Θείος Βάνιας: ένα τρυφερό ποίημα για την ανθρώπινη παραίτηση

Εξαιρετικός γιατρός, γνώστης – και εξ επαγγέλματος – της ρώσικης ψυχολογίας, αλλά και των προβλημάτων και φαινομένων της τσαρικής Ρωσίας, ο Τσέχοφ με το πεζογραφικό και θεατρικό έργο του έγινε ο μέγιστος «ανατόμος» της σαπισμένης ρωσικής κοινωνίας του καιρού του και «προάγγελος» της ανάγκης ύπαρξης μιας διαφορετικής κοινωνίας.

Ο Πίτερ Μπρουκ θεωρεί τον Τσέχωφ τον σπουδαιότερο θεατρικό συγγραφέα μαζί με τον Σαίξπηρ. Ο Μαξίμ Γκόρκι έγραψε στον Τσέχωφ για τον Βάνια ότι είναι «ένα έργο εξαίσιο, ένα σφυρί που το χτυπάτε στο αδειανό κεφάλι του κοινού.. Τα χτυπήματα σας πάνε ίσια στην καρδιά..». O Laurence Olivier θεωρούσε πως τα πρόσωπα του έργου είναι σαν μουσικά όργανα που άλλοτε παίζουν χορωδιακά και άλλοτε σόλο το θέμα της θλίψης αυτών των καλλιεργημένων εξόριστων και τη λαχτάρα τους για τη νεότητα.

Όπως λέει και ο ιταλός σκηνοθέτης Giorgio Strehler «Το πρόβλημα του Τσέχωφ είναι, πάντα, αυτό που ονομάζω «τα τρία κινέζικα κουτιά»: το ένα βρίσκεται μέσα στο άλλο, το τελευταίο περιέχει το προτελευταίο, το προτελευταίο περιέχει το πρώτο. Στο τρίτο κουτί είναι η Ζωή. Το μεγάλο κουτί της Ανθρώπινης Περιπέτειας, του Ανθρώπου που γεννιέται, μεγαλώνει, ζει, αγαπά, δεν αγαπά, κερδίζει, χάνει, καταλαβαίνει, δεν καταλαβαίνει, περνάει, πεθαίνει. Εδώ τα πρόσωπα παίρνουν διάσταση «μεταφυσική»…«συμβολική», σ’ ένα είδος παραβολής για την ανθρώπινη μοίρα…

Το κλασικό αριστούργημα του Άντον Τσέχοφ, ένα έργο βαθιά ποιητικό, τρυφερό και ανθρώπινο, όπου η ζωή σχοινοβατεί ανάμεσα στο δράμα και την κωμωδία.

Ο Θείος Βάνιας (1896-7), γραμμένος την ίδια περίπου εποχή με τον Γλάρο, αποτελεί ίσως το πιο «τσεχωφικό» από τα έργα του κορυφαίου Ρώσου ποιητή των λεπτότατων αποχρώσεων, και συμπυκνώνει εκρηκτικά το υπαρξιακό αδιέξοδο του φαινομένου που ονομάζεται «άνθρωπος», μέσα στον χώρο και τον χρόνο. Σε ένα περιβάλλον παρακμής, περιβάλλον εκμετάλλευσης αφελών από πονηρούς, ανούσιας, βαλτωμένης ζωής, ανεκπλήρωτων επιθυμιών και υπαρξιακής μοναξιάς κινούνται τα πρόσωπα στο «Θείο Βάνια». Οι ήρωές του, μικροί και «γκρίζοι» αλλά παρόλα αυτά γνήσιοι και αναγνωρίσιμοι στη λεπτομέρεια και την πολυπλοκότητά τους, αναζητούν απελπισμένα το νόημα της ζωής, φλερτάρουν με τα όριά τους, επιδίδονται σ’ ένα ιλαροτραγικό κυνήγι ευτυχίας, αποζητούν την ελπίδα που θα νικήσει την καθημερινή φθορά – ένα υποκατάστατο της χαμένης, της σπαταλημένης τους ζωής. Ο έρωτας μοιάζει ιδανικό παυσίπονο ευτυχίας. Ωστόσο και αυτός μένει ανεκπλήρωτος. Οι ήρωες του Θείου Βάνια θέλουν αλλά δεν μπορούν να ξεφύγουν από το τέλμα. Με τις απονενοημένες πράξεις τους, τις εύγλωττες σιωπές τους, τις έντονες εσωτερικές συγκρούσεις τους, οι άνθρωποι του Τσέχωφ ισορροπούν ανάμεσα στην ευτυχία και τη δυστυχία, το τραγικό και το γελοίο, την ελπίδα και την απελπισία, το φως και το σκοτάδι, ιδανικοί «πρωταγωνιστές» στο διαχρονικό τσίρκο της ανθρώπινης υπαρξιακής περιπέτειας.

Πρωτοπαρουσιάστηκε το 1899, σε σκηνοθεσία Κονσταντίν Στανισλάφσκι, με πρωταγωνιστές τον ίδιο τον Στανισλάφσκι, τη σύζυγό του Λιλίνα και την Όλγα Κνίπερ, σύζυγο του Τσέχωφ. Έκτοτε έχουν ανέβει πάρα πολλές παραστάσεις ανά τον κόσμο από επαγγελματικές και ερασιτεχνικές ομάδες.

Το έργο έχει μεταφερθεί και στον κινηματογράφο.

Ο Βάνιας, αδερφός της πρώτης συζύγου του γέρου καθηγητή Σερεμπριάκωφ είναι υπεύθυνος για το κτήμα του καθηγητή και το φροντίζει μαζί με τη Σόνια, κόρη του καθηγητή από τον πρώτο του γάμο και ανιψιά του. Πρόσφατα ο καθηγητής έχει εγκατασταθεί μαζί με τη νεαρή και ελκυστική δεύτερη σύζυγό του, Ελένα, στο κτήμα, προκαλώντας πλήθος προβλημάτων, καθώς οι ισορροπίες αλλάζουν δραματικά.

Στα μισά της ζωής του, ο Βάνιας αισθάνεται ήδη τελειωμένος. «Ω Θεέ μου! Είμαι σαράντα επτά χρονών· αν υποθέσουμε ότι θα ζήσω μέχρι τα εξήντα, μου μένουν άλλα δεκατρία χρόνια. Τόσος πολύς καιρός! Πώς θα τα περάσω αυτά τα χρόνια; Τι θα κάνω; Πώς θα τα γεμίσω;» αναφωνεί. Κάποτε ήξερε να γεμίζει κάθε λεπτό της ώρας, δουλεύοντας αδιάκοπα για να στηρίζει οικονομικά τον άντρα της αδελφής του.

Ο καθηγητής ήταν το ίνδαλμά του, ένας διανοούμενος που θα έκανε τον Βάνια υπερήφανο, σταδιοδρομώντας στους ακαδημαϊκούς κύκλους της Μόσχας. Οι προσδοκίες όμως διαψεύστηκαν, το ίνδαλμα αποδείχτηκε κούφιο, ή ακόμη και αχάριστο, μια πατρική φιγούρα που δεν αναγνώρισε ποτέ την αφοσίωση και την αυταπάρνηση του «γιου» του.

Τα χρόνια τα γκρέμισαν όλα. Τα πράγματα δεν απέκτησαν ποτέ το νόημα που όλοι προσδοκούσαν. Οι κόποι δεν ανταμείφθηκαν. Τα όνειρα δεν ευδοκίμησαν. Ακόμη και ο πόθος του σώματος δεν βρήκε πρόσφορο έδαφος να ξεδιψάσει. «Μέρα και νύχτα με πνίγει η σκέψη πως η ζωή μου έχει χαθεί αμετάκλητα. Παρελθόν δεν υπάρχει, ξοδεύτηκε ανόητα για τιποτένια πράγματα, και το παρόν είναι φριχτό στον παραλογισμό του» λέει ο Βάνιας στην Έλενα, τη νεαρή σύζυγο του ηλικιωμένου πλέον καθηγητή.

Ο Βάνιας είναι απελπισμένα ερωτευμένος με την Ελένα. Το ίδιο και ο γιατρός Αστρώφ που επισκέπτεται συχνά το κτήμα.Ο Βάνιας και η ανιψιά του, η Σόνια, φροντίζουν τη γη και τις ανάγκες του κτήματος. Ο καθηγητής έχει τα γραπτά του, ενώ η Έλενα, στον αντίποδα, μαραζώνει άεργη, αδυνατώντας να προσδώσει νόημα στην απραξία της. Περιφέρεται σαν ένας όμορφος, λευκός καμβάς, επάνω στον οποίο προβάλλουν οι απελπισμένοι τη λαχτάρα τους για σωτηρία. Η αγάπη, πιστεύουν, θα τους βγάλει από την κατήφεια της ισοπεδωτικής, ανέμπνευστης καθημερινότητας. Η αγάπη θα προσδώσει το χαμένο νόημα στη ζωή τους, θα γιατρέψει τις πληγές της αποτυχίας τους.

Η Σόνια υποφέρει βουβά από έρωτα για τον γιατρό Αστρώφ. Η Ελένα πανέμορφη και αδιάφορη κινεί τα νήματα δίχως να ενδιαφέρεται για τα αισθήματα των επίδοξων εραστών. Οταν ο καθηγητής θα συγκεντρώσει όλη την οικογένεια για να ανακοινώσει το σχέδιο του να πουλήσει το κτήμα, τίποτα δε θα μείνει πια το ίδιο.

Η κρίση της μέσης ηλικίας, ο ανεκπλήρωτος έρωτας, τα οικονομικά συμφέροντα του καθενός, οι ενδοοικογενειακοί ανταγωνισμοί οδηγούν σε μία αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας. Είναι ο θυμός που δημιουργείται στον κάθε άνθρωπο, απ’ τη στιγμή που άλλο ήθελε να γίνει κι άλλο έγινε.

Έρωτας και εργασία: οι δύο μεγάλοι μύθοι του πολιτισμού μας. Αν έχουμε αυτά, τότε θα είμαστε καλά. Αν έχουμε αυτά, θα ξορκίσουμε τους δαίμονες, θα πάψουμε να βασανιζόμαστε, θα βρούμε την πολυπόθητη ευτυχία ή, έστω, λίγη γαλήνη… Πόσο δύσκολο να αναγνωρίσουμε ότι αυτό δεν ισχύει! Πόσο δύσκολο να αποδεχτούμε ότι το ευρύτερο σχέδιο της μοίρας δεν επιφυλάσσει κανέναν οίκτο για την αγωνία μας.

«Γιατί προσπαθείς να μας τρομάξεις; Δώσ’ το πίσω, θείε Βάνια» λέει η Σόνια στον θείο της, εννοώντας το περίστροφο με το οποίο ο τελευταίος έχει μόλις προσπαθήσει (ανεπιτυχώς) να σκοτώσει τον καθηγητή. «Μπορεί να είμαι το ίδιο δυστυχισμένη μ’ εσένα, αλλά δεν υποκύπτω στην απόγνωση. Θα κάνω υπομονή και θα συνεχίσω να κάνω υπομονή, ωσότου η ζωή μου φτάσει στο φυσικό τέλος της… Να κάνεις κι εσύ υπομονή».

Πάρτε το απόφαση, είναι σαν να μας λέει η Σόνια, αυτό είναι και δεν θα αλλάξει. Ούτε με την επιπολαιότητα της λαγνείας, ούτε με τον ιδρώτα της υπερβολικής εργασίας, ούτε με πιστόλια, ούτε καν με κανόνια. Η ζωή είναι πολύ μεγάλη για να είναι ευχάριστη. Τις περισσότερες φορές είναι ανυπόφορη, μοναχική, επώδυνη, γεμάτη απογοητεύσεις.

Μπορεί να ακούγεται απαισιόδοξο όλο αυτό και σίγουρα ο Θείος Βάνιας είναι βυθισμένος σε ζοφερά νερά. Τίποτε δεν πρόκειται να αλλάξει για τους ήρωες, αφότου πέσει η αυλαία. Το αισθανόμαστε έντονα αυτό διαβάζοντας το κείμενο. Θα συνεχίσουν ακριβώς όπως και πριν. Θα μιλάνε, θα τρώνε, θα μελαγχολούν, θα σκάβουν, θα γράφουν, θα πίνουνε ποταμούς βότκας.

Ίσως, και αυτή είναι η μόνη ελπίδα που αναδύεται στο τέλος, θα έχουν τουλάχιστον απεμπολήσει τις ψευδαισθήσεις τους. Το «τι θα μπορούσα να είχα κάνει, εάν…» και το «πόσο ωραία θα ήταν, εάν…». Μια σκληρή ματιά στην πραγματικότητα, μια γενναία αποδοχή του «αυτός είμαι, αυτά και τα λάθη μου». Ή, αλλιώς, όπως το έθεσε πολλά χρόνια μετά ο Μπέκετ, «δεν μπορώ να συνεχίσω, θα συνεχίσω». Μία ιδιαίτερα ανθρώπινη ιστορία του Άντον Πάβλοβιτς Τσέχωφ, όπου η ψευδαίσθηση και η απόγνωση ανταγωνίζονται το χιούμορ και την ελπίδα. Πώς ζούμε; Ζούμε όπως θα θέλαμε; Ή όπως θέλουν οι άλλοι; Ένα τρυφερό ποίημα για το γελοίο της ανθρώπινης παραίτησης.

Πηγές:

Θείος Βάνιας

https://m.lifo.gr/articles/theater_articles/221757/o-theios-vanias-toy-giorgoy-kimoyli-voytaei-sta-rixa

Ο «Θείος Βάνιας» στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά

Θέατρο τη Δευτέρα: «Ο θείος Βάνιας» του Αντόν Τσέχοφ

https://www.n-t.gr/el/events/oldevents/o_theios_banias

Οι καλλιεργημένοι άνθρωποι, ένα κείμενο του Άντον Τσέχωφ

“Οι καλλιεργημένοι άνθρωποι σέβονται την ανθρώπινη προσωπικότητα, και ως εκ τούτου είναι πάντα ευγενείς, ήρεμοι και πρόθυμοι να προσφέρουν στους άλλους.
Δεν προκαλούν διαπληκτισμούς για ένα σφυρί ή για λίγο χαμένο καουτσούκ· αν ζουν μαζί με κάποιον δεν το θεωρούν παραχώρηση, και φεύγοντας δεν λένε «κανείς δε μπορεί να ζήσει μαζί σου».
Συγχωρούν το θόρυβο, το κρύο και στεγνό κρέας και τις ευφυολογίες και την παρουσία ξένων στα σπίτια τους.
Συμπονούν, και όχι μόνο τους επαίτες και τις γάτες. Οι καρδιές τους πονούν γι’ αυτά που τα μάτια δε βλέπουν… Ξαγρυπνούν τα βράδια για να βοηθήσουν, για να πληρώσουν για τους αδερφούς τους στο Πανεπιστήμιο, για να αγοράσουν ρούχα για τις μητέρες τους. Σέβονται την ιδιοκτησία των άλλων, γι’ αυτό και πληρώνουν τα χρέη τους.
Είναι ειλικρινείς και τρέμουν το ψέμα σαν τη φωτιά. Δεν ψεύδονται ούτε σε ασήμαντα θέματα. Το ψέμα προσβάλλει τον ακροατή και τον ταπεινώνει μπροστά στα μάτια του ομιλούντος. Δεν κρατούν «πόζα», δεν φέρονται δημόσια όπως στα σπίτια τους, δεν καυχιούνται μπροστά στους ταπεινούς συντρόφους τους. Δεν παραδίδονται στη φλυαρία και στο να επιβάλλουν στους άλλους τα ανεπιθύμητα μυστικά τους. Από σεβασμό προς τα αυτιά των άλλων ανθρώπων, συχνότερα σιωπούν παρά μιλούν.
Δεν υποτιμούν τους εαυτούς τους επιζητώντας τη λύπηση. Δεν παίζουν στις χορδές των ξένων καρδιών, ώστε να μπορούν να τους φέρονται με ψεύτικο σεβασμό. Δε λένε «με παρεξήγησαν» ή «με πούλησαν», γιατί αυτός είναι αγώνας για πλασματικά κέρδη, χυδαίος, κάλπικος…
Δεν έχουν κενή ματαιοδοξία. Δεν ενδιαφέρονται για ψεύτικα διαμάντια όπως το να γνωρίζουν διασημότητες, να δίνουν χέρια με τον καθένα, να ακούν τους σχολιασμούς ενός τυχαίου θεατή σε μια έκθεση, να συζητιούνται στις ταβέρνες. Αν κάνουν πράγματα άξια μιας δεκάρας δεν τριγυρνούν με αλαζονεία σαν να έχουν κάνει κάτι άξιο για εκατό ρούβλια, και δεν επιδεικνύονται όταν τους δέχονται κάπου όπου άλλοι έχουν απορριφθεί. Οι αληθινά ταλαντούχοι πάντα κρατούν την ταπεινότητά τους μέσα στο πλήθος, μένουν όσο μπορούν πιο μακριά από τη διαφήμιση. Ακόμα και ο Κρίλοφ έχει πει ότι ένα άδειο βαρέλι αντιλαλεί περισσότερο από ένα γεμάτο.
Αν έχουν ένα ταλέντο, του δείχνουν σεβασμό. Θυσιάζουν σε αυτό την ανάπαυση, τις γυναίκες, το κρασί, τη ματαιοδοξία… Είναι περήφανοι για το ταλέντο τους. Πέρα απ’ αυτά, είναι σχολαστικοί.
Καλλιεργούν στους εαυτούς τους την αγάπη για την καλαισθησία. Δε μπορούν να πλαγιάσουν με τα ρούχα τους, να βλέπουν στους τοίχους ρωγμές γεμάτες έντομα, να αναπνέουν ακάθαρτο αέρα, να περπατούν πάνω σε πάτωμα που κάποιος έχει φτύσει, να μαγειρεύουν το φαγητό τους πάνω από μια σόμπα πετρελαίου.
Επιζητούν όσο το δυνατόν περισσότερο να χαλιναγωγήσουν και να εξευγενίσουν τα σεξουαλικά ένστικτα. Αυτό που θέλουν σε μια γυναίκα δεν είναι συντροφιά στο κρεβάτι… Δεν αναζητούν την εξυπνάδα που ενυπάρχει στο συνεχές πλάγιασμα. Θέλουν συγκεκριμένα, αν είναι καλλιτέχνες, φρεσκάδα, κομψότητα, ανθρωπιά, την επιθυμία για μητρότητα… Δεν καταπίνουν τη βότκα όλη μέρα κι όλη νύχτα, δεν ψάχνουν λαίμαργα στα ντουλάπια γιατί δεν είναι γουρούνια και το γνωρίζουν. Πίνουν μόνο όταν είναι ελεύθεροι, περιστασιακά. Γιατί θέλουν mens sana in corpora sano (νους υγιής εν σώματι υγιεί). Και ούτω καθεξής.
Έτσι είναι οι καλλιεργημένοι άνθρωποι. Για να είναι κανείς καλλιεργημένος και όχι κατώτερος του περίγυρού του, δεν αρκεί μόνο να έχει διαβάσει «Τα χαρτιά του Πίκγουικ» και να μάθει ένα μονόλογο του «Φάουστ»… Αυτό που χρειάζεται είναι συνεχής δουλειά, νυχθημερόν, συνεχές διάβασμα, μελέτη, θέληση. Κάθε ώρα είναι πολύτιμη.
Έλα κοντά μας, κάνε θρύψαλα το μπουκάλι με τη βότκα, ξάπλωσε και διάβασε. Τουργκένιεφ, αν θέλεις, που δεν τον έχεις διαβάσει.
Πρέπει να εγκαταλείψεις τη ματαιοδοξία σου, δεν είσαι παιδί. Σύντομα θα είσαι τριάντα. Ήρθε η ώρα! Σε περιμένω… Όλοι σε περιμένουμε.”

Από την επιστολή του Άντον Τσέχωφ στον αδελφό του Νικολάι

Πηγές: https://cityportal.gr/apospasma-apo-ena-gramma-toy-anton-tsexwf-ston-aderfo-toy-nikolai,119209,193,45,51