Φερνάν Λεζέ: ο πρόδρομος της Pop Art που ξεκίνησε από τον Κυβισμό

Fernand Léger

Σαν σήμερα το 1955 φεύγει από την ζωή ο Φερνάν Λεζέ, Γάλλος ζωγράφος και γλύπτης, ο οποίος ξεκίνησε από τον κυβισμό, ωστόσο προχώρησε σε πιο εικονικές και εύληπτες παραστάσεις, με αποτέλεσμα να θεωρείται πρόδρομος της Ποπ Αρτ. Με την τέχνη του έδωσε την πιο ολοκληρωμένη έκφραση του μηχανοκρατικού περιβάλλοντος, ενώ παράλληλα έκανε μια απόπειρα εξανθρωπισμού του σύγχρονου βιομηχανικού πολιτισμού. Γεννήθηκε στις 4 Φεβρουαρίου του 1881 στη Νορμανδία και έζησε και μεγαλούργησε στην Γαλλική Ριβιέρα. Ο πατέρας του ήταν κτηνοτρόφος και ζωέμπορος. «Ο πατέρας μου», θα πει αργότερα ο ζωγράφος , «ήταν ένα υπέροχο ζώο. Αν ζούσε λίγα χρόνια παραπάνω θα γινόμουν και εγώ ζωέμπορος όπως και αυτός».

Ας απολαύσουμε το πλούσιο έργο του!

Ο παραπάνω πίνακας «Οι διασκεδάσεις» είναι από τα τελευταία χρόνια του Λεζέ, όπου με μεγάλους πίνακες προσπάθησε να εκφράσει μια ανθρώπινη μυθολογία. Η σχεδόν πρωτόγονη και περισσότερο τονισμένη μνημειακή μορφή των προσώπων, υπογραμμίζει την ικανότητα δράσεως και μας δίνει την εικόνα μια ρωμαλέας ζωτικότητας.
Η χαρά ή η κούραση έχουν ένα βάρος, μπορούν να κινηθούν, έχουν κάποια δύναμη: «λειτουργούν» όπως έλεγε και ο ίδιος.  Στον πίνακα αυτό ο Λεζέ με καθαρά και άμεσα σχήματα, υμνεί τη ζωή που αγαπούσε τόσο, την αλήθεια και την αξιοπρέπεια της δουλειάς και της χαράς.
Komposition
Komposition (1918)
Liebespaar
Liebespaar
Kompozycja
Kompozycja
Contrast of Forms (1914)
The Exit of the Russian Ballet (1914)
Woman with a Book (1923)
Woman with a Cat (1921)
Study for the two lovers (1955)
Singer at the microphone (1955)
Branches (Logs) (1955)
The woman and the flower (1954)
Mother and child (1955)

ΠΗΓΕΣ: https://www.wikiart.org/en/fernand-leger , https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A6%CE%B5%CF%81%CE%BD%CE%AC%CE%BD_%CE%9B%CE%B5%CE%B6%CE%AD , https://www.europeana.eu/portal/el/explore/people/53565-fernand-leger.html , https://www.greekencyclopedia.com/leze-leger-fernan-1881-1955-p3476.html , https://imaginistes.wordpress.com/2018/01/15/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%AD%CE%B3%CE%B3%CE%B9%CF%83%CE%B7-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%B5%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CF%84%CE%AD%CF%87%CE%BD%CE%B7-%CF%86%CE%B5%CF%81%CE%BD/

Γκέρχαρντ Ρίχτερ και το επαναστατικό του βιτρό στον Καθεδρικό της Κολωνίας

Ο 76χρονος Γκέρχαρντ Ρίχτερ είναι ο σπουδαιότερος εν ζωή Γερμανός ζωγράφος σήμερα και επειδή η επιτυχία συνήθως προσμετράται σε χρήμα, είναι αναμφισβήτητα και ο πιο επιτυχημένος, σπάζοντας το ένα μετά το άλλο τα ρεκόρ πωλήσεων. Σύμφωνα με μετρήσεις του περιοδικού Capital, o Ρίχτερ το διάστημα 2004 – 2007 βρισκόταν στην πρώτη θέση από πλευράς πωλήσεων. Και τι γίνεται τώρα με την οικονομική κρίση, τον ρωτάμε. Πόσο τον επηρεάζει; Γελάει και παραμένει χαλαρός, τα παρακολουθεί και τα διαβάζει όλα αυτά στις εφημερίδες, αλλά δεν τον πολυαπασχολούν. Να μην παίρνουμε την τέχνη τόσο σοβαρά όσον αφορά την οικονομική της πλευρά, μας προτρέπει ο διευθυντής του Μουσείου Λούντβιχ Κάσπαρ Κένιχ. «Αναμφισβήτητα πάντως» παραδέχεται «οι συνέπειες θα φανούν και σε αυτόν τον τομέα». Προς το παρόν πάντως δεν επιβεβαιώνεται ακόμα. Σύμφωνα με πρόσφατο δημοσίευμα της εφημερίδας Tagesspiegel τα κέρδη από τις πωλήσεις έργων τέχνης συνεχίζονται, τα ποσά που διακινούνται είναι τεράστια, αν και φαίνεται κάποιοι ζωγράφοι να βγαίνουν περισσότερο κερδισμένοι από την κρίση σχετικά με τις πωλήσεις των έργων τους, όπως για παράδειγμα ο Αντι Γουόρχολ, ο Φράνσις Μπέικον και ο Λούσιαν Φρόιντ, ενώ ο Γκέρχαρντ Ρίχτερ συγκαταλέγεται μάλλον στους «χαμένους».

Ο Γκέρχαρντ Ρίχτερ γεννήθηκε στη Δρέσδη το 1932. Μαθητής του σοσιαλιστικού ρεαλισμού ήρθε σε επαφή το 1959, κατά τη διάρκεια της έκθεσης Documenta στο Κάσσελ, με το έργο του Τζάκσον Πόλοκ και του Λούτσιο Φοντάνα. Το 1961, λίγο πριν χτιστεί το τείχος του Βερολίνου, διέφυγε από την Ανατολική Γερμανία και εγκαταστάθηκε στο Ντίσελντορφ όπου σπούδασε και αργότερα δίδαξε, από το 1971 μέχρι το 1994, στην περίφημη Ακαδημία Καλών Τεχνών της πόλης. Σήμερα ζει στην Κολωνία όπου έχει τα δύο ατελιέ του.

Ο Ρίχτερ έχει εκθέσει στα σημαντικότερα μουσεία του κόσμου και έχει βραβευθεί πολλές φορές. Το 1997 του απονεμήθηκε το ιαπωνικό βραβείο «Praemium Imperiale» το οποίο θεωρείται το Νομπέλ των Τεχνών.Δεν είναι τυχαίο εξάλλου ότι στην αγορά τέχνης, οι τιμές των έργων του είναι ιλιγγιώδεις. Τα «τρία κεριά» του για παράδειγμα πουλήθηκαν το 2001 σε δημοπρασία των Σοθμπις έναντι 5,3 εκ. ενώ σε δημοπρασία του 2011, οι πωλήσεις του έφτασαν στα 200 εκ. δολλάρια.

Είναι τελειομανής, λιγομίλητος και αποφεύγει τις συνεντεύξεις. «Μου αρέσει ότι δεν έχει στυλ: τα λεξικά, οι φωτογραφίες, εγώ και οι πίνακές μου» είχε πει κάποτε. Πράγματι και ο ίδιος δεν έχει ένα στυλ αλλά πολλά διαφορετικά. Και αυτό για το οποίο διακρίνεται και εντυπωσιάζει είναι το θολό γκρίζο, που αποτυπώνεται σε μια σειρά πινάκων του, εικόνες φλουταρισμένες και μυστηριώδεις, για τις οποίες διαλέγει θέματα από την κοινότοπη καθημερινή ζωή μιας νοικοκυράς, από φωτογραφίες δικές του και της Λένι Ρίφενσταλ από την Αφρική, από τη ζωή των δικών του αλλά ακόμη και θέματα που απεικονίζουν τη φρίκη του πολέμου, τις συλλήψεις και τις αυτοκτονίες της ομάδας Μπααντερ Μάινχοφ στα λευκά κελιά και τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001.

Επηρεασμένος από κλασικούς όπως ο Τιτσιάνο και ο Βερμέερ αλλά και τα κινήματα της αμερικανικής ποπ αρτ, της οπ αρτ και του μινιμαλισμού -θεωρείται ο μεγαλύτερος ευρωπαίος εκπρόσωπός τους- ο Ρίχτερ περνάει με μεγάλη ευκολία από την ποπ αρτ στην αφηρημένη τέχνη και από τον φωτορεαλισμό και πάλι στην αφηρημένη ζωγραφική για να αποτυπώσει σε καμβάδες μεγάλων διαστάσεων αφρισμένα χρώματα που ανακατεύονται αλλού με παχιές και αλλού πιο λεπτές πινελιές.

Ενας καταρράκτης από χρώματα, ένας ύμνος στην επιμελημένη «τυχαιότητα» αυτή είναι η αφηρημένη ζωγραφική του πολύπλευρου Γερμανού ζωγράφου. Γιατί ο Ρίχτερ δεν είναι ένας καλλιτέχνης, αλλά πολλοί μαζί ταυτόχρονα. Ο τρόπος που ζωγράφιζε στη δεκαετία του ’60 και αργότερα του ’70 ήταν καινούργιος ακόμα για τη Γερμανία. Εμπνεύσθηκε πολύ από την αμερικανική ποπ-αρτ. Τα έργα του δεν έχουν μια εμφανή συνέχεια. Είναι ο ζωγράφος που με την ίδια ευκολία αποτυπώνει στον καμβά ωραία λουλουδάκια στο βάζο, όπως και τα πορτρέτα των πρωταγωνιστών της τρομοκρατικής οργάνωσης RAF στον γνωστό κύκλο του «18 Οκτωβρίου 1977». Και από τον φωτορεαλισμό πάλι περνάει με την ίδια ευκολία στην αφηρημένη τέχνη. Σε αυτήν ακριβώς την αφηρημένη ζωγραφική που δημιουργήθηκε από τη δεκαετία του ’70 μέχρι σήμερα επικεντρώνεται η έκθεση στο μουσείο Λούντβιχ της Κολωνίας.

Ανυποψίαστος αλλά και εντυπωσιασμένος στέκεται ο θεατής μπροστά και στα υπόλοιπα μεγάλα έργα, όπως είναι τα σκοτεινά «Νοέμβριος» (1989), «Ιανουάριος» (1989), «Φεβρουάριος» (1989). Εργα φτιαγμένα με μαεστρία, πείσμα και υπομονή. «Προϊόν της θέλησης και του τυχαίου», όπως μας λέει ο Ρίχτερ. Πίνακες δουλεμένοι με πολλές παχιές στρώσεις χρώματος. Χρώματα που μπλέκονται, ανακατεύονται και δημιουργούν παράξενες μορφές, απροσδιόριστες. Ομως δεν μπορείς να μην παρατηρήσεις πως αυτός ο πολύ όμορφος κόσμος του τυχαίου δεν κρύβει και τη συνειδητή επιλογή του χρώματος και της φοράς του πινέλου ή της σπάτουλας.

Τα έργα μοιάζουν να είναι αποτέλεσμα ευκολίας, πίνακες όμως όπως αυτοί μαρτυρούν το αντίθετο. Προηγήθηκαν 32 ολόκληρες προσπάθειες για να καταλήξει στην τελική μορφή.

Ένα πρωτότυπο έργο του καλλιτέχνη βρίσκει κανείς απρόσμενα στον καθεδρικό ναό της Γερμανίας, το δεύτερο μεγαλύτερο στη Γερμανία και σίγουρα ένας από τους μεγαλύτερους στον κόσμο. Δεν πρόκειται για τα αναμενόμενα βιτρό της ρωμαιοκαθολικής εκκλησιαστικής τεχνοτροπίας, αλλά για ένα προϊόν αφηρημένης, ίσως και κοντά ποπ τέχνης, πολύχρωμο και όμορφα δομημένο. Η διαφορά του σε σχέση με τα υπόλοιπα δεν ενοχλεί τον θεατή, ίσα ίσα ταιριάζει απόλυτα με τον χώρο μέσα στον οποίο έχει τοποθετηθεί. Βρίσκεται σε απόλυτη αρμονία και γεμίζει το ναό με ένα υπέροχο χρώμα με τις ακτίδες του ηλίου.


Ο Γκέρχαρντ Ρίχτερ είναι μεγάλος ζωγράφος. (Ναι, σαν εκείνους, τους άλλους, τους παλιούς…) Μόνο που πρέπει να τον δει κανείς «αθώα». Ισως όσο «αθώα» βλέπει ο ίδιος τον εαυτό του: «Πολλοί λένε: «Ο Ρίχτερ έχει να κάνει με το φως». Ποτέ δεν κατάλαβα για ποιο πράγμα μιλάνε. Ποτέ δεν με ενδιέφερε το φως. Το φως είναι εδώ και το ανάβεις ή το σβήνεις. Δεν ξέρω ποια είναι «η προβληματική του φωτός». Βεβαίως υπάρχει φως εδώ. Χωρίς φως δεν θα βλέπαμε ο ένας τον άλλον».

Το whaam, από τον πατέρα της Ποπ Αρτ, Ρόι Λίχτενσταϊν

Ο Ρόι Λίχτενσταϊν ήταν Αμερικανός καλλιτέχνης της Ποπ Αρτ. Ο καλλιτέχνης συχνά αντλούσε τα θέματά του από εμπορικές πηγές, βιβλία, κόμικς, καρτούν και διαφημιστικές εικονογραφήσεις, επειδή ο τρόπος που απεικόνιζαν το συναισθηματικό περιεχόμενο, χρησιμοποιώντας απλές τεχνικές της γραφιστικής, του επέτρεπε να παρουσιάζει ιδιαίτερα φορτισμένα θέματα με ένα φαινομενικά επιφανειακό τρόπο.

Ακόμη, είχε προτίμηση στη χρωματική παλέτα του βιβλίου κόμικς, με τα φωτεινά κόκκινα, κίτρινα, γαλάζια και πράσινα, που συχνά είχαν μαύρο περίγραμμα. Η τεχνική που είχε επιλέξει δεν ήταν απλώς μια αναφορά στη λαϊκή κουλτούρα, αλλά επιπλέον ένα ειρωνικό σχόλιο σε αυτό που εκείνος θεωρούσε ευτελισμό της κουλτούρας του αμερικάνικου τρόπου ζωής.

Ως καλλιτέχνης ο Λίχτενσταϊν σαγηνευόταν πάντα από την αμερικάνικη κουλτούρα και στην αρχή της καριέρας του δημιουργούσε έργα που απεικόνιζαν ιστορικές σκηνές γύρω από φημισμένες μάχες ή ιστορίες για το Φαρ Ουέστ. Άρχισε να πειραματίζεται με την Ποπ Αρτ στις αρχές του ’60 και στράφηκε στην παιδική του αγάπη για τα κόμικς.

Βασισμένο στην εικόνα από το βιβλίο Αμερικάνοι άντρες στον πόλεμο, που είχε δημοσιευτεί από το DC Comics in 1962, Whaam! αφού προσαρμόστηκε επιδέξια από τον Λίχτενσταϊν μεγενθύθηκε σε γιγάνταια κλίμακα με αποτέλεσμα αυτό το δυναμικό, στυλιταρισμένο και εμβληματικό έργο της Ποπ Αρτ. Λέγεται ότι η άμεση έμπνευση ήρθε όταν ένα από τα παιδιά του σήκωσε το κόμικς που διάβαζε και τον προκάλεσε με τα λόγια: “Στοίχημα ότι δε μπορείς να ζωγραφίσεις τόσο καλά.”

” Η Ποπ Αρτ δεν μοιάζει σαν τον πίνακα κάποιου άλλου. Μοιάζει με αυτό το ίδιο,το αυθεντικό”.

Σχετική εικόνα