Οι μάγισσες του Σάλεμ: η αληθινή ιστορία πίσω από το θεατρικό έργο

Σε αυτό το έργο θα μεταφερθούμε το 1692 στο Σάλεμ, ένα μικρό χωριό στην επαρχία της Μασαχουσέτης. Κατά το 17ο αιώνα στην αποικία της Μασαχουσέτης, όπως και στις περισσότερες πουριτανικές αποικίες στο Νέο Κόσμο, υπήρχε η πεποίθηση στους κατοίκους ότι βρίσκονταν σε διαρκή μάχη με το Σατανά. Επίσης, η αντιμαχία του Σάλεμ Βίλατζ με τη γειτονική Σάλεμ Τάουν, μια πρόσφατη επιδημία ευλογιάς και ο φόβος της επίθεσης από πολεμικές φυλές ιθαγενών δημιούργησαν ένα κλίμα φόβου και καχυποψίας. Είχε προηγηθεί το κυνήγι μαγισσών στην Ευρώπη, οπότε ο φόβος για πιθανή “μόλυνση” του Νέου Κόσμου ήταν εμφανής.

Η ιστορία ξεκινά όταν η Ελίζαμπεθ Πάρις (Μπέτι), και η προστατευόμενη , Άμπιγκεϊλ Ουίλιαμς, άρχισαν να παρουσιάζουν περίεργα συμπτώματα, τα οποία κανείς γιατρός δεν μπορούσε να εξηγήσει. Τα συμπτώματα περιλάμβαναν κραυγές, βλασφημίες, σπασμούς, μυστήριες επικλήσεις και κατάσταση έκστασης και σύντομα παρατηρήθηκαν και σε άλλα κορίτσια της πόλης. Έτσι ο αιδεσιμότατος Σάμιουελ Πάρις, πατέρας της Μπέτι, αφού φέρεται να έπιασε επ’ αυτοφόρω τα κορίτσια στο δάσος να χορεύουν ζήτησε βοήθεια και από γειτονικές πόλεις. Ο φιλάργυρος, όπως παρουσιάζεται, πρώην έμπορος και νυν ιερέα αλλά και οι υπόλοιποι κάτοικοι της πόλης άρχισαν να πιέζουν τα κορίτσια να κατονομάσουν τους ανθρώπους που καταπιάνονταν με «έργα του Διαβόλου». Σύντομα και η Άννα Πούτναμ, ένα ακόμα μέλος μιας ευυπόληπτης οικογένειας, θα εμφανίσει παρόμοια συμπτώματα. Και οι δύο γονείς της, με τραγικό πρόσωπο την μητέρας της που πίστευε πως ο θάνατος των 7 νεογνών της οφείλεται σε επέμβαση του σατανά θα στραφούν κατά της μαγείας και ιδίως των προσώπων που πίστευαν ότι εμπλέκονταν σε αυτή. H Άμπιγκεϊλ είναι παράφορα ερωτευμένη με τον αγρότη Τζον Πρόκτορ, που την έχει προηγουμένως απορρίψει και έχει επιλέξει να ζήσει με την γυναίκα του.

Πρώτο θύμα αυτού του κυνηγιού υπήρξε αν μη τι άλλο, μια ξένη, η Τιτούμπα, ινδιάνα σκλάβα που είχε γεννηθεί στη Νότια Αμερική και είχε φέρει μαζί του ο ιερέας από τα νησιά Μπαρμπάντος, γνώστρια της μαγικής λατρείας της Obeah. Τα κορίτσια του χωριού την επισκέπτονταν συχνά την Τιτούμπα προκειμένου να τις φέρει σε επαφή με πνεύματα. Εξαιτίας της πίεσης που της άσκησαν, αναγκάστηκε να ομολογήσει ότι ήταν η υπεύθυνη για την κατάσταση των κοριτσιών. Μαζί της συνελήφθησαν ακόμα δύο γυναίκες. Η Σάρα Γκουντ ήταν επαίτης, κόρη ενός Γάλλου ξενοδόχου, που αυτοκτόνησε όταν η ίδια ήταν έφηβη ακόμα και η Σάρα Όσμπορν ήταν μία κατάκοιτη ηλικιωμένη, η οποία για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν εκκλησιαζόταν και είχε νομικές αντιμαχίες με την οικογένεια Πούτναμ. Σύντομα, ξεκίνησαν οι αλληλοκατηγορίες μεταξύ των κατοίκων. Δύο δικαστές έφτασαν στην πόλη: ο Τζον Χάθορν κι ο Τζόναθαν Κόργουιν, ενώ λίγους μήνες μετά στήθηκε στο χωριό δικαστήριο με επικεφαλής τον δικαστή Γουίλιαμ Στάουτον, ο οποίος περιγράφεται ως χωρίς οίκτο και με δίψα για την εξουσία.

Τραγικά είναι τα πρόσωπα εκείνων των ανδρών που προσπαθούν να σώσουν τις γυναίκες τους από την αγχόνη. Ο Τζιλ Κόρεϊ και ο Τζον Πρόκτορ εναντιώθηκαν στην σύλληψη των γυναικών τους που επήλθε κατόπιν καταθέσεων των νεαρών κοριτσιών και ιδίως της Μαίρη Γουόρεν, η οποία ήταν υπηρέτρια στο αγρόκτημα των Πρόκτορ. Η εναντίωση στην απόφαση του δικαστή επέφερε και στην στοχοποίησή τους. Ενώ ο Πρόκτορ έπεισε τον Γουόρεν να ομολογήσει τις ψευδείς της κατηγορίες ενώπιον του δικαστηρίου, η νεαρή Άμπιγκεϊλ που εποφθαλμιούσε τον Πρόκτορ την μετέπεισε, ώστε να κατηγορήσει και εκείνον για παρόμοιες ενέργειες.

Ο μη εκκλησιασμός του τις Κυριακές, οι διακηρύξεις περί μη πίστης στον διάβολο και το γεγονός πως το ένα εκ των παιδιών του δεν είχε βαπτιστεί ήταν αρκετές ενδείξεις για να κατηγορήσουν και εκείνον για μαγεία. Αφού παραδέχθηκε για να υποστηρίξει περαιτέρω την σύζυγό του πως είχε νιώσει σφοδρή επιθυμία για την νεαρή Άμπιγκεϊλ και αυτός ήταν ο λόγος που η γυναίκα του την έχει διώξει από το σπίτι τους, η θέση του επιδεινώθηκε ακόμα περισσότερο. Ανάλογη κατάληξη είχε και ο Κόρεϊ. Κατόπιν αυτόν συνελήφθησαν, ενώ η γυναίκα του Ελίζαμπεθ Πρόκτορ αφέθηκε ελεύθερη, καθώς ήταν έγκυος. Ο Κόρεϊ πέθανε αφού τον καταπλάκωσαν με πέτρες, χωρίς να ομολογήσει πως υπηρετούσε τον σατανά μήτε όμως και το αντίθετο. Έτσι, απεβίωσε σαν Χριστιανός και τα παιδιά του δεν έχασαν το κληρονομικό τους δικαίωμα στο κτήμα του. Ο Πρόκτορ, ενώ κλήθηκε να υπογράψει πως είχε δει τον διάβολο και είχε εργαστεί για αυτόν, δεν ομολόγησε ποτέ τελικά και κρεμάστηκε, όπως και οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι, αφήνοντας πίσω τα παιδιά και την σύζυγό του, στην οποία τελικά αποδόθηκε χάρη.

Οι δίκες τερματίστηκαν με την επιστροφή του κυβερνήτη Γουίλιαμ Φιπς στη Μασαχουσέτη από τον πόλεμο, ο οποίος απένειμε χάρη στους φυλακισμένους. Όμως το γεγονός λειτουργεί μέχρι σήμερα ως μια θλιβερή υπενθύμιση του πού μπορεί να οδηγήσουν η απομόνωση και ο θρησκευτικός φανατισμός. Μια μελέτη του 1976 (Science) την «υστερική» συμπεριφορά των κατηγορούμενων στο κυνήγι μαγισσών του Σάλεμ αποδίδει σε ένα παράσιτο της σίκαλης, το εργότιο, που απελευθερώνει την ψυχοτρόπο ουσία λυσεργικό οξύ (το οποίο χρησιμοποιείται και στην παρασκευή LSD). Άλλα σενάρια που έχουν προταθεί είναι ότι έπασχαν από ληθαργική εγκεφαλίτιδα, μια νόσο που μετέδιδαν τα ζώα και τα πτηνά, ή από τη νόσο Lyme. Μπορεί όμως επίσης να ήταν ψυχοσωματικά συμπτώματα της κοινωνικής απομόνωσης που βίωναν εκείνοι οι άνθρωποι στην ήδη απομονωμένη Νέα Αγγλία. Κάποιοι μελετητές επισημαίνουν τις διαφορές μεταξύ των κατηγορούμενων και των κατηγόρων, οι οποίες προφανώς έκαναν τη διαφορά μεταξύ ζωής και θανάτου. Οι περισσότεροι από τους κατηγορούμενους ζούσαν στα νότια και πολλοί από αυτούς ήταν σε καλύτερη οικονομική κατάσταση από τους κατηγόρους τους. Σε πολλές περιπτώσεις, οι κατηγορίες κατά οικογενειών είχαν ως αποτέλεσμα περιουσιακά κέρδη για τους κατηγόρους. Επίσης, κατήγοροι και κατηγορούμενοι είχαν διαφορετικές τοποθετήσεις σε εκκλησιαστικά ζητήματα τα οποία είχαν προκαλέσει διχασμό στο χωριό πριν το ξέσπασμα της υστερίας.

Ο Άρθουρ Μίλλερ πήρε την γνωστή αυτή ιστορία και την μετέτρεψε σε ένα από τα σημαντικότερα σύγχρονα θεατρικά έργα. Ανέβασε to 1953 στο Μπρόντγουεϊ το έργο του «The Crucible», το οποίο βραβεύτηκε με Βραβείο Τόνι. «Ένα έργο για την ατομική συνείδηση και την κοινωνική τυραννία που βιώνει κάθε πολιτισμός και κάθε γενιά» θα σημειώσουν οι New York Times. Ο ίδιος ο Μίλλερ θα πει: «Όταν η ατμόσφαιρα είναι ηλεκτρισμένη ο φόβος παίρνει υπόσταση. Οι άνθρωποι του Σάλεμ έβλεπαν τον εαυτό τους σαν κάτοχο μιας ανώτερης αλήθειας. Αν το φως αυτής της αλήθειας έσβηνε, πίστευαν πως θα ερχόταν η συντέλεια του κόσμου. Όταν έχετε έναν ιδεολογικό κόσμο που θεωρεί τον εαυτό του τόσο αγνό, είναι φυσικό να τείνετε προς τα άκρα». Ένα έργο οικουμενικό και επίκαιρο σαν αυτό δεν μπορούσε παρά να κατακρίνει τον ρατσισμό και τον φανατισμό οποιαδήποτε μορφή αυτός λαμβάνει. Εξάλλου, η Τιτούμπα ως εξιλαστήριο θύμα έγινε σύμβολο της εποχής που έζησε και δημιούργησε ο Μίλλερ που χαρακτηριζόταν από βία και έμφυλες διακρίσεις ιδίως κατά του εγχρώμου πληθυσμού της Αμερικής. Είχε στόχο να καταγγείλει την αντικομουνιστική υστερία που επικράτησε στις ΗΠΑ την εποχή του μακαρθισμού και οδήγησε στη φυσική ή στην ηθική εξόντωση απλών πολιτών, ιδεολόγων και εκπροσώπων του πνευματικού κόσμου.

Αλλά ο Μίλλερ δεν έμεινε μόνο σε μια πολιτική και κοινωνική καταγγελία. Διείσδυσε βαθιά στην ανθρώπινη ψυχή και με άγγελο τον Πρόκτορ ξεπέρασε εκπληκτικά το ιστορικό επεισόδιο που έχει δεχτεί για υπόδειγμά του. Ο ήρωας, κουβαλώντας μια προσωπική αμαρτία, αυτή της συζυγικής απιστίας, που ακόμα και αν δεν παίρνει σάρκα και οστά, ζούσε στην σκέψη του πρέπει προτού χάσει τη ζωή του να εξασφαλίσει την συγγνώμη της γυναίκας του αλλά και την προσωπική του κάθαρση. Αγωνίζεται να μην χάσει την ψυχή του, αφού είχε ήδη με την παραδοχή της απιστίας σπιλώσει το όνομά του. Οι δραματικοί του μονόλογοι είναι συνταρακτικοί και αποκρυσταλλώνουν ευαγώς την αγωνία ενός ανθρώπου να μετανοήσει, να αλλάξει πορεία στην ζωή του που βλέπει να τελειώνει χωρίς σημαντικό λόγο. Γινόμαστε μάρτυρες της μεταστροφής, του Γολγοθά του και της θυσία του. Θυσιάζει την ζωή του για να κρατήσει αμόλυντη από τον δογματισμό την ψυχή του.

Στην Ελλάδα, ανέβηκε στη σκηνή του Εθνικού Θεάτρου μόλις δυο χρόνια αργότερα το 1955 κι έγινε γνωστό με τον τίτλο «Δοκιμασία (Οι μάγισσες του Σάλεμ)». Εμείς παρακολουθήσαμε την παράσταση “The crucible”, η οποία ανέβηκε το 2014 στο θέατρο Old Vic σε σκηνοθεσία του Yaël Farber και με πρωταγωνιστή τον Richard Armitage.

Πηγές:

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%AC%CE%B3%CE%B9%CF%83%CF%83%CE%B5%CF%82_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%A3%CE%AC%CE%BB%CE%B5%CE%BC

https://www.culturenow.gr/oi-magisses-toy-salem-toy-arthoyr-miler-sto-theatro-emporikon/

https://tvxs.gr/news/%CF%83%CE%B1%CE%BD-%CF%83%CE%AE%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%B1/%CF%80%CE%AD%CE%BD%CF%84%CE%B5-%CE%B3%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%AF%CE%BA%CE%B5%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%83%CE%AC%CE%BB%CE%B5%CE%BC-%CE%BF%CE%B4%CE%B7%CE%B3%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%B9-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%BA%CF%81%CE%B5%CE%BC%CE%AC%CE%BB%CE%B1-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CE%BC%CE%B1%CE%B3%CE%B5%CE%AF%CE%B1

https://sputniknews.gr/epistimi/202006217565526-oi-magisses-tou-salem-oi-daimonismenes-gynaikes-oi-exofrenikes-dikes-oi-varvares-ekteleseis/

Unorthodox: Η συγκλονιστικά πανέμορφη ιστορία του να γεννιέσαι ξανά

Unorthodox: Trailer zur Netflix-Serie

Τη φυγή μιας κοπέλας που, αν και εύθραυστη, επιδεικνύει τρομερό θάρρος απορρίπτοντας ολόκληρο τον μέχρι τώρα κόσμο της, για να διεκδικήσει την ατομική της ελευθερία μάς παρουσιάζει η νέα μίνι σειρά του Netflix «Unorthodox». Το Unorthodox είναι μια αληθινή ιστορία που δεν γίνεται να μην σε συνταράξει ολόκληρο, βλέποντάς την.

Η σειρά βασίζεται στο ομότιτλο αυτοβιογραφικό βιβλίο της Deborah Feldman «Unorthodox: The Scandalous Rejection of My Hasidic Roots», στο οποίο η συγγραφέας παρουσιάζει την προσωπική της ιστορία.

Αλλά, ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Χασιδιστές στο Μπρούκλιν

Στο Γουίλιαμσμπεργκ του Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης, με θέα το Μανχάταν, ζουν οι πιο σκληροπυρηνικοί Εβραίοι που έχουν φτιάξει ένα γκέτο για τις οικογένειές τους. Πρωτοπήγαν στη Νέα Υόρκη μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο και τα βασικά φύλα της κοινότητας αποτελούνται από Ρουμάνους και Ούγγρους. Η κοινότητα αυτή γεννήθηκε στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη ως αντίδραση στον εβραϊκό διαφωτισμό (Haskalah) που άνθισε από τα τέλη του 18ου αιώνα και για έναν αιώνα περίπου μέχρι την ανάπτυξη την εβραϊκής εθνικής ιδέας και του Σιωνισμού.

Δημιούργησαν μια κλειστή κοινότητα, ενδεχομένως ως «απάντηση» στο Ολοκαύτωμα και την απειλή της εξαφάνισής τους. Μιλάνε αποκλειστικά τη γλώσσα τους, τα γίντις, και η καθημερινότητά τους ορίζεται από αυστηρούς κανόνες και απαγορεύσεις. Ο Ραβίνος είναι κάτι παραπάνω από πνευματικός τους ηγέτης αλλά η παρέμβασή του μπορεί να επηρεάσει ακόμη και την καθημερινότητα των μελών της κοινότητας. Ο λόγος του είναι αδιαμφισβήτητος και ουδείς τολμάει να πάει κόντρα στις επιταγές του. Η κοινότητα ενώ ζει στον 21ο αιώνα, στην πραγματικότητα η ζωή των μελών της διέπεται από την ερμηνεία κανόνων που δεν έχουν καμία σχέση με την ελευθερία σκέψης και ατομικής βούλησης.

Μεγαλύτερα «θύματα» αυτής της κατάστασης είναι οι γυναίκες. Οι γυναίκες είναι μόνο για να κάνουν παιδιά Οι χασιδιστές του Γουίλιαμσπεργκ ζουν στην Νέα Υόρκη, αλλά είναι κυριολεκτικά απομονωμένοι από τον σύγχρονο κόσμο. Η πρόσβαση στο ίντερνετ και στα «έξυπνα» κινητά απαγορεύονται. Το ίδιο και η πάσης φύσης μόρφωση. Οι άντρες και τα αγόρια ζουν σχεδόν χωριστά από τις γυναίκες και τα κορίτσια. Μελετούν τις γραφές και συμμετέχουν σε δικές τους γιορτές όπου μαθαίνουν τραγούδια και χορεύουν. Βασικό ρητό της κάστας είναι η φράση «τίποτα δεν πρέπει να αλλάξει». Έτσι μιλάνε, τρώνε, ντύνονται και συμπεριφέρονται, όπως οι πρόγονοί τους στην Ευρώπη πριν από 250 χρόνια. Οι άντρες είναι πάντα τα αφεντικά στη δουλειά και το σπίτι, και οι γυναίκες της κοινότητας είναι αποκλεισμένες από κάθε δραστηριότητα. Προορίζονται μόνο για να τεκνοποιούν, χωρίς φυσικά να επιτρέπεται ούτε καν η απόλαυση της γενετήσιας πράξης.

Κάθε Χασιδική οικογένεια του Γουίλιαμσπεργκ έχει μέσο όρο 8 παιδιά. Μόλις παντρευτούν κουρεύονται γουλί και κυκλοφορούν είτε με ομοιόμορφες περούκες είτε με μαντήλια στο κεφάλι τους. Ντύνονται μόνο με μακρυές φούστες και απαγορεύονται να φορούν κοντομάνικα. Η κλειστή κοινότητα των Χασιδιστών παρέμεινε πιστή στις επιταγές της κοινωνικής απομόνωσης και παρά τις αντιδράσεις κατά των Εβραίων, που άλλαζαν τον χαρακτήρα του μικρού και ασφαλούς από εξωγενείς παράγοντες, γκέτο τους, επιμένουν και αυστηροποιούν τους κανόνες για την κοινότητά τους. Ένας στους τέσσερις από τους 561 χιλιάδες κατοίκους του Μπρούκλιν ανήκει στην κάστα των υπέρ-ορθόδοξων Χασιδιστών Εβραίων, και πολύ δύσκολα μπορεί να αποκοπεί από αυτήν. Ενήλικες που έχουν μεγαλώσει αμόρφωτοι και χωρίς καμία εκπαίδευση σε τεχνικές δεξιότητες είναι πολύ δύσκολο να επιβιώσουν στον πραγματικό κόσμο. Η ίδια η κοινότητα «φροντίζει» ώστε τα απολωλότα μέλη της να περνάνε όσο γίνεται πιο δύσκολα στην σπάνια περίπτωση που τολμήσουν να αφήσουν την αγκαλιά της ομάδας τους.

Παρακολουθώντας το Unorthodox, τη νέα μίνι σειρά που βρέθηκε μεμιάς στο top ten του ελληνικού Νetflix (όχι πως μια θέση σ’ αυτό το βάθρο λέει κάτι για την ποιότητά της, αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι ευχάριστο το γεγονός ότι βρίσκεται εκεί) οι παύσεις ήταν συχνές και μεγάλες, οι Χασιδικές κοινότητες και οι υπερορθόδοξοι Εβραίοι είναι ένας κόσμος για τον οποίο οι περισσότεροι μάλλον θα συνειδητοποιήσουμε ότι δεν γνωρίζουμε σχεδόν απολύτως τίποτα.

Και την ιστορία ενός από αυτά τα “απολωλότα μέλη” αφηγείται το Unorthodox.

Μετά τον γάμο μιας γυναίκας στη χασιδική κοινότητα, τα μαλλιά της πρέπει να ξυριστούν, κανείς δεν επιτρέπεται να τα βλέπει.

Η σειρά εστιάζει στη ζωή της Esty Shapiro (Shira Haas), μιας 19χρονης Εβραίας της χασιδικής κοινότητας της Νέας Υόρκης, την οποία, με μία πολύ δυνατή εισαγωγή στην ιστορία, βλέπουμε να δραπετεύει από την ζωή της και να μετακομίζει στη Γερμανία εγκαταλείποντας τον σύζυγο, την οικογένεια και την κλειστή, γεμάτη κανόνες και πρέπει κοινότητα των Υπερορθόδοξων Εβραίων.

Στη σειρά, η οποία περιλαμβάνει τέσσερα επεισόδια, παρακολουθούμε ίσως για πρώτη φορά με τόσες λεπτομέρειες τις συνήθειες και τα πιστεύω των υπερ-ορθόδοξων Εβραίων της Νέας Υόρκης αλλά και την προσπάθεια της νεαρής να ζήσει ελεύθερη κι ευτυχισμένη. Πολλές αναδρομές γίνονται στην ανατροφή της από τη γιαγιά και τη θεία της (καθώς η μητέρα της είχε ήδη «αποδράσει» στη Γερμανία, όπου και ζούσε με την σύντροφό της), την προετοιμασία του γάμου από συνοικέσιο και την αγωνιώδη προσπάθεια να μείνει έγκυος, και τη σκανδαλώδη, συχνά απάνθρωπη παρέμβαση της οικογένειας του γαμπρού, με την προσαρμογή στην πρωτεύουσα της Γερμανίας, μια πόλη με βαριές μνήμες αλλά και νέες προοπτικές. Η ιστορία επικεντρώνεται κυρίως στην καταπιεσμένη Esty, η οποία αντιπροσωπεύει κάθε γυναίκα που βρίσκεται εγκλωβισμένη σε μια ζωή που δεν διάλεξε η ίδια, αφού η κοινότητά της δεν της επιτρέπει να εκφραστεί ελεύθερα.

Η ιστορία της Esty πηγαίνει μπρος πίσω. Τη μια στιγμή βρισκόμαστε στο Γουίλιαμσμπεργκ και την άλλη στο Βερολίνο. Με αυτό το τρόπο φαίνονται και οι αντιθέσεις μεταξύ δύο εξαιρετικά διαφορετικών κόσμων: μιας αυστηρά θρησκευτικής, πατριαρχικής χασιδικής κοινότητας, όπου οι άνθρωποι μιλούν κυρίως Γίντις, και ενός πολυπολιτισμικού και δημιουργικού Βερολίνου.

Ανέκαθεν η Έστι έκλινε προς τη μουσική και δεν είναι τυχαίο που αμέσως κόλλησε με την παρέα φοιτητών μουσικής από όλο τον κόσμο, οι οποίοι την περιέβαλαν με κατανόηση και, κυρίως, έλλειψη προκατάληψης, στο περιθώριο των προβών τους στη Φιλαρμονική του Βερολίνου.

 

Η υπόθεση παίρνει θριλερική τροπή όταν ο άνδρας της Έστι λαμβάνει εντολή, σύμμικτη με τη δική του πρωτοβουλία, να εντοπίσει την εξαφανισμένη σύζυγο, με τη βοήθεια ενός κανονικού «άσωτου υιού», ενός τύπου που εκδιώχθηκε από τους ραβίνους και στη συνέχεια από τη δική του οικογένεια, επειδή παράκουσε την Τορά και ακολούθησε ατραπούς κοσμικότητας και, σύμφωνα με τη στενή οπτική της θρησκευόμενης γειτονιάς, ακολασίας, γι’ αυτό και τιμωρήθηκε, ώσπου να βρει τον δρόμο της λυτρωτικής επιστροφής με ειδική αποστολή εκφοβισμού.

Η Deborah Feldman

Η Deborah Feldman είναι υπαρκτό πρόσωπο το έσκασε στα 19 της από το Μεγάλο Μήλο (που για την ίδια ήταν πολύ μικρό) και κατέφυγε στο Βερολίνο -μοιάζει ειρωνική επιλογή αν να σκεφτεί κανείς ότι έκανε το ανάποδο ταξίδι από αυτό που έκαναν οι πρόγονοί της για να γλιτώσουν τη φρίκη του Ολοκαυτώματος. Στην πόλη που επέλεξε προκειμένου να είναι πολλά χιλιόμετρα μακριά απ’ όσα την καταπίεζαν έγραψε ένα βιβλίο για την περιπέτειά της, το Unorthodox: The Scandalous Rejection of My Hasidic Roots, bestseller στη λίστα των New York Times και η μαγιά στην οποία βασίζονται τα μόνο τέσσερα επεισόδια της σειράς που έγραψαν οι Anna Winger με την Alexa Karolinski και σκηνοθέτησε η Maria Schrader.  

Σύμφωνα με όσα είπε η Feldman (που ζει σήμερα στο Βερολίνο με τον 14χρονο γιο της) σε πρόσφατη συνέντευξή της για τη σειρά που βασίζεται σε όσα έζησε και έκανε πρεμιέρα εν μέσω μιας παγκόσμιας καραντίνας, η χασιδική ζωή σε προετοιμάζει για μια τέτοια κατάσταση: είναι ένα διαρκές social distancing από την υπόλοιπη κοινωνία, με πολλές ώρες μοναξιάς στο σπίτι και μια αέναη αναμονή για το τέλος το οποίο όπου να’ναι πλησιάζει, όσο ο κόσμος βυθίζεται στην αμαρτία και την ακολασία.

Το πραγματικό, όμως, διαμάντι της σειράς αυτής είναι η πρωταγωνίστριά της, η Ισραηλινή ηθοποιός Shira Haas. Η 24χρονη κοπέλα από το Τελ Αβίβ, μόλις 1,52 ύψους, κλήθηκε να μάθει σε μικρό χρονικό διάστημα Yiddish, τη γλώσσα που επικρατεί στις αυστηρές εβραϊκές κοινότητες της Αμερικής, ένα αρχαϊκό ιδίωμα γερμανικής καθαρεύουσας, εβραϊκής γλώσσας και αρχαίας αραμαϊκής, πολύ συγκεκριμένης και διαδεδομένης.

Η θαυμάσια σειρά δεν θα έφτανε σε ύψη καλλιτεχνικής δόνησης αν δεν είχε στη σύνθεσή της τη Shira Haas και την αδάμαστη αποφασιστικότητά της. Η εικόνα μιας ξυρισμένης, υποτυπωδώς ντυμένης, διακριτικά σκιαγμένης μινιατούρας γυναίκας, που περιδιαβαίνει διστακτικά τη λεωφόρο της μεγάλης ευκαιρίας, αφήνοντας το πλατύ χαμόγελο να ξορκίσει μια ραγισμένη ζωή καταπίεσης και εξευτελισμού, μαζί με τη στεντόρια, ανατριχιαστική φωνή της όταν, με κλειστά μάτια, μοιράστηκε με ένα μικρό, έκθαμβο κοινό, ένα παραδοσιακό τραγούδι, είναι τουλάχιστον καθηλωτική.

“Το Unorthodox δεν αφορά στη θρησκεία και την πίστη αλλά το δικαίωμα της προσωπικής έκφρασης και ελευθερίας” σχολιάζει η Shira Haas.  Η σειρά εκτυλίσσεται μεταφέροντας τον θεατή από τη Νέα Υόρκη στο Βερολίνο μέσα από αναδρομές στη ζωή της Esty. “Νιώθω ότι χωρίζεται σε δύο μέρη. Το πρώτο είναι η Νέα Υόρκη και το δεύτερο το Βερολίνο. Σταδιακά γίνεται και η μετάβαση από τα Γίντις στα Αγγλικά” προσθέτει η Haas.

Συνολικά, το Unorthodox είναι και η ιστορία μιας γυναίκας που βρήκε τη δύναμη να ορθώσει το ανάστημά της απέναντι σε μια από τις πιο σκληρά οργανωμένες μορφές πατριαρχίας και να ξεφύγει από μια πορεία ζωής που κάποιοι άλλοι είχαν προαποφασίσει γι’αυτήν. Σπεύστε να την απολαύσετε.

H Shira Haas με την Deborah Feldman κατά την διάρκεια των γυρισμάτων της σειράς Unorthodox

ΠΗΓΕΣ: https://www.fosonline.gr/plus/tileorasi/article/90456/unorthodox-i-koryfaia-seira-toy-netflix-h-istoria-tis-deborah-feldman-kai-oi-xasidistes , https://www.lifo.gr/articles/mediac_articles/277488/unorthodox-pos-i-kathilotiki-ermineia-mias-agnostis-mikroskopikis-israilinis-ithopoioy-apogeionei-oli-ti-seira , https://www.alphafreepress.gr/2020/04/08/lifestyle/koutsogiannopoulos-netflix-i-seira-pou-mas-proteinei-o-kritikos-kinimatografou/ , https://popaganda.gr/art/unorthodox-netflix/ , https://www.maxmag.gr/television/unorthodox-i-nea-syntaraktiki-seira-toy-netflix/