το βράδυ επήγεν –          έτυχε μια δουλειά,
μια ανάγκη του ψωμιού του –          στο καφενείον όπου
επήγαιναν μαζύ:          μαχαίρι στην καρδιά του
το μαύρο καφενείο          όπου επήγαιναν μαζύ.

Ο Lord Alfred Tennyson ήταν ένας από τους σημαντικότερους Βρετανούς ποιητές του 19ου αιώνα. Το 1833 έγραψε το ποίημα «The Lady of Shalott», εμπνευσμένο από τους μύθους του Βασιλιά Αρθούρου. Ο John William Waterhouse ζωγραφίζει τη μοναχική γυναίκα το 1888 να είναι στη βάρκα που παρασύρει το ποτάμι με κατεύθυνση το Κάμελοτ, τη μαγική πολιτεία και όνειρο όλων των ανθρώπων του κόσμου. Η καταραμένη Lady of Shalott δεν έφτασε ποτέ στο Κάμελοτ. Πέθανε τραγουδώντας, ενώ την παρέσερνε ο ποταμός.

Αυτός ο πίνακας, ζωγραφισμένος από τον Frank Bernard Dicksee, που ανήκει στους Προραφαηλίτες ζωγράφους, απεικονίζει μια ερωτική σκηνή των πρωταγωνιστών του έργου «Ρωμαίος και Ιουλιέτα», του Ουίλιαμ Σαίξπηρ.

Ο παραπάνω πίνακας του Johann Heinrich Füssli απεικονίζει την αυτοκτονία του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας. Η Ιουλιέτα βρίσκεται στο νεκροκρέβατο της.

Στον πίνακα ο J. W. Waterhouse , γνωστός για τα έργα του με  αιθέριες και μυστηριώδεις γυναικείες μορφές, απεικονίζει τη γλυκύτατη Ιουλιέτα να περπατά θλιμμένη δίπλα σ’ ένα κανάλι της Βενετίας. Φορά ένα υπέροχο αέρινο αναγεννησιακό φόρεμα και αφηρημένη κρατά το μπλε περιδέραιο της (ο πίνακας ονομάζεται και το «μπλε περιδέραιο»). Ο Waterhouse κατατάσσεται στους όψιμους Προραφαηλίτες ζωγράφους.

Το σκίτσο του Δον Κιχώτη, πρωταγωνιστή του ομώνυμου κλασικού έργου  του Ισπανού συγγραφέα Μιγκέλ ντε Θερβάντες Σααβέδρα και του συντρόφου του Σάντσο Πάντσα,ζωγραφισμένο από τον Pablo Picasso, εμφανίστηκε στο γαλλικό εβδομαδιαίο περιοδικό Les Lettres Françaises  το 1955. Πολύ διαφορετικό από τα έργα της μπλε και της ροζ περιόδου του ζωγράφου, καταφέρνει με απλές τολμηρές γραμμές να συλλάβει την αίσθηση του μάταιου της περιπλάνησης των δυο αντρών και την εξάντληση που τους συνοδεύει.

Η σκηνή που απεικονίζεται στον πίνακα του Johann Heinrich Füssli  είναι η τελευταία εμφάνιση της Lady Macbeth, η υπνοβασία της ,από την τραγωδία του Ουίλιαμ Σαίξπηρ «Μάκβεθ».

ΠΗΓΕΣ: http://cavafis.compupress.gr/kavgr181.htm , https://latistor.blogspot.com/2010/09/blog-post_1183.html , https://frapress.gr/2018/05/diasimoi-pinakes-zografikis-empneysmenoi-apo-tin-logotechnia/