Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: μια διείσδυση στο σύμπαν του κοσμοκαλόγερου

Ο Μίλαν Κούντερα έγραψε για τον Παπαδιαμάντη πως είναι ο σημαντικότερος Έλληνας πεζογράφος. Εκθειαστικά ήταν επίσης τα λόγια του Ελύτη, του Καβάφη, του Παλαμά, του Πορφύρα και άλλων μεγάλων ονομάτων της ελληνικού πνεύματος.

Ο Σκιαθίτης δημιουργός «δανείστηκε» το φυσικό περιβάλλον του νησιού του, ανέσυρε από τη μνήμη του τα παιδικά του χρόνια και ψυχογραφώντας την ζωή των απλών, ταλαιπωρημένων ανθρώπων, κατάφερε να φέρει στο προσκήνιο το ηθογραφικό μυθιστόρημα.Εζησε μόνος, απένταρος, πιστός στην τέχνη, αδιάφορος για τα χρήματα και την κοινωνική ένταξη, μοίρασε τη ζωή ανάμεσα στα καπηλειά και στις εκκλησίες, σχεδόν ρακένδυτος, υπήρξε πάντα ένας αποσυνάγωγος τεχνίτης της γλώσσας και της αφήγησης. Ενας έλληνας μποέμ.

Σαν σήμερα, 3 Ιανουαρίου του 1911, έφυγε από τη ζώη ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Ο «κοσμοκαλόγερος» της πεζογραφίας μας γεννήθηκε στις 4 Μαρτίου 1851 στη Σκιάθο από πατέρα ιερέα και θεοσεβούμενη μητέρα. Μεγάλωσε ανάμεσα σε εννιά αδέλφια, τα δύο εκ των οποίων πέθαναν σε μικρή ηλικία. Γοητευμένος από τα ξωκλήσια της Σκιάθου, τα συμπεριέλαβε σε πολλά έργα του, ενώ το λογοτεχνικό του έργο είναι ευρύ και από τα σημαντικότερα της νεοελληνικής πεζογραφίας.

Γράφει ο ίδιος σε ένα σύντομο βιογραφικό του: Εγεννήθην εν Σκιάθω, τη 4 Μαρτίου 1851. Εβγήκα απο το ελληνικόν Σχολείον εις τώ 1863, αλλά μόνον τώ 1867 εστάλην εις το Γυμνάσιον Χαλκίδος, όπου ήκουσα την Α΄ και Β΄ τάξιν. Την Γ΄ εμαθήτευσα είς Πειραιά, είτα διέκοψα τας σπουδάς μου και έμεινα είς την πατρίδα. Κατά τον Ιούλιον του 1872 υπήγα είς το Αγιον Ορος χάριν προσκυνήσεως, ‘οπου έμεινα ολίγους μήνας. Τώ 1873 ήλθα εις Αθήνας καί εφοίτησα εiς την Δ΄ του Βαρβακείου. Τώ 1874 ενεγράφην εις την Φιλοσοφικήν Σχολήν, ‘οπου ήκουα κατ’ εκλογήν ολίγα μαθήματα φιλολογικά, κατ’ ιδίαν δε ησχολούμην εις τας ξένας γλώσσας. Μικρός εζωγράφιζα αγίους, είτα έγραφα στίχους, καί εδοκίμαζα να συντάξω κωμωδίας. Τώ 1868 επεχείρησα να γράψω μυθιστόρημα. Τώ 1879 εδημοσιεύθη «Η Μετανάστις» έργον μου εις το περιοδικόν «Σωτήρα». Τώ 1882 εδημοσιεύθη «Οι έμποροι των εθνών» εις τώ «Μη χάνεσαι». Αργότερα έγραψα περί τα εκατόν διηγήματα, δημοσιευθέντα εις διάφορα περιοδικά καί εφημερίδας.

Λόγω της οικονομικής του κατάστασης, δεν κατάφερε να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Τα οικονομικά του Παπαδιαμάντη καλυτέρευσαν όταν άρχισε να απασχολείται στην εφημερίδα «Ακρόπολη», του Βλάση Γαβριηλίδη, με μισθό 250 δραχμών το μήνα, καθώς και να συνεργάζεται και με άλλες εφημερίδες και περιοδικά. Παρόλο που εισέπραττε αρκετά χρήματα που του επέτρεπαν αξιοπρεπή διαβίωση, τα ξόδευε εξ’ ολοκλήρου στην… ταβέρνα του Κεχριμάνη όπου σύχναζε επί 27 συναπτά έτη, έστελνε στη Σκιάθο, μοίραζε στους φτωχούς και ίσα που μπορούσε να καλύψει τα έξοδά του.

Είναι μια γραφική φιγούρα της Αθήνας. Ο συγκαιρινός του Μιλτιάδης Μαλακάσης τον περιγράφει ως «μια σιλουέταμε ακατάστατα γενάκια, απεριποίητη περιβολή, λασπωμένα ή κατασκονισμένα υποδήματα,ξεθωριασμένο ημίψηλο,με μια παπαδίστικη κάννα με ασημένια λαβή, μαύρο κορδόνι γύρω από μια ασιδέρωτη λουρίδα,ένα είδος κολάρου,συγκρατώντας με τα χέρια του ένα πανωφόρι που του έπεφτε λίγο μεγάλο», το οποίο ήταν γνωστό ότι του το είχε στείλει από το Λονδίνο ο Αλέξανδρος Πάλλης. Ο Δ. Χατζόπουλος τον χαρακτηρίζει ιδιόρρυθμο, εκκεντρικό, μποέμ, άνθρωπο των καπηλειών και των τρωγλών, και τον παρομοιάζει με τον φιλόσοφο Μένιππο, τον πνευματώδη Λουκιανό, τον παρατηρητικό Ντίκενς, τον ψυχολόγο Τουργκένιεφ. Ο ίδιος όταν το μάθει θα πει: «Δεν μοιάζω με κανέναν,είμαι ο εαυτός μου». Συχνάζει στο μπακάλικο του Καχριμάνη στου Ψυρρή, αλλά και στη μικρή εκκλησία του Αγίου Ελισαίου, όπου ψάλλει μαζί με τον ξάδελφό του Αλέξανδρο Μωραΐτίδη.

Το 1906 αρχίζει να συχνάζει στη Δεξαμενή Κολωνακίου. Κάθεται στο πιο φτηνό από τα δύο καφενεία, αυτό του Μπαρμπα-Γιάννη, όπου ο καφές είχε μία δεκάρα. Αγοραφοβικός, μακριά από όλους τους πελάτες, σταύρωνε τα χέρια στο στήθος, έγερνε το κεφάλι και ονειροπολούσε. Εκεί τον φωτογράφισε ο Παύλος Νιρβάνας, σε αυτή τη φωτογραφία που τον έχουμε ως σήμερα.Ζούσε φτωχικά σε φτηνά δωμάτια ενώ οι περιγραφές συνθέτουν το προφίλ ενός ανθρώπου σχεδόν κουρελή, εξαρτημένου από το ποτό και το τσιγάρο, ο οποίος βυθιζόταν στη μοναξιά του και είχε ελάχιστους φίλους. Αγαπημένη του συνήθεια να ψάλλει στον Άγιο Ελισαίο στην Πλάκα.

Τον Μάρτιο του 1908 εγκατέλειψε την Αθήνα και επέστρεψε στο αγαπημένο του νησί, εξακολουθώντας να δουλεύει ως μεταφραστής έργων για λογαριασμό του Γιάννη Βλαχογιάννη. Η υγεία του άρχισε να επιδεινώνεται ώσπου στις 3 Ιανουαρίου 1911 άφησε την τελευταία του πνοή και μαζί με αυτήν, έναν λογοτεχνικό θησαυρό αποτελούμενο από 180 διηγήματα, ποιήματα, μελέτες και άρθρα.

Το έργο-σταθμός στην καριέρα του που ενέπνευσε κινηματογραφιστές και σκηνοθέτες ήταν «Η φόνισσα». Παρόλο που γράφτηκε το 1902, μοιάζει τόσο σύγχρονο όσο και διαχρονικό.

Ο Παπαδιαμάντης στράφηκε με τα διηγήματά του προς τους ηττημένους της ζωής, τους άπραγους, τους αλκοολικούς, τους φτωχούς, σ᾿ αυτούς που ζουν παράμερα απά τους «πολιτισμένους» ανθρώπους, συναισθανόμενος τον αγώνα τους κόντρα στην αρρώστια, το θάνατο, τον κοινωνικό αποκλεισμό. Βρήκε το υλικό του στις καρδιές των παιδιών, των γυναικών, των ανίσχυρων γερόντων και το ένωσε με την ομορφιά της θάλασσας και της Σκιάθου, αγκαλιάζοντας στις περιγραφές του όλες τις αμμουδιές, τα λιμανάκια, τις χαράδρες, τα υψώματα και τα «ρόδινα ακρογιάλια» του αγαπημένου του νησιού. Και μπολιάζοντας τις παιδικές του αναμνήσεις με τα θρησκευτικά του βιώματα, τα δικά του βάσανα, την ευαισθησία του και τον ποιητικό του οίστρο, κατάφερε να αναδείξει το ντόπιο ήθος σε αἰσθητικὸ και πνευματικό γεγονός.

Γι᾿ αυτό και διαβάζεται -ἀπ’ όσους διαβάζεται- μέχρι σήμερα. Όχι μόνο επειδὴ είναι σπουδαίος συγγραφέας, αλλά επειδή στο έργο του αποθησαυρίζεται «ο παράξενος τρόπος των Ελλήνων», όπως το έθεσε ο πρόωρα χαμένος Χρήστος Βακαλόπουλος. Επειδή, με άλλα λόγια, στις σελίδες του βρίσκεται το κλειδί της ἐθνικής μας ιδιαιτερότητας, που ακόμα προσπαθούμε να την ορίσουμε, στριμωγμένοι ανάμεσα σε Δύση και Ανατολή.

Η είδηση του θανάτου του γέμισε πένθος όχι μόνο τους συντοπίτες του, αλλά όλη την Ελλάδα. Πολλοί λογοτέχνες, που όσο ήταν εν ζωή δεν είχαν γράψει κουβέντα για το έργο του, συνέθεσαν εγκωμιαστικά κείμενα. Ο εκδοτικός Οίκος Φέξη ξεκίνησε το 1912-1913 την έκδοση 11 τόμων με τα έργα του. Μέχρι τότε, κανένας άλλος οίκος δεν είχε εκδώσει σε βιβλίο τα πεζογραφήματά του και οι αναγνώστες του τα διάβαζαν από τις εφημερίδες και τα περιοδικά.

Ο Παπαδιαμάντης υπήρξε ο πρώτος επαγγελματίας συγγραφέας στην Ελλάδα, με την έννοια ότι έγραφε για να βιοποριστεί. Όσο ζούσε όμως, δεν ευτύχησε να δει ούτε μια μικρή συλλογή διηγημάτων του τυπωμένη σε βιβλίο – ήταν όλα τους διασκορπισμένα σε εφημερίδες και περιοδικά. Σύμφωνα μάλιστα με μαρτυρία του Γ. Δροσίνη, από τη στιγμή που άφηνε κείμενό του σε κάποιο γραφείο, «οὔτε τὸ συλλογίζουνταν πιά, οὔτε ζητοῦσε νὰ μάθει πότε θὰ δημοσιευθεῖ, οὔτε καὶ διορθώσεις ἔβλεπε ἀπὸ τὸ τυπογραφεῖο: τὰ χειρόγραφά του ἦταν ἔκθετα ριγμένα στὴ βρεφοδόχο τοῦ Βρεφοκομείου. Γι᾿ αὐτὸ καὶ πολλὰ κακοτυπώθηκαν ἀπὸ τὴν πρώτη φορά…».



Έτσι εξηγείται και ο ισχυρισμός του Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλου, του χαλκιδαίου φιλολόγου που αφοσιώθηκε στη μελέτη και την ανάδειξη του παπαδιαμαντικού έργου, ότι ποτέ δεν θα είμαστε σε θέση να έχουμε μια πλήρη και ακριβή έκδοση των «Απάντων» του. Η ακρίβεια και η πληρότητα, λέει, είναι αρετές που εξασφαλίζονται όταν ο ίδιος ο συγγραφέας φροντίζει την έκδοση, ή τουλάχιστον όταν έχει διασωθεί όλο του το αρχείο. Εκείνο του Σκιαθίτη όμως, όποιο κι αν ήταν, στο μεγαλύτερο μέρος του έχει χαθεί.

Σήμερα, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης διδάσκεται στα σχολεία, σε πανεπιστήμια και σεμινάρια, ενώ εξακολουθεί να συγκινεί μικρούς και μεγάλους με το μεγαλείο της πένας του. Το έργο του, διεθνώς αναγνωρισμένο, επηρεάστηκε άμεσα από το νησί που γεννήθηκε και πέθανε, τη Σκιάθο, το νησί που αγάπησε και ύμνησε όσο κανένας άλλος, αλλά και από τους ανθρώπους του, τις πραγματικές ιστορίες των οποίων μετέφερε στα έργα του. Ο Αλέξανδρος Παπανδιαμάντης, ο «άγιος των ελληνικών γραμμάτων» όπως συχνά αποκαλείται, υπήρξε ένας άριστος μελετητής της ανθρώπινης ψυχολογίας και των ηθών της εποχής του και έγραψε τα κορυφαία ηθογραφήματα της νεότερης Ελλάδας.

Αποτιμώντας το έργο του ο Άγγελος Μαντάς γράφει: «Τὸ ἔργο τοῦ Ἀλέξανδρου Παπαδιαμάντη κατέχει πρωτεύουσα θέση στὴ νεοελληνικὴ πεζογραφία. Ἡ διηγηματογραφία του διακρίνεται γιὰ τὸ ρεαλισμό της, ποὺ φτάνει πολλὲς φορὲς μέχρι τὸ νατουραλισμό. Ἡ αὐστηρὴ καὶ ἀκριβολόγος θεώρηση τόσο τῆς ἀγροτικῆς κοινωνίας τοῦ νησιοῦ του, ὅσο καὶ τῆς Ἀθηναϊκῆς κοινωνίας τῆς ἐποχῆς του, ἡ βαθιὰ στοχαστικὴ καὶ ἐλεγκτικὴ ματιά του πάνω στὰ κοινωνικὰ δρώμενα, ἡ ἀνάδειξη ὡς κεντρικῶν ἡρώων τοῦ ἔργου του ὄχι συνηθισμένων τύπων, ἀλλὰ ἰδιόρρυθμων καὶ περιθωριακῶν, ἀνθρώπων ναυαγισμέμων κυριολεκτικὰ ἢ μεταφορικά, καὶ ἡ συχνὴ παραπομπὴ στὴ μικρὴ ἀνθρώπινη ὁμάδα, ποὺ ὡς ἐκκλησιαστικὴ κοινότητα ἀποκτᾶ καθολικὲς διαστάσεις, δίνει στὸ ρεαλισμό του ἕνα χαρακτήρα κριτικὸ καὶ θεολογικὸ ταυτόχρονα.

Ἡ ποικιλία τῶν ἀφηγηματικῶν τεχνικῶν καὶ ἡ γλώσσα του παράγουν μίαν ἔντονη ποιητικότητα. Ἡ γλώσσα του εἶναι στὴ βάση της ἡ καθαρεύουσα τῆς ἐποχῆς, ἐμπλουτισμένη ὡστόσο μὲ διαχρονικὰ στοιχεῖα τῆς ἑλληνικῆς, διαποτισμένη ἀπὸ τὴ γλώσσα τῆς Γραφῆς καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ὑμνογραφίας καὶ διανθισμένη, ἰδίως στοὺς διαλόγους, μὲ στοιχεῖα τοῦ σκιαθίτικου ἰδιώματος, «θησαυρισμένη», κατὰ τὸν Ἐλύτη, «ἀπὸ ἀπανωτὰ στρώματα παιδείας». Ἡ ἰδιαιτερότητα αὐτὴ κάνει τὸ παπαδιαμαντικὸ ἔργο νὰ ὑπερβαίνει κατὰ πολὺ τὰ ὅρια τῆς τυπικῆς ἠθογραφίας τῆς ἐποχῆς του καὶ τὸν πεζογράφο Παπαδιαμάντη νὰ ἀναδεικνύεται «ποιητὴς τοῦ πεζοῦ λόγου».

Σε αντίθεση με το δημοσιογραφικό σινάφι, το λογοτεχνικό φάνηκε εξαρχής επιφυλακτικό απέναντί του. Μόνο οι δημοτικιστές τον είδαν με μια κάποια συμπάθεια. Ο ίδιος, πάντως, μόνο του Παλαμά και του Νιρβάνα αξιώθηκε να διαβάσει κριτική. Έπρεπε να πεθάνει για να εγκωμιαστεί. Έκτοτε, δύο ήταν τα θέματα που τέθηκαν στο μικροσκόπιο: η γλωσσική ιδιαιτερότητά του και ο τρόπος με τον οποίο εξέφρασε την εθνική-λαϊκή ψυχή.

Άλλοι χαρακτήρισαν την καθαρεύουσά του προβληματικὴ (βλ. Τερζάκης), σχολαστική ή ξεπερασμένη, κι άλλοι, από τον Τ. Άγρα ως τον Ελύτη και τον Ζήσιμο Λορεντζάτο, ως μία γλώσσα που κουβαλάει πάνω της στρώσεις αιώνων, αφομοιώνοντας αρμονικά στοιχεία αρχαία, βυζαντινά, εκκλησιαστικά και νεοελληνικά. Ούτε όμως ο Νιρβάνας, ούτε ο Παλαμάς, ούτε ο Ξενόπουλος είδαν τα γραπτά του ως φωτογραφικές απεικονίσεις και μόνο της ζωής στον γενέθλιο τόπο του. Η… ρετσινιά της ηθογραφίας ήρθε αργότερα, στη δεκαετία του ᾿40. Κι ενώ σήμερα υπάρχει ομοφωνία ως προς τις ποιητικές διαστάσεις της γλώσσας του (κάτι που αναγνώρισε δημόσια και ο Σεφέρης το 1952, συγκαταλέγοντάς τον στους μεγαλύτερους έλληνες ποιητές), ιδού τι έγραφε στην «Ιστορία» του ο Κ. Θ. Δημαράς: «Ο Παπαδιαμάντης διαβάζεται εύκολα απὸ ανθρώπους που δεν έχουν συνηθίσει στην καλή ποιότητα και δεν απαιτεί κανενός είδους προπαρασκευή. Η γενιά που τιμούσε τον Σουρή για μεγάλο ποιητή, επόμενο ήταν να τιμήσει για μεγάλο πεζογράφο τον Παπαδιαμάντη». Μια αστοχία που μνημονεύεται ακόμη…

Κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα, το παπαδιαμαντικό σύμπαν ταυτίστηκε θετικά με την έννοια της Ορθοδοξίας (βλ. Λορεντζάτος, Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Χρ. Γιανναράς), προσεγγίστηκε με εργαλεία ψυχαναλυτικής κριτικής (βλ. Γκι Σονιέ, Π. Μουλλάς), και έδωσε επιχειρήματα σε μελετητὲς όπως ο Λάκης Προγκίδης για να συγκρίνουν τον δημιουργό του με τους θεμελιωτές του ευρωπαϊκού μυθιστορήματος. Κάθε εποχὴ και με τον Παπαδιαμάντη της.

Έργο με ξεχωριστὴ θέση στο σύμπαν του Παπαδιαμάντη, η «Φόνισσα» κατέχει και τη μερίδα του λέοντος στις μεταφράσεις του στο εξωτερικό. Η νο ιστορία της Φραγκογιαννούς που παραβαίνει το «οὐ φονεύσεις» για καλὸ σκοπὸ -πνίγει με τα χέρια της δύο νεογέννητα κοριτσάκια για να λυτρώσει και τα ίδια και τους γονείς τους απὸ τα βάσανα της κοινωνίας- μία ιστορία που χρεώνει το απόλυτο κακὸ όχι σ᾿ ένα διεστραμμένο τέρας αλλὰ σ᾿ έναν συνηθισμένο άνθρωπο, έχει μεταφραστεί στ᾿ αγγλικά, τα γαλλικά, τα γερμανικά, τα ισπανικὰ και τα ιταλικά, αλλὰ και στα βουλγαρικά, τα ρουμανικά, τα καταλανικά, τα δανέζικα…


Πλήρης κατάλογος με τα μεταφρασμένα διηγήματά του δεν έχει συγκροτηθεί ακόμη. Στο σχετικὸ αρχείο πάντως του ΕΚΕΒΙ, αναφέρονται 41 ξένες εκδόσεις, για το διάστημα 1968-2009. Η πιο πρόσφατη, που ειναι ίσως και η σημαντικότερη, απλώνεται στον συλλογικὸ τόμο «The boundless garden» (ἐκδ. Denise Harvey), όπου συμπράττουν μεταξὺ άλλων μεταφραστὲς όπως ο Πίτερ Μάκριτζ και ο Ντέιβιντ Κόνολι, και όπου χάρη στην κατατοπιστικὴ εισαγωγή του ιερωμένου και διακεκριμένου πανεπιστημιακού στο Μόντρεαλ Λάμπρου Καμπερίδη, παρέχονται όλα τα απαραίτητα κλειδιὰ για την κατανόηση του παπαδιαμαντικού κόσμου στο αγγλοσαξονικὸ κοινό.

Πηγή: https://m.tvxs.gr/mo/i/51224/f/news/%CF%83%CE%B1%CE%BD-%CF%83%CE%AE%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%B1/%CE%B5%CE%BA%CE%B1%CF%84%CF%8C-%CF%87%CF%81%CF%8C%CE%BD%CE%B9%CE%B1-%CE%B1%CF%80%CF%8C-%CF%84%CE%BF-%CE%B8%CE%AC%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%BF-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B1%CE%BB%CE%AD%CE%BE%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%BF%CF%85-%CF%80%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BC%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B7.html

https://m.lifo.gr/articles/book_articles/264982/aleksandros-papadiamantis-o-syggrafeas-poy-apothisayrise-ton-parakseno-tropo-ton-ellinon?utm_medium=Social&utm_source=Facebook#Echobox=1578049720

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ: Ο ΕΛΛΗΝΑΣ ΝΤΟΣΤΟΓΕΦΣΚΙ, Ο ΚΟΣΜΟΚΑΛΟΓΕΡΟΣ

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης Ενας μποέμ κοσμοκαλόγερος

Ο μύθος της χελώνας, ένα διδακτικό κείμενο του Παύλου Νιρβάνα

-Ποιόν ἰδανικόν ἔχετε;… ἐρώτησα κατά τήν μέθοδον τοῦ Ὀλλενδόρφου, τό οἰκτρόν θῦμα τῆς ἐποχῆς.

Καί ἐκεῖνος μοῦ ἀπήντησε, κατά τήν ἴδια μέθοδον πάντοτε:

-Ἔχω ἐκεῖνο τῆς χελώνας!
Μοῦ ἡρμήνευσε δέ τό ἰδανικόν του, μέ μίαν εὐκολίαν, τήν ὁποίαν δέν θά εἶχε ὁ μεγαλείτερος νομοδιδάσκαλος διά νά ἑρμηνεύσῃ μερικά ἄρθρα τοῦ μετερρυθμισμένου ἐνοικιοστασίου.

-Τό ἰδανικόν μοῦ εἶνε, εἶπε, ν’ ἀποκτήσω οἰκίαν, τήν ὁποίαν νά φέρω ἐπί τῆς ράχεώς μου καί τήν ὁποίαν καμμία δύναμις νά μή δύναται νά μοῦ ἀποσπάσῃ. Ἀπαράλλακτα δηλαδή ὅπως ἡ χελώνα. Γνωρίζετε τόν μῦθον τοῦ προνομιούχου αὐτοῦ ζώου;

-Ὄχι! Δέν τόν γνωρίζω! τοῦ εἶπα.

-Τότε θά σᾶς τόν διηγηθῶ ἐγώ.

Καί μοῦ διηγήθη τόν μῦθον τῆς χελώνας.

-Ἡ χελώνα λοιπόν δέν ἦτο πάντοτε τό ταπεινόν ζῶον, ποῦ βλέπετε.

-Ἀλλά τί ἦτο;

-Ἦτον ὁ ἄνθρωπος, ὅπως ἐσεῖς κι’ ἐγώ. Καί ἐζοῦσεν εἰς μίαν ἐποχήν, κατά τήν ὁποίαν οἱ θεοί εἶχαν καταρασθῇ τούς ἀνθρώπους ἑνός τόπου νά γείνουν περισσότεροι ἀπό τά σπίτια καί τά σπίτια νά γείνουν ὀλιγώτερα ἀπό τούς ἀνθρώπους. Οἱ ἄνθρωποι λοιπόν ἐκινδύνευαν νά μείνουν εἰς τούς δρόμους, μή ἔχοντες ποῦ τήν κεφαλήν κλῖναι.

-Τί ἔκαμαν λοιπόν οἱ ἄνθρωποι;

-Τί νά κάμουν; Κατώρθωσαν νά ἐξοικονομοῦνται ἐκ τῶν ἐνόντων. Ὅσοι εὑρίσκοντο ὑπό στέγην, ἔμεναν ὑπό τήν στέγην των. Ὅσοι ἐπερίσσευαν, ἐτρύπωναν ὑπό τάς ξένας στέγας. Ὅσοι πάλιν δέν εὕρισκαν κανένα τρόπον νά ἐξοικονομηθοῦν, ἔφευγαν ἀπό τόν κατηραμένον τόπον καί ἐπήγαιναν νά ζητήσουν τήν στέγην των εἰς ἄλλους τόπους. Μέ ἄλλας λέξεις δηλαδή οἱ ἄνθρωποι τά εἶχαν καταφέρῃ νά διαφύγουν τήν ὀργήν τῶν Θεῶν.

-Καί οἱ θεοί τί ἔκαμαν;

-Οἱ θεοί δέν τό ἠνέχθησαν αὐτό! Ἔστειλαν λοιπόν εἰς τήν κατηραμένην χώραν ἕνα Προφήτην. Καί τοῦ εἶπαν: «Κύτταξε νά κάμῃς ἕνα νόμον, σύμφωνα μέ τόν ὁποῖον ὅλοι οἱ ἄνθρωποι θά μένουν εἰς τά σπίτια τους καί πάλιν κανείς ἄνθρωπος δέν θά ἔχῃ σπίτι νά καθίσῃ». Καί ὁ Προφήτης ἔκαμε τόν νόμον σύμφωνα μέ τήν γριφώδη παραγγελίαν τῶν θεῶν. Ἔξαφνα ὅμως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εὑρέθηκαν εἰς τόν δρόμον!

-Πῶς συνέβη αὐτό;

-Διότι κανείς δέν ἤξευρε ποιόν ἦτο, σύμφωνα μέ τόν νόμον, τό σπίτι εἰς τό ὁποῖον ἐδικαιοῦτο νά καθίσῃ. Ὁ ἰδιοκτήτης ἔβγαζε τόν νοικάρην του ἀπό τό σπίτι του, διά νά καθίσῃ ὁ ἴδιος, καί τόν ἔστελλεν εἰς ἐκεῖνο ποῦ κατεῖχεν αὐτός. Ἀλλά εἰς ἐκεῖνο πάλιν εἶχεν ἐγκαθιδρυθῇ ὁ ἰδικός του ἰδιοκτήτης καί ὁ νοικάρης τοῦ πρώτου ἔπρεπε νά μετακομισθῇ εἰς τό σπίτι πού εἶχεν ἐκκενώσῃ ὁ δεύτερος. Ἐκεῖ πάλιν ὅμως εἶχεν ἐγκαθιδρυθῇ ὁ ἄλλος ἰδιοκτήτης, ἐξωσθείς ἀπό ἄλλον ἰδιοκτήτην, καί ὁ νοικάρης τοῦ πρώτου ἔτρεχε τώρα νά εὕρῃ τό σπίτι ποῦ εἶχεν ἐκκενώσει ὁ τρίτος. Καί οὕτω καθεξῆς. Οἱ ἄνθρωποι λοιπόν ἀναζητοῦντες ἀπό πόλεως εἰς πόλιν, (διότι, κατά τόν νόμον, ὁλόκληροι ἐπαρχίαι ἐθεωροῦντο ὡς μιά πόλις) τήν ἀνήκουσαν εἰς αὐτούς κατοικίαν, ἄλλοι μέν ἀπέθνῃσκαν εἰς τούς δρόμους καί ἄλλοι ἀπηγχονίζοντο εἰς τούς στύλους τῶν φανῶν.

-Καί ἡ χελώνα;

– Ἡ χελώνα ἦτο μεταξύ τῶν δυστυχῶν αὐτῶν. Ὁ θάνατος τήν εὑρῆκεν εἰς τό μέσον τοῦ δρόμου, ἀναζητοῦσαν τήν νόμιμον κατοικίαν της, μεταξύ τῆς Κρεμυδαροῦς τοῦ Πειραιῶς καί τῆς Πεντέλης. Ἐπειδή ὅμως ἦτο ἀγαθή καί εὐλαβής γυνή, οἱ θεοί τήν εὐσπλαγχνίσθησαν καί τήν μετεμόρφωσαν εἰς χελώναν. Ἀπό τότε πλανᾶται εὐτυχής εἰς τούς ἀγρούς, φέρουσα τόν οἶκον της ἐπί τῆς ράχεώς της καί περιφρονοῦσα ὅλους τούς Νόμους καί ὅλους τούς Προφήτας. Αὐτός εἶνε ὁ μῦθος τῆς χελώνας!

-Ἐννοεῖτε λοιπόν τώρα ποῖον εἶνε τό ἰδανικόν μου; μοῦ εἶπε τό θῦμα τῆς ἐποχῆς. Παρακαλῶ κ’ ἐγώ νυχθημερόν τούς θεούς νά μέ μεταμορφώσουν εἰς χελώναν.

-Δυστυχισμένε ἄνθρωπε! Τοῦ εἶπα. Καί ἄν σέ μεταμορφώσουν οἱ θεοί εἰς χελώναν, πάλιν δέν εἶσαι ἀσφαλής.

-Διατί; Μοῦ εἶπε κατάπληκτος.

-Διότι θά σέ μεταμορφώσουν μόλις τώρα. Ὁ Νόμος ὅμως διαλαμβάνει, ὅτι οἱ μεταμορφωθέντες εἰς χελώνας μετά τήν 10 Αὐγούστου 1919, δέν δικαιοῦνται… κτλ. κτλ.

– Ὥστε διαλαμβάνει καί περί χελωνῶν ὁ Νόμος;

-Καί περί χελωνῶν καί περί πολλῶν ἄλλων ἀκόμη, ἀπροσίτων εἰς τόν πεπερασμένον νοῦν τοῦ ἀνθρώπου! τοῦ εἶπα.

Ὁ ἄνθρωπος κατέπεσε κεραυνόπληκτος. Ἔσπευσε νά προφθάσῃ κατοικίαν εἰς τό Α΄ Νεκροταφεῖον, πρίν ἐπεκταθῇ καί ἕως ἐκεῖ τό μετερρυθμισμένον Ἐνοικιοστάσιον.

Πηγή:Ἀπό τό ἀρχεῖο τῆς «Ἑστίας», 9 Αὐγούστου 1919

Διάσπαρτες σκέψεις ενός συγγραφέα του Κνουτ Χάμσουν

Θα μπορούσα να περάσω απέναντι στην Αγγλία, όπως το έκαναν αρκετοί, που σήμερα γυρίζουν σαν ήρωες γιατί εγκατέλειψαν την πατρίδα τους, γιατί το ‘σκασαν απ’ τα χώματά τους. Δεν το έκανα. Δεν ήταν του χαρακτήρα μου ποτέ. Θεώρησα πως υπηρετούσα την πατρίδα μου καλύτερα εκεί που βρισκόμουνα, να ασχολούμαι με τη γη ανάλογα με τις δυνάμεις μου σ΄αυτούς τους δύσκολους καιρούς, που το έθνος μας είχε έλλειψη από κάθε τι. Κι ακόμα χρησιμοποιώ την πένα μου για τη Νορβηγία, που τώρα θα έβρισκε τη θέση της ψηλά-ψηλά ανάμεσα στις γερμανικές χώρες της Ευρώπης. Η σκέψη αυτή μίλησε στην καρδιά μου από την αρχή ακόμα. Ακόμα περισσότερο: με ενθουσίασε, με κατάκτησε.

[…]Σήμερα ακόμα νομίζω πως είναι, πως ήταν μια μεγάλη κι ωραία ιδέα για τη Νορβηγία, που άξιζε να πολεμήσει κανείς και να δουλέψει σκληρά γι’ αυτή. Νορβηγία: μια αυτάρκης και αυτόφωτη χώρα στην άκρη της Ευρώπης!

[…] Όταν καθόμουν κι έγραφα και τηλεγραφούσα νύχτα και μέρα, πρόδιδα, λένε, την πατρίδα μου. Ήμουνα προδότης, λένε. Ας πάει κι αυτό. Μα δεν αισθανόμουν εγώ έτσι, ποτέ μου, ούτε και σήμερα αισθάνομαι έτσι. Έχω την καλύτερη ειρήνη με τον εαυτό μου, την καλύτερη συνείδηση.
Εκτιμώ σε μεγάλο βαθμό την κοινή γνώμη. Εκτιμώ ακόμα περισσότερο τη νορβηγική δικαιοσύνη, μα όχι τόσο πολύ ώστε να υποτιμώ τη δική μου κρίση για το τι είναι καλό ή κακό, δίκαιο ή άδικο. Είμαι αρκετά μεγάλος πια, για να ‘χω το δικαίωμα να ‘χω ένα δικό μου κώδικα˙ κι αυτός είναι δικός μου.

Αποσπάσματα από το βιβλίο του Κνουτ Χάμσουν – Paa gjengrodde stier (Σε Χορταριασμένα Μονοπάτια)

Πηγή:http://thulebooks.blogspot.com/

Θέλει να γίνει συγγραφέας και θα γίνει: ένα αυτοβιογραφικό κείμενο του Αλέξη Πάρνη

To πατρικό μου σπίτι βρισκότανε σε μια απότομη ακτή της Καστέλλας κι αγνάντευε την Ακρόπολη, τα Φάληρα, τον Υμηττό, την Πεντέλη και τον Πάρνη, όλο το αττικό τοπίο με τα κλασικά χαρακτηριστικά – δεν είχε προφτάσει ακόμα να τα αλλοιώσει η αναγκαστική επιμιξία με το τσιμέντο της άναρχης βαρβαρικής δόμησης. Απ’ την πλευρά του δρόμου ήταν ένα χαμηλό διώροφο, αλλά αν το έβλεπες απ’ τη θάλασσα είχε θωριά τετραώροφου πύργου, θύμιζε τα σκαρφαλωμένα στο βράχο της Ύδρας αρχοντικά.

Μια στενή πέτρινη σκάλα φιδογλιστρώντας ανάμεσα στους βράχους και τ’ αλμυρισμένα αγριόθαμνα σε κατέβαζε απ’ την κουζίνα στη μικρή τσιμεντένια προβλήτα. Την είχαν φτιάξει για να ποδίζουνε οι ψαράδες και ν’ απλώνουν τα δίχτυα τους στα βότσαλα της στενόμακρης ακρογιαλιάς. Εκεί άραζα κι εγώ το βαρκάκι μου. Δεν ήταν μεγαλύτερο απ’ τη σκάφη του πλυσταριού μας κι ωστόσο έκανε θαύματα στο ψάρεμα της τσιπούρας, που αφθονούσε στα καθαρά προπολεμικά νερά του Σαρωνικού.

Η μοίρα του ήθελε να γίνει κι αυτό ένα από τα θύματα του κατοχικού χειμώνα. Μια βροχερή νύχτα του Νοέμβρη το κλέψανε. Σίγουρα το χρειάστηκαν κάποιοι απ’ τους αμέτρητους ανέστιους του καιρού που κυνηγάγανε με πάθος χρυσοθήρα ό,τι μπορούσε να γίνει καυσόξυλο. Στενοχωρήθηκα αφάνταστα, αλλά πείσμωσα κιόλας, αποφασίζοντας ν’ αγοράσω ένα άλλο, το γρηγορότερο.

O πατέρας μου είχε ένα μικρό υφαντουργείο με τέσσερις αργαλιούς στο Νέο Φάληρο. Έφτιαχνε πετσέτες και γάζες για το στρατό. Ύστερα απ’ την κατάρρευση του μετώπου, εφοδίαζε την αγορά με μαντήλια. Τον βοηθούσα όταν δεν είχα σχολείο παίρντοντας τ’ ανάλογο χαρτζιλίκι, που συχνά είχε μεγέθη κανονικού μιστού. Έτσι μάζεψα γρήγορα ένα ποσό αρκετό για την προκαταβολή της καινούργιας μου βάρκας – υπήρχε μια διαθέσιμη στο διπλανό Τουρκολίμανο, όπως το λέγανε τότε.

Όμως την προπαραμονή της μεγάλης γιορτής, το μάτι μου ξεχώρισε σε κάποια εφημερίδα μια αγγελία που μ’ έκανε να ματαιώσω την αγορά της βάρκας για ν’ αγοράσω ένα… ολόκληρο πλοίο μ’ ενεργό δράση στις “πνευματικές θάλασσες”. Κάποιος πουλούσε όλους τους τόμους της “Νέας Εστίας”, από τον ιδρυτικό χρόνο του 1927 μέχρι κείνες τις μέρες, σε τιμή ευκαιρίας.

Το περιοδικό “Νέα Εστία” το διάβαζα από τις πρώτες ακόμα τάξεις του Γυμνασίου. Το έβρισκα στη Δημοτική Βιβλιοθήκη του Πειραιά, που μ’ είχε καθημερινό σχεδόν αναγνώστη. Ήταν τόσο μεγάλη η δίψα μου για λογοτεχνικά κείμενα που συχνά το ‘σκαγα από τα μαθήματα για να πάω στο αναγνωστήριο και να πέσω με τα μούτρα στην ανάγνωση, με τις ώρες, χάνοντας την αίσθηση του χρόνου.

Και τώρα ξαφνικά μπορούσα να φέρω μια ολόκληρη βιβλιοθήκη στο σπίτι μου!

Ήταν δυνατό να χάσει παρόμοια ευκαιρία ένας μανιώδης αναγνώστης και επίδοξος συγγραφέας όπως εγώ; Πήρα όσα λεφτά είχα μαζέψει κι έτρεξα στη διεύθυνση του πωλητή – ήταν σ’ ένα ήσυχο δρομάκι της Κυψέλης. Μου άνοιξε ένας ηλικιωμένος άντρας, με αυστηρό γενειοφόρο πρόσωπο κι ευγενικό αλλά επιφυλακτικό ύφος. Ήταν συνταξιούχος καθηγητής που θα ‘φευγε σε λίγες μέρες για το χωριό του. Εκεί υπήρχε ελπίδα να επιζήσει κι αυτός κι η γυναίκα του, κάτι αδύνατο στην τωρινή Αθήνα γι’ ανθρώπους της συνομοταξίας του.

Το δυάρι που νοικιάζανε ήταν ισόγειο και σχεδόν άδειο από έπιπλα – φαίνεται τα ‘χανε πουλήσει κι αυτά – κάτι καρέκλες, το τραπέζι και το κρεβάτι κάνανε πολύ θλιβερό το φωτισμένο από μια λάμπα πετρελαίου δωμάτιο. Θέρμανση δεν υπήρχε, το ηλεκτρικό ήταν κομμένο κι ο γέρος έδειχνε να κρυώνει μέσ’ στο τριμμένο μακρύ παλτό του. Σε μιαν άκρη, ήταν τοποθετημένα με τάξη το ένα πάνω στο άλλο τα περιοδικά – χάρτινες στοίβες, χωρισμένες σε τόμους και σφιχτοδεμένες με σπάγκο.

Μου ‘πε, καθώς με παρατηρούσε εξεταστικά κάτω απ’ τα γυαλιά του, ότι πριν από μένα είχαν έρθει άλλοι τρεις αγοραστές, όμως τους έδιωξε γιατί υποπτεύθηκε πως ήταν εμποράκοι που θέλανε να μεταπουλήσουνε τα περιοδικά σαν χαρτί περιτυλίγματος ή απλά να τα πάνε για πολτοποίηση. Όμως αυτός με τίποτα δεν μπορούσε να το επιτρέψει. Ήθελε να τα πάρει ένας άνθρωπος φιλομαθής, βιβλιόφιλος που σεβόταν την πνευματική προσφορά όπως ο καλός χριστιανός τη θεία μετάληψη. Ήταν συνδρομητής του περιοδικού, από τον πρώτο χρόνο της ίδρυσης κι είχε χρέος να το παραδώσει σε καλά χέρια. Σα σκυτάλη.

[….] Ο ασπρομάλλης, καχεκτικός δάσκαλος με τα βαθουλωμένα μάγουλα και τη γενειάδα μιας χλωμής βυζαντινής αγιογραφίας, που ‘χε φέξει απ’ την αναγκαστική νηστεία, αποχαιρετούσε αυτή τη νύχτα μαζί με τα περιοδικά του μια πλειάδα αγαπημένους ποιητές και συγγραφείς – απ’ τον Παλαμά, τον Πορφύρα και τον Ξενόπουλο ως τον Καβάφη, τον Σικελιανό, τον Μυριβήλη και τόσους άλλους φίλους, δεμένους μαζί του με τους ακατάλυτους δεσμούς μιας ψυχικής και πνευματικής συγγένειας.

Ήταν μ’ ένα λόγο οι άνθρωποί του που δεν είχε τη δυνατότητα να τους πάρει μαζί του, και έπρεπε να τους αφήσει. Τουλάχιστον να τους παραλάβει κάποιος που ξέρει την αξία τους και σέβεται την αξιοπρέπειά τους. Αυτό ζητούσε μόνο ο γέρο-καθηγητής κι εγώ του απόδειξα τελικά ότι είμουν ο κατάλληλος άνθρωπος, επειδή οι φίλοι του ήταν και δικοί μου φίλοι, ήξερα πολλά κείμενα κι είχα αποστηθίσει τα ποιήματά τους.

Ολότελα αυθόρμητα αρχίσαμε να απαγγέλουμε – μια εγώ, μια αυτός. Όταν φτάσαμε στο αποχαιρετιστήριο «σαν έτοιμος από καιρό σαν θαρραλέος», τα μάτια του βουρκώσανε και το πεταμένο καρύδι άρχισε να ανεβοκατεβαίνει στον αδύνατο ζαρωμένο λαιμό, αλλά τελικά κατανίκησε τη συγκίνηση μ’ αξιοπρέπεια ευπατρίδη και φώναξε στη γυναίκα του δυνατά μ’ ένα ξαφνικό κέφι, να φέρει «το χωριάτικο τσίπουρο που το φυλάγανε για τις έκτακτες περιπτώσεις».

Εκείνη, μια ασπρόμαλλη γυναίκα πιο αδύνατη από τον άντρα της, σχεδόν άυλη, σα σκιά, υπάκουσε με χαμογελαστή προθυμία. Όπως με πληροφόρησε αργότερα είχε πολύν καιρό να τον δει σε τέτοια χαρούμενη έξαψη, ήταν κάτι που το χρώσταγαν σε μένα «κι ο Θεός να μ’ έχει καλά και να πραγματοποιήσω ό,τι επιθυμώ» – μου ευχήθηκε.

«Θέλει να γίνει συγγραφέας» – της αποκάλυψε τότε εκείνος. «Και θα γίνει, θα γίνει!», πρόσθεσε χαρούμενος υψώνοντας το ποτήρι. Τα χλωμά του μάγουλα πήρανε χρώμα, τα μάτια του πετάξανε αστραπές.

Ξαφνικά τον κυρίεψε ο παλιός δασκαλίστικος οίστρος, ποιος ξέρει τι εγερτήριες νοσταλγίες ανάδεψε στην ψυχή του το τσίπουρο, άρχισε να με συμβουλεύει, ν’ αραδιάζει τους συγγραφείς και τα κείμενα που έπρεπε να μελετήσω ιδιαίτερα. Ο Παπαδιαμάντης ήταν φυσικά πρώτος στον κατάλογο. Τον αγαπούσε διπλά, – σαν αναγνώστης και σαν δάσκαλος, – το Μεγάλο αυτό Σκιαθίτη τον ήξερε απ’ έξω κι ανακατωτά, τον είχε διδάξει σε χιλιάδες παιδιά. Θέλησε να μου δείξει μερικά δείγματα της διδασκαλίας του, ενώ η γυναίκα του τον κοιτούσε με καμάρι, θυμήθηκε κάποια κείμενα και τα ‘πε χαμηλόφωνα, ευλαβικά, αντιγράφοντας τον δημιουργό τους σε όλα: στην ταπεινή στάση, το χαμηλόθωρο βλέμμα. το σκύψιμο της κεφαλής.

Ανεπαίσθητα μεταμορφώθηκε σ’ ένα σωσία του Κυρ-Αλέξανδρου, βοηθούσε σ’ αυτό και το μυσταγωγικό μισόφωτο της κάμαρης. Ήταν μια φυσιογνωμική ομοιότητα που την έφερνε όλο και πιο κοντά στο πρωτότυπο η πνευματική ταύτιση. Ο πολύχρονος συγχρωτισμός με τα κείμενα ενός μεγάλου συγγραφέα, η μεθοδική επαφή με τη σκέψη του, κάνει συχνά το φανατικό αναγνώστη, κι’ ιδιαίτερα το μελετητή του, να νιώθει και να φέρεται σα να ‘ναι σε κάποιο βαθμό η μετεμψύχωσή του. (Είναι κι αυτό μια από τις πολλές μορφές της ανθρώπινης αθανασίας).

Έτσι ή αλλιώς εγώ δεν θα ξεχνούσα ποτέ εκείνο το παγερό δωμάτιο του φανταστικού μου Παπαδιαμάντη που πριν να φύγει στο χωριό του για να πεθάνει, φώναξε προφητικά σηκώνοντας το ρακοπότηρο: «Θέλει να γίνει συγγραφέας. Και θα γίνει».

Θα ήταν καλύτερα βέβαια να το άκουγα αυτό από τον ίδιο τον Κυρ-Αλέξαντρο. Όμως κι η “μετεμψύχωσή” του έκανε καλή δουλειά. Ανέβασε αρκετά το ηθικό μου σε κείνα τα κατοχικά Χριστούγεννα που τα πέρασα κλεισμένος στην κάμαρή μου ξεφυλλίζοντας τα 334 τεύχη της “Νέας Εστίας”. (Το 335, που έκλεινε τον τόμο του 1942 – αυτό το αγόρασα εγώ απ’ το περίπτερο – ήταν αφιερωμένο στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη).

Προσθέτω μια λεπτομέρεια στην περιγραφή κείνης της τόσο αποδοτικής για μένα αγοράς-επένδυσης. Έφυγα πολύ αργά από το σπίτι του γέρο-καθηγητή, ήταν αδύνατο να βρω μεταφορικό μέσο για να κουβαλήσω τ’ ακριβό μου φορτίο. Αλλά αυτό δεν με ανησυχούσε. Θα έμενε εκεί τη νύχτα και το πρωί θα έστελνα ένα πειραιώτη ταξιτζή, που εξυπηρετούσε συχνά τον πατέρα, να το παραλάβει.

Πριν αποχαιρετήσω τον καλοκάγαθο φίλο μου, ακούμπησα το συμφωνημένο ποσό στο τραπέζι, όμως αυτός απρόσμενα αρνήθηκε να πάρει τα χρήματα. «Θα ‘θελα να στα κάνω δώρο αυτά τα τεύχη. Έτσι για να με θυμάσαι. Ποιος ξέρει. Ίσως με χρόνια και καιρούς να γράψεις κάτι και για μένα…» είπε χαμογελώντας με μια σπάνια για την ηλικία του και την εποχή αισιοδοξία.

Θυμάμαι ότι αρνήθηκα την ανθρώπινη προσφορά του με το γνωστό: «ο λόγος σου με χόρτασε και το ψωμί σου φάτο». Δεν βρήκα να πω τίποτ’ άλλο.

Σε παρόμοιες στιγμές υπέρτατης συγκίνησης, το μυαλό δεν προλαβαίνει την καρδιά. Αυτό τρέχει με την ταχύτητα του ήχου, κι εκείνη με την ταχύτητα του φωτός. Τελικά δεν μπόρεσα να συγκρατήσω τ’ όνομά του, το παρασύρανε οι κατοπινοί χρόνοι της θύελλας κι έτσι αναγκαστικά τον ανακαλώ στη μνήμη μου με τ’ όνομα του Παπαδιαμάντη. Αυτό σημαίνει ότι δεν θα τον ξεχάσω ποτέ…

Πάει καλά, εγώ μνημόνευα όσο μπορούσα καλύτερα τον Παπαδιαμάντη, ή μάλλον την έννοια που αντιπροσώπευαν οι μετεμψυχώσεις του εδώ στη γη. Αλλά πώς θα μνημόνευε αυτός εμένα και τη μαρξιστική μου στράτευση αν υπήρχε η δυνατότητα της αμοιβαίας ανταπόκρισης;

Σίγουρα τα λόγια του δεν θα ήταν και τόσο κολακευτικά, όμως πιστεύω ότι θ’ αναγνώριζε σαν μεγάλο ελαφρυντικό ότι ξεκίνησα με ευγενικές προθέσεις και ανιδιοτελή κίνητρα.

Στο κάτω-κάτω είχε κι εκείνος κάποια ευθύνη για την ιδεολογική μου επιλογή, καταγγέλοντας από τις σελίδες εκείνου του χριστουγεννιάτικου αφιερώματος της “Νέας Εστίας” τον διαρκή “Αντίχριστο” που αντιπροσωπεύει η πλουτοκρατία: «Αυτή γεννά την αδικίαν, αυτή τρέφει την κακουργία, αυτή φθείρει σώματα και ψυχάς… Αυτή παράγει την κοινωνικήν σηπεδόνα…» Ναι έτσι ακριβώς το έγραφε.

Και λοιπόν τι ήθελες να κάνει Κυρ-Αλέξανδρε ένας δεκαεφτάχρονος έφηβος όταν ήρθανε κάποιοι μαχητικοί αντίπαλοι της πλουτοκρατίας να τον στρατολογήσουνε σ’ έναν αγώνα που ‘χε σαν τελικό σκοπό την εξαφάνισή της;

Ζώστηκε τ’ άρματα και πήγε να δώσει τη ζωή του για το σωτήριο τούτο σκοπό. Δεν θα μετάνιωνε ποτέ γι’ αυτό.

Απλά θα ωρίμαζε όσο έπρεπε για να καταλάβει ότι οι κοινωνικοί αγώνες εκφράζουνε ένα περιορισμένο ποσοστό της ανθρώπινης ψυχής που πρέπει να κάνει ένα τιτάνιο προσωπικό αγώνα για να καλύψει το υπόλοιπο.

Οι τωρινές μου περιπέτειες κι η άρνησή μου να συμβιβαστώ με την εκσυχρονισμένη σοβιετική μορφή της “σηπεδόνος”, δείχνανε πόσο πολύ είχα καταλάβει αυτή την αυταπόδεικτη αλήθεια…

Αλέξης Πάρνης (1924)
(Σωτήρης Λεωνιδάκης)

Το αυτοβιογραφικό κείμενο είναι από την Νέα Εστία, τχ. 1561, 15 Ιουλίου 1992 – [Αρχείο ΕΚΕΒΙ], (αποτελεί κεφάλαιο από το αυτοβιογραφικό βιβλίο του Αλέξη Πάρνη “Τα χειρόγραφα του Τυρταίου”)

Ο παράδεισος της ανάπτυξης και της προόδου, ένα υπέροχο κείμενο του Εδουάρδο Γκαλεάνο

Ο Εδουάρδο Γκαλεάνο πέθανε σαν σήμερα το 2015, ήταν Ουρουγουανός δημοσιογράφος, λογοτέχνης και συγγραφέας, μία από τις εξέχουσες προσωπικότητες της λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας.
Τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Τα πιο γνωστά έργα του είναι τα Μνήμες φωτιάς (1986) και Οι ανοιχτές φλέβες της Λατινικής Αμερικής (1971), που έχουν μεταφραστεί σε 20 γλώσσες. Οι δουλειές του υπερβαίνουν τις ορθόδοξες τεχνοτροπίες, συνδυάζοντας το ντοκιμαντέρ, το μυθιστόρημα, τη δημοσιογραφία, την πολιτική ανάλυση και την ιστορία. Ο Γκαλεάνο αρνείτο ότι ήταν ιστορικός: «είμαι ένας συγγραφέας που θα ήθελε να συνεισφέρει στη διάσωση της απηχθείσας μνήμης όλης της Αμερικής, αλλά πάνω από όλα της Λατινικής Αμερικής, πατρίδα περιφρονημένη και αγαπητή»

Μία γέφυρα δίχως ποτάμι.
Ψηλές προσόψεις κτιρίων δίχως τίποτε από πίσω. Ο κηπουρός ποτίζει το πλαστικό γρασίδι.
Κυλιόμενες σκάλες που δεν οδηγούν πουθενά. Ο αυτοκινητόδρομος που μας δίνει την δυνατότητα να γνωρίσουμε τόπους, που εξ αιτίας του έχουν καταστραφεί. Η οθόνη της τηλεόρασης δείχνει μία τηλεοπτική συσκευή που περιέχει μίαν άλλη τηλεοπτική συσκευή μέσα στην οποία υπάρχει μία τηλεοπτική συσκευή..

Αυτός ο πολιτισμός δεν αφήνει κανέναν να κοιμηθεί, ούτε τα λουλούδια, ούτε τις κότες ούτε τους ανθρώπους. Το χειμώνα τα λουλούδια τοποθετούνται κάτω από συνεχή φωτισμό, ώστε να μεγαλώνουν πιό γρήγορα. Στα ορνιθοτροφεία η νύχτα είναιαπαγορευμένη για τις κότες. Και οι άνθρωποι είναι καταδιακσμένοι στην αϋπνία, λόγω της αγωνίας τους να αγοράσουν και του άγχους τους να πληρώσουν.

Εδώ ο ουρανός ποτέ δεν συννεφιάζει, εδώ δεν βρέχει ποτέ. Σ’αυτή τη θάλασσα κανείς δεν διατρέχει τον κίνδυνο να πνιγεί, αυτή η πλάζ προστατεύεται από την κλοπή. Δενυπάρχουν μέδουσες να σε τσιμπήσουν, ούτε αχινοί να σου καρφώνονται στο πόδι, ούτε κουνούπια να σε τρελαίνουν. Με τον αέρα πάντα στην ίδια θερμοκρασία και το νερό θερμαινόμενο αποφεύγονται τα κρυώματα και οι πνευμονίες.

Τα βρομερά νερά των λιμανιών θα φθονούσαν αυτά τα διάφανα νερά, αυτόςο αμόλυντος αέρας χλευάζει το δηλητήριο που αναπνέουν οι ανθρωποι στην πόλη.
Η είσοδος δεν είναι ακριβή, 30 δολάρια το άτομο, αν και πρέπει να πληρώσεις επί πλέον τις καρέκλες καί τίς ὀμπρέλλες. Στο ίντερνετ λέει : « Τα παιδιά σας θα σας μισήσουν αν δεν μας τα φέρετε…» Wild blue, ή κλειστή με κρυστάλλινους τοίχους πλάζ της Γιοκοχάμα είναι ένα μεγαλειώδες έργο της γιαπωνέζικης βιομηχανίας. Τα κύματα έχουν το ύψος που τους δίνουν οι κινητήρες. Ο ηλεκτρονικός ήλιος βγαίνει και κρύβεται σύμφωνα με τη θέληση της επιχείρησης, προσφέροντας στην πελατεία εντυπωσιακά τροπικά ξημερώματα και κατακόκκινα δειλινά πίσω από τις φοινικιές. Είναι τεχνητό –λέει έναςεπισκέπτης. Γι’ αυτό μας αρέσει.

Λιχουδιές από πλαστικό, όνειρα από πλαστικό. Πλαστικός είναι και ο παράδεισος πουυπόσχεται η τηλεόραση σε όλους αλλά παρέχει σε λίγους. Είμαστε όλοι στις διαταγές της.Σ’αυτόν τον πολιτισμό όπου τα πράγματα αποκτούν συνεχώς μεγαλύτερη αξία και οι άνθρωποι μικρότερη, τα μέσα μαζικής επικοινωνίας καθορίζουν τους κανόνες: δεναγοράζεις εσύ τα πράγματα, αυτά σε αγοράζουν, το αυτοκίνητο σε χρησιμοποιεί., ο υπολογιστής σε προγραμματίζει, η τηλεόραση σε παρακολουθεί.

Η έκρηξη της κατανάλωσης στον σύγχρονο κόσμο δημιουργεί μεγαλύτερο θόρυβο απόόλους τους πολέμους και προκαλεί μεγαλύτερο πανδαιμόνιο από όλα τα καρναβάλια.Όπως λέει μία παλιά τουρκική παροιμία, όποιος πίνει με πίστωση μεθάει διπλά. Το γλέντι ζαλίζει και θολώνει την όραση, αυτό το μεγάλο παγκόσμιο μεθύσι μοιάζει να μηνέχει ούτε χρονικά ούτε χωρικά όρια. Αλλά ο πολιτισμός της κατανάλωσης είναι κενός σαν το ταμπούρλο γι’ αυτό και κάνει τόση φασαρία. Την ώρα της αλήθειας, ότανο σαματάς σταματήσει και τελειώσει η γιορτή, ο μεθυσμένος ξυπνάει μόνος, συντροφιά με τη μοίρα του και τα σπασμένα που οφείλει να πληρώσει.

Οι καταναλωτικές μάζες δέχονται τιςεντολές σε παγκόσμια γλώσσα.Η διαφήμιση κατάφερε να κάνει αυτό που ήθελε να κάνει η εσπεράντο αλλά δεν μπόρεσε. Όπου και να βρεθούμεόλοι καταλαβαίνουμε τα μηνύματα που μεταδίδει η τηλεόραση. Το τελευταίο τέταρτο του αιώνα οι δαπάνες για την διαφήμιση έχουν διπλασιαστεί. Χάρη στις διαφημίσεις τα φτωχά παιδιά πίνουν ολοένα περισσότερη coca cola και ολοένα λιγότερο γάλα και ο χρόνος της σχόλης γίνεται σιγά σιγά χρόνοςυποχρεωτικής κατανάλωσης. Ελεύθερος χρόνος, φυλακισμένος χρόνος. Στά σπίτια των πολύ φτωχών μπορεί να μηνυπάρχει κρεβάτι, υπάρχει όμως τηλεόραση και η τηλεόραση έχει τον πρώτο λόγο. Αγορασμένο με δόσεις, αυτό το ζωάκι, αποδεικνύει τή δημοκρατική ροπή της προόδου. Δενακούει κανέναν αλλά μιλάει γιάόλους. Έτσι πλούσιοι και φτωχοί γνωρίζουν τα προσόντα του τελευταίου μοντέλου των αυτοκινήτων και, πλούσιοι και φτωχοί, ενημερώνονται για τα πλεονεκτικά επιτόκια που προσφέρει κάθε τράπεζα.

Εκσυγχρονισμός, μηχανοκρατία: Ο θόρυβος από τους κινητήρες των μηχανών σκεπάζει τις φωνές που καταγγέλουν αυτό τον τεχνητό πολιτισμό, ο οποίος μας κλέβει την ελευθερία κι ύστερα έρχεται να μας την πουλήσει. Εξασθενίζει τα πόδια μας για να μας υποχρεώσει στη συνέχεια να αγοράσουμε αυτοκίνητα και μηχανήματα γυμναστικής. Ο εφιάλτης των πόλεων, όπου τα αυτοκίνητα έχουν τον πρώτο λόγο, έχειεπιβληθεί στον κόσμο σαν το μοναδικό δυνατό πρότυπο ζωής. Οι πόλεις της ΛατινικήςΑμερικής ονειρεύονται να γίνουν σαν το Λός Άντζελες, όπου οκτώ εκατομμύρια αυτοκίνητα ορίζουν τους ανθρώπους. Ελπίζουμε να γίνουμε κάποτε μία γκροτέσκααπομίμηση αυτής της τρέλλας. Πέντε αιώνες τώρα, αντί να δημιουργούμεεξασκούμαστε στην απομίμηση. Αφού λοιπόν είμαστε καταδικασμένοι στηναπομίμηση, ας επιλέγουμε με λίγο μεγαλύτερη προσοχή τα πρότυπά μας.

Αν συμμορφωθούμε προς τας υποδείξεις τότε εγγυημένα θα βλέπουμε όλοι τις ίδιες εικόνες, θα ακούμε όλοι τους ίδιους ήχους, θα φοράμε τα ίδια ρούχα, θα τρώμε όλοι τα ίδια χάμπουργκερ και θα είμαστε όλοι μόνοι μες στην ίδια μοναξιά, μέσα σε σπίτια ίδια, σε γειτονιές ίδιες, σε πόλεις ίδιες, όπου όλοι θα αναπνέουμε την ίδια βρώμα και θα υπηρετούμε τα αυτοκίνητά μας με την ίδια προσήλωση και θα ανταποκρινόμαστε στις διαταγές των ίδιων μηχανών σε έναν κόσμο που θα είναι θαυμαστός για όποιον δεν έχει πόδια, ούτε φτερά, ούτε ρίζες….

Οι περισσότεροι άνθρωποι χρεώνονται για να αποκτήσουν αγαθά και τελικά δεν τους μένουν παρά χρέη, για να πληρώσουν άλλα χρέη τα οποία δημιουργούν καινούργια χρέη. Καταλήγουν να καταναλώνουν φαντασιώσεις, που για να τις πραγματοποιήσουν καμιά φορά καταφεύγουν στο έγκλημα. Η μαζική διάδοση της πίστωσης, προειδοποιεί ο κοινωνιολόγος Τόμας Μούλιαν, έδωσε την δυνατότητα στην καθημερινή ζωή της Χιλής, να περιστρέφεται γύρω από τα σύμβολα της κατανάλωσης δηλαδή, την εξωτερική εμφάνιση ως πυρήνα της προσωπικότητας, το τεχνητό τρόπο ζωής, την ουτοπία σε σαρανταοκτάμηνες δόσεις.

Η καταναλωτική κοινωνία είναι μια παγίδα για τους κουτούς. Αυτοί που κρατάνε τα ηνία παριστάνουν ότι το αγνοούν αλλά όποιος έχει μάτια μπορεί να δεί ότι η ύπαρξη της λίγης φύσης που μας έχει απομείνει διασφαλίζεται επειδή η μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων καταναλώνει λίγο, πολύ λίγο, και μόνο τα αναγκαία.Η κοινωνική αδικία δεν είναι πλέον ένα σφάλμα που πρέπει να διορθωθεί, ούτε ένα ελάττωμα που πρέπει να ξεπεραστεί: έχει γίνει θεμελιώδης αναγκαιότητα. Δεν υπάρχει φύση που να μπορεί να θρέψει ένα shopping center στο μέγεθος του πλανήτη. Αυτό το μοντέλο ζωής το οποίο μας παρουσιάζουν σαν τον οργασμό της ζωής κι’ αυτή η καταναλωτική φρενίτιδα που λένε ότι είναι η φρενίτιδα της ευτυχίας, αρρωσταίνουν το σώμα μας, δηλητηριάζουν τη ψυχή μας και μας αφήνουν ανέστιους: χωρίς εκείνη την εστία που κάποτε ήθελε να γίνει ο κόσμος μας.

Ένας αποχαιρετισμός στη Ρόζαμουντ Πίλτσερ

Η Ρόζαμουντ Πίλτσερ, διάσημη συγγραφέας μυθιστορημάτων, διηγημάτων και θεατρικών έργων, πέθανε την χθες, σε ηλικία 94 ετών, ενώ είχε αρρωστήσει.

Η Πίλτσερ γεννήθηκε στην Κορνουάλη το 1924. Στη διάρκεια του πολέμου, από το 1943 ως το 1946, υπηρέτησε στο Γυναικείο Σώμα του Βρετανικού Ναυτικού. Τον Δεκέμβριο του 1946 παντρεύτηκε τον Σκοτσέζο ήρωα πολέμου Γκρέιαμ Πίλτσερ και απέκτησαν μαζί τέσσερα παιδιά· την ημέρα του θανάτου της είχε δεκατέσσερα εγγόνια και δεκαεπτά δισέγγονα.

Άρχισε να γράφει από πολύ μικρή και δημοσίευσε το πρώτο της διήγημα σε ηλικία 18 ετών. Από τότε αφοσιώθηκε στη λογοτεχνία. Τα πρώτα δέκα μυθιστορήματά της τα δημοσίευσε με το ψευδώνυμο Τζέιν Φρέιζερ και γρήγορα έγινε γνωστή και αγαπητή, κυρίως στο γυναικείο κοινό. Τα έργα της, που θεωρείται ότι εξύψωσαν το είδος του λεγόμενου «ρομαντικού μυθιστορήματος», έχουν πουλήσει περισσότερα από 60 εκατομμύρια αντίτυπα σε όλο τον κόσμο. Αποσύρθηκε από τη συγγραφή μετά το έργο της Winter Solstice [Χειμερινό ηλιοστάσιο] το έτος 2000, ωστόσο τα βιβλία της εξακολουθούν να διαβάζονται ως σήμερα.

Από τα πιο γνωστά της είναι ο «Σεπτέμβρης», «Ο γυρισμός» (Romantic Novel of the Year Award), «Στον αστερισμό των διδύμων», «Χειμερινό ηλιοστάσιο», «Το άγριο θυμάρι», «Χιόνι τον Απρίλη».
Μετά το -υπέροχο- «Χειμερινό ηλιοστάσιο», που εκδόθηκε στην Αγγλία το 2000, σταμάτησε να γράφει. Το 2002 χρίστηκε αξιωματικός του Τάγματος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας.

Ως χαιρετισμό στη συγγραφέα που αγαπήσαμε , σας αφήνουμε με λίγα δικά της λόγια θα μείνουν λαξευμένα στο μυαλό και την καρδιά μας:

«Ήταν όλα όμορφα, με κάθε διάσταση της λέξης αυτής. Και, σε αυτή τη ζωή, τίποτα όμορφο δε χάνεται πραγματικά. Παραμένει κομμάτι του ανθρώπου, μετατρέπεται σε στοιχείο του χαρακτήρα του. Επομένως, ένα κομμάτι σου με συνοδεύει παντού. Κι ένα κομμάτι μου είναι δικό σου, παντοτινά.» ✒ Ρόζαμουντ Πίλτσερ, Μαζεύοντας κοχύλια

Πηγές: Εκδόσεις Διόπτρα, Ψυχογιός, Huff Post