Devil Judge: ένα ψηφιακό λαϊκό δικαστήριο είναι το μέλλον της δικαιοσύνης;

Αντί Προλόγου

Το 2021, ήταν αναμφίβολα, η χρονιά της κορεατικής μικρής οθόνης, με το “Squid Game” ελληνιστί “Παιχνίδι του Καλαμαριού”, αλλά και άλλες κορεάτικες σειρές να αναρριχώνται στην κορυφή της τηλεθέασης της πλατφόρμας του Netflix (Hometown Cha Cha Cha, Hellbound κ.α.). Δεν πρόκειται, βέβαια, για ένα φαινόμενο μεμονωμένο, αφού το κορεάτικο κύμα (Hanryu ή συνήθως Hallyu) που μεταφράζεται ως η εξαγωγή πολιτιστικού προϊόντος είναι μια πολιτική που η χώρα έχει αγκαλιάσει και ενστερνιστεί βαθύτατα, ως μια προσπάθεια να αυξήσει τα έσοδά της, αλλά και την φωνή της, να εδραιώσει την θέση της μετά την γεμάτη δεινά και δυσχέρειες ιστορία της. Και μοιάζει να το κατορθώνει επιτυχώς. Τα τελευταία χρόνια, η Νότια Κορέα μας έχει χαρίσει κινηματογραφικά διαμάντια που δεν έμειναν απαρατήρητα ούτε από την χολιγουντιανή κινηματογραφική βιομηχανία ούτε από τον δυτικό κόσμο.

Continue reading “Devil Judge: ένα ψηφιακό λαϊκό δικαστήριο είναι το μέλλον της δικαιοσύνης;”

Η τριλογία του Νίκου Θέμελη

Αντί προλόγου

Με αφορμή τον πρόωρο θάνατο του συγγραφέα σε ηλικία μόλις 64 ετών θυμόμαστε το αρτιότερο, ίσως, έργο του: την τριλογία του, αποτελούμενη από την Αναζήτηση (1998), την Ανατροπή (2000) και την Αναλαμπή (2003), που κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Κέδρος και πλέον κυκλοφορούν σε ένα ενιαίο τόμο από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Βιβλία πολυδιαβασμένα, που αγαπήθηκαν από το κοινό, με μια μοναδική ικανότητα να στήνουν ενώπιον του αναγνώστη τα σκηνικά μιας αλλοτινής Ελλάδας, που παρά τις κακουχίες που αντιμετώπιζαν οι άνθρωποί της εκπέμπουν μια ζεστασιά, μια ελπίδα και κυοφορούν έντονα συναισθήματα. Μας επανασυστήνονται, δοκιμάζοντας την αντοχή τους στο πέρας του χρόνου και τις αλλαγές της εποχής.

Continue reading “Η τριλογία του Νίκου Θέμελη”

Πρώτη δημοτικού και άλλα: η ποιητική γεύση της γλυκιάς νιότης

Αντί προλόγου

Μια συλλογή που σηματοδοτεί το ποιητικό ντεμπούτο του Νίκου Παπάνα η «πρώτη δημοτικού και άλλα» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ιωλκός μας τοποθετεί ξανά πίσω από ένα θρανίο: μόνο που αυτή την φορά δεν είναι το σχολικό, αλλά εκείνο της ζωής. Ξάφνου εκείνη στέκεται μπροστά μας σαν το τετράδιο ενός μαθητή που δεν επιδιώκει διόλου να μετατραπεί σε δάσκαλο. Αντιθέτως, το τετράδιο εκείνο, ως νέο αλφαβητάρι, διαγράφει την πορεία μιας ολόκληρης ζωής. Είναι η ζωή του ποιητή ή η δική μας; Δύσκολα διακρίνουμε. Ωστόσο, με λαιμαργία, γυρίζουμε τις σελίδες και χανόμαστε στις γραμμές και τους στίχους της, για να μας αφήσουν στο τέλος μια γεύση πικρόγλυκη.

Continue reading “Πρώτη δημοτικού και άλλα: η ποιητική γεύση της γλυκιάς νιότης”

Ώρες, μια συλλογή της Ελένης Παπανδρέου για την πατρική την μητρική αγάπη

Αντί προλόγου

Λίγες είναι στις μέρες μας οι ποιητικές συλλογές εκείνες που σε αγγίζουν βαθιά και αφήνουν ένα αποτύπωμα στο νου, μα κυρίως στις καρδιές μας. Μια τέτοια συλλογή, είχαμε την ευκαιρία, να αναγνώσουμε, μεταξύ δακρύων και μιας ανείπωτης συγκίνησης, την οποία αποφασίσαμε και με αφορμή την Γιορτή του Πατέρα να μοιραστούμε μαζί σας. Οι “Ώρες” της Ελένης Παπανδρέου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ιωλκός είναι ένα ανάγνωσμα προσωπικό, μα και πανθρώπινο, για αυτούς που φεύγουν, μα κυρίως για αυτούς που μένουν. Είναι μια ωδή στην γονεϊκή αγάπη και στην αγέρωχη πατρική φιγούρα που σηκώνει τα βάρη της απώλειας, αλλά κυρίως αυτό της συνέχισης της ζωής εν τη απουσία.

Continue reading “Ώρες, μια συλλογή της Ελένης Παπανδρέου για την πατρική την μητρική αγάπη”

Ένα ξεχωριστό ανθολόγιο του έρωτα και της αγάπης

Αντί προλόγου

Η ποίηση, περισσότερο ίσως από κάθε άλλη μορφή λογοτεχνίας έχει εξυμνήσει και έχει υπηρετήσει τον έρωτα. Τον έρωτα σε όλες τις μορφές και τις διαστάσεις του. Τον έρωτα τον ανικανοποίητο, τον αδελφικό, τον έρωτα προς το θείο, τον πλατωνικό, τον σαρκικό. Έχει μάλιστα, ουκ ολίγες φορές αντιπαραβάλλει τον έρωτα, σαν πηγή της ζωής απέναντι στον θάνατο, αναδεικνύοντάς τον νικητή της άνισης αυτής αρένας. Πλάι στον έρωτα στέκει σαν μια νοητή του συνέχεια, σαν την άλλη όψη του ίδιου νομίσματος που ολοένα βαθαίνει και απλώνεται η αγάπη. Εξαγνιστική, εξιδανικευμένη, σχεδόν αγγελική ξεπροβάλλει μέσα από τις λέξεις και τους στίχους που ξεκινούν από την αρχαιότητα και αγγίζουν το σήμερα, μέσα από τα λόγια Ελλήνων και ξένων ποιητών. Ο Στρατής Πασχάλης στο ανθολόγιο “του έρωτα και της αγάπης” που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, επέλεξε να συμπεριλάβει ποιήματα που απέδωσε στην ελληνική και άλλα Ελλήνων λογοτεχνών διαφόρων εποχών και ρευμάτων, προσφέροντάς μας ένα ποιητικό ερωτικό πανόραμα.

Continue reading “Ένα ξεχωριστό ανθολόγιο του έρωτα και της αγάπης”

Οι μάγισσες του Σάλεμ: η αληθινή ιστορία πίσω από το θεατρικό έργο

Σε αυτό το έργο θα μεταφερθούμε το 1692 στο Σάλεμ, ένα μικρό χωριό στην επαρχία της Μασαχουσέτης. Κατά το 17ο αιώνα στην αποικία της Μασαχουσέτης, όπως και στις περισσότερες πουριτανικές αποικίες στο Νέο Κόσμο, υπήρχε η πεποίθηση στους κατοίκους ότι βρίσκονταν σε διαρκή μάχη με το Σατανά. Επίσης, η αντιμαχία του Σάλεμ Βίλατζ με τη γειτονική Σάλεμ Τάουν, μια πρόσφατη επιδημία ευλογιάς και ο φόβος της επίθεσης από πολεμικές φυλές ιθαγενών δημιούργησαν ένα κλίμα φόβου και καχυποψίας. Είχε προηγηθεί το κυνήγι μαγισσών στην Ευρώπη, οπότε ο φόβος για πιθανή “μόλυνση” του Νέου Κόσμου ήταν εμφανής.

Η ιστορία ξεκινά όταν η Ελίζαμπεθ Πάρις (Μπέτι), και η προστατευόμενη , Άμπιγκεϊλ Ουίλιαμς, άρχισαν να παρουσιάζουν περίεργα συμπτώματα, τα οποία κανείς γιατρός δεν μπορούσε να εξηγήσει. Τα συμπτώματα περιλάμβαναν κραυγές, βλασφημίες, σπασμούς, μυστήριες επικλήσεις και κατάσταση έκστασης και σύντομα παρατηρήθηκαν και σε άλλα κορίτσια της πόλης. Έτσι ο αιδεσιμότατος Σάμιουελ Πάρις, πατέρας της Μπέτι, αφού φέρεται να έπιασε επ’ αυτοφόρω τα κορίτσια στο δάσος να χορεύουν ζήτησε βοήθεια και από γειτονικές πόλεις. Ο φιλάργυρος, όπως παρουσιάζεται, πρώην έμπορος και νυν ιερέα αλλά και οι υπόλοιποι κάτοικοι της πόλης άρχισαν να πιέζουν τα κορίτσια να κατονομάσουν τους ανθρώπους που καταπιάνονταν με «έργα του Διαβόλου». Σύντομα και η Άννα Πούτναμ, ένα ακόμα μέλος μιας ευυπόληπτης οικογένειας, θα εμφανίσει παρόμοια συμπτώματα. Και οι δύο γονείς της, με τραγικό πρόσωπο την μητέρας της που πίστευε πως ο θάνατος των 7 νεογνών της οφείλεται σε επέμβαση του σατανά θα στραφούν κατά της μαγείας και ιδίως των προσώπων που πίστευαν ότι εμπλέκονταν σε αυτή. H Άμπιγκεϊλ είναι παράφορα ερωτευμένη με τον αγρότη Τζον Πρόκτορ, που την έχει προηγουμένως απορρίψει και έχει επιλέξει να ζήσει με την γυναίκα του.

Πρώτο θύμα αυτού του κυνηγιού υπήρξε αν μη τι άλλο, μια ξένη, η Τιτούμπα, ινδιάνα σκλάβα που είχε γεννηθεί στη Νότια Αμερική και είχε φέρει μαζί του ο ιερέας από τα νησιά Μπαρμπάντος, γνώστρια της μαγικής λατρείας της Obeah. Τα κορίτσια του χωριού την επισκέπτονταν συχνά την Τιτούμπα προκειμένου να τις φέρει σε επαφή με πνεύματα. Εξαιτίας της πίεσης που της άσκησαν, αναγκάστηκε να ομολογήσει ότι ήταν η υπεύθυνη για την κατάσταση των κοριτσιών. Μαζί της συνελήφθησαν ακόμα δύο γυναίκες. Η Σάρα Γκουντ ήταν επαίτης, κόρη ενός Γάλλου ξενοδόχου, που αυτοκτόνησε όταν η ίδια ήταν έφηβη ακόμα και η Σάρα Όσμπορν ήταν μία κατάκοιτη ηλικιωμένη, η οποία για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν εκκλησιαζόταν και είχε νομικές αντιμαχίες με την οικογένεια Πούτναμ. Σύντομα, ξεκίνησαν οι αλληλοκατηγορίες μεταξύ των κατοίκων. Δύο δικαστές έφτασαν στην πόλη: ο Τζον Χάθορν κι ο Τζόναθαν Κόργουιν, ενώ λίγους μήνες μετά στήθηκε στο χωριό δικαστήριο με επικεφαλής τον δικαστή Γουίλιαμ Στάουτον, ο οποίος περιγράφεται ως χωρίς οίκτο και με δίψα για την εξουσία.

Τραγικά είναι τα πρόσωπα εκείνων των ανδρών που προσπαθούν να σώσουν τις γυναίκες τους από την αγχόνη. Ο Τζιλ Κόρεϊ και ο Τζον Πρόκτορ εναντιώθηκαν στην σύλληψη των γυναικών τους που επήλθε κατόπιν καταθέσεων των νεαρών κοριτσιών και ιδίως της Μαίρη Γουόρεν, η οποία ήταν υπηρέτρια στο αγρόκτημα των Πρόκτορ. Η εναντίωση στην απόφαση του δικαστή επέφερε και στην στοχοποίησή τους. Ενώ ο Πρόκτορ έπεισε τον Γουόρεν να ομολογήσει τις ψευδείς της κατηγορίες ενώπιον του δικαστηρίου, η νεαρή Άμπιγκεϊλ που εποφθαλμιούσε τον Πρόκτορ την μετέπεισε, ώστε να κατηγορήσει και εκείνον για παρόμοιες ενέργειες.

Ο μη εκκλησιασμός του τις Κυριακές, οι διακηρύξεις περί μη πίστης στον διάβολο και το γεγονός πως το ένα εκ των παιδιών του δεν είχε βαπτιστεί ήταν αρκετές ενδείξεις για να κατηγορήσουν και εκείνον για μαγεία. Αφού παραδέχθηκε για να υποστηρίξει περαιτέρω την σύζυγό του πως είχε νιώσει σφοδρή επιθυμία για την νεαρή Άμπιγκεϊλ και αυτός ήταν ο λόγος που η γυναίκα του την έχει διώξει από το σπίτι τους, η θέση του επιδεινώθηκε ακόμα περισσότερο. Ανάλογη κατάληξη είχε και ο Κόρεϊ. Κατόπιν αυτόν συνελήφθησαν, ενώ η γυναίκα του Ελίζαμπεθ Πρόκτορ αφέθηκε ελεύθερη, καθώς ήταν έγκυος. Ο Κόρεϊ πέθανε αφού τον καταπλάκωσαν με πέτρες, χωρίς να ομολογήσει πως υπηρετούσε τον σατανά μήτε όμως και το αντίθετο. Έτσι, απεβίωσε σαν Χριστιανός και τα παιδιά του δεν έχασαν το κληρονομικό τους δικαίωμα στο κτήμα του. Ο Πρόκτορ, ενώ κλήθηκε να υπογράψει πως είχε δει τον διάβολο και είχε εργαστεί για αυτόν, δεν ομολόγησε ποτέ τελικά και κρεμάστηκε, όπως και οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι, αφήνοντας πίσω τα παιδιά και την σύζυγό του, στην οποία τελικά αποδόθηκε χάρη.

Οι δίκες τερματίστηκαν με την επιστροφή του κυβερνήτη Γουίλιαμ Φιπς στη Μασαχουσέτη από τον πόλεμο, ο οποίος απένειμε χάρη στους φυλακισμένους. Όμως το γεγονός λειτουργεί μέχρι σήμερα ως μια θλιβερή υπενθύμιση του πού μπορεί να οδηγήσουν η απομόνωση και ο θρησκευτικός φανατισμός. Μια μελέτη του 1976 (Science) την «υστερική» συμπεριφορά των κατηγορούμενων στο κυνήγι μαγισσών του Σάλεμ αποδίδει σε ένα παράσιτο της σίκαλης, το εργότιο, που απελευθερώνει την ψυχοτρόπο ουσία λυσεργικό οξύ (το οποίο χρησιμοποιείται και στην παρασκευή LSD). Άλλα σενάρια που έχουν προταθεί είναι ότι έπασχαν από ληθαργική εγκεφαλίτιδα, μια νόσο που μετέδιδαν τα ζώα και τα πτηνά, ή από τη νόσο Lyme. Μπορεί όμως επίσης να ήταν ψυχοσωματικά συμπτώματα της κοινωνικής απομόνωσης που βίωναν εκείνοι οι άνθρωποι στην ήδη απομονωμένη Νέα Αγγλία. Κάποιοι μελετητές επισημαίνουν τις διαφορές μεταξύ των κατηγορούμενων και των κατηγόρων, οι οποίες προφανώς έκαναν τη διαφορά μεταξύ ζωής και θανάτου. Οι περισσότεροι από τους κατηγορούμενους ζούσαν στα νότια και πολλοί από αυτούς ήταν σε καλύτερη οικονομική κατάσταση από τους κατηγόρους τους. Σε πολλές περιπτώσεις, οι κατηγορίες κατά οικογενειών είχαν ως αποτέλεσμα περιουσιακά κέρδη για τους κατηγόρους. Επίσης, κατήγοροι και κατηγορούμενοι είχαν διαφορετικές τοποθετήσεις σε εκκλησιαστικά ζητήματα τα οποία είχαν προκαλέσει διχασμό στο χωριό πριν το ξέσπασμα της υστερίας.

Ο Άρθουρ Μίλλερ πήρε την γνωστή αυτή ιστορία και την μετέτρεψε σε ένα από τα σημαντικότερα σύγχρονα θεατρικά έργα. Ανέβασε to 1953 στο Μπρόντγουεϊ το έργο του «The Crucible», το οποίο βραβεύτηκε με Βραβείο Τόνι. «Ένα έργο για την ατομική συνείδηση και την κοινωνική τυραννία που βιώνει κάθε πολιτισμός και κάθε γενιά» θα σημειώσουν οι New York Times. Ο ίδιος ο Μίλλερ θα πει: «Όταν η ατμόσφαιρα είναι ηλεκτρισμένη ο φόβος παίρνει υπόσταση. Οι άνθρωποι του Σάλεμ έβλεπαν τον εαυτό τους σαν κάτοχο μιας ανώτερης αλήθειας. Αν το φως αυτής της αλήθειας έσβηνε, πίστευαν πως θα ερχόταν η συντέλεια του κόσμου. Όταν έχετε έναν ιδεολογικό κόσμο που θεωρεί τον εαυτό του τόσο αγνό, είναι φυσικό να τείνετε προς τα άκρα». Ένα έργο οικουμενικό και επίκαιρο σαν αυτό δεν μπορούσε παρά να κατακρίνει τον ρατσισμό και τον φανατισμό οποιαδήποτε μορφή αυτός λαμβάνει. Εξάλλου, η Τιτούμπα ως εξιλαστήριο θύμα έγινε σύμβολο της εποχής που έζησε και δημιούργησε ο Μίλλερ που χαρακτηριζόταν από βία και έμφυλες διακρίσεις ιδίως κατά του εγχρώμου πληθυσμού της Αμερικής. Είχε στόχο να καταγγείλει την αντικομουνιστική υστερία που επικράτησε στις ΗΠΑ την εποχή του μακαρθισμού και οδήγησε στη φυσική ή στην ηθική εξόντωση απλών πολιτών, ιδεολόγων και εκπροσώπων του πνευματικού κόσμου.

Αλλά ο Μίλλερ δεν έμεινε μόνο σε μια πολιτική και κοινωνική καταγγελία. Διείσδυσε βαθιά στην ανθρώπινη ψυχή και με άγγελο τον Πρόκτορ ξεπέρασε εκπληκτικά το ιστορικό επεισόδιο που έχει δεχτεί για υπόδειγμά του. Ο ήρωας, κουβαλώντας μια προσωπική αμαρτία, αυτή της συζυγικής απιστίας, που ακόμα και αν δεν παίρνει σάρκα και οστά, ζούσε στην σκέψη του πρέπει προτού χάσει τη ζωή του να εξασφαλίσει την συγγνώμη της γυναίκας του αλλά και την προσωπική του κάθαρση. Αγωνίζεται να μην χάσει την ψυχή του, αφού είχε ήδη με την παραδοχή της απιστίας σπιλώσει το όνομά του. Οι δραματικοί του μονόλογοι είναι συνταρακτικοί και αποκρυσταλλώνουν ευαγώς την αγωνία ενός ανθρώπου να μετανοήσει, να αλλάξει πορεία στην ζωή του που βλέπει να τελειώνει χωρίς σημαντικό λόγο. Γινόμαστε μάρτυρες της μεταστροφής, του Γολγοθά του και της θυσία του. Θυσιάζει την ζωή του για να κρατήσει αμόλυντη από τον δογματισμό την ψυχή του.

Στην Ελλάδα, ανέβηκε στη σκηνή του Εθνικού Θεάτρου μόλις δυο χρόνια αργότερα το 1955 κι έγινε γνωστό με τον τίτλο «Δοκιμασία (Οι μάγισσες του Σάλεμ)». Εμείς παρακολουθήσαμε την παράσταση “The crucible”, η οποία ανέβηκε το 2014 στο θέατρο Old Vic σε σκηνοθεσία του Yaël Farber και με πρωταγωνιστή τον Richard Armitage.

Πηγές:

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%AC%CE%B3%CE%B9%CF%83%CF%83%CE%B5%CF%82_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%A3%CE%AC%CE%BB%CE%B5%CE%BC

https://www.culturenow.gr/oi-magisses-toy-salem-toy-arthoyr-miler-sto-theatro-emporikon/

https://tvxs.gr/news/%CF%83%CE%B1%CE%BD-%CF%83%CE%AE%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%B1/%CF%80%CE%AD%CE%BD%CF%84%CE%B5-%CE%B3%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%AF%CE%BA%CE%B5%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%83%CE%AC%CE%BB%CE%B5%CE%BC-%CE%BF%CE%B4%CE%B7%CE%B3%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%B9-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%BA%CF%81%CE%B5%CE%BC%CE%AC%CE%BB%CE%B1-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CE%BC%CE%B1%CE%B3%CE%B5%CE%AF%CE%B1

https://sputniknews.gr/epistimi/202006217565526-oi-magisses-tou-salem-oi-daimonismenes-gynaikes-oi-exofrenikes-dikes-oi-varvares-ekteleseis/

«Ο αναρχικός τραπεζίτης » ένας σύγχρονος σωκρατικός διάλογος

Το διήγημα του πορτογάλου ποιητή Φερνάντο Πεσόα Ο αναρχικός τραπεζίτης πρωτοδημοσιεύτηκε το 1922 και πραγματεύεται, με το ύφος των σωκρατικών διαλόγων, την πολυεπίπεδη προβληματική της θεωρίας του αναρχισμού, της ελευθερίας και της τυραννίας. Μπορεί το διήγημα να γράφτηκε πριν σχεδόν από έναν αιώνα αλλά δεν παύει η ιδεολογία από την οποία εμφορείται, το βαθύ του νόημα και οι φιλοσοφικές του απολήξεις να μας αγγίζουν μέχρι σήμερα, αφού το όραμα του τραπεζίτη, η πολυπόθητη αποτίναξη μιας τυραννίας τόσο προσωπικής όσο και συλλογικής, ένα δυσεπίλυτο ζήτημα, ίσως την σημερινή εποχή μοιάζει πιο απίθανη από ποτέ. Ζώντας στον ασφυκτικό κλοιό μιας παγκόσμιας κλίμακας πανδημίας, ενός κράτους που διαρκώς ενισχύει την αστυνόμευση και μιας κοινωνίας πρόθυμης να θυσιάσει τα πάντα στο βωμό του χρήματος και να καθυποτάξει την ουσία και την αξία στο ευτελές και την ποσότητα, το διήγημα μας αγγίζει, μας αφορά, μας αλλάζει.

Ο συγγραφεάς γεννήθηκε στην Λισαβόνα στις 13 Ιουνίου 1888 και απεβίωσε στις 30 Νοεμβρίου 1935. Την παραμονή του θανάτου του σημειώνει από την κλίνη του νοσοκομείου “Δεν γνωρίζω τι θα φέρει το μέλλον”. Αυτό που το μέλλον έφερε αναμφισβήτητα είναι η καταξίωσή του ως ενός από τους σημαντικότερους ποιητές του 20ου αιώνα. Έζησε τη ζωή του στα όρια της ανυπαρξίας και δημοσίευσε ελάχιστο μέρος του τεράστιου και πολλές φορές ανολοκλήρωτου έργου του. Ελάχιστα γεγονότα συνθέτουν την βιογραφία του: ο θάνατος του πατέρα του, η μετακόμιση με την νέα του οικογένεια στην Αφρική, η αγγλική του παιδεία, η επιστροφή του στη Λισαβόνα, η εργασία του ως αλληλογράφου σε εμπορικούς οίκους, ένας έρωτας και η μοναχικότητα που τον χαρακτήριζε. Ο Πεσόα υπογράφει το έργο του με το όνομά του αλλά και με άλλα 72 καταγεγραμμένα ετερώνυμά του, μοναδική περίπτωση στην ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Κύριοι συντελεστές σε πρωτοτυπία αλλά και παραγωγικότητα είναι οι εξής 4 ετερώνυμοί του: Αλμπέρτο Καέιρο, ποιητής του “Φύλακα των κοπαδιών”, ο εκκεντρικός ναυπηγός μηχανικός Αλβάρο ντε Κάμπος, ποιητής της “θαλασσινής ωδής” και του “Καταστήματος φιλικών”, ο επικούρειος, στωικός κλασικιστής συνθέτης ωδών Ρικάρντο Ρέις και, τέλος, ο Μπερντάντο Σοάρες, συγγραφέας του Βιβλίου της Ανησυχίας. Και κεντρικό πρόσωπο ο ίδιος ο Φερνάντο Πεσόα, ο ποιητής του “Μηνύματος”, ο διηγηματογράφος του “Αναρχικού τραπεζίτη”, ο θεατρικός συγγραφέας ενός ανολοκλήρωτου Φάουστ, ο οποίος ορίζει την τέχνη του δηλώνοντας: “Προσποίηση είναι του ποιητή η τέχνη”.

Εκείνος, λοιπόν, ο συγγραφέας με τα χίλια πρόσωπα, στο παρόν διήγημά του τοποθετεί στον ρόλο του Σωκράτη τον “αναρχικό τραπεζίτη”, γνωστό μεγαλοεπιχειρηματία και σημαίνον πρόσωπο, συνδυασμός ιδιοτήτων που αρχικά φαντάζει αντιφατικός. Ήδη από τον τίτλο, που θα χαρακτηρίζαμε οξύμωρο, προμηνύεται αυτή η διττότητα στην προσωπικότητα και την στάση ζωής του πρωταγωνιστή. Ίσως να είναι αυτό ακριβώς που τραβά τον συνομιλητή, τον αναγνώστη δηλαδή, που δεν είναι άλλος από εμάς και εσάς να καθίσει νοερά στο τραπέζι και να ακούσει τον λόγο του με δέος αλλά κυρίως με περιέργεια. Εμείς, λοιπόν, δεχτήκαμε αυτή την πρόσκληση ή μάλλον πρόσκληση να παρακολουθήσουμε αυτόν τον μονόλογο, τον ορμητικό, από τον οποία ξεπηδά μια ολόκληρη κοσμοθεωρία μέσα από βιβλίο σε μετάφραση του Αλέξανδρου Ζαγκούρογλου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αργοναύτης.

Αρπάξαμε στα χέρια μας αυτό το ολιγοσέλιδο, μεστό όμως σε ιδέες και νοήματα βιβλίο και ο λόγος ξεκίνησε. Με επιμονή ο τραπεζίτης προσπαθεί να μας πείσει ότι η αναρχία δεν είναι κάτι ουτοπικό, αλλά κάτι απτό και υλοποιήσιμο. Κηρύσσοντας την μη πίστη του σε οτιδήποτε δεν προέρχεται από την φύση και συνεπώς στην απόρριψη των κοινωνικών θεσμών, στους οποίους συγκαταλέγει την οικογένεια, τον γάμο, την θρησκεία, εκμυστηρεύεται πως αυτό που επιδιώκει είναι η αποτίναξή τους. Ο αναγνώστης ξαφνιάζεται με τις διακηρύξεις αυτές που προέρχονται ειδικά από το στόμα ενός ανθρώπου που είναι υπηρέτης του συστήματος. Η έκπληξη αυτή γίνεται ο κινητήριος μοχλός προκειμένου να συνεχίσει να παρακολουθεί τις απόψεις που να αποκαλύπτονται.

Συνεχίζει πληροφορώντας μας πως προερχόμενος από την εργατική τάξη γρήγορα κατέληξε πως ο μόνος τρόπος να έρθει αντιμέτωπος με τους θεσμούς και να τους καταρρίψει ήταν η πνευματική καλλιέργεια. Ωστόσο, κάτι τέτοια θα τον καθιστούσε παθητικό αναρχικό, άνθρωπο του παρασκηνίου. Αυτός ο ρόλος δεν θα τον κάλυπτε, αφού ήταν γεννημένος άνθρωπος της δράσης. Στο σημείο αυτό ο Πεσόα φαίνεται να επιρρίπτει την ευθύνη για παθητική αντίσταση στους ανθρώπους του συναφιού του, στους συγγραφείς. Αλλά ο τραπεζίτης μας δεν είναι φυσικά σαν αυτούς. Προκειμένου να επιτύχει τον σκοπό του κατέληξε να συσπειρωθεί με άλλους ανθρώπους που μοιράζονταν την ίδια θεώρηση του κόσμου. Με όπλο το μυαλό και την συνεργασία σταδιακά να ήταν αυτή που θα παρακινούσαν την επανάσταση, Προηγουμένως έχει καταστήσει σαφές πως μια τέτοια επανάσταση δεν θα έπρεπε να γίνει μαζικά και εξαναγκαστικά, αλλά να είναι προϊόν της ελεύθερης βούλησης του συνόλου των πολιτών. Διαφορετικά, θα προέκυπτε μια νέα μορφή τυραννίας που θα διέφερε σημαντικά από την προηγούμενη. Με δρομοδείκτη την ελευθερία επιλογής θεώρησε πως η συνεργασία ομοϊδεατών θα είχε ως αποτέλεσμα την ενστάλαξη σε μέρος του πληθυσμού της ανάγκης για αλλαγή που από μόνη της θα επέφερε την πολυπόθητη επανάσταση. Γρήγορα διαπίστωσε, όμως, ένα σημαντικότατο πρόβλημα.

Στην διαδικασία κατάργησης της τυραννίας, μέσα από την ομαδική λειτουργία, μια νέα τυραννία γεννιόταν, μια τυραννία που δεν ήταν αποτέλεσμα των κοινωνικών θεσμών, ούτε πήγαζε από τα φυσικά χαρακτηριστικά. Η υποδούλωση ορισμένων αναρχικών σε άλλους υπέθεσε πως είχε τις ρίζες της σε επιρροές των κοινωνικών θεσμών στην φυσική και πνευματική υπόσταση των υποκειμένων που ήταν δύσκολο εώς ακατόρθωτο να ξεριζωθούν. Εκείνη την στιγμή συνειδητοποίησε πως η αναρχία στη θεωρία αλλά και στην πράξη είναι εφικτή μόνο σε ατομικό επίπεδο. Την αφύπνισή του αυτή δεν συμμερίστηκαν οι συναγωνιστές του, από τους οποίους αποστάτησε. Ωστόσο, δεν κατάληξε ερημίτης και απόκληρος ενός κόσμου που δεν μπορούσε να αλλάξει.

Για αυτό το λόγο, εντόπισε τον παράγοντα εκείνον που έκανε τους περισσότερους συνανθρώπους του σκλάβους και συγκέντρωσε τόσο πολύ από αυτό, ώστε στο τέλος να απελευθερωθεί από την ανάγκη κατοχής του. Αυτός δεν ήταν άλλος από το χρήμα. Με αυτή του την απαγκίστρωση από τον τύραννο του χρήματος κατόρθωσε να επιτύχει την προσωπική του ελευθερία που θεωρεί σαν ένα λιθαράκι στην απελευθέρωση του κόσμου και στην εμπέδωση της αναρχίας. Σε αυτό το σημείο, ο αναγνώστης ευλόγως απορεί πως ο τραπεζίτης μπορεί να κάνει λόγο για ελευθερία την ώρα που αυτός περισσότερο από άλλους υπηρέτησε ένα σύστημα αυταρχικό, τυραννικό. Ίσως θα βοηθήσει να θυμηθούμε την ιστορία του “Σιντάρτα” του Έσσε που μίσησε τον πλούτο και απομακρύνθηκε από αυτόν στην στιγμή που είχε συγκεντρώσει τον περισσότερο.

Η όλη συνομιλία τελειώνει, θα έλεγε κανείς, κάπως απότομα. Αυτή ήταν, χωρίς αμφιβολία, μια σκόπιμη επιλογή του Πεσόα. Όσο έντονα εισβάλλει ο τραπεζίτης στο τραπέζι των σκέψεών μας, άλλο τόσο αισθητά αποχωρεί αφήνοντας στην δική μας αποκλειστική ευθύνη την επεξεργασία των ιδεών που μας παρέθεσε. Εξάλλου, στην λογοτεχνική του πορεία ο Πεσόα έχει αποδείξει όσο λίγοι πως είναι ένας άξιος μαθητής του Σωκράτης και της μαιευτικής μεθόδου, όσο και λάτρης της αυτόνομης συλλογιστικής πορείας του αναγνώστη. Δεν μας επιβάλλει τίποτα, μας αφήνει να επιλέξουμε αν θα προσπεράσουμε τις απόψεις του, αν θα τις ενστερνιστούμε, αν θα τις αμφισβητήσουμε. Αυτή είναι η πραγματική ελευθερία και ίσως, ας μας επιτραπεί η ποιητική αδεία, η ουσία της αναρχίας αυτού του αναγνώσματος. Όσοι δεν το έχετε διαβάσει, είναι ευκαιρία μέσα σε 57 μόλις σελίδες να γίνετε μέτοχοι ενός τέτοιου λογοτεχνικού πειράματος.

Η Πρόταση, ένα έργο της Γιούντιτ Γιανς Λέιστερ

Η Γιούντιτ Γιανς Λέιστερ πέθανε σαν σήμερα το 1660 και ήταν Ολλανδή ζωγράφος. Η Λέιστερ ζωγράφισε σκηνές της καθημερινότητας, πορτρέτα και νεκρές φύσεις. Μέχρι το 1893 ολόκληρο το έργο της αποδιδόταν στον Φρανς Χαλς, οπότε ο Κορνέλις Χόφστεντε ντε Χρόο πρώτος της απέδωσε επτά πίνακες, έξι από τους οποίους είναι “υπογεγραμμένοι” με το χαρακτηριστικό μονόγραμμα “JL”. Υπέγραφε τα έργα της με μονόγραμμα που έφερε τα αρχικά JL με προσκολλημένο σε αυτά ένα άστρο. Αυτό αποτελούσε λογοπαίγνιο, καθώς “Lei star” σημαίνει “ηγετικό άστρο” στα ολλανδικά, και έτσι αποκαλούσαν τον Πολικό Αστέρα οι Ολλανδοί ναυτικοί της εποχής. “Leistar” ήταν, επίσης, το εμπορικό όνομα της ζυθοποιίας του πατέρα της στο Χάαρλεμ.Με το πλήρες της όνομα υπέγραφε μόνον σποραδικά.

Υπάρχουν κάποιες εικασίες ότι η Λέιστερ ακολούθησε σταδιοδρομία στη ζωγραφική ως συνέπεια της χρεωκοπίας του πατέρα της και της ανάγκης να αποκτήσει προσόδους η οικογένεια. Πιθανόν να σπούδασε ζωγραφική με τον Φρανς Πήτερ ντε Χρέμπερ (Frans Pietersz de Grebber), ο οποίος διατηρούσε εργαστήριο που έχαιρε εκτίμησης στο Χάαρλεμ κατά τη δεκαετία του 1620. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου η οικογένεια μετακόμισε στην περιοχή της Ουτρέχτης και εκεί πιθανόν να ήρθε σε επαφή με τους θαυμαστές του Καραβάτζιο.

Αν και ήταν πολύ γνωστή όσο ζούσε και οι σύγχρονοί της την εκτιμούσαν, η Λέιστερ και το έργο της ξεχάστηκαν σχεδόν τελείως μετά τον θάνατό της. Η εκ νέου “ανακάλυψή” της έγινε το 1893: Ένας έμπορος έργων τέχνης αγόρασε ένα πίνακα ως έργο του Φρανς Χαλς, για να ανακαλύψει ότι στην πραγματικότητα ήταν έργο της Γιούντιτ Λέιστερ. Ο πίνακας έφερε την υπογραφή – μονόγραμμα της Λέιστερ, αλλά δεν ήταν δυνατό τότε να αναγνωριστεί. Το 1893 ο Κορνέλις Χόφστεντε ντε Χρόοτ το αναγνώρισε και έγραψε το πρώτο του άρθρο σχετικά με αυτήν.Οι ιστορικοί τέχνης από τότε συχνά την απαξίωναν ως μιμήτρια του Χαλς, αν και η συμπεριφορά τους άρχισε να αλλάζει κατά τα τελευταία χρόνια.

Ειδικευόταν στη δημιουργία πορτρέτων, στα οποία συνήθως περιλάμβανε μία ως τρεις μορφές, που αποπνέουν ευθυμία και απεικονίζονται σε μονόχρωμο περιθώριο. Πολλά πορτρέτα περιλαμβάνουν παιδικές μορφές, ενώ άλλα άνδρες που πίνουν. Η Λέιστερ υπήρξε πρωτοπόρος στις “οικιακές” απεικονίσεις: Δημιούργησε ήσυχες σκηνές με γυναίκες στο σπίτι, συχνά με ένα κερί ή μια λάμπα, συχνά όπως θα τις έβλεπε μια γυναίκα. Η “Πρόταση” (σήμερα στο Mauritshuis) είναι μια ασυνήθιστη παραλλαγή αυτής της καθημερινής σκηνής και παρουσιάζει ένα κορίτσι να του προσφέρεται μη ευπρόσδεκτη προκαταβολή, αντί της συνηθισμένης απεικόνισης μιας πρόθυμης πόρνης. Εν τούτοις, αυτή η ερμηνεία δεν γίνεται πάντα δεκτή.

Ο Meg Lota Brown, καθηγητής αγγλικών στο Πανεπιστήμιο της Αριζόνα, και η Kari Boyd McBride, καθηγήτρια Γυναικείων Σπουδών, θεωρούν ότι η πρόταση είναι «ένα από τα πιο ενδιαφέροντα έργα της Λάιστερ από την περίοδο της μεγαλύτερης καλλιτεχνικής παραγωγής». Η Marianne Berardi, ιστορικός τέχνης που ειδικεύεται στην ολλανδική ζωγραφικής της χρυσής εποχής, αναφέρει ότι είναι “ίσως η πιο αξιοσημείωτη ζωγραφική της”. Το πιο χαρακτηριστικό της σημείο είναι το πόσο διαφορετικό είναι σε άλλους σύγχρονους Ολλανδούς το ζήτημα της “σεξουαλικής προτίμησης”. Η σύμβαση αυτού του είδους ήταν συνηθισμένη και σαφώς και οι δύο ενδιαφέρονται για το σεξ, για τα χρήματα. Όμως ο πίνακας έπρεπε να ήταν διαφορετικός. Το φόρεμα θα ήταν προκλητικό, οι εκφράσεις του προσώπου να υποδηλώνουν και μερικές φορές θα υπήρχε μια τρίτη φιγούρα μιας ηλικιωμένης γυναίκας.

Αντίθετα, στην Πρόταση η γυναίκα δεν απεικονίζεται ως πόρνη, αλλά ως συνηθισμένη νοικοκυρά, που ασχολείται με μια απλή καθημερινή δουλειά. Δεν είναι ντυμένη προκλητικά. Δεν εμφανίζει το στήθος της (αλλά μάλλον η μπλούζα της καλύπτει όλο το στέρνο της). Δεν είναι ορατοί οι αστράγαλοι. Και δεν δείχνει κανένα ενδιαφέρον για το σεξ ή ακόμα και για τον άνδρα. Η σύγχρονη ολλανδική λογοτεχνία ανέφερε το είδος της δραστηριότητας ήταν η σωστή συμπεριφορά για ενάρετες γυναίκες σε στιγμές αδράνειας. Ο Kirstin Olsen παρατήρησε ότι οι άνδρες επικριτές της τέχνης “έχαψαν εντελώς το σημείο” ότι η γυναίκα, σε αντίθεση με άλλα έργα, δεν χαιρετίζει την πρόταση του ανθρώπου ότι λανθασμένα ονόμασε τη ζωγραφική “The Thepting Offer”.

Το μαγκάλι, του οποίου τα λαμπερά κάρβουνα είναι ορατά κάτω από τον ποδόγυρο της φούστας της γυναίκας, ήταν ένας εικονογραφικός κώδικας της εποχής και αντιπροσωπεύει την οικογενειακή κατάσταση της γυναίκας. Ένα μεσοφόρι που τελείωνε κάτω από τη φούστα έδειχνε ότι μια παντρεμένη γυναίκα δεν ήταν διαθέσιμη, όπως εδώ. Ένα όμως που προεξέχει στο μισό κάτω από τη φούστα με το πόδι της γυναίκας να είναι ορατό υποδεικνύει κάποια που μπορεί να είναι δεκτική σε ένα αρσενικό.

Η φεμινιστική ερμηνεία της εικόνας προήλθε σε μεγάλο βαθμό από το έργο του Frima Fox Hofrichter που επεσήμανε το 1975 (Hofrichter 1975) τη διαφορά μεταξύ της ζωγραφικής της Λάιστερ και άλλων του είδους. Σύμφωνα με τον Hofrichter, η γυναίκα στο έργο είναι ένα “αμήχανο θύμα” που παρουσιάζεται συμπαθητικά και θετικά.

Ωστόσο, όλοι οι ιστορικοί τέχνης δεν συμφωνούν απόλυτα με τον Hofrichter. Για παράδειγμα: ο Wayne Franits, καθηγητής καλής τέχνης στο Πανεπιστήμιο των Συρακουσών, επικρότησε αργότερα τον Hofrichter, παρατηρώντας ότι μια προσφορά χρημάτων ήταν μια κοινή αρχή ενός “ψαρέματος” εκείνη την εποχή, οπότε η ζωγραφική μπορεί να απεικονίζει μια απλή ειλικρινή απόπειρα στο γάμο. Η Φραντς υποδηλώνει ότι «η αδιαμφισβήτητα υγιεινή δραστηριότητα της γυναίκας παρείχε ένα σημαντικό προηγούμενο για τους μεταγενέστερους πίνακες ζωγραφικής που απεικονίζουν την εγχώρια αρετή».

Πολλά από τα άλλα έργα της, ιδιαίτερα όσα σχετίζονται με μουσική, θυμίζουν έργα συγχρόνων του, όπως του συζύγου της, των αδελφών Χαλς, του Γιαν Στέιν και των οπαδών του Καραβάτζιο στην Ουτρέχτη Χέντρικ Τερμπρούγκεν και Χέρριτ φαν Χόντχορστ: Οι πίνακές τους, κυρίως σκηνές της καθημερινότητας σε ταβέρνες ή άλλους χώρους διασκέδασης, ταίριαζαν με το γούστο της ολλανδικής μεσαίας τάξης. Ζωγράφισε λίγα καθαυτό πορτρέτα και το μόνο της ιστορικό έργο είναι “Ο Δαβίδ με την κεφαλή του Γολιάθ”, που δεν απέχει πολύ από το τυπικό της ύφος με μια μόνο μορφή κοντά στο προσκήνιο του κύριου χώρου.