Ο θάνατος στη Χρυσή Ακτή, μια θανάσιμη βιογραφία

Σε μια πρόσφατη επίσκεψή μου στο βιβλιοπωλείο των εκδόσεων Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος εξέφρασα την ανάγκη να διαβάσω ένα λογοτεχνικό έργο σχετικό με τον θάνατο και την φθορά. Το ζήτημα αυτό από αρχής εώς εσχάτων απασχολεί συγγραφείς και ποιητές, θεολόγους, ψυχοθεραπευτές και φιλοσόφους. Προσπαθώντας να το προσεγγίσω σφαιρικά και ορμώμενη από την ψυχιατρική έστρεψα την αναζήτηση στην λογοτεχνία. Η πρόταση ήρθε σχεδόν ακαριαία: “Ο θάνατος στη Χρυσή Ακτή” του μέχρι τότε άγνωστου σε εμένα Ελβετού συγγραφέα Φριτς Τσόρν. Χωρίς δισταγμό ή δεύτερη σκέψη το απέκτησα και σύντομα βυθίστηκα στον σκοτεινό και νευρωτικό κόσμο της “Οργής” (ψευδώνυμο που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας).

Ο συγγραφέας

Πρόκειται για μια βιογραφία, για ένα ντοκουμέντο καταστροφής, για ένα εξομολογητήριο γράμμα, ένα ημερολόγιο θανάτου, μια εξαγνιστική εκμυστήρευση. “Είμαι νέος και πλούσιος και μορφωμένος. Και είμαι δυστυχισμένος και νευρωτικός και μόνος”: αυτή είναι η εναρκτήρια φράση της εξόριστης από την ζωή ζωής του νεαρού Φριτς, που έμελλε να μείνει για πάντα νεαρός, τουλάχιστον ηλικιακά. Ο αφηγητής μας θα φύγει από την ζωή στα 32 του χρόνια, χτυπημένος από τον καρκίνο και την κατάθλιψη, μια μέρα αφού θα πληροφορηθεί την έκδοση του βιβλίου του που τόσο πολύ επιθυμούσε. Ο τίτλος του θα είναι “Άρης” (στα ελληνικά προτιμήθηκε λόγω του περιεχομένου Ο θάνατος στη Χρυσή Ακτή).

Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση ξεκινά από τα παιδικά χρόνια του συγγραφέα, από το πατρικό του σπίτι στο Κ., πλούσιο προάστιο της Ζυρίχης, από την μεγαλοαστική κοινωνία της Χρυσής Ακτής. Θα έλεγε κανείς πως από αυτό ξεκινά και σε αυτό καταλήγει η ιστορία του. Το μικρό αγόρι μεγαλώνει σε ένα αποστειρωμένο περιβάλλον, όπου απολαμβάνει αν και όχι σε υπέρμετρο βαθμό τα υλικά αγαθά και όπου επικρατεί μια οικογενειακή αρμονία. Στο πλαίσιο της τελευταίας, αποφεύγονται οι συζητήσεις βαθύτερων θεμάτων, τα οποία χαρακτηρίζονται ως δύσκολα. Άνθρωποι διαφορετικοί μέμφονται ως γραφικοί ή γελοίοι. Οι απόψεις πνίγονται, όπως και οι αντιδράσεις. Οι επισκέψεις θεωρούνται περιττές, ενώ ο θεός και η πολιτική αποπέμπονται από την καθημερινή συζήτηση. Η κλασική μουσική και η λογοτεχνία εξυμνούνται, αλλά οποιοδήποτε διαφορετικό είδος περιφρονείται. Και όλα όσα παραθέτει δεν συμβαίνουν από καθαρή αδιαφορία αλλά κατ’ επίκληση μιας κατ’ επίφαση ανωτερότητας, ενός αρρωστημένου ελιτισμού που δεν στηρίζεται πουθενά παρά μόνο στην νοσηρή αντίληψη των γονιών για την οικογενειακή γαλήνη, η οποία δεν έπρεπε σε καμία περίπτωση να διαταραχθεί, ακόμα και αν αυτό σήμαινε τον μαρασμό των μελών της οικογένειας. Αυτό δεν περιορίζεται στους τέσσερεις τοίχους που περιφρουρούν το σπίτι των γονιών του, αλλά εξαπλώνεται καθ’ όλο το μήκος της Χρυσής Ακτής, άλλοτε σε μικρότερο και άλλοτε σε μεγαλύτερο βαθμό.

Από τα πρώτα του κιόλας χρόνια, ο Φριτς είναι αιχμάλωτος μιας ασφυκτικής οικογένειας και κοινωνίας. Εντός αυτής δεν πρέπει να ξεχωρίζει, διότι κάτι τέτοια θα οδηγούσε σε διάρρηξη της επιζητούμενης αρμονίας. Προκειμένου να παραμείνει απαρατήρητος και αρμονικός μέσα στην δυσαρμονία δεν έμαθε ποτέ να λέει όχι, να εκφράζει την γνώμη του, να αντιτίθεται, να διαφοροποιείται. Η εκούσια αυτή υποταγή που ήταν βαθιά ριζωμένη στην οικογενειακή και κοινωνική παράδοση δεν είχε εξαρχής αρνητικά αποτελέσματα στον σχολικό του βίο. Ή σωστότερα σε αυτήν την περίοδο της ζωής του δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί τις συνέπειες που μια τέτοια στάση θα του επιφύλασσε για το υπόλοιπο της ζωής του.

Η υποταγμένη στις συμβατικότητες, απογυμνωμένη ολοκληρωτικά από αισθήματα και ευαισθησίες ατμόσφαιρα κάνει αδύνατη ή έστω καθιστά ακόμα πιο δυσχερή την ανάπτυξη της προσωπικότητάς του από τη φύση του ευαίσθητου νεαρού γόνου. Αυτό δε θα αργήσει να φανεί. Μεγαλώνοντας και περνώντας από την παιδικότητα στην εφηβεία και ύστερα στην ενηλικίωση και την φυγή από τα δεσμά του πατρικού σπιτιού, τα χωροταξικά δεσμά, ο Φριτς θα βρεθεί μόνος, ολότελα μόνος. Δεν είχε δημιουργήσει βαθύτερες διαπροσωπικές σχέσεις με άλλους ανθρώπους, παρ’ ότι είχε την φήμη ενός διασκεδαστικού και ευδιάθετου μαθητή και φοιτητή. Δεν είχε φίλους, είχε απλώς γνωστούς, τ ώστε να απαλύνουν ελάχιστα την μοναξιά του, χωρίς όμως να μπορεί να την μοιραστεί μαζί τους. Το σημαντικότερο ήταν πως δεν είχε αισθανθεί έλξη ούτε για το αντίθετο ούτε για το ίδιο φύλο. Δεν είχε ποτέ του ερωτευτεί αλλά ούτε και διεγερθεί σεξουαλικά για κάποιον άνθρωπο. Ήταν ανέραστος και ήταν και μόνος. Δυστυχώς, έτσι ακριβώς, έφυγε από την ζωή. Ωστόσο μέχρι τότε, μεσολάβησε μια πολύ σημαντική συνειδητοποίηση που θα δούμε ακολούθως.

Όταν είχε πια ολοκληρώσει τις σπουδές του, είχε ξεκινήσει να ασκεί το επάγγελμα του καθηγητή Ρομανιστικής, είχε μετακομίσει στην Ζυρίχη όπου ζούσε μόνος του, ήρθε αντιμέτωπος με μια κατάσταση, με μια αλήθεια που πάσχιζε να εκτοπίσει και να σύρει στα έγκατα της σκέψης του. Έπασχε από κατάθλιψη και από νεύρωση. Τα δείγματα ήταν πασιφανή, αλλά αρνούνταν να τα δει, προτιμώντας να παραδοθεί σε έναν σταδιακό μαρασμό. Εξάλλου, ο έρωτας, σαρκικός και πνευματικός, η αγάπη, το πάθος απουσίαζαν εξαρχής από την ζωή του. Το πρόβλημα δεν ήταν μονάχα αυτό. Οποιαδήποτε σπίθα ζωής και ενέργειας απουσίαζε από την ύπαρξή του. Σε αυτή την θλιβερή για τον εξωτερικό παρατηρητή κατάσταση, εμφανίστηκε σαν από μηχανής θεός θα έλεγε κανείς για την συγκεκριμένη περίπτωση ο καρκίνος. Όπως ο ίδιος αναφέρει ένας όγκος ξεπρόβαλλε στον λαιμό του, ένας όγκος που κουβαλούσε όλα εκείνα τα δάκρυα που είχε καταπιεί. Η πορεία της ασθένειάς του είναι ανοδική. Σύντομα ο καρκίνος θα κάνει μετάσταση σε πολλά σημεία του σώματός του καταδικάζοντας σε έναν θάνατο αργό και βασανιστικό.

Την επανάσταση έρχεται να την κάνει ο θάνατός του, ένας θάνατος που πρέπει να καταδείξει το σπέρμα θανάτου που φωλιάζει σε αυτή την κοινωνία, να κάνει ολοφάνερη την θνησιγένειά της και τις αναπόφευκτες συνέπειες μιας καταπίεσης άνευ προηγουμένου. Ο καρκίνος δεν είναι μόνο σωματικός, είναι ψυχικός, κοινωνικός. Στην ουσία, η ζωή του ήταν ο θάνατος και από τη στιγμή που ο καρκίνος εισβάλλει στο σώμα του τον κάνει να συλλάβει την έννοια της ζωής του. Για τον Φριτς, όπως και για τον Ιβάν Ίλιτς στο έργο του Λέοντος Τολστόι ο θάνατος ή έστω το ενδεχόμενο του οδηγούν σε μια αφυπνιστική εμπειρία που στρέφεται στην αλλαγή της ζωής. Αυτήν την ζωή που ο Φριτς θυσίασε στο βωμό της ψευδεπίγραφης αρμονίας και του Δυτικού καθωσπρεπισμού του κίβδηλου αστικού περιγύρου που τον κρατούσε αλυσοδεμένο για πολλά χρόνια. Ο καρκίνος τον μεταμορφώνει ενώ παράλληλα τον καταστρέφει. Μέσα από την καταστροφή αυτή έρχεται η δημιουργία. Όπως λέει ο Κωστής Παλαμάς: “Εγώ είμαι ο γκρεμιστής, γιατί είμ’ εγώ και ο χτίστης […] Και θέλει το γκρέμισμα νου και καρδιά και χέρι. Ο Φριτς αξιοποιεί τις τρεις αυτές ιδιότητες, το αφυπνισμένο μυαλό του, την χωρίς αγάπη και που λαχταρά για αυτήν καρδιά του και την λογοτεχνική επιδεξιότητα, ξαναγεννιέται μέσα από τις στάχτες του και συνθέτει το πρώτο έργο και κύκνειο άσμα του, το ρέκβιεμ μιας ζωής που παίρνει την αληθινή της έννοια μόνο από την στιγμή που η αρρώστια θρονιάζεται στο κορμί και μετατρέπει την γεμάτη δηλητήριο φυσιολογικότητα σε έναν κακοήθη όγκο που κόβει την ανάσα.

Ο συγγραφέας

Θα αξιοποιήσω έναν αφορισμό του Σάρτρ λέγοντας πως δεν έχει πια σημασία τι έκαναν στον άνθρωπο αλλά τι έκανε ο άνθρωπος από αυτό που του έκαναν. Ο Τσορν επέλεξε να καταρτήσει έναν οδηγό επιβίωσης. Η στάση στην οποία θέλουν να τον βλέπουν δεν είναι εκείνη της αθλιότητας, αλλά η στάση της μοναδικής αρετής στην οποία μπορεί να μετατραπεί η αθλιότητα: στη στάση του ανατόμου της προσωπικής του υπόθεσης. Δεν πρόκειται άλλωστε για ένα post mortem αλλά για ένα ante mortem έργο, για μια ανατομία, μια ψυχογραφία. Ο θάνατος παραμονεύει και τα γραπτά είναι ένας αγώνας δρόμου με αντίπαλο τον εξελισσόμενο καρκίνο. Ίσως, το όλο δημιούργημα να είναι μια απάντηση του συγγραφέα στην ζωή που δεν έζησε. Μια τέτοια σκέψη θα αδικούσε την σημασία του βιβλίου αυτού και θα την περιόριζε σε μια εγωιστική ανάγκη για υστεροφημία. Αν και ο Τσορν δεν επιχειρεί να είναι διδακτικός, μοιάζει να προσπαθεί να επιμηκύνει την ζωή του μέσω της τεχνικής των κυματισμών. Πιο αναλυτικά, βαθιά μέσα του επιδιώκει με το έργο αυτό να μην καταδείξει μόνο την δική του μίζερη ύπαρξη αλλά να ταρακουνήσει όλους εκείνους που αρκούνται σε μια τέτοια κατάσταση που δεν την απαρνούνται και δεν επαναστατούν. Απαντά έστω ετεροχρονισμένα με την δική του ασθένεια με τον καρκίνο στο καρκινογενές περιβάλλον εντός του οποίου ανατράφηκε. Κατηγορεί και εκείνο αλλά και τον εαυτό του για την κατάληξη αυτήν και προσδίδει σε αυτό το υποβόσκον κατηγορητήριο μια λογοτεχνική αξία.

Αυτό το όλο πίκρα βιβλίο, η βιογραφία ενός ανθρώπου κλεισμένου στο χρυσό κλουβί της αστικής ευμάρειας και που ανατράφηκε για τον θάνατο είναι για εμένα κάτι περισσότερο από ένα στοχαστικό δοκίμιο. Μπορεί να μην είναι λογοτεχνία με την τυπική και αυστηρή του όρου έννοια. Είναι ένα βιβλίο απόλυτης ειλικρίνειας και ολοκληρωτικής αυθάδειας, ένα δοκίμιο θρηνητικού χιούμορ και πιεστικής λογικής, βιβλίο με γλωσσική μουσικότητα και με κυριαρχία των εκφραστικών μέσων. Σε αυτό είναι συμπυκνωμένο και συγκεντρωμένο ό,τι ισχύει για το κάθε μεμονωμένο άτομο. Η αφήγηση είναι ένα αγχωτικό και συναρπαστικό την ίδια στιγμή ανάγνωσμα. Είναι μια εξιστόρηση αναγκαία τόσο για τον αφηγητή όσο και για εμάς Δεν ξέρουμε και δε θα μάθουμε ποτέ αν η τέχνη κατάφερε να του δώσει αυτά που του στέρησε η ζωή. Αυτό που γνωρίζουμε είναι πως αυτό το γλωσσικά φτωχό σε πρώτο επίπεδο ντοκουμέντο ενός αρρώστου περί ανικανότητας επαφής όσο προχωρά γίνεται μια πιο πυκνή και καθηλωτική πρόζα ενός αληθινού συγγραφέα αλλά κυρίως ενός αληθινού ανθρώπου, αρνητή της ζωής αλλά αποδέκτη του θανάτου.

Πράγματι, αν και η ζωή μου απάδει από εκείνη του Τσορν από πολλές απόψεις, το βιβλίο μπολιάζει ένα πολύ επικίνδυνο μικρόβιο, αυτό της αναγνώρισης και της ταύτισης, Μπορεί να μην έχουμε προσβληθεί και να μην προσβληθούμε ποτέ από κάποιο θανατηφόρο σωματικό ή ψυχικό νόσημα, μπορεί ποτέ να μην ζήσουμε κάποια εμπειρία θανάτου που να μας προκαλέσει αφύπνιση, αλλά σίγουρα σε αυτό το βιβλίο μπορούμε να αναγνωρίσουμε εκείνο που επεσήμανε στον πρόλογο του ο Άντολφ Μούσγκ ότι “σε μια ανίατη κοινωνία ο θάνατος δεν είναι η εξαίρεση αλλά ο κανόνας και ότι θα εξακολουθήσουμε να πεθαίνουμε έτσι, αν εξακολουθήσουμε να ζούμε έτσι. Και ακριβώς σ’ αυτό έγκειται πραγματικά η συγκλονιστικότητα αυτού του βιβλίου”.

Το βιβλίο

Το έργο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος σε μετάφραση της Μαρίας Χατζηγιάννη. Eντός του βιβλίου μπορείτε να βρείτε τις κριτικές ομότεχνων του, και όχι μόνο, από τις οποίες αντλήσαμε το υλικό μας.

Πηγές:

H κριτική για τον Άρη, Peter Ruedi, Die Weltwoche, 1977

Ντοκουμέντο μιας καταστροφής, H. Burger, Lenyburg Seetal, 1977

Σύγκρουση με την Κοινωνία, Martin Kraft, Berner Machrichten, 1977

H οργή του Τσορν, Jurg Ramspeck, Yurl Lou, 1977