Κιμ Τζιγιάνγκ, γεννημένη το 1982: ένα λογοτεχνικό φεμινιστικό μανιφέστο

Αντί Προλόγου

Πρόσφατα οι εκδόσεις Μίνωας πήραν μια σπουδαία εκδοτική πρωτοβουλία: να κυκλοφορήσουν στα ελληνικά το διεθνές best seller μυθιστόρημα της Τσο Ναμ- Τζου “Κιμ Τζιγιάνγκ, γεννημένη το 1982“. Εμείς το διαβάσαμε με αφορμή την ημέρα της γυναίκας και σας το παρουσιάζουμε.

Continue reading “Κιμ Τζιγιάνγκ, γεννημένη το 1982: ένα λογοτεχνικό φεμινιστικό μανιφέστο”

Το Όνομά μου είναι: η γνωριμία με 5 ποιήτριες της Ρωσίας

Αντί προλόγου

Δίχως αμφιβολία, η Ρωσία είναι μια γενέτειρα λογοτεχνών. Στο προσκήνιο του παγκόσμιου συγγραφικού και ποιητικού γίγνεσθαι στέκονταν ανέκαθεν οι φιγούρες διακεκριμένων Ρώσων γραφόντων που χαίρουν αναγνώρισης και ενός ευρέος αναγνωστικού κοινού. Ωστόσο, η Ρωσική είναι μια γλώσσα δύσκολη με ελάχιστους φανατικούς μεταφραστές, με αποτέλεσμα πολλά έργα γραμμένα σε αυτή να παραμένουν στην αφάνεια. Λίγο πολύ τέτοια ήταν και τα έργα 5 σπουδαίων Ρωσίδων ποιητριών που αν και αναγνωρισμένες στην χώρα τους, τα ονόματα των περισσότερο στα αυτιά του Έλληνα αναγνώστη είναι σίγουρα άγνωστα. Εκείνες μας συστήνονται, άλλες για πρώτη φορά και άλλες μας επανασυστήντονται μέσω της απόδοσης και της ανθολόγησης της Ντιάνα Καλαϊτζίδη. Το Όνομά μου είναι που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις συρτάρι μας είναι μια ευκαιρία γνωριμίας με πέντε σημαίνουσες και αντισυμβατικές γυναίκες που άφησαν ένα ιδιότυπο στίγμα σε ένα ομιχλώδες λογοτεχνικό τοπίο του αργυρού αιώνα, στον οποίο έζησαν και έγραψαν.

Continue reading “Το Όνομά μου είναι: η γνωριμία με 5 ποιήτριες της Ρωσίας”

Κορίτσι: μια σπαρακτική ιστορία αιχμαλωσίας

Αντί προλόγου

Κάποτε ήμουν κορίτσι, αλλά όχι πια. Μυρίζω άσχημα. Το αίμα ξεράθηκε και πέτρωσε πάνω μου και πάνω στο κουρελιασμένο ρούχο μου. Τα σωθικά μου ένας βάλτος. Χύμηξα μέσα στο δάσος που είδα εκείνη την πρώτη, φριχτή νύχτα, όταν άρπαξαν εμένα και τις φίλες μου από το σχολείο.

Continue reading “Κορίτσι: μια σπαρακτική ιστορία αιχμαλωσίας”

«Μια γυναίκα δεν είναι άνθρωπος»: η σύγχρονη καταγραφή των έμφυλων διακρίσεων

Οι εκδόσεις Ιβίσκος εγκαινίασαν πρόσφατα τη νέα τους σειρά με θέμα τα Διεθνή Best Sellers. Στο πρώτο της μυθιστόρημα «Μια γυναίκα δεν είναι άνθρωπος» που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ιβίσκος σε μετάφραση της Τέσυ Μπάιλα, η Ετάφ Ρουμ καταγράφει μέσα από την εξιστόρηση της ζωής τριών γενεών γυναικών που κατάγονται από την Παλαιστίνη αλλά ζουν στην Αμερική τις δυσκολίες και τα προβλήματα με τα οποία έρχονται αντιμέτωπες, την βία και τις διακρίσεις που υφίστανται και τον εσωτερικό αγώνα για να τα υπερβούν. Πρόκειται για μια ειλικρινή αφήγηση που πάλλεται ανάμεσα στην τιμή και την προδοσία, την βία και την αγάπη, την αντίσταση και την υποταγή, τα μυστικά και την αλήθεια. Ας δούμε, όμως, πιο αναλυτικά πως διαπλέκονται οι ζωές των χαρακτήρων και τα κρίσιμα εκείνα στοιχεία που καταφέρνει με την καθαρή γραφή και το γλαφυρό της ύφος να αναδείξει η συγγραφέας μέσα από τις πορείες τριών γυναικών που δεν διαφέρουν ιδιαίτερα από την ίδια και από πολλές άλλες ακόμα ανά τον κόσμο σήμερα.

Βρισκόμαστε στην Παλαιστίνη του 1990, μια χώρα που έχει βασανιστεί τα προηγούμενα χρόνια από τις αλλεπάλληλες διαμάχες και τον πόλεμο. Η δεκαεπτάχρονη Ισρά, πρωτότοκη μιας Παλαιστινιακής οικογένειας, μεγαλώνει εγκλωβισμένη σε ένα σπίτι αυταρχικό και απρόσωπο, υπηρετώντας τον πατέρα και τα μικρότερα αδέλφια της, υπομένοντας τις καθημερινές εργασίες, την ενδοοικογενειακή βία και την παντελή έλλειψη στοργής και αγάπης. Νιώθει σαν ένα βάρος από το οποίο οι υπόλοιποι πασχίζουν να απαλλαγούν. Όχι μόνο ο βίαιος πατέρας της Γιάκομπ, αλλά και η εύθραυστη και σιωπηλή μητέρα της. Εκείνη προτιμά να χάνεται στον κόσμο των βιβλίων, ήσυχη και υποτακτική καθώς είναι ή μάλλον σωστότερα καθώς την μεγάλωσαν να είναι, προσπαθώντας να ικανοποιήσει τους πάντες, πλην του εαυτού της. Σαν καταφύγιο έχει το διάβασμα και τις προσευχές της. Η ζωή της, ωστόσο, σύντομα ανατρέπεται αφού οι γονείς της αρχίζουν να της αναζητούν μνηστήρες. Δεν αντιστέκεται, δεν θα μπορούσε άλλωστε, ακόμα και αν γνωρίζει ότι είναι πολύ μικρή για έναν γάμο που θα την εγκλωβίσει σε ένα άλλο σπίτι.

Η νέα της καταπίεση θα πάρει την μορφή του συζύγου της Αντάμ και της πεθεράς της Φαρίντα. Χωρίς να το αντιληφθεί, μια εβδομάδα μετά θα βρίσκεται παντρεμένη σε μια συνοικία Μπρούκλιν, εκεί όπου έχει μεταναστεύσει η επίσης παλαιστινιακής καταγωγής οικογένεια του άντρα της. Η ελπίδα ότι η ζωή της θα αλλάξει προς το καλύτερο, ότι θα κατορθώσει για βρει στο απλανές βλέμμα του άντρα της την αγάπη που αναζητούσε, ότι αν ικανοποιούσε την οικογένειά του, εκείνη θα την αποδέχονταν άρχισε να ωχριά την στιγμή που γεννά το πρώτο της παιδί, την Ντεγιά. Αντί για το πολυπόθητο αγόρι που ο πρωτότοκος γιος έπρεπε να εξασφαλίσει για να μοιραστεί μελλοντικά τα οικογενειακά βάρη και να συνεχίσει το όνομα, έρχεται στον κόαμο η Ντεγιά και ύστερα από αυτήν οι τρεις ακόμα αδελφές της. Αντιμέτωπη με την δυναμική και χειριστικά πεθερά της, έρμαια στα σχόλια της σκληροπυρηνικής κοινότητας, στην επιθετικότητα του συντρόφου της, ταπεινωμένη και μόνη, μακριά από την πατρίδα της, η Ισρά μετατρέπεται σε μια τραγική φιγούρα της γυναικείας μοίρας, σε μια πιστή ακόλουθου μιας ζωής στην οποία δεν είχε καμία επιλογή.

Στον αντίποδα, η Φαρίντα, η πεθερά της Ισρά φαίνεται μια δυναμική και σκληρή γυναίκα που διαφεντεύει ένα ολόκληρο σπιτικό, τους τρεις γιους της, τον Αντάμ, τον Ομάρ, τον Αλί, την κόρη της Σάρα, τις νύφες της, ακόμα και τον άνδρα της τον Χαλέντ. Αν και πολυμήχανη και πανούργα, η Φαρίντα μένει προσκολλημένη σε οπισθοδρομικές αραβικές παραδόσεις προσπαθώντας με νύχια και με δόντια να κρατήσει ζωντανή της κουλτούρας της χώρας την οποία εγκατέλειψε. Δεν είναι αυτός ο αυτοσκοπός της. Κύριό της μέλημα θα έλεγε κανείς πως είναι η επίτευξη του κοινωνικώς αποδεκτού για την οικογένειά της. Θέλει να εξασφαλίσει τα παιδιά της οικονομικά, να τα παντρέψει, να εξασφαλίσει πως θα έχουν απογόνους. Είναι μεροληπτική απέναντί τους, ωθώντας στο περιθώριο την Σάρα και καταπιέζοντας τον Αντάμ που καλείται να σηκώνει όλα τα βάρη της οικογένειας την στιγμή που οι άλλοι δυο γιοι της αδιαφορούν. Την ίδια τακτική ακολουθεί και στην ανατροφή των εγγονών της παρά τα χρόνια που περνούν, την βία και τις κακουχίες που η ίδια είχε βιώσει πρώτα στα στρατόπεδα των προσφύγων μετά την Ισραηλινή εισβολή και αργότερα από τον αλκοολικό σύζυγό της.

Παράλληλα με τις δικές τους αφηγήσεις ξεδιπλώνεται η ζωή της μεγαλύτερής της κόρης, της Ντεγιά. Η γιαγιά της που μετά τον θάνατο των γονιών της σε τροχαίο δυστύχημα έχει αναλάβει εξ’ ολοκλήρου την ανατροφή τους κατά τα αυστηρώς αραβικά και ισλαμικά πρότυπα την πιέζει να παντρευτεί ενώ εκείνη ονειρεύεται να περάσει στο κολλέγιο. Εκείνη αδυνατεί να της εναντιωθεί και να επιβληθεί, οπότε υπομένει τον Γολγοθά των συναντήσεων με υποψήφιους μνηστήρες και του ναυαγίου των ονείρων της. Χάνεται, όπως και η μητέρα της στον κόσμο των βιβλίων. Δεν έχει από που να κρατηθεί γιατί ακόμα και οι αναμνήσεις από τους γονείς της είναι πολύ επώδυνες. Παρά το νεαρό της ηλικίας και την αδύνατή της μνήμη, η Ντεγιά είχε γίνει μάρτυρας των εντάσεων, της επιθετικότητας του πατέρα της, της κατάθλιψης που βίωνε η μητέρα της. Αυτές οι μνήμες την καθορίζουν και δεν μπορεί να απαλλαχθεί από αυτές. Την θλίβουν και τις δημιουργούν την εντύπωση πως η ευτυχία είναι κάτι ουτοπικό ή έστω κάτι για το οποίο αυτή δεν είναι πλασμένη. Το μοναδικό που της δίνει ευχαρίστηση, καθώς το σχολείο είναι η μόνη της διέξοδος είναι, πλην των βιβλίων είναι η παρέα με τις αδελφές της, τις οποίες αγαπά και προστατεύει από το παρελθόν, ενώ εκείνη πασχίζει να το ξεθάψει.

Πολύ σύντομα, το βιβλίο θα πάρει μια διαφορετική τροπή. Μια γυναίκα από το παρελθόν θα μπει στη ζωή της, θα δώσει στην Ντεγιά την επιλογή και θα οδηγήσει τα βήματα της σε ένα αναπάντεχο μονοπάτι καταιγιστικών ανακαλύψεων και ανατροπών που συνταράζουν την νεαρή ηρωίδα και εμάς τους αναγνώστες. Η Ντεγιά θα έρθει αντιμέτωπη με ένα παρελθόν σκοτεινό, με μια αλήθεια που τις απέκρυπταν και ταυτόχρονα θα επαναστατήσει για να σώσει εαυτό και τις αδελφές της από την προκαθορισμένη τους μοίρα, από το νασίμπ τους. Αν θα τα καταφέρει μένει να το ανακαλύψουμε μόνοι μας.

«Άκουσε με, θυγατέρα. Ανεξαρτήτως του πόσο μακριά από την Παλαιστίνη θα πας, η γυναίκα θα είναι πάντα γυναίκα

Η ασθματική ροή του βιβλίου είναι καθαρά κινηματογραφική με σκηνές να εναλλάσσονται, με χωροχρονικά ταξίδια ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν, την Παλαιστίνη και το Μπρούκλιν, την Ντεγιά, την Ισρά και την Φαρίντα. Δεν λείπουν οι έντονες ανατροπές, το σασπένς και η αγωνία που αυξάνεται κορυφώνεται σταδιακά σε σημείο που ο αναγνώστης να δυσκολεύεται να το αφήσει από τα χέρια του. Η γραφή είναι λιτή, καθημερινή, βρίθει ζωντανών διαλόγων, παραστατικών και αληθοφανών περιγραφές συναισθημάτων, ενεργειών, ανθρώπων και καταστάσεων. Η δυναμικότητα αυτή είναι και εμφανής στη μετάφραση της Τέσυ Μπάιλα επιτρέπει την αποτύπωση στο χαρτί των έντονων ψυχολογικών διακυμάνσεων των ηρώων. Η ηθογραφία του αραβικού κόσμου της Παλαιστίνης και της προσφυγιάς, οι προλήψεις, οι θεοκρατικές αντιλήψεις που δεν είναι μόνο στοιχείο του Ισλάμ υπερβαίνει την οικογένεια που περιγράφει το βιβλίο και αγγίζει πολλές ακόμα οικογένειες που ζουν υπό αυτές τις συνθήκες όχι μόνο στην Αμερική αλλά και ανά τον κόσμο. Ο έξυπνος τρόπος γραφής και η γρήγορη εκτύλιξη της πλοκής κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη σε όλη τη διάρκεια της αναγνωστικής διαδικασίας.

Στο ντεμπούτο της, που έγραψε μόλις στα 30 της χρόνια, η Αμερικανίδα – Παλαιστίνια Ετάφ Ρουμ αντλεί από τα προσωπικά της βιώματα, καθώς και η ίδια μεγάλωσε στην παλαιστινιακή κοινότητα του Μπρούκλιν, βρέθηκε παντρεμένη σε γάμο από προξενιό στα 19 της και με δύο παιδιά μέχρι την ηλικία των 23, κατόρθωσε όμως να αψηφήσει τις κοινωνικές επιταγές της οικογένειας και της κουλτούρας της, να σπουδάσει στο πανεπιστήμιο, και εν τέλει να αφήσει τον σύζυγό της, να πάρει διαζύγιο και να βρει την ελευθερία της. Με τον ελλοχεύοντα κίνδυνο η μαρτυρία της να εκληφθεί ως προδοσία προς την κοινότητά της και ως διαιώνιση των στερεοτύπων για τη μουσουλμανική θρησκεία και οικογένεια, η Rum σπάει τον κύκλο σιωπής και, με ατόφια και εκκωφαντικά ειλικρινή φωνή, μιλά για την καθημερινότητα στις αραβικές οικογένειες, για τον προκατασκευασμένο έμφυλο ρόλο των γυναικών, η ζωή των οποίων περιστρέφεται αποκλειστικά γύρω από το νοικοκυριό και την τυφλή υποταγή στις ανδρικές επιθυμίες, για τους κατά συρροήν βιασμούς που λαμβάνουν χώρα ενδοσυζυγικά, αλλά και για τη φρίκη της ενδοοικογενειακής βίας και της κουλτούρας ενοχοποίησης του θύματος και αποσιώπησής της, ιδίως εντός των κόλπων μιας συνεκτικής κοινότητας.

Η Ρούμ καταγράφει την εμπειρία της μετανάστευσης και της προσφυγιάς, από τον τρόμο της ισραηλινής κατοχής στην Παλαιστίνη, της καθημερινότητας των οδοφραγμάτων, του περιορισμού μετακινήσεων και του αδιάκοπου φόβου για τη ζωή, μέχρι την άφιξη στη «Χώρα της Ελευθερίας» και τη συνεχή προσπάθεια προσαρμογής στις συνήθειες, τα ήθη και τον πολιτισμό του δυτικού κόσμου. Οι μουσουλμάνες γυναίκες καλούνται διαρκώς να μην ξεχωρίζουν από τη δυτικοποιημένη μάζα, να μην γίνουν παρίες, αλλά ταυτόχρονα ούτε και «Αμερικανίδες», να μην ντροπιάσουν την κοινότητά τους, να μη θίξουν την τιμή και την υπόληψη της οικογένειάς τους. Οι σάρκινοι χαρακτήρες, άλλοτε έρημοι και φιμωμένοι πλέον αποκτούν φωνή στις σελίδες αυτού του μυθιστορήματος.

Το μυθιστόρημα της Ετάφ Ρουμ δεν είναι απλά ένα βιβλίο που περιγράφει μια οικογενειακή σάγκα. Δεν είναι ένα στείρο φεμινιστικό ανάγνωσμα που στρέφεται κατά της ισλαμικής θρησκείας και των παλαιστινιακών εθίμων. Δεν εμφορείται με μίσος ή με οργή. Είναι μονάχα μια ιστορία γυναικών που πασχίζουν να χαράξουν το δικό τους μονοπάτι στη ζωή και να εκφράσουν τις ατομικές τους επιθυμίες μέσα στα πλαίσια της αραβικής τους κουλτούρας και στον απόηχο της σκανδαλώδους ενδοοικογενειακής βίας στην κοινότητά τους. Είναι ένας απολογισμός ζωής, ενόψει των έμφυλων διακρίσεων, μια κραυγή αγωνίας για την θέση της γυναίκας όχι μόνο στο Ισλάμ και στην Παλαιστίνη, όχι πριν 30 και 10 χρόνια, αλλά σήμερα και πάντα. Είναι μια διείσδυση στα ανείπωτα, στον γυναικείο ψυχισμό, μια διαμαρτυρία ενάντια σε ένα σύστημα αδιανόητο για το οποίο και ο δυτικός κόσμος εθελοτυφλεί. Δεν ενδίδει σε μελοδραματισμούς και σε άσκοπες κατηγορίες. Άντρες και γυναίκες είναι όλοι θύματα ενός μεγαλύτερου τέρατος το οποίο τροφοδοτούν οι οπισθοδρομικές αντιλήψεις, οι προκαταλήψεις, οι παρερμηνείες της θρησκείας. Όμως, μέσα σε αυτά τα μάτια που έχουν μάθει να κοιτούν στο πάτωμα θα βρεθούν οι φλόγες που θα ξεκινήσουν την επανάσταση.

«[…]να φιμώνουμε τη φωνή μας. Μας δίδαξαν ότι η σιωπή μας θα μας σώσει. Στην πατρίδα μου κρατάμε αυτές τις ιστορίες για τον εαυτό μας. Το να τις πούμε στον έξω κόσμο είναι κάτι το ανήκουστο, επικίνδυνο, η έσχατη ντροπή».

Διαβάζοντας το έργο θα έρθουμε σε επαφή με το έλεο και τον φόβο πριν από την τελική κάθαρση και θα πάρουμε μερικά στοιχεία, έστω και μονόπλευρα, από έναν πολιτισμό διακρίσεων που ανθεί ολόγυρά μας, όχι απαραίτητα μόνο στον ισλαμισμό αλλά ενδεχομένως, μέχρι πολύ πρόσφατα ίσως, πολύ κοντά μας. Η ιστορία αυτή δεν πρέπει να λείπει από καμία βιβλιοθήκη. Ιδίως από την βιβλιοθήκη εκείνη ανθρώπων ανοιχτόμυαλων που δεν φοβούνται να έρθουν αντιμέτωποι με μελανά σημεία των συστημάτων που μας περιτριγυρίζουν. Αυτοί είναι που θα κληθούν, εξάλλου, να τα μεταβάλλουν.

Έχει ήδη διακριθεί στο εξωτερικό ως μπεστ σέλερ των New York Times, έχει συμπεριληφθεί ανάμεσα στα δέκα βιβλία που προτείνονται για τον Μάρτιο στη Washington Post, έχει προταθεί ως το καλύτερο μυθιστόρημα γυναίκας συγγραφέα του 2019 σύμφωνα με το Marie Claire, καλύτερο βιβλίο του καλοκαιριού σύμφωνα με το Newsweek, καλύτερο βιβλίο της εβδομάδας στην εκπομπή USA Today, ως «Ένα βιβλίο που είναι δύσκολο να το αφήσεις κάτω» σύμφωνα με τη Washington Book Review, έχει βρεθεί ανάμεσα στα 29 καλύτερα βιβλία του μήνα στο Refinery, ανάμεσα στα «Τέσσερα βιβλία που δεν μπορούσαμε να αφήσουμε κάτω τον προηγούμενο μήνα» στο Buzzfeed News, ανάμεσα στους καλύτερους πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς του πρώτου εξαμήνου του 2019 στο Electric Lit 20 και ανάμεσα στα «Βιβλία που ανυπομονούμε να αποκτήσουμε το 2019» του The Millions.

Πηγές:

https://www.culturenow.gr/mia-gynaika-den-einai-anthropos-h-kraygi-ton-fimomenon-gynaikon/

Μικρές Κυρίες: Ένα μεγάλο έργο

Οι Μικρές κυρίες μας μεταφέρουν στην εποχή του αμερικανικού εμφυλίου πολέμου. Είναι η ιστορία της οικογένειας του πάστορα Μαρτς ο οποίος κατατάχτηκε στο στρατό των Βορείων και άφησε πίσω του γυναίκα και τέσσερις κόρες να τα βγάλουν πέρα ενώσω λείπει μακριά.

Η Λουίζα Μέυ Άλκοτ (1832-1888) γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Πενσυλβανία. Επειδή ο πατέρας της ήταν παιδαγωγός και διαφωνούσε με την παιδαγωγική που ακολουθούσαν στον καιρό του, η Λουίζα Μέυ διδάχτηκε κατ’ οίκον από τον ίδιο και φίλους διανοούμενους της οικογένειας με ‘σχολικά’ εγχειρίδια τα βιβλία των Χένρι Νταίηβιντ Θορώ, Ναθάνιελ Χόθορν και άλλων. Κριτική εκείνων των παιδαγωγικών απόψεων διαβάζουμε στο κεφ. 7 όταν η Έιμυ, η μικρότερη αδελφή, εγκαταλείπει το σχολείο εξαιτίας της ταπείνωσης που υπέστη από τον δάσκαλό της όταν μοίρασε τα απαγορευμένα γλειφιτζούρια στις συμμαθήτριές της. Η θέση της συγγραφέως για την εκπαίδευση είναι, όπως και το γεγονός ότι αναγκάστηκε μαζί με τις αδελφές της να εργαστεί λόγω των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε η οικογένεια, παραδείγματα που τεκμηριώνουν την άποψη των μελετητών ότι το έργο της Άλκοτ περιέχει πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία.

Οι Μικρές κυρίες θεωρήθηκαν το κατ’ εξοχήν κοριτσίστικο ανάγνωσμα της αμερικανικής εθνικής λογοτεχνίας καθώς πρόβαλε την επιθυμητή εικόνα της αμερικανίδας της εποχής της: το ρόλο της στην κοινωνία και τις αρετές που όφειλε να διαθέτει κάθε γυναίκα (ηθική ακεραιότητα, αυταπάρνηση, γενναιοδωρία, ατομική στάση, δημόσια παρουσία).Όλα τα παραπάνω αποτυπώνονται καθαρά στις ταυτότητες των αδελφών Μαρτς.

Οι τέσσερις αδελφές

Η Μεγκ, η μεγαλύτερη, έχει θέση μητέρας για τις μικρότερες. Τις διαπαιδαγωγεί ώστε να γίνουν πραγματικές ‘μικρές κυρίες’ και αντιπροσωπεύει όσα ορίζουν την εύρυθμη λειτουργία της οικογενειακής εστίας.Η Τζο είναι ατίθαση, ένα αγοροκόριτσο που ήθελε να είναι αγόρι- ο γιος μου, όπως έλεγε ο πατέρας της. Είναι εκείνη που παίρνει πρωτοβουλίες για βελτιωθούν τα οικονομικά της οικογένειας: πουλάει τα γραπτά της και τα μαλλιά της σε μια συμβολική κίνηση άρνησης να υποταχτεί στο στερεότυπο του φύλου της. Μας παρουσιάζεται, όπως έχει επισημανθεί, ως ένας χαρακτήρας με πρώιμη φεμινιστική συνείδηση.Η Μπεθ, η μουσικόφιλη, γλυκιά και μαζεμένη, είναι η ειρηνοποιός της οικογένειας χάρη στην έμφυτη πραότητα που διαθέτει.Η Έιμυ, η μικρότερη, μια κούκλα με ξανθά μαλλιά και γαλανά μάτια, είναι η εγωκεντρική καλλιτέχνης που αντιδρά στην οικογενειακή γραμμή περί του λιτού βίου. Είναι αυτή που περισσότερο απ’ όλες νοιάζεται για τα ωραία πράγματα και αντιπαθεί τη φτώχια.

Το άθροισμά τους είναι η γυναίκα που ονειρευόμασταν στη δεκαετία του ʼ70: ένα ατρόμητο πλάσμα γεμάτο αρετές και φιλοδοξίες, εξαιρετικά ευφυές, αλλά και εύθραυστο κατά περίπτωση, μια κοπέλα που δεν δέχεται τη μοίρα της αδιαπραγμάτευτα, αλλά ταξιδεύει, ερωτεύεται, γράφει θεατρικά έργα – και ξέρει κιόλας να μαντάρει μια κάλτσα αν χρειαστεί. Είναι η γυναίκα που θα ικανοποιούσε όχι μόνο εμάς, αλλά και τις μητέρες μας. Μια καλλιτέχνης της ζωής, με το κεφάλι στα σύννεφα και τα πόδια στη γη.

Η γοητεία που άσκησαν αυτά τα μυθιστορήματα στα κορίτσια όλου του κόσμου –από το 1868 που γράφτηκε το πρώτο ώς το 1960 όπου άρχισαν να απασχολούν συνολικά τις δυτικές κοινωνίες τα πολύπλοκα ζητήματα φύλου– οφείλεται στην παραπληρωματικότητα των αδερφών Μαρτς. Τι μαγνητική έλξη ασκεί πάνω μας το πρότυπο μιας γυναίκας που τα κάνει όλα με πάθος: υποφέρει, συγχωρεί, αρρωσταίνει, μάχεται, δημιουργεί, αναζητά και… δεν βρίσκει!

Το ανοιχτό τέλος των Μικρών κυριών (το γεύμα των παντρεμένων πια κοριτσιών, μετα συζύγων και τέκνων, για τα εξήντα χρόνια της μητέρας Μαρτς) είναι ένα εύρημα που μόλις σήμερα συνειδητοποιώ ότι χρησιμοποίησα κι εγώ στο πρώτο μου μυθιστόρημα Γιάντες. Δεν αποκλείεται οι πηγές της έμπνευσης να βρίσκονται στο βιβλίο της Λουίζας Μέι Άλκοτ.

Οι διασκευές

Το μυθιστόρημα της Άλκοτ, όπως πολλά κλασικά μυθιστορήματα, κυκλοφορεί στα ελληνικά ως επί το πλείστον διασκευασμένο για παιδιά.Ήδη από τον 19ο αιώνα, διασκεύαζαν παλαιότερα έργα τα οποία θεωρούνταν κατάλληλα για νεαρές ηλικίες. Το ίδιο συμβαίνει και τώρα: η λεγόμενη κλασική λογοτεχνία είναι μια πηγή προσιτή και ο οποιοσδήποτε μπορεί να διασκευάσει και να γράψει, επί της ουσίας, ένα καινούργιο έργο. Το θέμα των διασκευών για παιδιά είναι παλιό και γνωστό, είτε αφορά έργα γραμμένα αρχικά για ενηλίκους είτε για παιδιά της εποχής κατά την οποία γράφτηκε το έργο. Οι Μικρές κυρίες ανήκουν στη δεύτερη κατηγορία.

Σύμφωνα με τον γάλλο μελετητή της παιδικής λογοτεχνίας Marc Soriano, υπάρχουν δυο αντικρουόμενες απόψεις για τις διασκευές, εξίσου έγκυρες και βάσιμες.Η πρώτη θεωρεί ότι οι αναγνώστες πρέπει να διαβάζουν το πρωτότυπο έργο όταν είναι σε θέση να το κατανοήσουν και να το εκτιμήσουν και όχι μια περίληψη της πλοκής του.Η δεύτερη, εμπεριέχει δύο σκέλη:Το πρώτο θεωρεί ότι με τις διασκευές δίνεται η δυνατότητα στα παλαιά λογοτεχνικά έργα να προσεγγίσουν στα πλαίσια της κοινής μας λογοτεχνικής κληρονομιάς το σύγχρονο κοινό.Το δεύτερο ότι οι αναγνώστες οδηγούνται, και συνηθίζουν λόγω των απλοποιήσεων, συντομεύσεων, κ.ά., στην παθητική ανάγνωση. Για να αποφευχθεί αυτό το δεύτερο, ο Soriano θέτει μία προϋπόθεση: την ‘ηθική’ δέσμευση απέναντι στο έργο ώστε να μην προδίδεται ο χαρακτήρας του. Αλλά και πάλι αυτό είναι ασαφές με αποτέλεσμα κάθε διασκευαστής να επιλέγει κατά την κρίση του τι θα κρατήσει και τι θα παραλείψει από το πρωτότυπο.

Χαρακτηριστικό των διασκευών είναι ότι αντιμετωπίζουν τα λογοτεχνικά έργα ως έναν καμβά με ήρωες και μύθο και συνοπτικά πλέκουν τα γεγονότα που τους στοιχειοθετούν. Ακολουθώντας αυτή την πρακτική, τίθεται το θέμα του κατά πόσον οι διασκευές προσφέρονται για πολυεπίπεδη ανάγνωση όπως το πρωτότυπο έργο, ή αντίθετα, εξαφανίζοντας την ιστορικότητά του, περιορίζουν το εύρος του.Παραδειγματική είναι η περίπτωση των μυθιστορημάτων του Ιουλίου Βερν. Πριν από εξήντα περίπου χρόνια εκδόθηκε στην Ελλάδα διασκευασμένο σχεδόν το σύνολο του έργο του. Αν συγκρίνουμε τα πρωτότυπα με τις διασκευές τους θα παρατηρήσουμε ότι λείπουν, εκτός από ολόκληρα κεφάλαια, οι παράγραφοι με τις ατελείωτες και λεπτομερείς περιγραφές για τοπία, καταστάσεις, πρόσωπα και πράγματα. Την εποχή που διασκευάστηκε ο Βερν, επικρατούσε η άποψη ότι κουράζουν τον αναγνώστη, κάτι που εν μέρει ισχύει μέχρι σήμερα. Αφαιρέθηκαν λοιπόν όλα εκείνα που μπορούσαν να διαβαστούν σε κάποια εγκυκλοπαίδεια ή, στις μέρες μας, όσα προσφέρει μια περιήγηση στο διαδίκτυο. Ωστόσο παρά την κοπτοραπτική που υπέστησαν, όλοι ως παιδιά χαρήκαμε τα βιβλία του Βερν.Ένας από τους τρόπους για να προσπεραστεί ο σκόπελος της παλαιότητας είναι ο σχολιασμός του πρωτοτύπου και ο εμπλουτισμός του με εικόνες και επεξηγηματικά σχόλια (ιδιαίτερα στη σειρά Κλασική λογοτεχνία, εκδ. Ερευνητές). Η πολυσημία και η ιστορικότητα διατηρούνται και ο αναγνώστης δεν χρειάζεται να ψάξει για να καταλάβει, αφού όλα υπάρχουν στο βιβλίο του.Οι διασκευές ήταν και εξακολουθούν να είναι ένα σίγουρο χαρτί για τους εκδότες γιατί τα έργα είναι γνωστά στο ευρύ κοινό όπως και οι συγγραφείς που τα διασκεύασαν (οι πρώτοι, Καζαντζάκης, Βάρναλης, Τσουκαλάς, Ταρσούλη , οι νεότεροι Ζαραμπούκα, Πούλος, Αγγελίδου, Τασάκου, κ.ά.).

Μικρές κυρίες: μια απογυμνωμένη οικογενειακή ιστορία εποχής

Συγκρίνοντας πέντε ελληνικές εκδόσεις (κυκλοφορούν σύμφωνα με τα στοιχεία της Βιβλιονέτ τουλάχιστον 24 για διαφορετικές ηλικίες) με το αγγλικό πρωτότυπο, έχουμε τις εξής εκδοχές του μυθιστορήματος:1. Στις εκδ. Καστανιώτη κυκλοφορεί η μοναδική πλήρης μετάφραση του 1ου μέρους του μυθιστορήματος, η οποία περιλαμβάνει και τα 23 κεφάλαιά του.2. Στις εκδ. Άγκυρα (ανατύπωση του 2006) μας προτείνεται η μετάφραση του Γ. Τσουκαλά, η οποία στην πραγματικότητα είναι ένα συντομότερο έργο, αφού λείπουν κάποια από τα κεφάλαια του πρωτοτύπου, ενώ παράλληλα υπάρχουν πολλά στρογγυλέματα. Ως παράδειγμα αναφέρουμε το περιστατικό στο σπίτι των Χούμελ (κεφ. 2). Θυμίζουμε ότι οι Χούμελ ήταν μετανάστες γερμανικής καταγωγής και στο πρωτότυπο υπάρχουν φράσεις στα γερμανικά. Στη μετάφραση του Τσουκαλά έχουν αφαιρεθεί, με συνέπεια να χάνεται η πληροφορία ότι οι ΗΠΑ ήταν καταρχήν κράτος μεταναστών. Θα μπορούσαμε ωστόσο να πούμε ότι το κείμενο, αν και στρογγυλεμένο, διατηρεί στοιχεία από το ιδεολογικό πλαίσιο του πρωτοτύπου Ως παράδειγμα αναφέρουμε την ιδέα για τη φιλανθρωπία που ήταν μια από τις αξίες της αστικής τάξης του 19ου αιώνα.

  1. Στις εκδ. Παπαδόπουλος, το έργο απλώνεται σε 8 κεφάλαια που καθένα τους αποτελεί σύμπτυξη και συγχώνευση δύο ή παραπάνω κεφαλαίων. Οι τίτλοι των κεφαλαίων είναι περιγραφικοί. Για παράδειγμα το κεφ. 5 με τίτλο Όπου δυο μυστικά φανερώνονται, ένα τηλεγράφημα φτάνει και η Τζο κόβει τα μαλλιά της συμπυκνώνει τα κεφ. 14- 15 του πρωτοτύπου.
  2. Στις εκδ. Άγκυρα έχουμε 20 κεφάλαια, και ένα, το 21ο , που κάνει γέφυρα με το δεύτερο μέρος του μυθιστορήματος με τίτλο Οι μικρές κυρίες παντρεύονται το οποίο αυτονομήθηκε και εκδόθηκε ως ξεχωριστό βιβλίο.
  3. Στις εκδ. Μίνωας το έργο περιλαμβάνει με αφαιρέσεις και συμπτύξεις 21 κεφάλαια.
  4. Στις Εκδ. Πατάκη περιλαμβάνει επίσης 21 κεφάλαια. Προστίθεται όμως πολύ σωστά το 2ο μέρος που ολοκληρώνει το μυθιστόρημα.

Δύο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε για την εξαφάνισή του από τις υπόλοιπες εκδόσεις: είτε γιατί αυτό το μέρος αναφέρεται στην ενήλικη ζωή των αδελφών και τη θέση της γυναίκας στην οικογένεια και άρα δεν αφορά τις μικρές αναγνώστριες είτε, στην έκδ. του Καστανιώτη, επειδή ακολουθήθηκε η κινηματογραφική ταινία και το βιβλίο εντάχτηκε στη σειρά Το βιβλίο στον κινηματογράφο.

  1. Απ’ όλες τις διασκευές απαλείφθηκε το κεφάλαιο 13ο , ένα κεφάλαιο ‘προτεσταντικής ηθικής’ όπου τα κορίτσια παίζουν τις προσκυνήτριες και δουλεύουν στο ύπαιθρο.

Διαπιστώνουμε ότι στα ‘νέα κείμενα’ των διασκευών οι επεμβάσεις στον κορμό του έργου είναι πολύ δραστικές. Έγκειται λοιπόν στο διασκευαστή να κρατήσει τα στοιχεία που πιστεύει ότι εξακολουθούν να αντέχουν στο χρόνο.Απ’ όλες τις διασκευές του μυθιστορήματος έχει εν μέρει αφαιρεθεί το ιδεολογικό πλαίσιο της εποχής κατά την οποία η Άλκοτ έγραψε το μυθιστόρημά της. Όσα απαλείφθηκαν αφορούν τον προτεσταντισμό (το βιβλίο εκδόθηκε το 1868), την προτεσταντική παιδαγωγική και ηθική, τη θρησκευτικότητα. Απαλείφθηκαν γιατί θεωρήθηκε ότι δεν ενδιαφέρουν αφού είναι μακριά από το σημερινό κοινό, παρόλο που απηχούν το πνεύμα της ‘βαθιάς Αμερικής’ που εξακολουθεί να υφίσταται και να χαρακτηρίζει τους λόγους των αμερικανών προέδρων του 20ου και του 21ου αιώνα.Συχνά οι αφαιρέσεις σχετίζονται με την προσωπικότητα και τη συγγραφική κατεύθυνση του διασκευαστή. Η Μ. Αγγελίδου, για παράδειγμα, (εκδ. Παπαδόπουλος), η οποία υποστηρίζει προγράμματα δημιουργικής γραφής για παιδιά, έκρινε ότι το παιχνίδι των κοριτσιών με τη συγγραφή και την ενασχόληση με τη Λέσχη Πίκγουικ (κεφ. 10 του πρωτοτύπου) είναι σημαντικό στοιχείο του μυθιστορήματος. Έτσι, ενώ δεν μεταφέρει επακριβώς το σχετικό απόσπασμα με τα κείμενα που είχαν συγγράψει οι ηρωίδες, το περιγράφει σε λίγες γραμμές με σκοπό όχι μόνο να δώσει στο σημερινό αναγνώστη την ιστορική πληροφορία για τα παιχνίδια που έπαιζαν εκείνη την εποχή τα παιδιά, αλλά και να του δώσει ένα σχετικό βάρος. Την ίδια επιλογή κάνει ο Κ. Παπαδόπουλος στην εξαιρετική διασκευή των εκδ. Πατάκη. Αντίθετα στις διασκευές των εκδ. Άγκυρα και Μίνωας (κεφ. 8), δεν υπάρχει αναφορά στη Λέσχη και το μόνο που αναφέρεται είναι το περιστατικό με το θάνατο του καναρινιού και την κηδεία του. Δηλαδή έγινε μια προσαρμογή με έμφαση σε κάτι συνηθισμένο και διαχρονικό, αυτό της αμέλειας των παιδιών να φροντίζουν σωστά τα ζωάκια τους.

Τελικά, τι προσλαμβάνουν οι σημερινοί αναγνώστες από τις διασκευασμένες Μικρές κυρίες;

Το ‘κλασικό’ στις Μικρές κυρίες περιορίζεται στα διαχρονικά στοιχεία που θεωρείται ότι διαθέτει: τις όψεις της οικογενειακής ζωής, τον διαπαιδαγωγικό ρόλο που ασκούν οι ενήλικοι στα παιδιά, τις σχέσεις μεταξύ αδελφών, την κοινωνική ζωή, τις φιλίες, τα παιχνίδια, όλα όσα συγκροτούν εν συντομία τη φυσιολογική καθημερινότητα μιας οικογένειας που θα μπορούσε να είναι η δική μας.Στην καλύτερη περίπτωση λοιπόν τα σημερινά παιδιά διαβάζουν ένα ευχάριστο βιβλίο στο οποίο εύκολα μπορούν να αναγνωρίσουν τον εαυτό τους.Από την άλλη, διαβάζουν ένα έργο εν πολλής ‘εκσυγχρονισμένο’ που απέχει πολύ από αυτό που περιλαμβάνεται στον κατάλογο με τα κλασικά της αμερικανικής εθνικής λογοτεχνίας.

Παρά τα όσα επισημάναμε, έχουν ποιότητα οι διασκευές; Τίθεται θέμα πιστότητας; Και ποια εκδοτική επιλογή είναι πιο κοντά στο πρωτότυπο; Η μετάφραση του μέρους ή η διασκευή του πλήρους έργου;Θα λέγαμε ότι εξαρτάται από το αν διακρίνουμε να υπάρχει η, έστω και ασαφής, ηθική δέσμευση του διασκευαστή απέναντι στο έργο στην οποία αναφέρεται ο Marc Soriano. Από κει και πέρα ο αναγνώστης αποφασίζει τι θέλει να διαβάσει!

Πηγές:

Μικρές κυρίες στον κόσμο των διασκευών

https://www.kathimerini.gr/855176/interactive/epikairothta/ta-vivlia-poy-agaphsame/mikres-kyries

H ένοικος του Γουάιλντφελ Χωλ,ένα κρυμμένο φεμινιστικό διαμάντι του ΒΒC

Οι αδελφές Μπροντέ είναι μια ευρέως γνωστή οικογένεια της Βικτωριανής λογοτεχνίας. Ιδίως, τα έργα των δύο πρώτων: Ανεμοδαρμένα ύψη και Τζέην Έυρ έχουν μείνει στο βάραθρο των εξιδανικευμένων ερωτικών ιστοριών, με τιςπρωταγωνίστριές τους Κάθριν καιΤζέην να συγκεντρώνουν τα χαρακτηριστικά μιας τραγικής ηρωίδας και στα πρόσωπα των Χίθκλιφ και κ. Ρότσεστερ να αποτυπώνονται δύο εντελώς διαφορετικοί, αλλά εξίσου γοητευτικοί μέσα στα ελαττώματα τους.

Η μικρότερη, η Αν, αδίκως παραμελημένη από την ελληνική εκδοτική και μεταφραστική κοινότητα διαφοροποείται αισθητά από τις αδελφές της. Αν και μένει στο ίδιο μοτίβιο της ηθογραφικής προσέγγισης των ηρωών και της κοινωνίας στην οποία ζουν και δρουν, στην εμβάθυνση στον ψυχισμό τους, όπως αυτός διαμορφώνεται από τα ερεθίσματα που παίρνουν από τους γύρω τους και από τη δική τους ιδιόρρυθμη ιδιοσυγκρασία, προχωρά ένα βήμα παρακάτω από τις αδεφλές της και εντάσσει στο έργο της κοινωνκά μηνύματα.

Προτού, όμως, μιλήσουμε για το εξαιρετικό της λογοτεχνικό έργο, ας δούμε κάποια στοιχεία για τη ζωή της. Ανν Μπροντέ γεννήθηκε το 1820 στο Θόρντον του Γιορκσάιρ και ήταν το έκτο και τελευταίο παιδί του αιδεσιμώτατου Πάτρικ Μπροντέ και της Μαρίας Μπράνγουελ. Αδέλφια της ήταν η Μαρία (1814-1825), η Ελίζαμπεθ (1815-1825), η Σαρλότ (1816-1855), ο Πάτρικ Μπράνγουελ (1817-1848) και η Έμιλι (1818-1848). Λίγους μήνες μετά τη γέννησή της, ολόκληρη η οικογένεια μετακόμισε στο Χάουορθ, όπου έζησαν μέχρι το τέλος της ζωής τους. Το 1821 η μητέρα της απεβίωσε και την ανατροφή των παιδιών ανέλαβε η αδελφή της, Ελίζαμπεθ Μπράνγουελ. Η Ανν υπήρξε η αγαπημένη της θείας της και ήταν επίσης πολύ δεμένη με την αδελφή της Έμιλι. Μέχρι τα 15 της χρόνια έλαβε κατ’ οίκον μόρφωση από τη θεία της και τον πατέρα της. Όπως και οι αδελφές της, διδάχτηκε μουσική και ζωγραφική και μελέτησε τους κλασικούς συγγραφείς. Στα δεκαπέντε της στάλθηκε για 2 χρόνια εσωτερική στο Roe Head School, στο οποίο δίδασκε η μεγαλύτερη αδελφή της Σάρλοτ. Σε ηλικία 19 ετών εργάστηκε για πρώτη φορά ως γκουβερνάντα. Λόγω της απειρίας της δεν κατάφερνε να επιβληθεί στα παιδιά και έτσι ύστερα από λίγους μήνες την απέλυσαν. Από το 1840 έως το 1845 εργάστηκε ως γκουβερνάντα στο σπίτι του αιδεσιμώτατου Ρόμπινσον. Επισκεπτόταν την οικογένειά της μόνο 2 φορές το χρόνο, τον Ιούνιο και στις γιορτές των Χριστουγέννων. Με την οικογένεια Ρόμπινσον έκανε διακοπές κάθε καλοκαίρι στην παραθαλάσσια κωμόπολη του Σκάρμπορο, την οποία και λάτρεψε.

Αφού εγκατέλειψε την εργασία της ως γκουβερνάντα, αφοσιώθηκε στη συγγραφή. Το 1846, η Σαρλότ, η Έμιλι κι η Άννα εξέδωσαν μια ποιητική συλλογή με τα ψευδώνυμα Κάρερ, Έλλις και Άκτον Μπελ. Η συνεισφορά της Ανν στη συλλογή ήταν 21 ποιήματα. Το Δεκέμβρη του 1847 δημοσιεύτηκε το πρώτο της μυθιστόρημα Agnes Grey (Άγκνες Γκρέι), εμπνευσμένο από τις εμπειρίες της ως γκουβερνάντα πλούσιων και κατά κανόνα κακομαθημένων παιδιών και τον Ιούνιο του 1848 δημοσίευσε αυτό που έμελλε να είναι το τελευταίο της μυθιστόρημα The Tenant of Wildfell Hall (H μισθώτρια του Γουάιλντφελ Χωλ), όπου ξεδιπλώνονται οι φεμινιστικές της θέσεις. Και τα δυο έργα τα εξέδωσε με το ανδρικό ψευδώνυμο Άκτον Μπελ, που είχε υιοθετήσει για τα ποιήματά της.Το τελευταίο αποτέλεσε την πηγή έμπνευσης τη σειράς για την οποια ετοιμάσαμε το σημερινό μας άρθρο.

Το δεύτερο μυθιστόρημά της συνάντησε αμέσως μεγάλη επιτυχία και μέσα σε 6 εβδομάδες είχε κιόλας εξαντληθεί η πρώτη έκδοση. Πολλούς τους σόκαρε η φεμινιστική στάση της ηρωίδας, που παίρνει την τύχη στα χέρια της και εγκαταλείπει τον αλκοολικό και φιλήδονο άντρα της πηγαίνοντας όχι μόνο ενάντια στις βικτωριανές αντιλήψεις αλλά και ενάντια στους βρετανικούς νόμους. Δρα σαν αυθύπαρκτο ον και όχι σαν διακοσμητικό στολίδι, έρμαιο των ανδρών, όπως όριζαν οι κανόνες της εποχής. Από την άλλη μεριά, η συγγραφέας κατακεραυνώνει τους άνδρες που καταστρέφουν την οικογενειακή γαλήνη του σπιτιού τους εξαιτίας του αλκοολισμού, κάτι που γνώριζε και η ίδια πολύ καλά λόγω του εθισμού του αδελφού της Μπράνγουελ, ο οποίος, αφού δημιούργησε ουκ ολίγα προβλήματα στις αδελφές του, τελικά απεβίωσε τον Σεπτέμβρη του 1848.

Μετά τον Μπράνγουελ, ήταν η σειρά της Έμιλι, η οποία απεβίωσε τον Δεκέμβρη του 1848. Στην Ανν κόστισε πολύ ο θάνατος της αγαπημένης της αδελφής και όταν ο γιατρός την επισκέφθηκε, δεν της έδωσε ελπίδες, αφού η φυματίωση ήταν σε τελευταίο στάδιο. Καθώς παρουσίασε όμως μια μικρή βελτίωση, αποφάσισε να πάει στο παραθαλάσσιο Σκάρμπορο, με την αμυδρή ελπίδα πως ο θαλασσινός αέρας θα την ωφελούσε. Στις 24 Μαΐου έφυγε με την αδελφή της Σάρλοτ για το Σκάρμπορο, όπου άφησε την τελευταία της πνοή το απόγευμα της 28ης Μαΐου 1849. Η αδελφή της αποφάσισε να μην τη μεταφέρει στον τόπο κατοικίας τους αλλά να την θάψει στο Σκάρμπορο.

Η Σάρλοτ Μπροντέ ήταν αντίθετη με το θέμα του έργου της Ανν The Tenant of Wildfell Hall και γι’ αυτό δεν επέτρεψε μετά το 1850 την ανατύπωσή του. Έτσι, κοινό και κριτικοί ξέχασαν για πολλά χρόνια τη μικρότερη από τις αδελφές Μπροντέ. Τα τελευταία χρόνια όμως, με το ενδιαφέρον που υπήρξε για τις γυναίκες συγγραφείς, τα έργα της Ανν Μπροντέ βγήκαν από τη λήθη και το The Tenant of Wildfell Hall, ακριβώς για το θέμα του, θεωρείται από πολλούς ένα από τα πρώτα φεμινιστικά έργα και ένα κλασικό της αγγλικής λογοτεχνίας.

Η υπόθεση εκτυλίσσεται σε μια μικρή και κλειστή κοινωνία της Βρετανικής εξοχής, στην οποία καταφθάνει ξάφνου μια μυστηριώδης γυναίκα με το γιο της. Αυτό θα συνταρράξει τους ολιγάριθμους, αλλά πολύ περίεργους κατοίκους, οι οποίοι μέσα από εικασίες, αδιάκριτες ερωτήσεις για τη ζωή και τις πεποιθήσεις προσπαθούν, μάταια βέβαια, να βρουν την άκρη του νήματος. Όλοι νομίζουν πως πρόκειται για χήρα, μα αργότερα αποκαλύπτεται πως η γυναίκα αυτή δεν έχει χάσει, αλλά έχει εκούσια εγκαταλύψει τον μέθυσο βίαιο και άπιστο άντρα της. Κάτι τέτοιο είναι σκανδαλιστικό για την ελισαβετιανή εποχή. Ωστόσο, για την πρωταγωνίστρια ήταν απλά μια ανάγκη να σώσει τον εαυτό της και το παιδί της από την αυτοκαταστροφικότητα του άνδρα της και πατέρα του. Η Έλεν, όπως ονομάζεται ο κύριος χαρακτήρας, θα τα εκμυστηρευτεί αυτά μόνο στον Γκίλμπερτ,έναν νέο αγρότη που την ερωτεύεται παράφορα. Οι δυσκολίες που περνούν λόγω της μικροπρέπειας του κόσμου που τους περιβάλλει, της μισαλλοδοξίας και του δήθεν καθωσπρεπισμού, αλλά και τα εμπόδια που θέτει ο σύζυγος της Έλεν μένει να φανεί αν θα σταθούν τροχοπέδη στον έρωτά τους .

Το 1996, το BBC, αποφασίζει να μεταφέρει το έργο στη μικρή οθόνη σε σκηνοθεσία του Μάικ Μπέικερ. Και η προσπάθεια στέφεται με επιτυχία. Με τους Τάρα Φιτζέραλντ στο ρόλο της Έλεν Γκράχαμ, τον Ρούπερτ Γκρέιβς στον ρόλο του συζύγου της Άρθουρ Χάντινγκτον και τον Τόμπι Στίβενς στο ρόλο του Γκίλμπερτ Γκράχαμ, το έργο φτάνει και στα βραβεία BAFTA. Η σκηνοθεσία, σκοτενή όπως το μυστηριώδες κλίμα που πλαισιώνει το έργο, μεταφέρει υπέροχα στο σκηνικό στο οποίο ξεδιπλώνεται η ιστορία. Η Τάρα ως Έλεν είναι μαγευτική. Δυναμική, αγέρωχη, στοργική, ανοιχτόμυαλη, ένας μαχητής της ζωής για τη σωτηρία του εαυτού και του παιδιού της, που όμως ενλω πληγώθηκε δεν αρνείται από φόβο τον έρωτα ή την ευτυχία. Ο έξοχος Τόμπυ Στίβενς που μας έχει χαρίσει μια εξίσου καλή ερμηνεία και σην Τζέην Έυρ ως Έντουαρτ Ρότσεστερ, έρχεται σε έναν εντελώς διαφορετικό ρόλο, αυτό του γλυκού, αθώου και αγαθού Γκίλμπερτ, τον οποίο υποστηρίζει για άλλη μια φορά άψογα να αποδώσει με μια υποκριτική ακρίβεια τον χαρακτήρα που η Αν Μπροντέ αποτύπωσε στο βιβλίο της.

Οι δύο πρωταγωνιστικές ερμηνείες μαζί με όσες τις πλαισιώνουν, η επιλογή της ζοφερής σκηνοθεσίας, τα πολύ όμορφα βικτωριανά κουστούμια και η ωραια μουσική συνθέτουν μια σειρά 3 επεισοδίων που δεν πρέπει να χάσετε.

Πηγές: https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CE%BD_%CE%9C%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%AD#%CE%98%CE%AC%CE%BD%CE%B1%CF%84%C