Το Αϊβαλί: Η πατρίδα μου του Φώτη Κόντογλου

Με έναν απίστευτο τρόπο έκφρασης νοσταλγίας, ο Φώτης Κόντογλου θρηνεί την απώλεια του Αϊβαλιού και την εξόντωση του Ελληνισμού από την Μικρά Ασία, μετά την Μικρασιατική Καταστροφή. Μεταφυσική, ιστορία, συγκίνηση και πόνος συνδυάζονται άψογα από τον συγγραφέα. Η θάλασσα και η λατρεία της φύσης της περιοχής σε συνδυασμό με την περηφάνια για τα επιτεύγματα του Ελληνισμού στην Μικρά Ασία, δίνουν στον αναγνώστη την ευκαιρία να κατανοήσει τη σημασία της Μικρασιατικής Καταστροφής.

Σε τούτη τη συλλογή διηγημάτων του, ο κυρ Φώτης Κόντογλου αναπολεί και καταγράφει γεγονότα και ιστορίες της λατρεμένης πατρίδας του, τ’ Αϊβαλιού. Της μικρής πολιτείας, όπου έζησε τα νεανικά του χρόνια, που είναι κρυμμένη κάπου εκεί μες στα μπουγάζια και τις ακρογιαλιές της βλογημένης Ανατολής.

Θρηνώντας την απώλειά της, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και τον ερχομό του στην Ελλάδα, μας μιλάει νοσταλγικά για τους «αρχαίους ανθρώπους» της, μας διηγείται με αυθόρμητη ειλικρίνεια τις προσωπικές ιστορίες τους, πότε για αγίους, πότε για απλοϊκούς ξωμάχους, μα κάποτε και για κακούργους και ληστές.

Ως γνήσια ανατολίτικη ψυχή, γίνεται συχνά κήρυκας της απλότητας, της φυσικότητας. Με το πλούσιο εσωτερικό του θησαύρισμα μας μεταγγίζει ανεπαίσθητα τη γλυκιά ειρήνη της φύσης. Μας μιλά για μια γαλήνη μυστική, που ο ίδιος βίωσε, επιζητώντας άλλοτε τη μοναξιά μέσα σε όμορφα τοπία της πατρίδας του και άλλοτε παρατηρώντας ακόμα και τις πιο απλές και ασήμαντες παρουσίες της φύσης και ιδιαίτερα της αγαπημένης του θάλασσας.
Συνδυάζει με επιτυχία μέσα του την ανατολίτικη μακαριότητα απέναντι στο φαινόμενο της ζωής με τη δική του στοχαστική ιδιοσυγκρασία, η οποία τον οδηγεί συχνά σε θρησκευτική κατάνυξη, όταν αποκαλύπτεται μπροστά του “η άβυσσος της θεϊκής αρμονίας του κόσμου”. Ενυπάρχει έτσι μέσα στο λόγο του και η εκστατική φωνή του καλλιτέχνη, του αγιογράφου, που αποκαλύπτεται ταπεινά και αβίαστα μπροστά στην ομορφιά και το μυστήριο της φύσης.

Στο έργο του Τ’ Αϊβαλί, η πατρίδα μου, η νοσταλγική διάθεση είναι φανερή και συνδέεται άρρηκτα με τη βαθιά του πίστη στην ορθοδοξία και τη βυζαντινή παράδοση. Το ύφος του είναι απλό, λιτό, λαϊκό, γιατί ο συγγραφέας πίστευε ότι μόνο μέσα από την απλότητα στην αφήγηση επιτυγχάνεται η αυθεντικότητα. Έτσι οι ήρωές του, που θυμίζουν πρόσωπα από τους βίους αγίων και τα λαϊκά θρησκευτικά αναγνώσματα του 16ου αι., είναι άνθρωποι, απλοί, χωρίς μόρφωση, αθώοι. Η απλότητα, η αυθεντικότητα και η καλοσύνη των προσώπων αποτελούν χαρακτηριστικά στοιχεία και στο εικαστικό του έργο, αφού ο Κόντογλου διακρίθηκε ιδιαίτερα ως ζωγράφος. Άσκησε μάλιστα μεγάλη επίδραση σε σημαντικούς ομοτέχνους του, όπως ο Γιάννης Τσαρούχης.

Οι περιγραφές ή οι απλές αναφορές των τοπωνυμίων και των ανθρώπων που ζούσαν εκεί, αλλά και των συναισθημάτων και των σκέψεων του συγγραφέα για τη ζωή στην ιδιαίτερη πατρίδα του επανέρχονται τόσο πολλές φορές, ώστε και η λέξη «εμμονή» ίσως να μην είναι αρκετή για να αποδώσει την αλήθεια αυτής της απίστευτα επίμονης επανάληψης. Ο συγγραφέας, μάλιστα, συχνά απευθύνεται άμεσα στον αναγνώστη, ως ένας αυτοβιογραφικός αφηγητής ο οποίος, παρουσιάζοντας παράλληλα το έμψυχο και άψυχο περιβάλλον του (αν υπήρχε κάτι άψυχο για τον Κόντογλου κάτω από το μάτι του Θεού), παρουσιάζει και τον εαυτό του, «επιτυγχάνοντας μία, τρόπον τινά, εμψύχωση της γραφής σε ζωγραφιά, δηλαδή τη μετατροπή της σε εικόνα ζώσας φύσεως.

Γεννημένος στο Αϊβαλί της Μικράς Ασίας το 1895, ο Κόντογλου αναδείχθηκε σε έναν από τους κορυφαίους Έλληνες ζωγράφους και πνευματικούς δημιουργούς του 20ού αιώνα. Νέος ταξίδεψε σε πολλές χώρες της Ευρώπης, όπου γνώρισε και σπούδασε τη «δυτική» λεγόμενη ζωγραφική, αλλά τελικά αφιερώθηκε στη βυζαντινή τέχνη και ιδιαίτερα στην αγιογραφία, που γνώρισε σε βάθος όταν επισκέφθηκε το Άγιον Όρος, το 1923.

Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, στη συνοικία Κυπριάδου, σ’ ένα σπίτι που διατηρείται σήμερα ως μνημείο από την κόρη του και τον γαμπρό του.

Φιλοτέχνησε πολλές φορητές εικόνες, εικονογράφησε εκκλησίες της Αθήνας, που σήμερα θεωρούνται μνημεία της βυζαντινής αγιογράφησης, συντήρησε τις τοιχογραφίες του Μυστρά, εξέδωσε το βιβλίο «Έκφρασις της Ορθόδοξης Αγιογραφίας», έργο ιστορικής σημασίας για τη διατήρηση της βυζαντινής αγιογραφίας, ενώ ανάμεσα στις σημαντικότερες δημιουργίες του συγκαταλέγονται η διακόσμηση μιας αίθουσας του Δημαρχείου Αθηνών και οι τοιχογραφίες του σπιτιού του με την τεχνοτροπία του fresco. Κοντά του μαθήτευσαν μεγάλοι Έλληνες ζωγράφοι, όπως ο Τσαρούχης και ο Εγγονόπουλος. Τα έργα του, που έχουν εκτεθεί σε μεγάλες εκθέσεις του εσωτερικού και του εξωτερικού, βρίσκονται σήμερα σε μουσεία, πινακοθήκες και ιδιωτικές συλλογές.

Παράλληλα, ο Κόντογλου υπήρξε προικισμένος συγγραφέας, υπέρμαχος της Ορθοδοξίας και της ελληνικής παράδοσης, λάτρης της ελληνικής φύσης και μέγας Θαλασσογράφος. Αυτά τα θέματα πραγματεύεται στα βιβλία του και σε πάνω από τρεις χιλιάδες άρθρα του, δημοσιευμένα σε εφημερίδες και περιοδικά. Με ζέση, γνώση, δυνατό λόγο, μα πάνω απ’ όλα με μεγάλη καρδιά.

Πηγές:

http://homouniversalisgr.blogspot.com/2015/10/blog-post_11.html?m=1

Τα ματωμένα χώματα, ένα “ιστορικό λογοτέχνημα” της Διδούς Σωτήριου

«Ένα μικρό κορίτσι ξεκινάει απ’ τ’ ανώμαλα καλντερίμια μιας επαρχιακής πόλης της Μικρασίας, που λέγεται Αϊντίνι. Το μελαχρινό πρόσωπό του με τα μαύρα μάτια το πλαισιώνουν ολόξανθες μπούκλες που πέφτουν καλαίσθητα, κάτω από ένα ροζ, ανάλαφρο καπελάκι, χαρωπό σύμβολο μιας ρόδινης , ξένοιαστης ζωής. Εκείνες οι παιδιάστικες μπουκλίτσες , που ήταν απαλές σαν μετάξι κι έλαμπαν σαν το χρυσάφι στον ήλιο, έδιναν στο χλωμό κοριτσίστικο πρόσωπο μια παράξενη χάρη, μια υπόσχεση, μια ελπίδα… Η μικρή, που άφηνε πρόωρα, τον ξέγνοιαστο παιδιάτικο κόσμο της και ξεκινούσε ανυπόμονη για τη μεγάλη περιπέτεια της ζωής, ήμουν εγώ η ίδια, η Διδώ.

 Γεννήθηκα σε μια ζεστή χώρα που οι γιαγιάδες βάζουν τον “Μάρτη” στα χεράκια των παιδιών, στη Μικρά Ασία, στο Αϊντίνιον. Χώματα ευλογημένα., καρπερά, χορτάτα από βλάστηση .Όπου έβαζες ένα κλαράκι ξεραμένο έβγαζε φύλλα. Σαν άνοιγες την Κυριακή τις πόρτες των σπιτιών , αντάμωνες έναν κόσμο δουλευτάδων με την καθαρή του αλλαξιά, το γιορτινό του τραπέζι, το ρακί του, το μερτικό του στη χαρά και άσβηστο τον πόθο να λυτρωθεί απ’ τη ραγιαδοσύνη. Αυτή η γη η εύφορη, η όμορφη, όπου οι Μικρασιάτες μέχρι τον πόλεμο είχαν τα πάντα στα χέρια τους, είναι η γη μου. Κι ύστερα πέρασε πάνω απ’ αυτή τη χώρα ο πόλεμος και ο ξεριζωμός …

Γι’ αυτή λοιπόν την πατρίδα μου, την αγαπημένη Μικρασία, μιλούν τα Ματωμένα Χώματα. Προσπάθησα αρχικά να ζωγραφίσω με χρώματα όμορφα μα και φοβερά μαζί μια πλατιά τοιχογραφία : τη σκληρή ζωή των Ελλήνων χωρικών της Μικράς Ασίας και την ειρηνική συνύπαρξή τους με τους Τούρκους αγρότες. «Κείνοι που έζησαν μέσα στη θύελλα φεύγουν ένας-ένας κι η ζωντανή μαρτυρία τους χάνεται. Χάνονται οι λαϊκοί θησαυροί ή μπαλσαμώνονται στα ιστορικά αρχεία. ˝Απ’ του πεθαμένου το μάτι, μην περιμένεις δάκρυ˝ λέει μια μικρασιατική παροιμία. Γι’αυτό έσκυψα στις μνήμες των ζωντανών .Ακούμπησα μ’ αγάπη και πόνο τ’ αυτί στις καρδιές τους, εκεί που κρατούν τις θύμησες, όπως στο κονοστάσι τα βάγια και τα στέφανα».

Οι πρωταγωνιστές μιας εποχής συνταρακτικής, ακόμα και οι απλοί αυτόπτες μάρτυρες, όταν πάψουν να βρίσκονται στο προσκήνιο, νιώθουν την ανάγκη κάποιας μεγαλύτερης ειλικρίνειας, είτε απομνημονεύματα γράφουν ή αφηγήσεις κάνουν. Κι επωφελήθηκα από τη νηφαλιότητά τους, όπως και από τις κραυγές της οργής τους μπρος στο “συμμαχικό εμπαιγμό”, που πήρε την έκταση εθνικής συμφοράς στη Μικρασία. Το αίμα, αχ το αίμα, τι άδικο, ξεχνιέται και μένει το μελάνι. Κι αυτό το μελάνι πρέπει να μιλήσει, γιατί πρέπει κάπου να ζούνε αυτοί οι άνθρωποι… ».  Για μένα «λογοτεχνία είναι να υπηρετείς την ιστορία και τη ζωή. Να βάλεις να κατοικήσει μέσα στο βιβλίο η ζωή». Αυτό προσπάθησα να κάνω . Εσύ ο αναγνώστης θα κρίνεις αν τα κατάφερα.

Πρόκειται για  «Βίβλο της σύγχρονης εξόδου του Μικρασιάτικου Ελληνισμού», ένα βιβλίο υπερεθνικό… Πολλά βιβλία περιγράφουν τη μικρασιατική καταστροφή, κανένα όμως όπως τα Ματωμένα Χώματα. Η Διδώ Σωτηρίου με αυτό το έργο της παρουσιάζει τη μικρασιατική καταστροφή, αλλά και την προηγούμενη εποχή ,της ειρήνης ,με την προσωπική της ματιά, καθώς υπήρξε γέννημα της μικρασιατικής γης και έζησε από κοντά τα γεγονότα. Κρατά λοιπόν μια πιο αντικειμενική, αλλά και πιο σοφή ίσως στάση απέναντι στην ελληνοτουρκική διαμάχη. Τα «Ματωμένα χώματα» είναι ένα έντιμο βιβλίο γιατί πείθει για το δράμα και των δύο λαών, χωρίς ακρότητες και εθνικές προκαταλήψεις, παρόλο που η ματιά της Διδώς Σωτηρίου είναι καθαρά ελληνοκεντρική.

Μέσα στην επική ατμόσφαιρα του βιβλίου αυτού, που είναι ένα βιβλίο «Πολέμου και Ειρήνης» της Ελλάδας αντί να αναζωπυρώνεται το μίσος, ζωντανεύει το ανθρώπινο δράμα όλων των μικρών λαών που σφαγιάζονται στο βωμό των ιμπεριαλιστικών συμφερόντων. Για τη Διδώ Σωτηρίου δεν υπάρχουν Έλληνες και Τούρκοι. Υπάρχουν άνθρωποι που υποφέρουν το ίδιο, που αντιδρούν στα γεγονότα κατά τον ίδιο, πανομοιότυπο σχεδόν τρόπο, και ζούνε με το ιδανικό της απλής, ήρεμης και ειρηνικής ζωής. Και όμως, οι άνθρωποι αυτοί, κάτω από συνθήκες που δημιουργεί ο πόλεμος, χάνουν τον ανθρωπισμό τους, μεταβάλλονται, χωρίς να το αντιληφθούν οι ίδιοι, σε πραγματικά κτήνη. Ο μεγάλος υπεύθυνος για την τραγωδία του Μικρασιατικού λαού, για τη συγγραφέα, είναι ο πόλεμος και τα συμφέροντα που τον υποκινούν. Και εναντίον του στρέφεται.

 Τα «Ματωμένα χώματα» είναι ένα «έντιμο βιβλίο», «σεισμική δόνηση». Μυθιστόρημα που «τσούζει. Ζεματάει. Καίει. Τιμωρεί. Έχει ψυχή ανθρώπινη. Οργή λαού. Πόνο εθνικό» «Κάστρο σωστό λόγου, ενάντια στον καιρό, τη λησμονιά και το ψέμα». Να το διαβάσετε μόνο αν έχετε γερό στομάχι αλλά όχι, διαβάστε το έτσι κι αλλιώς, γιατί έτσι πρέπει να είναι η Ιστορία, χωρίς καλλωπισμούς…

Τόσα χρόνια πέρασαν κι οι μνήμες δε λησμονούνται, φουντώνουν και καίνε είναι η κουβέντα που από μικρά παιδιά ακούγαμε από τους παππούδες και της γιαγιάδες  μας για τον ξεριζωμό από τη Μικρασία και την προσφυγιά. Μέχρι που ζούσε πάντα ακούγαμε ιστορίες από κείνα τα μέρη, ιστορίες που ,ευτυχώς ,έμαθαν και οι νεώτεροι. Ήταν ένα παραμύθι με άσχημο τέλος. Δεν είχαμε συνειδητοποιήσει ακόμη την καταγωγή των προγόνων μας , ούτε ότι αυτό το παραμύθι δεν ήταν παραμύθι αλλά το παρελθόν της ίδιας μας της οικογένειας. Τότε μπορεί να συναντήσαμε καταχωνιασμένο σε κάποιο ράφι ένα βιβλίο που οι περισσότερες βιβλιοθήκες κρύβουν ή θα έπρεπε να κρύβουν και μάθαμε πως αυτά τα παραμύθια δεν ήταν απλές οι ιστορίες, ήταν η ιστορία, ενός λαού που ξεριζώθηκε, ενός λαού που χαρίστηκε στα συμφέροντα, ενός λαού που εγκαταλείφθηκε τη στιγμή που χρειαζόταν περισσότερο από ποτέ βοήθεια, ενός λαού που δεν απέχει πολύ από το σήμερα και ας έχουν περάσει 100 χρόνια. Γιατί ο λαός αυτός άφησε το σημάδι του στην πορεία και την ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας, από τα προσφυγικά στην Νέα Ιωνία και την Κοκκινιά, μέχρι τα τραγούδια και τα φαγητά. Σαν φόρο τιμής, αν δεν το έχετε κάνει ακόμα κάνει: διαβάστε αυτήν την ιστορική και λογοτεχνική μαρτυρία. Θα κλάψετε, θα σοκαριστείτε, θα αγαπήσετε, θα θαυμάσετε.